Ρεβέκκα (ταινία 1940)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ρεβέκκα
Ρεβέκκα 1940.jpg
Σκηνοθεσία Άλφρεντ Χίτσκοκ
Παραγωγή Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ
Σενάριο Ρόμπερτ Σέργουντ
Τζόαν Χάρισον
Πρωταγωνιστές Λόρενς Ολίβιε
Τζόαν Φοντέιν
Τζορτζ Σάντερς
Τζούντιθ Άντερσον
Πρώτη προβολή Country flag 27/3/1940
Μουσική Φράντς Γουόξμαν
Διάρκεια 130 λεπτά
Γλώσσα Aγγλικά
Σελίδα IMDb
Σελίδα Cine.gr

H Ρεβέκκα (αγγλ. Rebecca) είναι μία ταινία μυστηρίου, παραγωγής 1940 του Άλφρεντ Χίτσκοκ βραβευμένη με Όσκαρ καλύτερης ταινίας. Το κινηματογραφικό αυτό έργο, παραγωγής του Ντέιβιντ Ο' Σέλζνικ, αποτελεί μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος της Δάφνη Ντι Μοριέ, ενώ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους εμφανίζονται οι Λόρενς Ολίβιε, Τζόαν Φοντέιν και Τζούντιθ Άντερσον[1]. Προτάθηκε για 11 βραβεία Όσκαρ, κέρδισε δύο κι αποτελεί τη μοναδική ταινία του Χίτσκοκ που κατάφερε να κερδίσει το πολυπόθητο αγαλματίδιο, καθώς και την πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα στο Χόλιγουντ. Ο Χίτσκοκ ήταν για πρώτη φορά στη λίστα των υποψηφίων για το Όσκαρ Σκηνοθεσίας, αλλά το βραβείο πήγε στο Τζον Φορντ για την ταινία Τα σταφύλια της οργής. Ο μετρ της αγωνίας θα ξαναεπιχειρούσε άλλες πέντε φορές να βραβευτεί χωρίς επιτυχία και το 1967 η ακαδημία του παραχώρησε ένα τιμητικό Όσκαρ για την προσφορά του στον κινηματογράφο.

Η ταινία άνοιξε την πρώτη τελετή του Διεθνούς φεστιβάλ κινηματογράφου του Βερολίνου το 1951[2].

Πλοκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια νεαρή συνεσταλμένη συνοδός ηλικιωμένων κυριών (Τζόαν Φοντέιν) κάνει διακοπές συνοδεύοντας την εργοδότριά της στο Μόντε Κάρλο όταν γνωρίζει τον πλούσιο χήρο Μαξίμ Ντε Γουίντερ (Λόρενς Ολίβιε), του οποίου η σύζυγος Ρεβέκκα έχει πεθάνει πρόσφατα σε ατύχημα. Οι δυο τους ερωτεύονται, ο Μαξίμ της ζητά κάπως βεβιασμένα να παντρευτούν κι εκείνη δέχεται. Η ευτυχία τους όμως είναι εφήμερη καθώς όταν κι οι δυο τους επιστρέφουν στο Μέντερλι, την έπαυλη του Μαξίμ, η νεαρή γυναίκα, της οποίας το όνομα δε μας αποκαλύπτεται, διαπιστώνει ότι η πρώτη γυναίκα του συζύγου της εξακολουθεί να 'χει μια περίεργη επιρροή, ακόμα και μετά το θάνατό της σε όλους τους κατοίκους του Μέντερλι. Η δεύτερη κυρία Ντε Γουίντερ, όντας νέα κι άπειρη και μη γνωρίζοντας πώς να συμπεριφερθεί για να φανεί αντάξια σύζυγος για τον Μαξίμ, για τον οποίο νομίζει ότι είναι ακόμη ερωτευμένος με τη Ρεβέκκα, γίνεται ευάλωτη. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να βρεθεί έρμαιο εκμετάλλευσης στα χέρια της παράξενης και ψυχρής οικονόμου της έπαυλης (Τζούντιθ Άντερσον), η οποία έχει ψύχωση με την πρώην οικοδέσποινα του Μέντερλι. Κάποια στιγμή η θάλασσα ξεβράζει το νεκρό σώμα της Ρεβέκκα κι ο Μαξίμ, ο οποίος είχε αναγνωρίσει άλλο πτώμα ως εκείνο της πρώην του συζύγου, κατηγορείται απ' τις αρχές. Τότε η σχέση του ανδρόγυνου κλονίζεται, αλλά η αλήθεια βγαίνει στην επιφάνεια.Εκείνη είχε αυτοκτονήσει επειδή είχε καρκίνο. Η υπηρέτρια οργισμένη από την έκβαση των πραγμάτων θα βάλει φωτιά στο σπίτι και θα καεί μαζί του[3].

Παραγωγή και διανομή ρόλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη του 1939, ενώ ο Σέλζνικ ήταν ακόμα απασχολημένος με την παραγωγή του Όσα παίρνει ο άνεμος, για το οποίο ήταν σίγουρος ότι θα έκανε επιτυχία, ξεκίνησε να ψάχνει και για ένα ακόμη σενάριο, βασισμένο σε βιβλίο το οποίο θα ήταν άξιος διάδοχος της επικής ταινίας. Το 1938 είχε κυκλοφορήσει το μυθιστόρημα της Δάφνη Ντι Μοριέ Ρεβέκκα εισπράττοντας την εύνοια τόσο του κοινού όσο και των κριτικών. Ο Σέλζνικ αγόρασε τα δικαιώματα του βιβλίου κι επιστράτευσε έναν νέο, για το Χόλιγουντ, Άγγλο σκηνοθέτη, ο οποίος είχε κερδίσει την κριτική για τις ταινίες του Η εξαφάνιση της κυρίας (The lady vanishes, 1938) και Ταβέρνα της Τζαμάικα (Jamaica Inn, 1939). Ο Σέλζνικ επέμεινε το σενάριο να είναι πιστό στο βιβλίο και γι' αυτό επιστρατεύτηκε ο θεατρικός συγγραφέας Ρομπερτ Σέργουντ και η Τζόαν Χάρισον[4]. Ωστόσο το σενάριο παρουσίαζε διαφορές σε σχέση με το μυθιστόρημα, τις οποίες επέβαλε ο κώδικας Χέιζ, σύμφωνα με τον οποίο, κανένα έγκλημα δεν έπρεπε να μένει ατιμώρητο στη μεγάλη οθόνη[4]. Κατά συνέπεια, ενώ ο Μαξίμ εμφανίζεται ως δολοφόνος της πρώτης του συζύγου στο μυθιστόρημα, στην ταινία ο θάνατός της προκαλείται από ατύχημα.

Για το ρόλο του κυρίου Ντε Γουίντερ αρχικά σκέφτηκαν το Ρόναλντ Κόλμαν και τον Γουίλιαμ Πάουελ οι οποίοι αρνήθηκαν. Τότε στράφηκαν στον Λόρενς Ολίβιε, ο οποίος την προηγούμενη χρονιά είχε κερδίσει τους κριτικούς και μια υποψηφιότητα για Όσκαρ με την εμφάνισή του στην ταινία του Γουίλιαμ Γουάιλερ Ανεμοδαρμένα Ύψη (μεταφορά του μυθιστορήματος της Έμιλυ Μπροντέ).

Για το ρόλο της νεαρής πρωταγωνίστριας της οποίας το όνομα μας μένει άγνωστο μέχρι το τέλος του έργου, δοκίμασαν τις Μάργκαρετ Σάλιβαν, Αν Μπάξτερ, Λορέτα Γιάνγκ και τη Βίβιαν Λι, σύζυγο του Ολίβιε και πρωταγωνίστρια του Όσα παίρνει ο άνεμος. Η τελική επιλογή, όμως, ήταν η Τζόαν Φοντέιν, που μέχρι τότε ήταν γνωστή ως η μικρή αδελφή της Ολίβια Ντε Χάβιλαντ και οι ταινίες στις οποίες είχε εμφανιστεί δεν είχαν καταφέρει να αναδείξουν το υποκριτικό της ταλέντο. Ο Σέλζνικ καθυστέρησε την προβολή της ταινίας, που προβλήθηκε μετά την προβολή του Όσα παίρνει ο άνεμος και μετά την τελετή των Όσκαρ για το 1939. Τελικά η ταινία έκανε πρεμιέρα στα τέλη του Μαρτίου στο Λος Άντζελες και στις 12 Απριλίου σε ολόκληρη την Αμερική.

Διανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ηθοποιός Ρόλος
Λόρενς Ολίβιε Τζορτζ Μαξιμίλιαν Φορτεσκιού Ντε Γουίντερ
Τζόαν Φοντέιν Η δεύτερη κυρία Ντε Γουίντερ
Τζορτζ Σάντερς Τζακ Φαβελ
Τζούντιθ Άντερσον Κυρία Ντάνβερς (οικονόμος)
Γκλάντις Κούπερ Μπέατρις Λέισι
Νάιτζελ Μπρους Τζάιλς Λέισι
Ρέτζιναλντ Ντένι Φρανκ Κρόλει
Φλόρενς Μπέιτς Κυρία Έντιθ Βαν Χόπερ
Λέο Τζ. Κάρολ Γιατρός Μπέικερ
Σ. Όμπρει Σμιθ Λοχαγός Τζούλιαν

Κριτικές και βραβεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία του Χίτσκοκ κέρδισε τους κριτικούς και στην τελετή των Όσκαρ στις 27 Φεβρουαρίου του 1941 βρέθηκε υποψήφια για 11 βραβεία. Τόσο ο Ολίβιε κι η Φοντέιν όσο κι ο Χίτσκοκ ήταν υποψήφιοι αλλά δεν βραβεύτηκαν. Η ταινία κατάφερε ν' αποσπάσει όμως το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας για το 1940 και φωτογραφίας για ασπρόμαυρη ταινία[5]. Η Φοντέιν θα έπρεπε να περιμένει ακόμα ένα χρόνο για να κερδίσει το αγαλματίδιο για τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία του Χίτσκοκ Υποψίες, ενώ ο Ολίβιε κατάφερε να κερδίσει το όσκαρ ερμηνείας οκτώ χρόνια μετά, για την κινηματογραφική μεταφορά του Άμλετ.

Βραβεία Ακαδημίας Κινηματογράφου (Όσκαρ)

Βράβευση:

  • Καλύτερης Ταινίας – Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ
  • Φωτογραφίας, Ασπρόμαυρη ταινία – Τζόρτζ Μπαρνς

Υποψηφιότητα:

  • Σκηνοθεσίας – Άλφρεντ Χίτσκοκ
  • Α’ Ανδρικού Ρόλου – Λόρενς Ολίβιε
  • Α’ Γυναικείου Ρόλου – Τζόαν Φοντέιν
  • Β’ Γυναικείου Ρόλου – Τζούντιθ Άντερσον
  • Διασκευασμένου Σεναρίου – Ρόμπερτ Ε. Σέργουντ & Τζόαν Χάρισον
  • Μουσικής Επιμέλειας - Φραντς Γουόξμαν
  • Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης, Ασπρόμαυρη ταινία – Λάιλ Ρ. Γουίλερ
  • Μοντάζ – Χαλ Σι Κερν
  • Ειδικών εφέ και ήχου - Τζακ Κοσγκρόουβ & Άρθουρ Τζόουνς

Ερμηνεία της ταινίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία κινείται μεταξύ ρομαντικής αισθηματολογίας και ονειρισμού[6] Κυρίαρχο ρόλο στην ταινία έχουν το νερό και η φωτιά: η ομίχλη στην εναρκτήρια σεκάνς, η βροχή που υποδέχεται την καινούργια οικοδέσποινα στον πύργο, ο πνιγμός της Ρεβέκκας στη θάλασσα, η φωτιά που καίει τον πύργο. Το νερό προωθεί την αφήγηση και η φωτιά τη σταματά. Το νερό είναι στοιχείο ενός κόσμου παροχημένου, που πεθαίνει αν δεν έχει πεθάνει ήδη και η φωτιά λειτουργεί καθαρτικά.[7] Στην ταινία εντοπίζονται μοτίβα ψυχαναλυτικά-χιτσκοκικά:η σχιζοφρένια, η μεταβίβαση μιας προσωπικότητας σε μια άλλη,η ενοχή κλπ[8]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Rebecca στο Internet Movie Database
  2. «1st Berlin International Film Festival». berlinale.de. http://www.berlinale.de/en/archiv/jahresarchive/1951/01_jahresblatt_1951/01_Jahresblatt_1951.html. 
  3. Μπάμπης Ακτσόγλου, Χίτσκοκ, εκδ.Αιγόκερως, Αθήνα, 1985, σελ.47
  4. 4,0 4,1 Spoto, Donald (1999). The Dark Side of Genius: The Life of Alfred Hitchcock. Da Capo. σελ. 213–214. ISBN 03-0680-932-X. 
  5. «Critic’s Pick: Rebecca». The New York Times. http://movies.nytimes.com/movie/40592/Rebecca/awards. Ανακτήθηκε στις 2008-12-13. 
  6. Pierre Lherminier, Χίτσκοκ, μτφρ.Γιώργος Σπανός,εκδ. Πλέθρον, Αθήνα, 1985 σελ.49, Φρανσουά Τρυφώ, Χίτσκοκ, μτφρ. Γιάννης Ιωαννίδης, εκδ. ύψιλον, Αθήνα, 1986, σελ.100
  7. Pierre Lherminier, Χίτσκοκ, μτφρ.Γιώργος Σπανός,εκδ. Πλέθρον, Αθήνα, 1985 σελ.49, 52
  8. Μπάμπης Ακτσόγλου, Χίτσκοκ, εκδ.Αιγόκερως, Αθήνα, 1985, σελ.47-48