Καζαμπλάνκα (ταινία)
| Σκηνοθεσία | Μάικλ Κερτίζ |
|---|---|
| Παραγωγή | Χαλ Ουόλις |
| Σενάριο | Τζούλιους Έπσταϊν Φίλιπ Έπσταϊν Χάουαρντ Κοχ |
| Πρωταγωνιστές | Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ Ίνγκριντ Μπέργκμαν Πολ Χένριντ Κλοντ Ρέινς |
| Κυκλοφορία | 1942 |
| Πρώτη προβολή | 23/1/1943 (γενική κυκλοφορία) |
| Μουσική | Μαξ Στάινερ |
| Διάρκεια | 102 λεπτά |
| Γλώσσα | Aγγλικά |
| Σελίδα IMDb | |
| Σελίδα Cine.gr | |
Η Καζαμπλάνκα (αγγλ. Casablanca) είναι ρομαντικό δράμα παραγωγής 1942, σκηνοθετημένο από τον Mάικλ Κερτίζ. Πρωταγωνιστούν ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και η Ίνγκριντ Μπέργκμαν. Η ταινία έλαβε οκτώ υποψηφιότητες και κέρδισε τρία Όσκαρ, ανάμεσα τους Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας και Σεναρίου.
Πίνακας περιεχομένων |
[Επεξεργασία] Υπόθεση
Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Καζαμπλάνκα, ο Ρικ Μπλέιν (Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ), ένας εξόριστος Αμερικανός, διευθύνει το μεγαλύτερο κέντρο διασκέδασης της πόλης. Ο κυνικός Μπλέιν έχει στην κατοχή του δυο πολύτιμες άδειες διακίνησης. Όταν ο Γερμανός Στρατηγός Στράσερ (Κόνραντ Βάιντ) καταφτάνει στην Καζαμπλάνκα, ο αξιωματικός της γαλλικής αστυνομίας Ρενώ κάνει ότι μπορεί για να τον ευχαριστήσει, υπόσχεται επίσης να του παραδώσει τον διάσημο Τσέχο αρχηγό της Αντίστασης Βίκτορ Λάζλο (Πολ Χένριντ). Ο Λάζλο εμφανίζεται στο κέντρο διασκέδασης του Ρικ μαζί με τη σύζυγό του Ίλσα (Ίνγκριντ Μπέργκμαν) με την οποία ο Ρικ είχε ερωτική σχέση για μικρό διάστημα στο Παρίσι. Ο Ρικ που είναι ακόμα ερωτευμένος με την Ίλσα είναι πικραμένος μαζί της, καθώς τον άφησε χωρίς λέξη. Όταν ο Ρικ καταλαβαίνει τους λόγους για τους οποίους τον άφησε η Ίλσα οι δυο τους σχεδιάζουν να το σκάσουν μαζί χρησιμοποιώντας τις άδειες διακίνησης. Το αρχικό τους σχέδιο αλλάζει όμως όταν στην ιστορία μπλέκονται, ο Στράσερ, ο Ρενώ και ο σύζυγος της Ίλσα, Βίκτορ.
[Επεξεργασία] Παραγωγή
Η ταινία, η οποία είχε αρχικό τίτλο Everybody Comes To Rick's και για την επιτυχία της οποίας η εταιρία παραγωγής Warner Brothers δεν ήταν σίγουρη, έμελλε να γίνει μια από τις θρυλικότερες και δημοφιλέστερες ταινίες όλων των εποχών. Όλα ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 1942, όταν η σεναριογράφος Άιριν Ντάιαμοντ έπεισε τον παραγωγό Χαλ Ουόλις να αγοράσει τα δικαιώματα του θεατρικού έργου των Μάρεϊ Μπουρνέτ και Τζόαν Άλισον Everybody Comes To Rick's που ακόμη δεν είχε ανέβει στο θέατρο[1][2]. Ο Ουόλις αγόρασε τα δικαιώματα του θεατρικού έναντι 20.000 δολαρίων (μεγάλο ποσό αν αναλογιστεί κανείς ότι το θεατρικό δεν είχε ακόμη ανέβει σε κάποιο θέατρο) και η ταινία μετονομάστηκε σε Καζαμπλάνκα τίτλος που παρέπεμπε στη μεγάλη επιτυχία του 1938 Πληγωμένος Αετός (Algiers)[3]. Ο νέος τίτλος δεν έπειθε τον παραγωγό Τζακ Γουόρνερ καθώς του θύμιζε μάρκα μεξικανικής μπύρας. Ο Γουόλις ήθελε να προσλάβει τον Γουίλιαμ Γουάιλερ για τη σκηνοθεσία της ταινίας αλλά ο σκηνοθέτης δεν ήταν διαθέσιμος και τότε στράφηκε στο φίλο του, σκηνοθέτη Μάικλ Κερτίζ[4]. Ο Κερτίζ ήταν Ούγγρος εβραϊκής καταγωγής που είχε μεταναστεύσει στις Η.Π.Α. κατά τη δεκαετία του '20 και σε διάρκεια δέκα χρόνων είχε καταφέρει να γίνει ένας από τους ικανότερους σκηνοθέτες του Χόλυγουντ (με ταινίες όπως: Κάπτεν Μπλαντ, Ρομπέν των Δασών και Κολασμένες Ψυχές). Ο σκηνοθέτης είχε συγγενείς που αναγκάστηκαν να φύγουν από την Ευρώπη προκειμένου να ξεφύγουν από την οργή των Ναζί.
[Επεξεργασία] Διανομή Ρόλων
Πρώτη επιλογή για το ρόλο της Ίλσα ήταν η Αν Σέρινταν, ενώ κάποια στιγμή ο Γουόλις προσέγγισε και τη Χέντι Λαμάρ. Στο τέλος ο Γουόρνερ δανείστηκε την Ίνγκριντ Μπέργκμαν, η οποία άνηκε στο ενεργητικό της εταιρίας του παραγωγού Ντέιβιντ Ο' Σέλζνικ, ανταλλάσοντάς την με την Ολίβια Ντε Χάβιλαντ. Ο Μπόγκαρτ ανέλαβε τον πρώτο του ρομαντικό πρωταγωνιστικό ρόλο, με την ταινία Καζαμπλάνκα, εφόσον μέχρι το 1941 είχε αναλάβει αποκλειστικά ρόλους γκάνγκστερ (με εξαίρεση ίσως Το Γεράκι της Μάλτας (The Maltese Falcon, 1941) όπου υποδυόταν τον ντετέκτιβ). Ο Πολ Χένριντ ήταν διστακτικός να αναλάβει το δευτεραγωνιστικό ρόλο του Βίκτορ Λάζλο στην ταινία. Δέχτηκε μόνο όταν ο Ουόλις του υποσχέθηκε ότι το όνομά του θα αναγραφόταν στους τίτλους πλάι σε εκείνα των Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και Ίνγκριντ Μπέγκμαν. Ο Χένριντ δεν είχε καλές σχέσεις με τους συμπρωταγωνιστές του: αποκάλεσε τον Μπόγκαρτ μέτριο ηθοποιό, ενώ η Μπέργκμαν τον αποκάλεσε πριμαντόνα.
[Επεξεργασία] Γυρίσματα
Η έναρξη των γυρισμάτων καθορίστηκε για τον Απρίλιο του 1942, αλλά η μια καθυστέρηση έφερε την άλλη και τα γυρίσματα ξεκίνησαν τελικά στις 25 Μαΐου του 1942. Το σενάριο ήταν ημιτελές[5] όταν ξεκίνησαν τα γυρίσματα και οι καυγάδες των συντελεστών με την εταιρία παραγωγής αποτέλεσε επιβραδυντικό παράγοντα για την ολοκλήρωση της ταινίας. Οι σεναριογράφοι της ταινίας Τζούλιους και Φίλιπ Έπσταϊν, μετά τον βομβαρδισμό του Περλ Χάρμπορ και παρά τη θέληση της εταιρίες εγκατέλειψαν τη συγγραφή του σεναρίου, για να πάνε στην Ουάσινγκτον και να δουλέψουν με τον Φρανκ Κάπρα που γύριζε το ντοκυμαντέρ Why We Fight[6]. Τη θέση τους πήρε ο Χάουαρντ Κοχ ο οποίος προσέθεσε γύρω στις 40 σελίδες σεναρίου[7]. Όταν οι αδελφοί Έπσταϊν επέστρεψαν από την Ουάσινγκτον συνέχισαν τη συγγραφή του σεναρίου. Τα γυρίσματα της ταινίας ολοκληρώθηκαν τον Αύγουστο του 1942 και μέχρι την τελευταία στιγμή οι πρωταγωνιστές δεν ήξεραν που θα οδηγούσε η θυελλώδης σχέση του Ρικ και της Ίλσα. Η Μπέργκμαν ήταν ψηλότερη από τον Μπόγκαρντ και το γεγονός αυτό δημιούργησε κάποια προβλήματα (ο Μπόγκαρντ έπρεπε να στέκεται πάνω σε κούτες στις σκηνές στις οποίες βρισκόταν κοντά στην ηθοποιό)[8]. Η ταινία επρόκειται να έχει ακόμη μια σκηνή που ήθελε τον Ρικ και τον αξιωματικό Ρενό να κατατάσσονται στο στρατό των Συμμάχων που ετοιμαζόταν να αποβιβαστεί στην Αφρική. Ο Ρέινς δεν ήταν διαθέσιμος για την τελική αυτή σκηνή έτσι η ταινία έκλεισε με την ατάκα του ηθοποιού Νομίζω ότι πρόκειται για την αρχή μιας ωραίας φιλίας την οποία έγραψε ο ίδιος ο Χαλ Ουόλις και αποτελεί μια από τις δημοφιλέστερες όλων των εποχών. Ο παραγωγός Ντέιβιντ Ο' Σέλζνικ δήλωσε ότι θα ήταν τεράστιο λάθος αν η ταινία είχε διαφορετικό τέλος. Κατά τη λήξη των γυρισμάτων η ταινία είχε κοστίσει 1.039.000 δολάρια και είχε υπερβεί κατά 75.000 δολάρια τον αρχικό προϋπολογισμό[9].
[Επεξεργασία] Φωτογραφία και Μουσική Επένδυση
Σημαντικό ρόλο στην επιτυχία της ταινίας έπαιξε η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Άρθουρ Έντεσον, ο οποίος είχε αναλάβει τη διεύθυνση φωτογραφίας στις ταινίες Το Γεράκι της Μάλτας (The Maltese Falcon, 1941) και Φρανκενστάιν (Frankenstein, 1931). Ο Έντεσον χρησιμοποίησε σκοτεινό φωτισμό που παραπέμπει στα φιλμ νουάρ και το γερμανικό εξπρεσιονισμό, ενώ πίσω από τα πρόσωπα των πρωταγωνιστών εμφανίζονται λωρίδες σκιάς που παραπέμπουν στη φυλάκιση, στον εσταυρωμένο και στον Σταυρό της Λωραίνης. Το τραγούδι As Time Goes By επίσης συνετέλεσε στην επιτυχία της ταινίας. Το τραγούδι αναφερόταν επίσης στο θεατρικό και ο συνθέτης Μαξ Στάινερ ήθελε να γράψει καινούργιο μουσικό θέμα για να το αντικαταστήσει, αλλά όταν η Μπέργκμαν κλήθηκε να ξαναγυρίσει τις σκηνές στις οποίες ακούγεται το τραγούδι είχε ήδη κόψει τα μαλλιά της κοντά για τον επόμενο ρόλο της εκείνον της Μαρίας στην κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος του Έρνεστ Χέμινγουεϊ Για Ποιον Χτυπά η Καμπάνα (For Whom the Bell Tolls, 1943) και δεν μπόρεσε να ξαναγυρίσει τις σκηνές της[10].
[Επεξεργασία] Υποδοχή και Βραβεία
Η ταινία απέσπασε διθυραμβικές κριτικές, με ειδική μνεία στις ερμηνείες των Μπόγκαρτ και Μπέργκμαν. Έλαβε περαιτέρω διαφήμιση τον Ιανουάριο του 1943 όταν έκανε πρεμιέρα στο Λος Άντζελες την ίδια περίοδο με τη διάσκεψη της Καζαμπλάνκα[11]. Η ταινία έκανε πρεμιέρα το 1942, οι κριτικοί της Νέας Υόρκης τη συμπεριέλαβαν στη λίστα με της καλύτερες ταινίες της χρονιάς. Έχασε όμως το βραβείο των κριτικών από την ταινία Ναυάγιο στα Νερά της Κρήτης (In Which We Serve, 1942) του Νόελ Κάουαρντ. Δεδομένου ότι η ταινία έλαβε γενική κυκλοφορία στις Η.Π.Α. στις αρχές του 1943 έκανε την ακαδημία του αμερικανικού κινηματογράφου να την συμπεριλάβει στη λίστα με τις υποψήφιες ταινίες του 1943[12]. Η ταινία συνέχισε την ανοδική της πορεία λαμβάνοντας 8 υποψηφιότητες για όσκαρ, αποσπώντας 3 μεταξύ των οποίων και Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Όταν ανακοινώθηκε η νίκη της ταινίας ο Χαλ Ουόλις έσπευσε να παραλάβει το βραβείο του, εφόσον ήταν ο παραγωγός της ταινίας για να ανακαλύψει ότι τον είχε προλάβει ο Τζακ Γουόρνερ που βρισκόταν ήδη στη σκηνή. Ο Ουόλις στη συνέχεια δήλωσε: Δεν είχα άλλη επιλογή από το να επιστρέψω στη θέση μου ταπεινωμένος κι εξοργισμένος... Έχουν περάσει σαράντα χρόνια κι ακόμη δεν έχω ξεπεράσει το σοκ[13]. Το περιστατικό αυτό οδήγησε τον Ουόλις να εγκαταλείψει την εταιρία δυο μήνες αργότερα, τον Απρίλιο του 1943[14]. Η ταινία μέχρι και σήμερα έχει κατακτήσει μια θέση στην καρδιά του κάθε σινεφίλ και μη σε κάθε γωνιά της υφηλίου.
Βράβευση:
- Καλύτερης Ταινίας – Χαλ Ουόλις
- Σκηνοθεσίας – Μάικλ Κερτίζ
- Σεναρίου - Τζούλιους Έπσταϊν, Φίλιπ Έπσταϊν και Χάουαρντ Κοχ
Υποψηφιότητα:
- Α’ Ανδρικού Ρόλου – Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ
- Β’ Ανδρικού Ρόλου – Κλοντ Ρέινς
- Μουσικής Επιμέλειας - Μαξ Στάινερ
- Ασπρόμαυρης Φωτογραφίας - Άρθουρ Έντεσον
- Μοντάζ - Όουεν Μαρκς
[Επεξεργασία] Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
[Επεξεργασία] Παραπομπές
- ↑ Behlmer 1985, σ. 194
- ↑ Francisco 1980, σ. 33
- ↑ Harmetz 1992, σ. 30
- ↑ Harmetz 1992, σ. 75
- ↑ Francisco 1980, σσ. 141–142
- ↑ Behlmer 1985, σ. 208
- ↑ Behlmer 1985, σ. 208
- ↑ Harmetz 1992, σ. 170
- ↑ Robertson, James C. (1993). The Casablanca Man: The Cinema of Michael Curtiz. London: Routledge. σελ. 79. ISBN 0-415-06804-5.
- ↑ Το τραγούδι "As Time Goes By" έγινε μεγάλη επιτυχία μετά την κυκλοφορία της ταινίας κι έμεινε για 21 εβδομάδες στη λίστα με τις μεγαλύτερες επιτυχίες της εποχής.
- ↑ ""Howard Koch, Julius Epstein, Frank Miller Interview" May, 1995 By Eliot Stein of "STEIN ONLINE" on COMPUSERVE". vincasa.com. May 1995. http://www.vincasa.com/indexkoch.html. Ανακτήθηκε την 2008-06-11. Frank Miller: "There was a scene planned, after the ending, that would have shown Rick and Renault on an Allied ship just prior to the landing at CASABLANCA but plans to shoot it were scrapped when the marketing department realized they had to get the film out fast to capitalize on the liberation of North Africa."
- ↑ Francisco 1980, σ. 195
- ↑ Ronald Haver. "Casablanca: The Unexpected Classic". The Criterion Collection Online Cinematheque. http://www.criterion.com/current/posts/791. Ανακτήθηκε την January 8, 2010.
- ↑ Harmetz 1992, σσ. 321–324