Λάουρα (ταινία 1944)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λάουρα / Λώρα
Laura1944.jpeg
Σκηνοθεσία Όττο Πρέμινγκερ
Παραγωγή Όττο Πρέμινγκερ
Σενάριο Τζέι Ντράτλερ
Σάμιουελ Χόφενσταϊν
Ελίζαμπεθ Ράινχαρντ
Βέρα Κάσπαρι(Μυθιστόρημα)
Πρωταγωνιστές Τζιν Τίρνεϊ
Ντέινα Άντριους
Κλίφτον Γουέμπ
Τζούντιθ Άντερσον
Βίνσεντ Πράις
Κυκλοφορία 1944
Πρώτη προβολή Country flag 10/11/1944
Μουσική Ντέιβιντ Ράξιν
Διάρκεια 88 λεπτά
Γλώσσα Αγγλικά
Σελίδα IMDb
Σελίδα Cine.gr

Η ταινία Λάουρα (αγγλ. Laura) γνωστή κι ως Λώρα είναι Φιλμ Νουάρ παραγωγής 1944, σε σκηνοθεσία Όττο Πρέμινγκερ βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Βέρα Κάσπαρι. Η διασκευή του σεναρίου έγινε από τους Τζέι Ντράτλερ, Σάμιουελ Χόφενσταϊν και Ελίζαμπεθ Ράινχαρντ. Πρωταγωνιστές της ταινίας είναι η Τζιν Τίρνεϊ, ο Ντέινα Άντριους, ο Κλίφτον Γουέμπ και ο Βίνσεντ Πράις.

Η ταινία προτάθηκε για πέντε βραβεία Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και για Όσκαρ Σκηνοθεσίας και βραβεύτηκε με Όσκαρ Ασπρόμαυρης Φωτογραφίας. Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την κατέταξε στην 79η θέση στη λίστα με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών.

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ντετέκτιβ Μαρκ ΜακΦέρσον (Ντέινα Άντριους) ερευνά το θάνατο της Λώρα Χαντ (Τζιν Τίρνεϊ), μιας πανέμορφης κοπέλας που βρέθηκε νεκρή στο διαμέρισμά της. Ανακρίνει τους υποψήφιους ενόχους, τον εκκεντρικό κοσμικογράφο Γουόλντο Λάιντεκερ (Κλίφτον Γουέμπ), τον αρραβωνιαστικό της Σέλμπι Κάρπεντερ (Βίνσεντ Πράις), την πλούσια θεία της, Αν Τρέντγουελ (Τζούντιθ Άντερσον) και την πιστή της οικονόμο Μπέσι Κλέαρι (Ντόροθι Άνταμς) και μέσα από τις μαρτυρίες τους πλάθει στο μυαλό του το χαρακτήρα της όμορφης κοπέλας. Το πορτρέτο που κρέμεται στο τοίχο του σαλονιού του σπιτιού της ενισχύει τον βοηθά να συνδυάσει το χαρακτήρα με τη μορφή της και σύντομα ο αστυνομικός βρίσκεται δέσμιος από τη γοητεία της νεκρής. Μέσα από τις φαντασιώσεις του αναρωτιέται ποιος θα μπορούσε να θέλει το θάνατο μιας κοπέλας που έκανε τους πάντες να την ερωτεύονται με την ευγενική της ψυχή. Μια νύχτα, ενώ βρίσκεται στα μισά των ερευνών του συμβαίνει κάτι πολύ παράξενο που θα τον κάνει να αναθεωρήσει όλα όσα έχει μάθει για την υπόθεση.

Πληροφορίες παραγωγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καλλιτεχνικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία Λάουρα του Όττο Πρέμινγκερ, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Βέρα Κάσπαρι, κέρδισε τους κριτικούς και το κοινό τόσο με την αισθητική της, όσο και με τη θεματολογία της. Ο Πρέμινγκερ, έψαχνε για το κατάλληλο θεατρικό έργο για να σκηνοθετήσει, όταν, μέσω του ατζέντη του, ενημερώθηκε ότι υπήρχε ήδη ένα ημιτελές σενάριο σε μορφή θεατρικού με τίτλο Ring Twice for Laura. Ο σκηνοθέτης είχε γοητευτεί από τις ασυνήθιστες εκπλήξεις που επιφύλασσε η πλοκή του σεναρίου, αλλά αισθανόταν ότι το σενάριο χρειαζόταν ακόμη πολλή δουλειά και προσφέρθηκε να το ξαναγράψει από την αρχή με τη βοήθεια της συγγραφέως του. Εκείνος και Κάσπαρι διαφώνησαν πάνω στη γραμμή που ήθελε να ακολουθήσει ο σκηνοθέτης και εκείνη προσφέρθηκε να συνεργαστεί με το συγγραφέα Τζορτζ Σκλαρ για τη διασκευή του έργου της. Η Μαρλέν Ντίτριχ, εξέφρασε ενδιαφέρον για τον κεντρικό ρόλο, χωρίς τη συμμετοχή της ή οποιασδήποτε άλλης μεγάλης σταρ, η Κάσπαρι δεν μπορούσε να βρει τον κατάλληλο χρηματοδότη και εγκατέλειψε το εγχείρημα[1].

Σενάριο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κάσπαρι τότε έγραψε ένα μυθιστόρημα βασισμένο στο θεατρικό της Ring Twice for Laura και τη συνέχειά του, με τον τίτλο Laura, των οποίων τα δικαιώματα αποκτήθηκαν από την 20th Century Fox, έναντι 30.000 δολαρίων. Ο Γουίλιαμ Γκετς, που αντικαθιστούσε τον Ντάριλ Ζάνουκ, που βρισκόταν στο μέτωπο, στη διεύθυνση της εταιρίας ανέθεσε στον Πρέμινγκερ τη διασκευή του θεατρικού της Κάσπαρι για τη μεγάλη οθόνη. Ο σκηνοθέτης συνεργάστηκε με τους Τζέι Ντράτλερ, Σάμιουελ Χόφενσταϊν και Ελίζαμπεθ Ράινχαρντ για τη διασκευή. Εφόσον θυμόταν ακόμη τη διαφωνία του με την Κάσπαρι στην πρώτη τους απόπειρα για τη συγγραφή του σεναρίου, αποφάσισε να μην την αναμείξει στο εγχείρημα. Αισθανόταν ότι ο σημαντικότερος χαρακτήρας του σεναρίου ήταν ο Γουόλντο Λάιντεκερ και αποφάσισε να τον αναπτύξει δίνοντάς του μεγαλύτερο βάθος. Η Κάσπαρι έμεινε απογοητευμένη με τις αλλαγές στην πλοκή στις οποίες προέβη ο σκηνοθέτης[2].

Διανομή ρόλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ζάνουκ με τον Πρέμινγκερ είχαν διαπληκτιστεί στο παρελθόν και θύμωσε όταν, επιστρέφοντας από το μέτωπο, έμαθε ότι ο Γκετς είχε προσλάβει ξανά το σκηνοθέτη. Ανακοίνωσε στον Πρέμινγκερ ότι μπορούσε να αναλάβει την παραγωγή της ταινίας Λάουρα, αλλά του απαγόρεψε να τη σκηνοθετήσει. Ως συνέπεια τον ανάγκασε να σκηνοθετήσει την ταινία In the Meantime, Darling, η οποία έλαβε ανάμικτες κριτικές. Πολλοί σκηνοθέτες προσεγγίστηκαν για τη σκηνοθεσία της ταινίας, μεταξύ των οποίων και ο Λιούις Μάιλστοουν, αλλά όλοι τους την απέρριψαν. Στο τέλος ο Ρούμπεν Μαμούλιαν συμφώνησε να τη σκηνοθετήσει κι επιχείρησε να ξαναγράψει το σενάριο. Προσέλαβε επίσης τον Λερντ Κρέγκαρ, γνωστό για την ερμηνεία του Τζακ του Αντεροβγάλτη στην ταινία Ο Μυστηριώδης Δολοφόνος (The Lodger, 1944) για το ρόλο του Γουόλντο Λάιντεκερ. Ο Πρέμινγκερ έμεινε δυσαρεστημένος από τις αλλαγές στις οποίες προέβη ο Μαμούλιαν. Πίστευε ότι το κοινό θα υποψιαζόταν αμέσως τις κακές προθέσεις του ήρωα της ταινίας σε περίπτωση που τον υποδυόταν ηθοποιός γνωστός για την ερμηνεία κινηματογραφικών κακών. Πρώτη επιλογή του Πρέμινγκερ ήταν ο Κλίφτον Γουέμπ, ενός ηθοποιού που είχε εγκαταλείψει κατά τα τέλη της δεκαετίας του '30 τα κινηματογραφικά δρώμενα για να αφιερωθεί στο θέατρο. Ο Ζάνουκ θεωρούσε όμως τον Γουέμπ, που ήταν ομοφυλόφιλος, ιδιαίτερα θηλυπρεπή για το ρόλο, αλλά ο σκηνοθέτης υποστήριζε ότι ήταν αυτό που ο ρόλος χρειαζόταν. Ο Γουέμπ εμφανιζόταν στο Μπρόντγουεϊ σε θεατρικό του Νόελ Κάουαρντ και ο Πρέμινγκερ κατέγραψε με την κάμερά του τον ηθοποιό να ερμηνεύει το μονόλογό του στο θέατρο κι έπειτα παρουσίασε την ερμηνεία του στον Ζάνουκ, ο οποίος ήταν σύμφωνος με την πρόσληψή του[3]. Ο Ζάνουκ ήθελε τον Ρέτζιναλντ Γκάρντινερ, για το ρόλο του αρραβωνιαστικού της Λώρα, Σέλμπι Κάρπεντερ, αλλά στο τέλος προσέλαβε τον Βίνσεντ Πράις. Για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους της Λώρα και του ντετέκτιβ ΜακΦέρσον ο Ζάνουκ προσέλαβε τη Τζιν Τίρνεϊ και τον Ντέινα Άντριους (αρχική επιλογή για το ρόλο της Λώρα ήταν η Τζένιφερ Τζόουνς, ενώ για το ρόλο του ΜακΦέρσον ο Τζον Χόντιακ).

Γυρίσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Απρίλιο του 1944 και από την αρχή ο Μαμούλιαν παρουσίασε προβλήματα με το καστ. Δεν παρείχε τις κατάλληλες οδηγίες στους σχετικά πρωτοεμφανιζόμενους Τζιν Τίρνεϊ και Ντέινα Άντριους και αγνόησε εντελώς τον Κλίφτον Γουέμπ, ο οποίος είχε ενημερωθεί ότι ο σκηνοθέτης δεν ήταν σύμφωνος με την πρόσληψή του. Οι ατελείωτοι καυγάδες του Μαμούλιαν με τον Πρέμινγκερ κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, οδήγησαν τον Ζάνουκ σε σύσκεψη με τους δυο άνδρες και στο τέλος, ο Μαμούλιαν αντικαταστάθηκε από τον Πρέμινγκερ, ο οποίος γύρισε την ταινία όπως εκείνος την είχε οραματιστεί. Η πρώτη αλλαγή του Πρέμινγκερ ήταν η πρόσληψη νέου διευθυντή φωτογραφίας και νέου σκηνογράφου. Αρχικά ο Πρέμινγκερ συνάντησε την αντίσταση των ηθοποιών της ταινίας που πίστευαν ότι ο λόγος της απόλυσης του Μαμούλιαν ήταν οι ερμηνείες τους.

Πρεμιέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ζάνουκ δεν ήταν αρχικά ικανοποιημένος με το τέλος που ο Πρέμινγκερ έδωσε στην ταινία του κι επέμεινε να αλλάξει η σεκάνς του τέλους και να αντικατασταθεί με μια σκηνή στην οποία ο Λάιντεκερ να διαπιστώνει ότι όλα όσα έγιναν ήταν όνειρο του Λάιντεκερ[4], αλλά μετά τη δοκιμαστική προβολή οι κριτικοί και οι δημοσιογράφοι υποδέχτηκαν με ανάμεικτα συναισθήματα το τέλος της ταινίας. Τότε ο Ζάνουκ αποφάσισε να πει στον Πρέμινγκερ να επιστρέψει στο αρχικό μοντάζ της ταινίας, δίνοντάς της το αρχικό της κλείσιμο.

Υποδοχή και Βραβεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κριτικές της ταινίας ήταν διθυραμβικές[5] και η ακαδημία την αντάμειψε με πέντε υποψηφιότητες για βραβείο Όσκαρ, κερδίζοντας στο τέλος μόνο ένα για την ασπρόμαυρη φωτογραφία του Τζόζεφ ΛαΣελ. Ο Όττο Πρέμιγκερ βρέθηκε για πρώτη φορά υποψήφιος για Όσκαρ Σκηνοθεσίας, αλλά έχασε από τον Λίο ΜακΚάρεϊ για την ταινία Ο Δρόμος της Αγάπης (Going My Way), ενώ ο Κλίφτον Γουέμπ, υποψήφιος για Όσκαρ Β' Ανδρικού Ρόλου, έχασε το βραβείο από τον Μπάρι Φιτζέραλντ για την ταινία Ο Δρόμος της Αγάπης[6].

Βραβεία Ακαδημίας Κινηματογράφου (Όσκαρ)

Βραβεύσεις:

  • Φωτογραφίας σε ασπρόμαυρη ταινία - Τζόζεφ ΛαΣελ

Υποψηφιότητα:

  • Σκηνοθεσίας - Όττο Πρέμινγκερ
  • Β' Ανδρικού Ρόλου – Κλίφτον Γουέμπ
  • Διασκευής Σεναρίου – Τζέι Ντράφτερ, Σάμιουελ Χόφενσταϊν & Ελίζαμπεθ Ράινχαρντ
  • Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης σε ασπρόμαυρη ταινία - Λάιλ Ρ. Γουίλερ, Λίλαντ Φιούλερ & Τόμας Λιτλ

Διαχρονικότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1997 η ταινία έλαβε την 79η θέση από στη λίστα με τις 100 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών στη λίστα που δημιουργήθηκε από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου, ενώ έλαβε την 4η θέση στη λίστα με τις καλύτερες ταινίες μυστηρίου όλων των εποχών. Το 1999 η ταινία επελέγη από τη Βιβλιοθήκη του Αμερικάνικου Κογκρέσου ως τμήμα του Εθνικού Μητρώου Κινηματογράφου ως πολιτιστικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντική[7].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Hirsch, Foster, Otto Preminger: The Man Who Would Be King. New York: Alfred A. Knopf 2007. ISBN 978-0-375-41373-5, pp. 94-96
  2. Hirsch, pp. 96-97
  3. Hirsch, pp. 102-103
  4. Hirsch, pp. 107
  5. New York Times review
  6. «The 17th Academy Awards (1945) Nominees and Winners». oscars.org. http://www.oscars.org/awards/academyawards/legacy/ceremony/17th-winners.html. Ανακτήθηκε στις 2011-08-15. 
  7. American Film Institute website

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]