Άλλιον το σχοινόπρασον

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Άλλιον το σχοινόπρασον
(Allium schoenoprasum)
Illustration Allium schoenoprasum and Allium cepa0.jpg
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Angiosperms)
Ομοταξία: Μονοκότυλα  (Monocots)
Τάξη: Ασπαραγώδη  (Asparagales)
Οικογένεια: Αμαρυλλίδες (Amaryllidaceae)
Υποοικογένεια: ..... (Allioideae)
Γένος: Άλλιον (Allium)
Είδος: Ά. το σχοινόπρασον
(A. schoenoprasum)

Διώνυμο
Άλλιον το σχοινόπρασον
(Allium schoenoprasum)

Κάρολος Λινναίος (L.)
Συστάδα ανθοφορίας σχοινόπρασων.

Διατροφικά στοιχεία
Σχοινόπρασο, ακατέργαστο
(ανά 100 γραμμάρια)
Θεωρητική ενεργειακή απόδοση 126 kJ (30 kcal)
Μακροθρεπτικά συστατικά
Λίπη 0,73 g
Υδατάνθρακες 4,35 g
Σάκχαρα 1,85 g
Φυτικές ίνες 2,5 g
Πρωτεΐνες 3,27 g.
Ιχνοστοιχεία
Μέταλλα
Ασβέστιο 92 mg (9%)
Σίδηρος 1,6 mg (12%)
Μαγνήσιο 42 mg (12%)
Φώσφορος 58 mg (8%)
Κάλιο 296 mg (6%)
Ψευδάργυρος 0,562 mg (6%)
Μαγγάνιο 0,373 mg (18%)
Βιταμίνες
Λιποδιαλυτές
Βιταμίνη A 218 μg (27%)
-βήτα-καροτίνη 2612 μg (24%)
-λουτεΐνη-ζεαξανθίνη 2612 μg (24%)
Βιταμίνη E 0,21 mg (1%)
Βιταμίνη K 212,7 mg (203%)
Υδατοδιαλυτές
Βιταμίνη C 58,1 mg (70%)
Βιταμίνη Β1 (θειαμίνη) 0,078 mg (7%)
Βιταμίνη Β2 (ριβοφλαβίνη) 0,115 mg (10%)
Βιταμίνη Β3 (νιασίνη) 0,647 mg (4%)
Βιταμίνη Β5 (παντοθενικό οξύ) 0,324 mg (6%)
Βιταμίνη Β6 0,138 mg (11%)
Βιταμίνη Β9 (φολικό οξύ) 105 μg (26%)
πηγή άντλησης πληροφοριών: Link to USDA Database entry

Το σχοινόπρασο είναι η κοινή ονομασία για το Άλλιον το σχοινόπρασον (Allium schoenoprasum), βρώσιμο είδος του γένους Άλλιον (Allium).[1]

Είναι πολυετές (perennial)[Σημ. 1] φυτό, ευρέως διαδεδομένο στην φύση σε ολόκληρη την Ευρώπη, Ασία και τη Βόρεια Αμερική.[2][3][4][5][6][7]

To A. schoenoprasum είναι το μοναδικό είδος του γένους Άλλιον (Allium) το οποίο είναι ενδημικό τόσο στο Νέο όσο και στον Παλαιό Κόσμο.

Η ονομασία του είδους προέρχεται από το Ελληνικό σχοίνος (σπαθόχορτο) και πράσον (πράσο).[8] Η Αγγλική ονομασία, chives, προέρχεται από την Γαλλική λέξη cive, από την cepa, την Λατινική λέξη για το κρεμμύδι.[9]

Το σχοινόπρασο, το οποίο κοινώς ονομάζεται και αγριόπρασο, συνήθως χρησιμοποιείται ως χορταρικό και μπορεί να βρεθεί στα οπωροπαντοπωλεία ή να αναπτυχθεί στον σπιτικό κήπο. Στην μαγειρική χρήση, οι μίσχοι (scapes)[Σημ. 2] και οι κλειστοί, ανώριμοι ανθοφόροι οφθαλμοί (μπουμπούκια) τεμαχίζονται σε κύβους και χρησιμοποιούνται ως συστατικό για ψάρια, πατάτες, σούπες και άλλα πιάτα. Τα σχοινόπρασα έχουν εντομοαπωθητικές ιδιότητες που μπορεί να χρησιμοποιηθούν σε κήπους για τον έλεγχο των παρασίτων.[10]

Βιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σπόροι σχοινόπρασου.
Σπορο-βλαστοί σχοινόπρασου.
Chive flower
Άνθος μετά ανθοφόρου οφθαλμού.
Chive flower
Πλήρως ανεπτυγμένο άνθος.

Το σχοινόπρασο είναι ένας βολβός ο οποίος σχηματίζει ποώδες πολυετές φυτό, φτάνοντας σε ύψος τα 30–50 cm (12–20 in). Οι βολβοί είναι λεπτοί, κωνικοί, μήκους 2–3 cm (0,79–1,18 in), πλάτους 1 cm (0,39 in) και αναπτύσσονται σε πυκνές συστάδες από τις ρίζες. Οι μίσχοι (ή στελέχη) είναι κοίλα και σωληνοειδή, μήκους έως 50 cm (20 in) και πλάτους 2–3 mm (0,079–0,118 in), με μαλακή υφή, αν και πριν από την εμφάνιση του άνθους, μπορεί να φαίνεται πιο σκληρή απ'ότι συνήθως. Τα φύλλα, τα οποία είναι κοντύτερα από ό,τι οι μίσχοι (scapes), είναι κούφια και σωληνοειδή ή terete, (στρογγυλά σε διατομή), η οποία τα ξεχωρίζει με μια ματιά από το σκόρδο σχοινόπρασο Άλλιον το κονδυλόρριζον (Allium tuberosum). Τα λουλούδια είναι ανοιχτό μοβ και σχήματος αστεριού με έξι πέταλα, πλάτους 1–2 cm (0,39–0,79 in) και παράγονται σε πυκνή ταξιανθία 10-30 μαζί, πριν από το άνοιγμα, η ταξιανθία περιτριγυρίζεται από ένα χαρτοειδές βράκειο (bract).[Σημ. 3] Οι σπόροι παράγονται σε μια μικρό, κάψουλα τριών βαλβίδων, οι οποίοι ωριμάζουν το καλοκαίρι. Το βότανο ανθίζει από τον Απρίλιο έως τον Μάιο στα νότια τμήματα των ζωνών οικοτόπων και τον Ιούνιο στα βόρεια τμήματα.[11][12]

Το σχοινόπρασο είναι το μοναδικό είδος του γένους Άλλιον (Allium) το οποίο είναι ενδημικό τόσο στο Νέο όσο και στον Παλαιό Κόσμο. Μερικές φορές, τα φυτά που βρίσκονται στη Βόρεια Αμερική, ταξινομούνται ως Α. schoenoprasum ποικ. sibiricum, αν και αυτό αμφισβητείται. Οι διαφορές μεταξύ των δειγμάτων είναι σημαντικές. Ένα δείγμα βρέθηκε στο βόρειο Μέιν φυτρώνοντας μοναχικά, αντί σε συστάδες, επίσης, επιδεικνύει σκοτεινά γκρι άνθη.[13]

Αν και τα σχοινόπρασα σε γενικές γραμμές είναι εντομοαπωθητικά, λόγω των θειούχων ενώσεών τους ,τα άνθη τους προσελκύουν τις μέλισσες και μερικές φορές κρατούνται για να αυξήσουν την επιθυμητή ζωή των εντόμων.[14]

Χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μαγειρικές τέχνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα σχοινόπρασα καλλιεργούνται για τους μίσχους (scapes), οι οποίοι χρησιμοποιούνται στη μαγειρική ως αρωματικό βότανο και παρέχουν μια κάπως ηπιότερη γεύση από εκείνη των άλλων ειδών Άλλιον (Allium).

Το σχοινόπρασο έχει μια μεγάλη ποικιλία από γαστρονομικές χρήσεις, όπως σε παραδοσιακά πιάτα στη Γαλλία, Σουηδία και αλλού.[15] Ο Retzius στο βιβλίο του «Προσπάθεια Χλωρίδα»ς («Attempt at a Flora» [Försök til en flora]) του 1806, περιγράφει πώς τα σχοινόπρασα χρησιμοποιούνται με τηγανίτες, σούπες, ψάρια και σάντουιτς.[15] Είναι επίσης ένα συστατικό της σάλτσας gräddfil με το παραδοσιακό πιάτο ρέγγας που σερβίρεται στις μεσοκαλοκαιρινές εορτές της Σουηδίας. Επίσης, τα άνθη μπορούν να χρησιμοποιηθούν για το γαρνίρισμα των πιάτων.[16] Στην Πολωνία και τη Γερμανία, τα σχοινόπρασα σερβίρονται με τυρί κουάρκ (quark).[Σημ. 4] Το σχοινόπρασο είναι ένα από τα «εκλεπτυσμένα χορταρικά» (fines herbes)[Σημ. 5] της Γαλλικής κουζίνας, η οποία περιλαμβάνει επίσης το εστραγκόν, το μυρώνι και το μαϊντανό. Τα σχοινόπρασα μπορούν να βρεθούν φρέσκα στις περισσότερες αγορές καθ'όλο το χρόνο, καθιστώντας τα άμεσα διαθέσιμα· μπορούν, επίσης, να καταψυχθούν αφυδατωμένα χωρίς μεγάλη ελάττωση της γεύσης, δίνοντας έτσι την δυνατότητα στους οικιακούς καλλιεργητές, να αποθηκεύουν μεγάλες ποσότητες της συγκομιδής από τους κήπους των.[9]

Χρήσεις στην καλλιέργεια φυτών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Retzius, επίσης περιγράφει πώς οι αγρότες θα φύτευαν ανάμεσα στα βράχια σχοινόπρασα, κάνοντάς τα σύνορα των παρτεριών, για να κρατήσουν τα φυτά απαλλαγμένα από τα παράσιτα (όπως τα Ιαπωνικά σκαθάρια).[15][17] Το αναπτυσσόμενο φυτό απωθεί τα ανεπιθύμητα έντομα και ο χυμός από τα φύλλα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον ίδιο σκοπό, καθώς και για την καταπολέμηση μυκητιασικών λοιμώξεων, του ωίδιου (mildew) και του φουζικλάδιου (scab).[18][19][20]

Φαρμακευτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι φαρμακευτικές ιδιότητες του σχοινόπρασου είναι παρόμοια με εκείνες του σκόρδου, αλλά ασθενέστερη· το αχνό αποτελέσματα σε σύγκριση με το σκόρδο είναι ίσως ο κύριος λόγος για την περιορισμένη χρήση του ως φαρμακευτικό βότανο. Περιέχει πολλές ενώσεις organosulfur όπως αλλυλο σουλφίδια[21] και αλκυλο- σουλφοξειδίων, το σχοινόπρασο αναφέρεται ότι έχει ευεργετική επίδραση στο κυκλοφορικό σύστημα. Έχουν επίσης, ήπιες διεγερτικές, διουρητικές και αντισηπτικές ιδιότητες.[22] Καθώς το σχοινόπρασο συνήθως σερβίρεται σε μικρές ποσότητες και ποτέ ως κύριο πιάτο, σπανίως συναντώνται αρνητικές επιπτώσεις, αν και μπορεί να προκύψουν πεπτικά προβλήματα μετά από υπερκατανάλωση.[23]

Το σχοινόπρασο επίσης, είναι πλούσιο σε βιταμίνες Α και C,[24] περιέχει ίχνη από θειάφι και είναι πλούσιο σε ασβέστιο και σίδηρο.[25]

Καλλιέργεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα σχοινόπρασα καλλιεργούνται τόσο για μαγειρική τους χρήση όσο και για την διακοσμητική τους αξία· συχνά τα ιώδη άνθη, χρησιμοποιούνται σε διακοσμητικές ξηρές ανθοδέσμες.[26]

Το σχοινόπρασο ευδοκιμεί σε καλά στραγγιζόμενα εδάφη, πλούσια σε οργανική ύλη, με pH 6-7 και πλήρη ήλιο.[7] Μπορούν να καλλιεργηθούν από σπόρους και ωριμάζουν το καλοκαίρι ή νωρίς την επόμενη άνοιξη. Κατά κανόνα, το σχοινόπρασο για να βλαστήσει, χρειάζεται μία θερμοκρασία από 15 έως 20 °C (60-70 °F) και να διατηρείται υγρό. Μπορούν επίσης να φυτευτούν κάτω από ένα κλος (cloche)[Σημ. 6] ή σε ψυχρότερα κλίματα, να βλαστήσουν σε εσωτερικούς χώρους και αργότερα να φυτευτούν εξωτερικά. Μετά από τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες, οι νεαροί βλαστοί πρέπει να είναι έτοιμοι για να φυτευθούν έξω. Επίσης, πολλαπλασιάζονται εύκολα με τη διαίρεση.[27]

Το χειμώνα, στις κρύες περιοχές, τα σχοινόπρασα πεθαίνουν στους υπόγειους βολβούς, με τα νέα φύλλα να εμφανίζονται στις αρχές της άνοιξης. Τα σχοινόπρασα που αρχίζουν να φαίνονται παλαιά, μπορούν να περικοπούν περίπου 2–5 cm. Κατά τη συγκομιδή, ο απαιτούμενος αριθμός από τα κοτσάνια, θα πρέπει να κοπεί στη βάση.[27] Κατά τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου, το φυτό συνεχώς επανεκφύει φύλλα, επιτρέποντας μια συνεχόμενη συγκομιδή.[27]

Ιστορία και πολιτισμική σημασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα σχοινόπρασα καλλιεργούνται στην Ευρώπη από τον Μεσαίωνα (από τον 5ο μέχρι τον 15ο αιώνα), αν και οι ημερομηνίες χρήσης τους, πηγαίνουν πίσω 5000 χρόνια.[9] Ορισμένες φορές, είχαν αναφερθεί ως «rush leeks» (από το Ελληνικό σχοίνος (Λατινικά juncus) που σημαίνει βούρλο (φυτό) και πράσον).

Οι Ρωμαίοι πίστευαν ότι το σχοινόπρασο μπορούσε να ανακουφίσει τον πόνο από τα ηλιακά εγκαύματα ή και τον πονόλαιμο. Πίστευαν ότι τρώγοντας σχοινόπρασο, θα μπορούσε να αυξηθεί η πίεση του αίματος και να δρα ως διουρητικό.[28]

Οι Ρομά έχουν κάνει χρήση του σχοινόπρασου σε μαντείες.[29] Τα τσαμπιά από τα αποξηραμένα σχοινόπρασα, κρεμόνται γύρω από το σπίτι, όπου πιστεύεται ότι αποκρούουν τις ασθένειες και το κακό.[30]

Εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Πολυετές φυτό (perennial plant) ή απλά πολυετές (perennial) (από το Λατινικό per, που σημαίνει "μέσα" και annus, που σημαίνει "χρόνος"), είναι ένα φυτό που ζει για περισσότερο από δύο χρόνια.[Παρ. Σημ. 1]
  2. Το Αγγλικό scape (κλαδί, μίσχος, κοτσάνι) από το Λατινικό scapus, που προέρχεται από το Αρχαιοελληνικό το σκᾶπος (κλάδος, ράβδος). Είναι οι μίσχοι, τα κοτσάνια ή οι βλαστοί δηλαδή που φέρουν τα άνθη του φυτού και που δεν έχουν κλαδιά ή φύλλα.
  3. Στη βοτανική, βράκειο (ή βράκτιο) (bract), είναι ένα φύλλο στο μίσχο του άνθους δηλαδή ένα τροποποιημένο ή εξειδικευμένο φύλλο, ειδικά ένα που σχετίζεται με την αναπαραγωγική δομή, όπως ένα λουλούδι, ταξιανθία άξονας ή κλίμακα κώνου.
  4. Το κουάρκ (quark), είναι ένα είδος φρέσκου γαλακτοκομικού προϊόντος το οποίο παρασκευάζεται με τη θέρμανση του ξινόγαλου, μέχρις ότου ικανοποιηθεί στο επιθυμητό βαθμό το πήξιμο του γάλακτος και στη συνέχεια στραγγίζεται. Μπορεί να χαρακτηριστεί ως φρέσκο τυρί με οξύ, αν και σε ορισμένες χώρες, παραδοσιακά θεωρείται ένα γαλακτοκομικό προϊόν ξεχωριστής ζύμωσης. Το παραδοσιακό κουάρκ γίνεται χωρίς πυτιά, αλλά σε μερικά σύγχρονα γαλακτοκομία προστίθεται πυτιά. Είναι μαλακό, λευκό, μη-παλαιομένο και συνήθως δεν έχει προστεθεί αλάτι.[Παρ. Σημ. 2][Παρ. Σημ. 3][Παρ. Σημ. 4]
  5. Τα εκλεπτυσμένα χορταρικά (fines herbes προφορά ΔΦΑ [finzɛʁb]), ορίζουν ένα σημαντικό συνδυασμό χορταρικών, ο οποίος αποτελεί τον βασικό πυλώνα της Γαλλικής κουζίνας. Τα βασικά εκλεπτυσμένα χορταρικά (fines herbes) της Γαλλικής υψηλής μαγειρικής, περιλαμβάνουν ψιλοκομμένο μαϊντανό, σχοινόπρασο, εστραγκόν και μυρώνι.[Παρ. Σημ. 5]
  6. Στην γεωργία και την κηπουρική το κλος (cloche) ή row cover, είναι η κάλυψη σειράς με οποιοδήποτε διαφανές ή ημι-διαφανές, εύκαμπτο υλικό, όπως ύφασμα ή πλαστικό φύλλο, το οποίο χρησιμοποιείται ως προστατευτικό κάλυμμα για να προστατευτούν φυτά, συνήθως λαχανικά, κυρίως από τις ανεπιθύμητες επιδράσεις του κρύου και του ανέμου, αλλά επίσης και από την βλάβη των εντόμων.[Παρ. Σημ. 6]
Παραπομπές σημειώσεων
  1. The Garden Helper. The Difference Between Annual Plants and Perennial Plants in the Garden. Retrieved on 2008-06-22.
  2. Käseverordung (German regulations on cheese; in German).
  3. ГОСТ Р 52096-2003. Творог. Технические условия. (Russian state standard GOST R 52096-2003. Tvorog. Specifications; in Russian). The standard for tvorog is defined separately from the standards for cheeses.
  4. Klassiker in weiß, Bioverlag (in German).
  5. [1]
  6. George J. Hochmuth; Robert C. Hochmuth; Steve Kostewicz; William Stall (1987). «Row Covers for Commercial Vegetable Culture in Florida». Institute of Food and Agricultural Sciences (University of Florida). http://edis.ifas.ufl.edu/cv201. Ανακτήθηκε στις 19 March 2015. 

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. LaFray, Joyce (1987). Tropic Cooking: The New Cuisine from Florida and the Islands of the Caribbean. Oakland: Ten Speed Press, σελ. 292. ISBN 0-89815-234-8. 
  2. «World Checklist of Selected Plant Families: Royal Botanic Gardens, Kew». kew.org. http://apps.kew.org/wcsp/namedetail.do?name_id=296525. 
  3. Flora of China Vol. 24 Page 195 北葱 bei cong Allium schoenoprasum
  4. Tardiff, B.; Morisset, P. (1990). «Clinal morphological variation of Allium schoenoprasum in eastern North America». Taxon 39 (3): 417–429. 
  5. Flora of North America Vol. 26 Page 240 Chive Allium schoenoprasum
  6. Altervista Flora Italiana, Erba cipollina, wild chives, Civette, Schnittlauch, Allium schoenoprasum L. includes photos, drawings, European distribution map, etc.
  7. 7,0 7,1 «Allium schoenoprasum - Plant Finder». mobot.org. http://www.mobot.org/gardeninghelp/plantfinder/Plant.asp?code=J270. 
  8. Anna-Lena Anderberg. «Den virtuella floran: Allium schoenoprasum L. - Gräslök». nrm.se. http://linnaeus.nrm.se/flora/mono/allia/alliu/allisch.html. 
  9. 9,0 9,1 9,2 Peggy Trowbridge Filippone. «Chive Selection and Storage». About.com Food. http://homecooking.about.com/library/weekly/aa022398.htm. 
  10. Kaufman, Peter B. Thomas J Carlson. Kaufman B Kaufman. Harry L Brielmann. Sara Warber. Leland J Cseke. James A Duke (1999). Natural Products from Plants. Boca Raton: CRC Press, σελ. 261. 084933134X. 
  11. Allium schoenoprasum factsheet, from Kemper center for home gardening, retrieved on June 13, 2006, based on the position of the botanical Garden (Missouri)
  12. Gräslök, from Den virtuella floran, retrieved on June 13, 2006, The facts mentioned on the site apply to Sweden, which is in the northern part of the habitat zone.
  13. McGary, Mary Jane (2001). Bulbs of North America: North American Rock Garden Society. Portland: Timber Press, σελ. 28–29. 088192511X. 
  14. Baines. C. Making a Wildlife Garden. 0
  15. 15,0 15,1 15,2 Försök til en Flora Oeconomica Sveciæ by A. J. Retzius (1806)
  16. Allium schoenoprasum, from Mountain valley growers, accessed on June 13, 2006
  17. Andy Hamilton. «pests – selfsufficientish – pests». selfsufficientish.com. http://www.selfsufficientish.com/pests.htm. 
  18. Holtom. J. and Hylton. W. Complete Guide to Herbs. Rodale Press 1979 ISBN 0-87857-262-7
  19. Riotte. L. Companion Planting for Successful Gardening. Garden Way, Vermont, USA. 1978 ISBN 0-88266-064-0
  20. Huxley. A. The New RHS Dictionary of Gardening. 1992. MacMillan Press 1992 ISBN 0-333-47494-5
  21. Burdock, George A (1996). Encyclopedia of Food & Color Additives. Boca Raton: CRC Press, σελ. 87, 95–96. ISBN 0-8493-9412-0. 
  22. Gualtiero Simonetti (1990). Stanley Schuler, επιμ. Simon & Schuster's Guide to Herbs and Spices. Simon & Schuster, Inc. ISBN 0-671-73489-X. 
  23. Chive Talkin', by Winston J. Craig, Ph. D
  24. Chives, from "Sally's place", accessed on May 31, 2009
  25. Organic Gardening Practices. Archived October 24, 2014, at the Wayback Machine.
  26. «Flower & Garden Magazine, June-July 1996, The lazy gardener's guide to potpourri». findarticles.com. http://www.findarticles.com/p/articles/mi_m1082/is_n3_v40/ai_18339595/pg_2. 
  27. 27,0 27,1 27,2 McGee, Rose Marie Nichols. Stuckey, Maggie (2002). The Bountiful Container. Workman Publishing. 
  28. Staub, Jack E. (2008). 75 Exceptional Herbs for Your Garden. Gibbs Smith, σελ. 54. ISBN 978-1-4236-0251-4. 
  29. Chives, from "Sally's place", accessed on June 13, 2006
  30. «Chives». sallys-place.com. http://www.sallys-place.com/food/columns/gilbert/chives.htm. 


Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Chives (έκδοση 759505263) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).