Άγιος Ιωάννης του Λατερανού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Άγιος Ιωάννης του Λατερανού
Arcibasilica Papale di San Giovanni in Laterano
San Giovanni in Laterano 2021.jpg
Lazio Roma SGiovanni1 tango7174.jpg
Είδοςκαθεδρικός ναός της Καθολικής Εκκλησίας, μείζον βασιλική, παπική βασιλική, ενοριακή εκκλησία και ecclesiastical district
Αρχιτεκτονικήμπαρόκ αρχιτεκτονική και νεοκλασική αρχιτεκτονική
Γεωγραφικές συντεταγμένες41°53′9″N 12°30′22″E
ΘρήσκευμαΚαθολικισμός[1]
Θρησκευτική υπαγωγήρωμαιοκαθολική επισκοπή της Ρώμης
Διοικητική υπαγωγήΡώμη[2]
ΧώραΙταλία[2]
ΙδιοκτήτηςΑγία Έδρα
Γενικές διαστάσεις140 μέτρο × 73 μέτρο
Υλικάμάρμαρο, τσιμέντο και γρανίτης
ΑρχιτέκτοναςΦραντσέσκο Μπορομίνι και Alessandro Galilei
ΠροστασίαΜνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς (από 1980) και ιταλικό πολιτισμικό αγαθό[2]
Ιστότοπος
Επίσημος ιστότοπος
Commons page Πολυμέσα
Η ανατολική πρόσοψη του Αγ. Ιωάννη του Λατερανού.

Ο Καθεδρικός του Αγιωτάτου Σωτήρα και των Αγίων Ιωάννη του Βαπτιστή και Ιωάννη του Ευαγγελιστή στο Λατερανό (ιταλ.: Santissimo Salvatore e Santi Giovanni Battista ed Evangelista in Laterano), επίσης γνωστός ως η παπική αρχιβασιλική των Αγίων Ιωάννη (στο) Λατερανό, Άγιος Ιωάννης Λατερανός ή η Λατερανή Βασιλική, είναι ο καθεδρικός ναός της επισκοπής της Ρώμης στην πόλη της Ρώμης και εξυπηρετεί ως η έδρα του επισκόπου της Ρώμης, δηλ. του πάπα. Η αρχιβασιλική βρίσκεται έξω από την κανονική Πόλη του Βατικανού, 4 χλμ. νοτιο-δυτικά της. Παρόλα αυτά ως ιδιοκτησία της Αγίας Έδρας, η αρχιβασιλική και τα γειτονικά της κτήρια απολαμβάνουν ένα εκτός εδάφους της καθεστώς από το Ιταλικό κράτος, σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας του Λατερανού του 1929.[α]

Αρχικά ιδρύθηκε το 324, η εκκλησία είναι η παλαιότερη και σε υψηλότερη κατάταξη από τις τέσσερις μεγάλες παπικές βασιλικές, με τον μοναδικό τίτλο "αρχιβασιλική". Είναι η παλαιότερη δημόσια εκκλησία στην πόλη της Ρώμης και η παλαιότερη βασιλική του δυτικού κόσμου. [3] Στεγάζει τον καθεδρικό ναό του επισκόπου της Ρώμης, [4] και έχει τον τίτλο της οικουμενικής μητρικής εκκλησίας στους πιστούς Ρωμαιοκαθολικούς. Το κτήριο καταστράφηκε κατά τον Μεσαίωνα και υπέστη σοβαρές ζημιές από δύο πυρκαγιές τον 14ο αι. Ανακατασκευάστηκε στα τέλη του 16ου αι. κατά τη διάρκεια της βασιλείας του πάπα Σίξτου Ε΄. Το εσωτερικό του νέου κτηρίου ανακαινίστηκε στα τέλη του 17ου αι. και η πρόσοψή του ολοκληρώθηκε το 1735 από τον πάπα Κλήμη ΙΒ΄.

Ο τωρινός πρύτανης είναι ο καρδινάλιος αρχιεπίσκοπος Άγτζελο Νντε Ντονάτις, γενικός εφημέριος για την επισκοπή της Ρώμης. Ο Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας, σήμερα Εμμανουήλ Μακρόν, είναι ex officio (από θέσεως) το «Πρώτο και Μοναδικό Τιμητικά Μέλος του Συλλόγου» της αρχιβασιλικής, τίτλος που κατέχουν οι αρχηγοί κρατών της Γαλλίας από τον βασιλιά Ερρίκο Δ΄.

Η αρχιβασιλική και το ανάκτορο του Λατερανού αφιερώθηκαν ξανά δύο φορές. Ο πάπας Σέργιος Γ΄ τα αφιέρωσε στον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή στον 10ο αι. προς τιμήν του πρόσφατα καθαγιασμένου Βαπτιστηρίου της αρχιβασιλικής. Ο πάπας Λούκιος Β΄ αφιέρωσε τα κτήρια στον στον Άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή τον 12ο αι. Έτσι ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής και ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής έγιναν από κοινού προστάτες της αρχιβασιλικής, ενώ ο κύριος προστάτης εξακολουθεί να είναι ο Σωτήρας Χριστός, όπως δείχνει η επιγραφή στην είσοδο και όπως είναι παραδοσιακό για τους πατριαρχικούς καθεδρικούς ναούς. Κατά συνέπεια η αρχιβασιλική παραμένει αφιερωμένη στον Σωτήρα και η τιμητική της εορτή είναι η εορτή της Μεταμόρφωσης του Χριστού στις 6 Αυγούστου. Η αρχιβασιλική έγινε το σημαντικότερο ιερό των δύο Αγίων Ιωάννηδων, αν και σπάνια προσκυνήθηκεαν από κοινού. Στα επόμενα χρόνια ένα μοναστήρι Βενεδικτίνων ιδρύθηκε στο ανάκτορο του Λατερανού και ήταν αφιερωμένο στην υπηρεσία της αρχιβασιλικής και των δύο αγίων.

Το όνομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δίπλα στην επίσημη είσοδο βρίσκεται η δήλωση της αρχιβασιλικής ως κεφαλής ή μητέρα εκκλησία ολόκληρου του κόσμου. Παρατηρείστε το δάφνινο στεφάνι και την παπική τιάρα.

Το λατινικό όνομα Archibasilica Sanctissimi Salvatoris ac Sancti Ioannis Baptistae et Ioannis Evangelistae ad Lateranum [5] και στα ιταλικά Arcibasilica [Papale] del Santissimo Salvatore e Santi Giovanni Battista ed Evangelista in Laterano σημαίνει η Αρχιβασιλική του Αγιωτάτου Σωτήρος και των Αγίων Ιωάννη του Βαπτιστή και Ιωάννη του Ευαγγελιστή στο Λατερανό,

Το ανάκτορο του Λατερανού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχιβασιλική βρίσκεται επάνω από τα απομεινάρια του Castra Nova equitum singularium Augusti, το "Νέο Φρούριο των έφιππων σωματοφυλάκων του Αυτοκράτορα". Το φρούριο ιδρύθηκε από τον Σεπτίμιο Σεβήρο το 193. Μετά τη νίκη του Κωνσταντίνου Α΄ επί του Μαξέντιου (για τον οποίο οι έφιπποι σωματοφύλακες του Αυτοκράτορα είχαν πολεμήσει) στη μάχη της Μιλβίας Γέφυρας, η φρουρά καταργήθηκε και το φρούριο κατεδαφίστηκε. Σημαντικά υπολείμματα του φρουρίου βρίσκονται ακριβώς κάτω από το κύριο κλίτος.

Ο υπόλοιπος χώρος καταλήφθηκε κατά την πρώιμη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από το ανάκτορο του γένους Laterani. Ο Σέξτιος Λατεράνος ήταν ο πρώτος πληβείος, που απέκτησε το αξίωμα του υπάτου και οι Λατερανοί υπηρέτησαν ως διαχειριστές αρκετών Αυτοκρατόρων. Ένας από τους Λατεράνι -ο εκλεγμένος ύπατος Πλαύτιος Λατερανός- έγινε διάσημος, επειδή κατηγορήθηκε από τον Νέρωνα για συνωμοσία εναντίον του Αυτοκράτορα. Η κατηγορία είχε ως αποτέλεσμα τη δήμευση και αναδιανομή της περιουσίας του.

Το ανάκτορο του Λατερανού περιήλθε στα χέρια του Αυτοκράτορα, όταν ο Κωνσταντίνος Α΄ νυμφεύτηκε τη δεύτερη σύζυγό του Φάουστα, αδελφή του Μαξέντιου. Γνωστό εκείνη την εποχή ως Οικία της Φαύστας (Domus Faustae), το ανάκτορο του Λατερανού δόθηκε τελικά στον επίσκοπο της Ρώμης από τον Κωνσταντίνο Α΄. Η πραγματική ημερομηνία της δωρεάς είναι άγνωστη, αλλά οι μελετητές εικάζουν, ότι ήταν κατά τη διάρκεια του ποντιφικάτου του πάπα Μιλτιάδης, εγκαίρως για να φιλοξενήσει μία Σύνοδο επισκόπων το 313, που συγκλήθηκε για να αμφισβητήσει το Δονατιστικό σχίσμα, ανακηρύσσοντας τον Δονατισμό ως αίρεση. Η βασιλική (ορθογώνια αίθουσα) του ανακτόρου μετατράπηκε και επεκτάθηκε, το ανάκτορο έγινε η κατοικία του πάπα Αγίου Σιλβέστρου Α΄, και ο ναός έγινε τελικά ο καθεδρικός της Ρώμης, η έδρα των παπών ως επισκόπων της Ρώμης.

Πρώιμη Εκκλησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παπική καθέδρα, που η παρουσία της καθιστά την αρχιβασιλική ως καθεδρικό ναό της Ρώμης, βρίσκεται στην αψίδα του ιερού. Το δάπεδο είναι με την τεχνική των Κοσμέτι (μαρμαροθετήματα).

Ο Πάπας Σίλβεστρος Α΄ προήδρευσε της επίσημης καθιέρωσης της αρχιβασιλικής και του γειτονικού ανακτόρου του Λατερανού το 324, αλλάζοντας το όνομα από Domus Fausta σε Domus Dei («Οίκος του Θεού»), αφιερώνοντάς την στον Χριστό Σωτήρα (Christo Salvatori).

Όταν η καθέδρα έγινε σύμβολο της επισκοπικής εξουσίας, η παπική καθέδρα τοποθετήθηκε στο εσωτερικό του, καθιστώντας τον καθεδρικό ναό του πάπα ως επισκόπου της Ρώμης.

Όταν ο πάπας Γρηγόριος Α΄ ο Μέγας έστειλε τη Γρηγοριανή αποστολή στην Αγγλία υπό τον Αυγουστίνο του Κάντερμπρι, μερικές εκκλησίες στο Κάντερμπρι είχαν ως πρότυπο το ρωμαϊκό σχέδιο, αφιερώνοντας μία εκκλησία στον Χριστό, ενώ μία είχε ως πρότυπο τον σταυροειδή Άγιο Παύλο εκτός των τειχών. Το όνομα της εκκλησίας "Christ Church", τόσο συνηθισμένο για τις εκκλησίες σε όλο τον κόσμο σήμερα στον αγγλόφωνο αγγλικανικό κόσμο, προέρχεται από αυτή τη ρωμαϊκή εκκλησία, κεντρική στον πριν από τον Μεσαίωνα Χριστιανισμό.

Μεσαίωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο υψηλός βωμός και το γοτθικό κιβώριο του 14ου αιώνα.

Σύμφωνα με τον θρύλο, ο αρχικός ξύλινος βωμός που χρησιμοποιήθηκε από τον Άγιο Πέτρο, περιλαμβάνεται στον υψηλό βωμό. Πάνω από το κιβώριο βρίσκονται οι μορφές των Αγ. Πέτρου και Παύλου. [6] Στον μπροστινό τοίχο της αρχιβασιλικής, μεταξύ των κύριων πυλών, υπάρχει μία πλάκα με τις λέξεις "SACROS LATERAN ECCLES OMNIUM VRBIS ET ORBIS ECCLESIARVM MATER ET CAPUT" (Η πιο ιερή εκκλησία του Λατερανού, μητέρα και κεφαλή όλων των εκκλησιών στην πόλη και τον κόσμο), μία ορατή ένδειξη της δήλωσης ότι η βασιλική είναι η «μητέρα εκκλησία» όλου του κόσμου. Τον 12ο αιώνα οι ιερείς του Λατερανού ισχυρίστηκαν ότι ο υψηλός βωμός στεγάζει την Κιβωτό της Διαθήκης και πολλά ιερά αντικείμενα από την Ιερουσαλήμ. Η βασιλική παρουσιάστηκε έτσι ως ο Ναός της Καινής Διαθήκης. [1]

Η αρχιβασιλική και το ανάκτορο του Λατερανού αφιερώθηκαν ξανά δύο φορές. Ο πάπας Σέργιος Γ΄ αφιέρωσε αυτά στον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή στον 10ο αι. προς τιμήν του πρόσφατα καθαγιασμένου Βαπτιστηρίου της aαρχιβασιλικής. Ο πάπας Λούκιος Β΄ τα αφιέρωσε στον Ιωάννη τον Ευαγγελιστή τον 12ο αι. Έτσι, ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής και ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής έγιναν από κοινού προστάτες της αρχιβασιλικής, ενώ ο κύριος προστάτης εξακολουθεί να είναι ο Χριστός Σωτήρας, όπως δείχνει η επιγραφή στην είσοδο και όπως είναι παραδοσιακό για τους πατριαρχικούς καθεδρικούς ναούς. Κατά συνέπεια, η αρχιβασιλική παραμένει αφιερωμένη στον Σωτήρα και η τιμητική της εορτή είναι η εορτή της Μεταμόρφωσης του Χριστού στις 6 Αυγούστου. Η αρχιβασιλική έγινε το σημαντικότερο ιερό των δύο Αγίων Ιωάννηδων, αν και σπάνια λατρεύτηκαν από κοινού. Στα επόμενα χρόνια, ένα μοναστήρι Βενεδικτίνων ιδρύθηκε στο παλάτι του Λατερανού και ήταν αφιερωμένο στην υπηρεσία της αρχιβασιλικής και των δύο αγίων.

Κάθε πάπας, ξεκινώντας από τον πάπα Μιλτιάδη, διέμενε στο ανάκτορο του Λατερανού μέχρι τη βασιλεία του Γάλλου πάπα Κλήμη Ε΄, ο οποίος το 1309 μετέφερε την έδρα του παπισμού στην Αβινιόν, ένα παπικό φέουδο που αποτελούσε θύλακα στη Γαλλία. Το ανάκτορο του Λατερανού υπήρξε επίσης ο τόπος πέντε Συνόδων (βλ. Συμβούλια του Λατερανού).

Πυρκαγιές στο Λατερανό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια που ο παπισμός έδρευε στην Αβινιόν της Γαλλίας, το ανάκτορο του Λατερανού και η αρχιβασιλική περιέπεσαν σε φθορές. Δύο φωτιές κατέστρεψαν τα κτήρια το 1307 και το 1361. Μετά τις δύο πυρκαγιές ο πάπας έστειλε χρήματα από την Αβινιόν, για να πληρώσει την ανακατασκευή και τη συντήρησή τους. Παρ' όλα αυτά, η αρχιβασιλική και το ανάκτορο του Λατερανού έχασαν την παλιά τους λαμπρότητα.

Όταν ο παπισμός επέστρεψε από την Αβινιόν και ο πάπας θα διέμενε ξανά στη Ρώμη, η αρχιβασιλική και το παλάτι του Λατερανού κρίθηκαν ανεπαρκή λόγω της συσσωρευμένης ζημιάς τους. Οι πάπες διέμειναν στη Βασιλική της Σάντα Μαρία στο Τραστέβερε και αργότερα στη Βασιλική της Σάντα Μαρία Ματζόρε. Τελικά το Αποστολικό ανάκτορο του Βατικανού κτίστηκε δίπλα στην παλαιά Βασιλική του Αγίου Πέτρου, που υπήρχε από την εποχή του Κωνσταντίνου Α΄ , και οι πάπες άρχισαν να κατοικούν εκεί. Το Αποστολικό ανάκτορο παρέμεινε η επίσημη κατοικία του πάπα (αν και ο πάπας Φραγκίσκος κατοικεί ανεπίσημα αλλού στην πόλη του Βατικανού).

Ανακαίνιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπήρξαν αρκετές προσπάθειες ανοικοδόμησης της αρχιβασιλικής πριν από το οριστικό πρόγραμμα του πάπα Σίξτου Ε΄. Αυτός προσέλαβε τον αγαπημένο του αρχιτέκτονα Ντομένικο Φοντάνα, για να επιβλέψει μεγάλο μέρος του έργου. Το αρχικό ανάκτορο του Λατερανού κατεδαφίστηκε και αντικαταστάθηκε με ένα νέο οικοδόμημα. Στην πλατεία μπροστά από το ανάκτορο του Λατερανού βρίσκεται το νοσοκομείο Σαν Τζιοβάννι Αντολοράτα και ο μεγαλύτερος όρθιος αρχαίος αιγυπτιακός οβελίσκος στον κόσμο, γνωστός ως οβελίσκος του Λατερανού. Ζυγίζει περίπου 455 τόνους. Παραγγέλθηκε από τον Αιγύπτιο φαραώ Tούθμωσι Γ΄ και ανεγέρθηκε από τον Tούθμωσι Δ΄ μπροστά από τον μεγάλο ναό Kαρνάκ της Θήβας, στην Αίγυπτο. Προοριζόμενος ο οβελίσκος από τον Κωνσταντίνο Α΄ για να σταλεί στην Κωνσταντινούπολη, ο πολύ απασχολημένος Κωνστάντιος Β΄ τον απέστειλε στη Ρώμη, όπου ανεγέρθηκε στον Μεγάλο Ιππόδρομο το 357. Κάποια στιγμή έσπασε και θάφτηκε κάτω από τον Ιππόδρομο. Τον 16ο αι. ανακαλύφθηκε και τον έβγαλαν στην επιφάνεια. Ο Σίξτος Ε΄ τον ανήγειρε ξανά σε νέο βάθρο στις 3 Αυγούστου 1588 στη σημερινή του θέση.

Ακολούθησε περαιτέρω ανακαίνιση του εσωτερικού της αρχιβασιλικής, υπό τη διεύθυνση του Φραντσέσκο Μπορομίνι, κατά παραγγελία του πάπα Ιννοκέντιου Ι΄. Οι δώδεκα κόγχες που δημιουργήθηκαν από το αρχιτεκτονικό του σχέδιο, συμπληρώθηκαν τελικά το 1718 με αγάλματα των Αποστόλων, σμιλευμένα από τους πιο εξέχοντες Ρωμαίους γλύπτες ροκοκό.

Το κύριο κλίτος της βασιλικής, έπειτα από τη ριζική αναμόρφωση από τον Φραντσέσκο Μπορομίνι.

Το όραμα του Πάπα Κλήμη ΙΒ΄ για ανοικοδόμηση ήταν φιλόδοξο και ο ποντίφηκας ξεκίνησε διαγωνισμό, για το σχεδιασμό μίας νέας πρόσοψης. Διαγωνίστηκαν περισσότεροι από 23 αρχιτέκτονες, οι οποίοι κυρίως εργαζόταν στον ρυθμό μπαρόκ της εποχής. Πρόεδρος των υποθετικά αμερόληπτων κριτών ήταν ο Σεμπαστιάνο Κόνκα, πρόεδρος της Ρωμαϊκής Ακαδημίας του Αγίου Λουκά. Νικητής του διαγωνισμού ήταν ο Aλεσάντρο Γκαλιλέι.

Η πρόσοψη όπως φαίνεται σήμερα, ολοκληρώθηκε το 1735. Έχει την εξής επιγραφή στα Λατινικά: Clemens XII, Pont[ifex] Max[imus], [in] Anno V, [dedicatedavit hoc aedificium] Christo Salvatori, in hon[orem] [sanctorum] Ioan[is] Bapt[tistae] et Evang[elistae]. Αυτό μεταφράζεται ως "ο πάπας Κλήμης ΙΒ΄, ο Μέγιστος Αρχιερέας, στο 5ο έτος της βασιλείας του, αφιέρωσε αυτό το κτήριο στον Χριστό Σωτήρα, προς τιμήν των Αγίων Ιωάννη Βαπτιστή και Ιωάννη Ευαγγελιστή". [7] Η πρόσοψη του Γκαλιλέι αφαίρεσε όλα τα απομεινάρια της παραδοσιακής, αρχαίας, βασιλικής αρχιτεκτονικής και έδωσε μία νεοκλασική πρόσοψη.

Αρχιτεκτονική ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία αψίδα επενδεδυμένη με ψηφιδωτά και ανοιχτή στον αέρα διατηρεί ακόμη τη μνήμη μίας από τις πιο διάσημες αίθουσες του αρχαίου ανακτόρου, του Τρικλίνου (Triclinium) του πάπα Λέοντα Γ΄, που ήταν η κρατική αίθουσα δεξιώσεων.Το υπάρχων κτήριο δεν είναι αρχαίο, αλλά ορισμένα τμήματα των αρχικών ψηφιδωτών μπορεί να έχουν διατηρηθεί στο τριμερές ψηφιδωτό της κόγχης του. Στο κέντρο ο Χριστός δίνει στους Αποστόλους την αποστολή τους. Στα αριστερά δίνει τα κλειδιά της Βασιλείας των Ουρανών στον πάπα Άγιο Σίλβεστρο Α΄ και το λάβαρον στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Α΄ και στα δεξιά ο Άγιος Πέτρος δίνει την παπική στολή στον πάπα Λέοντα Γ΄ και το λάβαρο στον Καρλομάγνο.

Μερικά λίγα υπολείμματα των αρχικών κτιρίων μπορεί να εντοπιστούν στα τείχη της πόλης έξω από την Πύλη του Αγίου Ιωάννη, και ένας μεγάλος τοίχος διακοσμημένος με νωπογραφίες αποκαλύφθηκε τον 18ο αιώνα μέσα στην αρχιβασιλική πίσω από το παρεκκλήσι Λαντσελότι. Μερικά ίχνη παλαιότερων κτηρίων αποκαλύφθηκαν επίσης κατά τις ανασκαφές του 1880, όταν οι εργασίες επέκτασης της αψίδας ήταν σε εξέλιξη, αλλά δεν δημοσιεύθηκε τίποτε σημαντικό.

Στο Ποντιφικό Βιβλίο καταγράφονται πάρα πολλές δωρεές από τους πάπες και άλλους ευεργέτες στην αρχιβασιλική και η λαμπρότητά της την εποχή εκείνη ήταν τέτοια, που έγινε γνωστή ως Χρυσή Βασιλική (Basilica Aurea). Αυτή η λαμπρότητα τράβηξε επάνω της την επίθεση των Βανδάλων, οι οποίοι της αφαίρεσαν όλους τους θησαυρούς της. Ο πάπας Λέων Α΄ την αποκατέστησε περί το 460 και πάλι ο πάπας Αδριανός Α΄ .

Το 897 καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς από σεισμό: ab altari usque ad portas cecidit («κατέρρευσε από τον βωμό ως τις θύρες»). Οι ζημιές ήταν τόσο εκτεταμένες, που ήταν δύσκολο να εντοπιστούν οι γραμμές του παλαιού κτιρίου, αλλά αυτές ήταν τόσο σεβαστές, που το νέο κτίριο είχε τις ίδιες διαστάσεις με το παλαιό. Αυτή η δεύτερη βασιλική στεκόταν για 400 χρόνια πριν καεί το 1308. Ανακατασκευάστηκε από τον πάπα Κλήμη Ε΄ and και τον πάπα Ιωάννη ΚΒ΄ . Κάηκε για άλλη μία φορά το 1360 και ξανακτίστηκε από τον πάπα Ουρβανό Ε΄.

Μέσα από περιπέτειες η αρχιβασιλική διατήρησε την αρχαία της μορφή, χωρισμένη με σειρές από κολώνες σε κλίτη και έχοντας μπροστά της ένα περιστύλιο περιτριγυρισμένο από κιονοστοιχίες με ένα αναβρυτήριο στη μέση, το συμβατικό σχήμα της Ύστερης Αρχαιότητας, που ακολούθησε και η παλαιά Βασιλική του Αγίου Πέτρου. Η πρόσοψη είχε τρία παράθυρα και ήταν διακοσμημένη με ψηφιδωτό, που αναπαριστούσε τον Χριστό ως Σωτήρα του κόσμου.

Οι στοές ήταν με νωπογραφίες, πιθανότατα όχι νωρίτερα από τον 12ο αι., τιμώντας τον Ρωμαϊκό στόλο του Βεσπασιανού, την κατάληψη της Ιερουσαλήμ, τη βάπτιση του Κωνσταντίνου Α΄ και τη «δωρεά» του των Παπικών Κρατών στην Καθολική Εκκλησία. Μέσα στην αρχιβασιλική η σειρές των κιόνων ήταν αναμφίβολα, όπως σε όλες τις άλλες βασιλικές της ίδιας εποχής, σε όλο το μήκος της εκκλησίας, από ανατολικά προς δυτικά.

Σε μία από τις ανακαινίσεις, πιθανώς αυτή που πραγματοποίησε ο πάπας Κλήμης Ε΄, εισήχθη ένα εγκάρσιο κλίτος, το οποίο μιμήθηκε χωρίς αμφιβολία, αυτό που είχε προστεθεί, πολύ πριν στη Βασιλική του Αγίου Παύλου εκτός των τειχών Πιθανώς εκείνη την εποχή η αρχιβασιλική μεγεθύνθηκε.

Από τα παλαιότερα κτίρια σώζονται μερικά τμήματα. Ανάμεσά τους το μεσαιωνικό δάπεδο με την τεχνική των Κοσμέτι και τα αγάλματα του Αγίου Πέτρου και του Αγίου Παύλου, τώρα στην περίκλειστη αυλή του μοναστηριού (cloister). Το χαριτωμένο κιβώριο επάνω από τον υψηλό βωμό, το οποίο μοιάζει παράταιρο στο σημερινό του περιβάλλον, χρονολογείται από το 1369. Η stercoraria (κοπριά), δηλ. ο θρόνος από ερυθρό μάρμαρο επάνω στον οποίο κάθοντο οι Πάπες, βρίσκεται τώρα στα Μουσεία του Βατικανού. Οφείλει το δυσάρεστο όνομά του στον ύμνο που τραγουδούσαν στις προηγούμενες στέψεις των παπών, "De stercore erigens pauperem" ("ὁ ἐγείρων ἀπὸ γῆς πτωχὸν καὶ ἀπὸ κοπρίας ἀνυψῶν πένητα", από τον ψαλμό 112 στίχ.7).

Από τον 5ο αι. υπήρχαν επτά παρεκκλήσιο, που περέβαλλαν την αρχιβασιλική. Αυτά πριν από πολύ καιρό ενσωματώθηκαν στην εκκλησία. Η επίσκεψη των προσκυνητών σε αυτά τα παρεκκλήσια, η οποία διατηρήθηκε κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, οδήγησε στην αντίστοιχη δημιουργία επτά βωμών, που εξακολουθεί να είναι κοινή σε πολλές εκκλησίες της Ρώμης και αλλού.

Για την πρόσοψη του Aλεσάντρο Γκαλιλέι (1735) η συνήθης εκτίμηση ήταν, ότι πρόκειται για την πρόσοψη ενός ανακτόρου και όχι μίας εκκλησίας. Η πρόσοψη του Γκαλιλέι, η οποία είναι επιπρόσθετη στην παλαιότερη πρόσοψη, δημιουργεί έναν νάρθηκα (πρόπυλο), εμφαίνει το κύριο κλίτος από τα πλαϊνά κλίτη της αρχιβασιλικής, καθώς ήθελαν ένα κύριο κλίτος ευρύτερο από τα πλαϊνά. Ο Γκαλιλέι το έφτιαξε, χωρίς να εγκαταλείψει το σχέδιο των όμοιων ανοιγμάτων με τόξα, επεκτείνοντας το κεντρικό άνοιγμα με πλευρικές στήλες που στηρίζουν ένα αέτωμα, με το γνωστό σχέδιο των Σέρλιο-Παλλάντιο.

Προεκτείνοντας το κεντρικό άνοιγμα ελαφρά προς τα εμπρός και καλύπτοντάς το με ένα αέτωμα που διακόπτει το θωράκιο (μπαλούστρο) της οροφής των πλαϊνών κλιτών, ο Γκαλιλέι παρείχε μία είσοδο σε κολοσσιαία κλίμακα, πλαισιωμένη στα άκρα με διπλούς κολοσσιαίους κορινθιακούς ψευδοκίονες που σχηματίζουν την πρόσοψη, με τον τρόπο που εισήγαγε ο Μιχαήλ-Άγγελος στο ανάκτορο του Καπιτωλίου.

Στον νάρθηκα της εκκλησίας βρίσκεται ένα άγαλμα του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Α΄ του 4ου αι. Βρέθηκε αλλού στη Ρώμη και μεταφέρθηκε σε αυτόν τον τόπο με εντολή του πάπα Κλήμη ΙΒ΄ .

Αγάλματα των Αποστόλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι δώδεκα θέσεις που δημιουργήθηκαν στην αρχιτεκτονική του Φραντσέσκο Μπορομίνι, έμειναν κενές για δεκαετίες. Όταν το 1702 ο πάπας Κλήμης ΙΑ΄ και ο καρδινάλιος Μπενεντέτο Παμφίλι, αρχιερείς της αρχιβασιλικής, ανακοίνωσαν το μεγάλο τους σχέδιο για δώδεκα μεγαλύτερα του φυσικού γλυπτά των Αποστόλων (αντικαθιστώντας τον Ιούδα Ισκαριώτη με τον Άγιο Παύλο) που θα γέμιζαν τις κόγχες, η επιτροπή ζήτησε όλους οι κορυφαίοι γλύπτες του ύστερου μπαρόκ στη Ρώμη. [β] Κάθε άγαλμα επρόκειτο να χορηγηθεί από έναν επιφανή πρίγκιπα, με τον ίδιο τον πάπα να χορηγεί αυτό του Αγίου Πέτρου και τον καρδινάλια Παμφίλι αυτό του Αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή. Στους περισσότερους γλύπτες δόθηκε ένα σκίτσο, που σχεδίασε ο αγαπημένος ζωγράφος του πάπα Κλήμη ΙΑ΄, ο Κάρλο Μαράτα, το οποίο έπρεπε να τηρήσουν. Αξιοσημείωτη εξαίρεση ήταν ο Πιερ Λε Γκρο ο Νεότερος, ο οποίος αρνήθηκε να σμιλέψει το σχέδιο του Μαράττα και συνεπώς δεν του δόθηκε ανάθεση.

Ακολουθούν οι γλύπτες με τα γλυπτά τους και χρονολογούνται σύμφωνα με τον Κονφρόντι (οι ημερομηνίες αντικατοπτρίζουν αρχειακά ευρήματα, αλλά μοντέλα για τους περισσότερους πρέπει να υπήρχαν πιο πριν):

  • Πιέρ-Στιέν Μονό
    • Άγ. Παύλος (1704–1708)
    • Άγ. Πέτρος (1704–1711)
  • Φραντσέσκο Μοράτι
    • Άγ. Σίμων (1704–1709)
  • Λορέντζο Οτόνι
    • Άγ. Ιούδας ο Θαδδαίος (1704–1709)
  • Τζιουζέπε Ματσουόλι
    • Άγ. Φίλιππος (1705–1711)
  • Πιέρ λε Γκρο
    • Άγ. Θωμάς (1705–1711)
    • Άγ. Βαρθολομαίος (c. 1705–1712)
  • Άντζελο ντε' Ρόσι
    • Άγ. Ιάκωβος ο Μικρός (του Αλφαίου) (1705–1711)
  • Καμίλο Ρουσκόνι
    • Άγ. Ανδρέας (1705–1709)
    • Άγ. Ιωάννης ο Ευαγγελιστής (1705–1711)
    • Άγ. Ματθαίος (1711–1715)
    • Άγ. Ιάκωβος ο Μεγάλος (του Ζεβεδαίου) (1715–1718)

Νότιος τοίχος

Βόρειος τοίχος

Παπικοί τάφοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σαρκοφάγος της Αγίας Ελένης, επαναχρησιμοποιήθηκε από τον πάπα Αναστάσιο Δ', ο μοναδικός τάφος που επέζησε των πυρκαγιών του Λατερανού. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται στα Μουσεία του Βατικανού.

Υπάρχουν έξι υπάρχοντες παπικοί τάφοι στο εσωτερικό της αρχιερατικής: Αλέξανδρος Γ III (δεξιά κλίτη), Πάπας Σέργιος Δ ((δεξιά κλίτη), Πάπας Κλήμης ΧΙΙΙ Κορσίνι (αριστερό κλίτος), Πάπας Μαρτίνος Ε in (μπροστά από το εξομολόγιο). Πάπας Ιννοκέντιος ΙΙΙ (δεξιά διασταύρωση). και ο Πάπας Λέων ΧΙΙΙ (αριστερά διαχωριστικά), του Γ. Ταντολίνι (1907). Ο τελευταίος από αυτούς, ο Πάπας Λέων XIII, ήταν ο τελευταίος πάπας που δεν θάφτηκε στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου .

Δώδεκα επιπλέον παπικοί τάφοι κατασκευάστηκαν στην αρχιερατική αρχιτεκτονική τον 10ο αιώνα, αλλά καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια των δύο πυρκαγιών που την κατέστρεψαν το 1308 και το 1361. Τα απομεινάρια αυτών των απανθρακωμένων τάφων συγκεντρώθηκαν και επαναταφιάστηκαν σε πολυάνδριο . Οι πάπες των οποίων οι τάφοι καταστράφηκαν είναι οι: Πάπας Ιωάννης Χ (914–928), Πάπας Αγαπέτος Β 94 (946–955), Πάπας Ιωάννης ΙΓ (955–964), Πάπας Πασχάλ Β ( (1099–1118), Πάπας Καλλίξτος Β 11 (1119– 1124), Πάπας Honorius II (1124–1130), Πάπας Celestine II (1143–1144), Πάπας Lucius II (1144–1145), Πάπας Αναστάσιος IV (1153–1154), Πάπας Clement III (1187–1191), Πάπας Celestine III (1191–1198), και ο Πάπας Ιννοκέντιος Ε 12 (1276). Οι πάπες που βασίλεψαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι τάφοι των οποίων είναι άγνωστοι και οι οποίοι ενδέχεται να έχουν ταφεί στην αρχιερατική περιλαμβάνουν τον πάπα Ιωάννη XVII (1003), τον πάπα Ιωάννη XVIII (1003-1009) και τον πάπα Αλέξανδρο Β ' (1061-1073). Ο Πάπας Ιωάννης Χ ήταν ο πρώτος πάπας που θάφτηκε στα τείχη της Ρώμης και του δόθηκε περίφημη ταφή λόγω φήμων ότι δολοφονήθηκε από τη Θεοδώρα κατά τη διάρκεια μιας ιστορικής περιόδου γνωστής ως saeculum obscurum . Οι καρδινάλιοι Vincenzo Santucci και Carlo Colonna είναι επίσης θαμμένοι στην αρχιερατική.

Βαπτιστήριο του Λατερανού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η είσοδος στο Βαπτιστήριο του Λατερανού, βορειο-δυτικά της αρχιβασιλικής.

Το οκταγωνικό βαπτιστήριο του Λατερανού στέκεται κάπως μακριά από την αρχιερατική. Ιδρύθηκε από τον Πάπα Σίξτο Γ ,, ίσως σε παλαιότερη δομή, γιατί προέκυψε ένας μύθος ότι ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Α 'βαφτίστηκε εκεί και εμπλούτισε το οικοδόμημα. Το βαπτιστήριο ήταν για πολλές γενιές το μοναδικό βαπτιστήριο στη Ρώμη, και η οκταγωνική δομή του, με επίκεντρο τη μεγάλη λεκάνη για πλήρεις βυθίσεις, αποτέλεσε πρότυπο για άλλους σε όλη την Ιταλία και ακόμη και ένα εικονικό μοτίβο φωτισμένων χειρογράφων γνωστών ως "η πηγή της ζωής " Το

Το μοναστήρι του Λατερανού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεταξύ της αρχιερατικής και του τείχους της πόλης υπήρχε παλαιότερα ένα μεγάλο μοναστήρι, στο οποίο κατοικούσε η κοινότητα των μοναχών, καθήκον των οποίων ήταν να παρέχουν τις υπηρεσίες στην αρχιερατική. Το μόνο μέρος του που σώζεται ακόμη είναι το μοναστήρι του 13ου αιώνα, περιτριγυρισμένο από χαριτωμένες, στριμμένες στήλες από ένθετο μάρμαρο . Είναι ένα στυλ ενδιάμεσο μεταξύ του ρωμανικός σωστή και το γοτθικό, και το έργο του Vassellectus και την Cosmati .

Η Ιερή Κλίμακα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιερή Κλίμακα.

Η Scala Sancta, ή Ιερή Κλίμακα, είναι λευκά μαρμάρινα σκαλοπάτια, περικλεισμένα σε ξύλινα. Αποτελούν τη σκάλα, που κάποτε οδηγούσε στο πραιτόριο του Πόντιου Πιλάτου στην Ιερουσαλήμ και η οποία, επομένως, αγιάστηκε από τα βήματα του Ιησού Χριστού κατά τη διάρκεια των Παθών Του. Τα μαρμάρινα σκαλοπάτια είναι ορατά μέσα από ανοίγματα στα ξύλινα καλύμματά τους. Η μεταφορά τους από την Ιερουσαλήμ στο ανάκτορο του Λατερανού τον 4ο αι. πιστώνεται στην βασιλομήτορα Αγία Ελένη, τη μητέρα του τότε Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Α΄. Το 1589 ο πάπας Σίξτος Ε΄ μετέφερε τα σκαλιοπάτια στη σημερινή τους θέση, μπροστά από το αρχαίο ανακτορικό παρεκκλήσιο, που ονομάζεται Άγια Αγίων (Sancta Sanctorum). Ο Φεραού Φεντσόνι ολοκλήρωσε μερικές από τις νωπογραφίες στους τοίχους.

Εορτή του καθαγιασμού της αρχιβασιλικής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επέτειος του καθαγιασμού αυτής της εκκλησίας έχει σημειωθεί ως εορτή στον Ρωμαιοκαθολικισμό από τον 12ο αι, μία εποχή αυξανόμενης συγκέντρωσης της παπικής εξουσίας στην ιστορία της Εκκλησίας. Στο Γενικό Ρωμαϊκό Ημερολόγιο της Καθολικής Εκκλησίας, η 9η Νοεμβρίου είναι η γιορτή του Καθαγιασμού της (Αρχι)Βασιλικής του Λατερανού (Dedicatio Basilicae Lateranensis) και αναφέρεται σε παλαιότερα κείμενα ως «Καθαγιασμός της Βασιλικής του Αγιωτάτου Σωτήρος». Λόγω του ρόλου της ως μητρικής εκκλησίας του κόσμου, αυτή η λειτουργική ημέρα κατατάσσεται παγκοσμίως ως εορτή.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το Λατερανό και τα σχετικά κτηριά του χρησιμοποιήθηκαν από τον πάπα Πίο ΙΒ΄ ως ασφαλές καταφύγιο από τη δίωξη των Ναζί και των Ιταλών Φασιστών, για έναν αριθμό Εβραίων και άλλων προσφύγων. Μεταξύ αυτών που βρήκαν καταφύγιο ήταν οι Meuccio Ruini, Αλτσίντε ντε Γκασπέρι, Πιέτρο Νένιi και άλλοι. Οι <i>κόρες φιλανθρωπίας του Σαιν Βινσέντ ντε Πολ</i> και οι εξήντα ορφανές πρόσφυγες που εκείνες φρόντιζαν έλαβαν εντολή να εγκαταλείψουν το μοναστήρι τους στην Οδό Κάρλο-Εμμανουέλε. Οι <i>αδελφές της Μαρίας Μπαμπίνα</i>, οι οποίες στελέχωναν την κουζίνα στο "Ποντιφικό Μεγάλο Ρωμαϊκό Σεμινάριο" στο Λατερανό, προσέφεραν μία πτέρυγα της μονής τους. Οι χώροι στέγασαν επίσης Ιταλούς στρατιώτες. [8]

Ο Βιντσέντσο Φατζίολο και ο Πιέτρο Παλατσίνι, αντιπρύτανης του "Σεμιναρίου", αναγνωρίστηκαν από τον Γιαντ Βασσέμ για τις προσπάθειές τους να βοηθήσουν τους Εβραίους. [9] [10]

Αρχιερείς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πάπας Βονιφάτιος Η΄ καθιέρωσε το αξίωμα του Αρχιερέως της Αρχιβασιλικής περί το 1299.

Εκθεσιακός χώρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα LateranTreaty.
  2. Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα Wittkower.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ανακτήθηκε στις 6  Ιανουαρίου 2021.
  2. 2,0 2,1 2,2 dati.beniculturali.it.
  3. «San Giovanni in Laterano». Giubileo 2000. Santa Sede – vatican.va. 
  4. «Papal basilicas» (στα Αγγλικά). vatican.va. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2016. 
  5. Milioni, Albano (2007). L'Arcibasilica papale del Laterano nei secoli. Quasar. σελ. 142. ISBN 9788871403403. Statuta Patriarchalis Archibasilicae Ss.mi Salvatoris ac SS. Ioannis Baptistae et Ioannis Evangelistae ad Lateranum Romanae Ecclesiae Cathedralis. 
  6. Fr. Paolo O. Pirlo, SHMI (1997). «Dedication of St. John Lateran». My First Book of Saints. Sons of Holy Mary Immaculate – Quality Catholic Publications. σελίδες 265–266. ISBN 971-91595-4-5. 
  7. Landsford, Tyler (2009). The Latin Inscriptions of Rome: A Walking Guide. JHU Press. σελ. 236. ISBN 9780801891496. Ανακτήθηκε στις 21 Οκτωβρίου 2014. 
  8. Marchione, Margherita. Yours Is a Precious Witness: Memoirs of Jews and Catholics in Wartime Italy, Paulist Press, 2001 (ISBN 9780809140329)
  9. "Palazzini", the righteous among the Nations, Yad Vashem
  10. "Fagiolo", The Righteous Among the Nations, Yad Vashem

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  •  Barnes, Arthur S. (1910). «Saint John Lateran». Catholic Encyclopedia. 9. New York: Robert Appleton Company. 
  • Claussen, Peter C.· Senekovic, Darko (2008). S. Giovanni in Laterano. Mit einem Beitrag von Darko Senekovic über S. Giovanni in Fonte, in Corpus Cosmatorum, Volume 2, 2. Stuttgart: Franz Steiner Verlag. ISBN 978-3-515-09073-5. 
  • Krautheimer, Richard· Frazer, Alfred· Corbett, Spencer (1937–77). Corpus Basilicarum Christianarum Romae: The Early Christian Basilicas of Rome (IV–IX Centuries). Vatican City: Pontificio Istituto di Archeologia Cristiana (Pontifical Institute of Christian Archaeology). OCLC 163156460. 
  • Webb, Matilda (2001). The Churches and Catacombs of Early Christian Rome. Brighton: Sussex Academic Press. σελ. 41. ISBN 1-902210-57-3. 
  • Lenski, Noel (2006). The Cambridge Companion to the Age of Constantine. Cambridge: Cambridge University Press. σελ. 282. ISBN 0-521-52157-2. 
  • Stato della Città del Vaticano (2009). «Arcibasilica Papale Di San Giovanni In Laterano» (στα Ιταλικά). Holy See. Ανακτήθηκε στις 24 Οκτωβρίου 2010. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]