Κιβώριο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το κιβώριο μέσα στον ναό του Αγίου Αμβροσίου του Μιλάνου. Οι κίονες είναι πιθανώς του 4ου αιώνα, ενώ ο θόλος του 9ου, 10ου ή 12ου αιώνα.[1]

Στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική το κιβώριο (αρχ.ελλ. κιβώριον, λατ. και αγγλ. ciborium) είναι ένας θόλος ή επικάλυμμα, που υποστηρίζεται από κίονες και στέκεται ξεχωρισμένος στο Ιερό, και πάνω από την Αγία Τράπεζα (βωμό), σε μια βασιλική ή άλλο χριστιανικό ναό. Μπορεί επίσης να είναι γνωστό με τον γενικότερο όρο baldachin, αν και το «κιβώριο» θεωρείται συχνά πιο σωστό για παραδείγματα σε ναούς. Πραγματικά, ένα baldachin (αρχικά ένας τύπος μεταξιού από τη Βαγδάτη) θα πρέπει να έχει υφασμάτινο κάλυμμα, ή τουλάχιστον, όπως στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης, να μιμείται ένα. Τα πρώτα κιβώρια είχαν παραπετάσματα (κουρτίνες) που κρέμονταν από ράβδους μεταξύ των κιόνων, έτσι ώστε η Αγία Τράπεζα να μπορούσε να αποκρυβεί από τον κυρίως ναό σε μέρη της λειτουργίας. Μικρότερα παραδείγματα μπορεί να καλύπτουν άλλα αντικείμενα σε μια εκκλησία. Σε έναν πολύ μεγάλο ναό, το κιβώριο είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος οπτικής αναδείξεως της Αγίας Τράπεζας και τονισμού της σημασίας της. Ο βωμός και το κιβώριο συχνά τοποθετούνται σε υπερυψωμένη βάση, ώστε να βρίσκονται πάνω από το δάπεδο του Ιερού.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κιβώριο αναδύθηκε από ένα μεγάλο εύρος θόλων, τόσο τιμητικών όσο και πρακτικών, που ήταν σε χρήση στον αρχαίο κόσμο για να καλύπτουν τόσο σημαντικά πρόσωπα, όσο και θρησκευτικές εικόνες ή αντικείμενα. Μερικά από αυτά ήταν προσωρινά και φορητά, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που χρησιμοποιούν στύλους και υφάσματα, ενώ άλλα ήταν μόνιμες κατασκευές. Οι Ρωμαίοι Αυτοκράτορες παρουσιάζονται συχνά κάτω από μια τέτοια δομή, που συχνά ονομαζόταν aedicula (= «μικρό σπίτι»), ο όρος που προορίζεται στη σύγχρονη αρχιτεκτονική χρήση για μια δομή που μοιάζει με κόγχη σε έναν τοίχο, αλλά αρχικά είχε ευρύτερη έννοια. Απεικονίσεις τους υπάρχουν σε πολλά νομίσματα, Μισόριο του Θεοδοσίου Α΄, στη Χρονογραφία του 354 και σε άλλα έργα της ύστερης αρχαιότητας. Τα Άγια των Αγίων του εβραϊκού Ναού της Ιερουσαλήμ ήταν ένα δωμάτιο του οποίου η είσοδος ήταν καλυμμένη από μια κουρτίνα ή «πέπλο», θεωρήθηκε ασφαλώς ως αρχικό υπόδειγμα από τη χριστιανική Εκκλησία[2]. Το μέρος που περιείχε τη λατρευτική εικόνα σε έναν αιγυπτιακό ναό ήταν ίσως μια παρόμοια δομή.

Η ελεύθερα ιστάμενη θολωτή δομή που μοιάζει με κιβώριο, που επιστέγαζε αυτό που πιστεύεται ότι ήταν ο τόπος του τάφου του Ιησού μέσα στον Ναό της Αναστάσεως στην Ιερουσαλήμ, ονομαζόταν επίσης aedicula και ήταν σημαντικό αξιοθέατο για τους προσκυνητές, συχνά εμφανιζόμενο στην τέχνη. Αυτή η δομή, που χτίστηκε επί Μεγάλου Κωνσταντίνου, μπορεί να διεδραμάτισε κάποιο ρόλο ως προς τη διάδοση της ιδέας του κιβωρίου επάνω από την Αγία Τράπεζα ενός ναού[3]. Η μεταγενέστερη κατασκευή που είναι τώρα στη θέση της είναι πολύ μεγαλύτερη, με συμπαγείς πέτρινους τοίχους. Οι ασημένιες πλάκες που κάλυπταν την παλιά κατασκευή φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκαν για να φτιάξουν νομίσματα, ώστε να πληρώσουν τον στρατό που υπερασπίσθηκε την Ιερουσαλήμ εναντίον του Σαλαδίνου[4] το 1187. Κιβώρια τοποθετήθηκαν πάνω από ιερά μαρτύρων, και μετά κτίσθηκαν ναοί που τα περιέκλεισαν στο εσωτερικό τους, με την Αγία Τράπεζα πάνω από το σημείο που πιστεύεται ότι ήταν ο τόπος της ταφής.[5] Χρησίμευαν επίσης για να προστατεύουν την Αγία Τράπεζα από τη σκόνη, πτώσεις σοβάδων κλπ. από ψηλές οροφές που σπάνια μπορούσαν να προσεγγισθούν.[6]

Το κιβώριο στην Ευφρασιανή Βασιλική στην Ίστρια (σημ. Κροατία). Οι κίονες είναι του 6ου αιώνα, ενώ ο θόλος του 1277.

Πιθανότατα το αρχαιότερο σημαντικό παράδειγμα κιβωρίου πάνω από Αγία Τράπεζα ήταν στη Βασιλική του Αγίου Ιωάννη του Λατερανού στη Ρώμη, που λεηλατήθηκε από τους Βησιγόθους τον 5ο αιώνα και τώρα αντικαταστάθηκε από μια μεγάλη γοτθική δομή (βλ. παρακάτω). Αυτό αποκαλείται fastigium στις πρώτες πηγές, αλλά ήταν πιθανώς ένα κιβώριο. Κι όπως τα περισσότερα μείζονα πρώιμα παραδείγματα ήταν «από ασήμι», του οποίου το βάρος δίνεται, κάτι που πιθανώς σημαίνει ότι οι διακοσμημένες ασημένιες πλάκες ήταν στερεωμένες σε ξύλο ή πέτρινο πλαίσιο. Δεν έχουν σωθεί πρώιμα παραδείγματα με πολύτιμο μέταλλο, αλλά πολλά αναφέρονται σε σημαντικούς ναούς.[7] Ενδεχομένως, το αρχαιότερο κιβώριο που σώζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό είναι ένα στη Βασιλική του Αγίου Απολλινάριου στην Κλάση, στη Ραβέννα (όχι όμως πάνω από την κύρια Αγία Τράπεζα), το οποίο χρονολογείται[8] στο 806-810, αν και οι κίονες του κιβωρίου στον ναό του Αγίου Αμβροσίου του Μιλάνου φαίνεται να χρονολογούνται από τον αρχικό ναό του 4ου αιώνα.

Το κιβώριο που ανέθεσε ο Ιουστινιανός Α´ για την Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη και περιγράφηκε από τον Παύλο τον Σιλεντιάριο έχει χαθεί. Κατασκευασμένο επίσης από ασήμι, είχε στην οροφή του «μια σφαίρα από καθαρό χρυσό που ζυγίζει 118 λίβρες, και χρυσά κρίνα που ζυγίζουν 4 λίβρες [το καθένα], και πάνω από αυτά έναν χρυσό σταυρό με πολύτιμους και σπάνιους λίθους, που περιείχαν 80 λίβρες χρυσού». Η οροφή είχε επίσης οκτώ πλαίσια, μέχρι το ύψος της σφαίρας και του σταυρού.[9]

Η πρώιμη μεσαιωνική Ορθόδοξη Εκκλησία είχε οδηγία «να τελείται η ευχαριστία σε Αγία Τράπεζα με κιβώριο, από το οποίο κρεμόταν το αγγείο στο οποίο φυλάσσονταν τα αγιασμένα Τίμια Δώρα».[10] Το αγγείο αυτό μερικές φορές είχε τη μορφή περιστεριού. Οι πρώτες απεικονίσεις του Μυστικού Δείπνου στη χριστιανική τέχνη, που δείχνουν τη μετάληψη των Αποστόλων, τους απεικονίζουν να περιμένουν στην ουρά προκειμένου να λάβουν τον άρτο και τον οίνο από τον Χριστό, ο οποίος βρίσκεται κάτω από ή δίπλα σε ένα κιβώριο, κάτι που φαίνεται ότι αντιπροσωπεύει την τότε λειτουργική πρακτική. Παράδειγμα αυτού του τύπου είναι το ψηφιδωτό στην κόγχη του Ιερού του καθεδρικού ναού της Αγίας Σοφίας στο Κίεβο, κάτω από μια πολύ μεγάλη όρθια Παναγία.[11]

Σύμφωνα με τον Άγιο και Πατριάρχη Γερμανό Α΄ της Κωνσταντινουπόλεως (8ος αιώνας): «Το κιβώριο αντιπροσωπεύει εδώ τον τόπο όπου σταυρώθηκε ο Χριστός· επειδή ο τόπος όπου ετάφη ήταν κοντά και υπερυψωμένος. Τοποθετείται στον ναό για να αντιπροσωπεύει συνοπτικά τη Σταύρωση, την Ταφή και την Ανάσταση του Χριστού. Αντιστοιχεί επίσης στην Κιβωτό της Διαθήκης του Κυρίου στην οποία, όπως είναι γραμμένο, είναι τα Άγια των Αγίων και ο ιερός του τόπος. Δίπλα του, ο Θεός διέταξε να τοποθετηθούν δύο σφυρηλατημένα Χερουβείμ και στις δύο πλευρές (πρβλ. Εξ. κε΄ 18) - γιατί το ΚΙΒ- είναι η Κιβωτός, και το -ΟΥΡΙΝ είναι ο φωτισμός ή το φως του Θεού» («Τὸ κιβώριόν ἐστι ἀντὶ τοῦ τόπου ἔνθα ἐσταυρώθη ὁ Χριστός· ἐγγὺς γὰρ ἦν ὁ τόπος καὶ ὑπόβαθρος ἔνθα ἐτάφη· ἀλλὰ διὰ τὸ ἐν συντομίᾳ ἐκφέρεσθαι τὴν σταύρωσιν, τὴν ταφὴν καὶ τὴν ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τέτακται. Ἔστι δὲ καὶ κατὰ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης Κυρίου, ἐν ᾗ λέγεται Ἅγια Ἁγίων καὶ ἁγίασμα αὐτοῦ· ἐν ᾗ προσέταξεν ὁ Θεὸς γενέσθαι δύο χερουβὶμ ἑκατέρωθεν τορευτά· τὸ γὰρ ΚΙΒ ἐστὶ κιβωτός, τὸ δὲ ΟΥΡΙΝ φωτισμὸς Θεοῦ, ἢ φῶς Θεοῦ.»)[12]

Παραδείγματα σε ορθόδοξα χειρόγραφα δείχνουν ως επί το πλείστον στρογγυλευμένες στέγες θόλων, ενώ τα πρώιμα παραδείγματα που σώζονται στη Δύση έχουν συχνά κυκλικό θόλο πάνω σε 4 κίονες, με σειρές από μικρούς στύλους να στηρίζουν δύο ή περισσότερα επίπεδα, που καταλήγουν ανεβαίνοντας σε έναν κεντρικό κόμβο κορυφής, δίνοντας μια πολύ «ανοικτή» εμφάνιση και επιτρέποντας την τοποθέτηση κεριών κατά μήκος των δοκών μεταξύ των κιόνων. Το υπόδειγμα του Ναού της Αναλήψεως της Θεοτόκου στο Λουνιάνο ιν Τεβερίνα της Ιταλίας είναι παρόμοιο με ένα άλλο ιταλικό κιβώριο του 12ου αιώνα, που βρίσκεται σήμερα στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης στη Νέα Υόρκη[13], καθώς και με το κιβώριο στη Βασιλική του Αγίου Νικολάου στο Μπάρι. Στον ρωμανικό αρχιτεκτονικό ρυθμό οι μορφές με αέτωμα (τριγωνικές), όπως στον προαναφερθέντα ναό του Αγίου Αμβροσίου, ή αυτές με επίπεδη κορυφή, όπως στην Ευφρασιανή Βασιλική ή στο Άγιο Μάρκο της Βενετίας, είναι πιο χαρακτηριστικές.

Στη γοτθική αρχιτεκτονική η μορφή του αετώματος, που χρησιμοποιείται ήδη στον ναό του Αγίου Αμβροσίου, επιστρέφει, αυτή τη φορά με μια περίτεχνη μυτερή κορυφή. Πιθανώς το πιο περίτεχνο είναι αυτό στη Βασιλική του Αγίου Ιωάννη του Λατερανού στη Ρώμη, που σχεδιάσθηκε από τον Αρνόλφο ντι Κάμπιο και αργότερα ζωγραφίσθηκε από τον Μπάρνα της Σιένα. Οι κίονες εδώ και στον Άγιο Παύλο εκτός των Τειχών εξακολουθούν να είναι επαναχρησιμοποιημένοι αρχαίοι, από πορφυρίτη στον Άγιο Παύλο και στον Άγιο Αμβρόσιο (ο ναός Άγιος Απολλινάριος ο νέος στη Ραβέννα έχει ακόμα τις στήλες πορφυρίτη του κιβωρίου, χωρίς να σώζεται ο θόλος). Τα περισσότερα από τα πρώιμα παραδείγματα που σώζονται είναι πέτρινα σε βασιλικές, ειδικά στη Ρώμη και σε άλλα μέρη της Ιταλίας. Δεν είναι γνωστό πόσο συνηθισμένο ήταν το π.χ. ξύλινο κιβώριο κάποτε σε μικρότερους ναούς.[14]

Τα παραπετάσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εικονογράφηση των Ευαγγελίων του Γιαροσλάβλ (13ος αι.), με κιβώριο με παραπετάσματα στο κέντρο, ένα συνηθισμένο μοτίβο σε απεικονίσεις Ευαγγελιστών

Οι απεικονίσεις και οι αναφορές σε κείμενα των πρώτων κιβωρίων μαρτυρούν συχνά την ύπαρξη παραπετασμάτων, που ονομάζονται τετράβηλα και ήταν κρεμασμένα μεταξύ των κιόνων. Αυτές οι κουρτίνες χρησιμοποιούνταν για να αποκρύπτουν και μετά να αποκαλύπτουν τη θέα της Αγίας Τράπεζας από το εκκλησίασμα σε χρονικές στιγμές κατά τη διάρκεια των ακολουθιών - ακριβώς ποιες ήταν αυτές είναι ασαφές.[15]. Τα παραπετάσματα αυτά επέζησαν της εγκαταλείψεως της δομής του κιβωρίου, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση. Μερικοί ναοί έχουν οριζόντιες ράβδους γύρω και πάνω από το βωμό, που στήριζαν τα παραπετάσματα και ίσως ένα πανί τεντωμένο από επάνω. Μια τέτοια ρύθμιση, ανοιχτή παραπάνω, μπορούμε να παρατηρήσουμε στο folio 199v του ονομαστού εικονογραφημένου χειρογράφου Οι Πολύ Πλούσιες Ώρες του Δούκα του Μπερί. Σε ύστερα μεσαιωνικά παραδείγματα στη Βόρεια Ευρώπη βρίσουμε συχνά διακοσμήσεις με αγγέλους.

Σε παλαιότερες περιόδους τα παραπετάσματα ήταν κλειστά στο πιο επίσημο μέρος της Θείας Λειτουργίας, μια πρακτική που συνεχίζεται μέχρι σήμερα στους κοπτικούς και Αρμενικούς ναούς, ως μία αναλογία με το βιβλικό εβραϊκό «καταπέτασμα» του Ναού. Οι μικρές θολωτές δομές, συνήθως με κόκκινες κουρτίνες, που εμφανίζονται συχνά κοντά στον γράφοντα άγιο Ευαγγελιστή στις πρώιμες απεικονίσεις τους, ειδικά στην Ανατολή, αντιπροσωπεύουν ένα κιβώριο, όπως και οι δομές που περιβάλλουν πολλές απεικονίσεις μεσαιωνικών ηγεμόνων σε χειρόγραφα.[16]

Οι άλλες χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κιβώρια, συχνά πολύ μικρότερη, μερικές φορές ανεγείρονταν για να καλύψουν συγκεκριμένα ιερά αντικείμενα, ιδίως εικονίσματα και λειψανοθήκες[17], ενώ ταυτοποιούνται και ακόμα μικρότερα κιβώρια, που στηρίζονταν πάνω στην Αγία Τράπεζα. Η λέξη μπορεί επίσης να χρησιμοποιείται για μερικές μεγάλες γλυπτές δομές που βρίσκονται πίσω από μία Αγία Τράπεζα και συχνά δεν προσφέρουν θόλο ή κάλυμμα καθεαυτό, για παράδειγμα στον Καθεδρικό ναό της Σιένα. Αυτά μπορεί να είναι στέκονται από μόνα τους ή να είναι ενσωματωμένα στον τοίχο, και η χρήση του όρου εδώ αλληλοεπικαλύπτεται με τους όρους «πρόθεση» και τον λατινικό/ρωμαιοκαθολικό retrotabula.[6] Η τυπική γοτθική μορφή μιας κόγχης με θόλο για να περικλείει ένα άγαλμα μπορεί να θεωρηθεί ως μια «ανηγμένη μορφή κιβωρίου».[18]

Πολύ γνωστό κιβώριο που φαίνεται ότι δεν στεκόταν πάνω από Αγία Τράπεζα ήταν εκείνο που προφανώς χρησίμευε εν είδει λειψανοθήκης ή συμβολικού τάφου (κενοταφίου) για τα απουσιάζοντα λείψανα του Αγίου Δημητρίου στον φερώνυμο μεγάλο ναό που ανεγέρθηκε στη Θεσσαλονίκη πάνω από τον ομαδικό τάφο στον οποίο τάφηκε ο Άγιος σύμφωνα με την παράδοση. Αυτό περιγράφεται σε διάφορες διηγήσεις θαυμάτων που σχετίζονται με τον Άγιο, αλλά και από απεικονίσεις σε ψηφιδωτά, να ήταν μια ανεξάρτητη στέγαστη δομή μέσα στον ναό, στη μία πλευρά του κυρίως ναού, με θύρες ή τοίχους από πολύτιμα μέταλλα σε όλες τις πλευρές της. Είχε σχήμα εξαγωνικό και ήταν κατασκευασμένο ή καλυμμένο με ασήμι. Στο εσωτερικό του υπήρχε μία κλίνη ή ανάκλιντρο. Η οροφή είχε επίπεδα τριγωνικά πλαίσια, που ανέρχονταν με μικρή κλίση σε κεντρικό σημείο. Ανακατασκευάσθηκε τουλάχιστον μία φορά.[19]

Μεσαίου μεγέθους κιβώριο του 13ου αιώνα σε μια γωνιά του Αγίου Μάρκου της Βενετίας, γνωστό ως capitello («μικρό παρεκκλήσιο»), χρησιμοποιήθηκε για την τοποθέτηση σημαντικών εικόνων και λειψάνων κατά τον Μεσαίωνα.[20]

Παρακμή και αναβίωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα κιβώρια είναι στη σημερινή εποχή πολύ πιο σπάνια στους ναούς, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, καθώς η εισαγωγή άλλων δομών που απέκρυπταν την Αγία Τράπεζα, όπως το τέμπλο στην Ανατολή και το γιούβεο ή το pulpitum στη Δύση, σήμαινε ότι θα φαινόταν λίγο, και τα μικρότερα δείγματα κιβωρίου συχνά έρχονταν σε σύγκρουση με τα μεγάλα έργα τέχνης της κόγχης του Ιερού, που ήρθαν «στη μόδα» κατά τον Δυτικό Μεσαίωνα.[21] Τα κιβώρια απόλαυσαν κάτι σαν αναβίωση όταν η Αναγέννηση άνοιξε για άλλη μια φορά τη θέα του Ιερού, αλλά ποτέ ξανά δεν έγιναν κάτι το συνηθισμένο, ακόμη και σε μεγάλους ναούς. Το τεράστιο κιβώριο του Bernini στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης αποτελεί μια διάσημη εξαίρεση: Είναι το μεγαλύτερο που υπάρχει, αλλά ονομάζεται πάντοτε baldachin[22] και όχι «κιβώριο». Πολλά άλλα περίτεχνα μπαρόκ περιβλήματα Αγίας Τράπεζας εξέχουν από, αλλά παραμένουν προσκολλημένα στον τοίχο πίσω από την Αγία Τράπεζα και έχουν ζεύγη κιόνων σε κάθε πλευρά. Αυτά μπορεί να θεωρηθούν ως «υπαινιγμοί» για το κιβώριο, χωρίς να χρησιμοποιήσουν ακριβώς τη μορφή του.

Με την έλευση του νεογοτθικού ρυθμού το αληθινό, ελεύθερο κιβώριο επέστρεψε σε κάποια δημοτικότητα: ο μεγάλος ναός Βοτίφκιρχε στη Βιέννη έχει ένα μεγάλο γοτθικό δείγμα κιβωρίου που σχεδιάσθηκε το 1856. Ο Καθεδρικός ναός του Πίτερμπορο στην Αγγλία διαθέτει ένα νεογοτθικό κιβώριο, όπως και ο Καθεδρικός ναός του Ντέρμπυ ένα με μικρούς κίονες ρωμανικού ρυθμού κάτω από νεοκλασικό επιστύλιο και αέτωμα. Ο Καθεδρικός ναός του Ουέστμινστερ, ένα νεοβυζαντινό κτήριο, έχει ένα δείγμα του 1894, με επιπλέον πλευρικούς κίονες, οι οποίοι μέσα σε αυτό το πλαίσιο είναι «απολύτως μοντερνιστικοί».[23] Το κιβώριο σε γοτθικό ρυθμό το δανείσθηκαν ακόμα και ορισμένα μη εκκλησιαστικά δημόσια κτίσματα-μνημεία, όπως το Μνημείο του Πρίγκιπα Αλβέρτου στο Λονδίνο[24], όπως και οι υπαίθριοι μεσαιωνικοί Τάφοι Σκάλιγκερ στη Βερόνα.

Εικονοθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Barker, Margaret (2003). The great high priest: the temple roots of Christian liturgy. Continuum International Publishing Group. ISBN 978-0-567-08942-7. 
  • Bock, Franz Johann Joseph (1868). The Hangings of the Ciborium of the Altar. The Ecclesiologist. 26. Ecclesiological Society/Stevenson. translated section of his Organ fur Christliche Kunst 
  • Cormack, Robin (1985). Writing in Gold, Byzantine Society and its Icons. Λονδίνο: George Philip. ISBN 0-540-01085-5. 
  • Cracraft, James· Rowland, Daniel Bruce (2003). Architectures of Russian identity: 1500 to the present. Cornell University Press. ISBN 978-0-8014-8828-3. 
  • Folda, Jaroslav (2005). Crusader Art in the Holy Land: From the Third Crusade to the Fall of Acre, 1187-1291. Cambridge University Press. ISBN 9780521835831. 
  • van Hemeldonck, G. Ciborium (ii). Grove Art Online. Oxford Art Online. Ανακτήθηκε στις 25 Απριλίου 2011. 
  • Krouse, Dennis W. (2007). Espín, Orlando O.· Nickoloff, James B., επιμ. Baldachino. An introductory dictionary of theology and religious studies. Liturgical Press. ISBN 978-0-8146-5856-7. 
  • Το λήμμα «κιβώριον» στη Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Χάρη Πάτση», τόμος 15, σελ. 471
  • Schiller, Gertrud (1972). Iconography of Christian Art. II. Λονδίνο: Lund Humphries. ISBN 0-85331-324-5. 
  • Smith, William· Cheetham, Samuel (2005). Encyclopaedic Dictionary Of Christian Antiquities (9 τόμοι). Concept Publishing Company. ISBN 978-81-7268-111-1. 
  • Stancliffe, David (2009). The Lion Companion to Church Architecture. Lion Hudson plc. ISBN 978-0-7459-5190-4. 
  • Σωτηρίου, Γ.Α.: Χριστιανική και Βυζαντινή Αρχαιολογία, Αθήναι 1942, σσ.184-185

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Romanesque Sculpture in Italy. 
  2. Barker, 95-97
  3. Cracraft & Rowland, 30
  4. Folda, 22
  5. Stancliffe, 24, 37
  6. 6,0 6,1 Grove
  7. Smith & Cheetham, 65, και Grove, 1
  8. Krouse, 110, και Smith & Cheetham, 65
  9. Παύλου του Σιλεντιαρίου, [1], Smith & Cheetham, σελ. 65
  10. Schiller, 29
  11. Schiller, 28-31
  12. Πατριάρχου Γερμανού Περί της Θείας Λειτουργίας, 5. Η παραδοσιακή απόδοση αυτού του έργου στον Γερμανό αμφισβητείται από σύγχρονους μελετητές.
  13. Metropolitan Museum
  14. Stancliffe, 37, και Grove.
  15. Bock, 297-300
  16. Grove, 2.1
  17. Cormack, 63
  18. Grove, 2, (i)
  19. Cormack, Κεφ. 2, ιδ. σελ. 63 και εικ. 23, 27, 29
  20. [2], σελ. 416. Photo here Αρχειοθετήθηκε 2010-12-28 στο Wayback Machine.
  21. Grove, 2 (i)
  22. Krouse, 110
  23. Grove, 2 (ii)
  24. Risebero, Bill: Modern Architecture and Design, An Alternative History, σελ. 91, MIT Press, 1985

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]