Ποιος Φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ; (ταινία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ποιος Φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;
Who'sAfraidofVirginiaWoolf.jpg
Σκηνοθεσία Μάικ Νίκολς
Παραγωγή Έρνεστ Λέμαν
Σενάριο Έρνεστ Λέμαν
Έντουαρντ Άλμπι (Θεατρικό)
Πρωταγωνιστές Ελίζαμπεθ Τέιλορ
Ρίτσαρντ Μπάρτον
Σάντι Ντένις
Τζορτζ Σίγκαλ
Κυκλοφορία 1966
Πρώτη προβολή Country flag 22/6/1966
Μουσική Άλεξ Νορθ
Διάρκεια 131 λεπτά
Γλώσσα Aγγλικά
Σελίδα IMDb
Σελίδα Cine.gr

Η ταινία Ποιος Φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ; (Αγγλ. Who's Afraid of Virginia Woolf?) είναι δράμα παραγωγής 1966, σε σκηνοθεσία Μάικ Νίκολς. Πρωταγωνιστές της ταινίας είναι οι Ελίζαμπεθ Τέιλορ, Ρίτσαρντ Μπάρτον, Σάντι Ντένις και Τζορτζ Σίγκαλ[1]. Η ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Έντουαρντ Άλμπι, το οποίο διασκεύασε για τη μεγάλη οθόνη ο Έρνεστ Λέμαν. Η ταινία έλαβε 13 υποψηφιότητες για Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας και αποτελεί τη μοναδική ταινία μέχρι σήμερα που έλαβε υποψηφιότητες για τις κυριότερες κατηγορίες στην ιστορία του θεσμού. Και οι τέσσερις πρωταγωνιστές της ταινίας προτάθηκαν για Όσκαρ, ο καθένας στην αντίστοιχη κατηγορία με τα Όσκαρ Ερμηνείας. Βραβεύτηκε τελικά με 5 βραβεία Όσκαρ, χαρίζοντας στην Ελίζαμπεθ Τέιλορ το δεύτερό της Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου (είχε κερδίσει το πρώτο της για την ταινία του 1960 Ζήσαμε στην Αμαρτία (BUtterfield 8)).

Το 2008 το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου κατέταξε την ταινία στην 67η θέση στη λίστα με τις 100 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών.

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τζορτζ (Ρίτσαρντ Μπάρτον) και η Μάρθα (Ελίζαμπεθ Τέιλορ) είναι ένα παντρεμένο ζευγάρι μεσηλίκων, του οποίου η σχέση χαρακτηρίζεται από λογομαχίες λουσμένες στη βιτριόλη, κάτω από τις οποίες κρύβεται το αίσθημα της εξάρτησης του ενός από τον άλλο. Οι καυγάδες τους ενισχύονται από τη συνήθεια που έχουν και οι δυο να καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες αλκοόλ. Ο Τζορτζ είναι καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Νιου Κάρθατζ, του οποίου πρόεδρος είναι ο πατέρας της Μάρθας κάτι που διευρύνει την ένταση που χαρακτηρίζει τη σχέση τους. Ένα σαββατιάτικο βράδυ μετά από μια δεξίωση στη σχολή, η Μάρθα προσκαλεί τον Νικ (Τζορτζ Σίγκαλ), τον νέο και φιλόδοξο καθηγητή βιολογίας και τη μίζερή του σύζυγο Χάνι (Σάντι Ντένις) στο σπίτι της για ποτό. Καθώς η νύχτα προχωρά ο Νικ κι η Χάνι ποτισμένοι με αλκοόλ εμπλέκονται χωρίς να το θέλουν στα "παιχνίδια" του Τζορτζ και της Μάρθας, τα οποία έχουν σκοπό να πληγώσουν, όχι μόνο τους ίδιους, αλλά κι όλους όσους τους περιβάλλουν. Η χαριστική βολή δίνεται όταν πιάνουν συζήτηση για το δεκαεξάχρονο γιο του Τζορτζ και της Μάρθας που πρόκειται να γιορτάσει τα γενέθλιά του την επόμενη μέρα.

Πληροφορίες παραγωγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διανομή Ρόλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1966, ο Τζακ Γουόρνερ προσέγγισε τον Έντουαρντ Άλμπι λέγοντας του ότι ήθελε να αγοράσει τα δικαιώματα του θεατρικού του, που είχε κάνει πρεμιέρα στο Μπρόντγουεϊ το 1962 προκειμένου να προσλάβει τη Μπέτι Ντέιβις και τον Τζέιμς Μέισον για τους ρόλους της Μάρθα και του Τζορτζ[2]. Στο σενάριο η Μάρθα κάνει αναφορά στην ταινία της Μπέτι Ντέιβις Το μυστικό του δάσους (Beyond the Forest, 1949) και απαγγέλει την ατάκα της από την ταινία What a Dump! Ο δραματουργός ενθουσιάστηκε με αυτή την ανάθεση των κύριων ρόλων καθώς πίστευε ότι: Ο Τζέιμς Μέισον ήταν κατάλληλος για το ρόλο κι ανυπομονούσε να δει την Μπέτι Ντέιβις να μιμείται τον εαυτό της απαγγέλοντας τη διάσημη ατάκα της από (Το Μυστικό του Δάσους). Παρόλα αυτά, ο σκηνοθέτης Μάικ Νίκολς (στην πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα) κι ο σεναριογράφος Έρνεστ Λέμαν φοβούμενοι ότι, σε περίπτωση που προσλάμβαναν τη Ντέιβις και το Μέισον, το κοινό δε θα άντεχε να κάτσει να δει την ολόκληρη την ταινία. Η ένταση που θα δημιουργούταν από τις φωνές μεταξύ της ηλικιωμένης Μάρθας και του μαλθακού Τζορτζ επρόκειτο να κρατήσει δυο ώρες και το απολέσμα με την αρχική διανομή των ρόλων ίσως να ήταν υπερβολικό για τις αντοχές του ανυποψίαστου κοινού[2]. Προτίμησαν λοιπόν την ευκολότερη λύση, δηλαδή να αναθέσουν τους κεντρικούς ρόλους στο δημοφιλέστερο ζεύγος του Χόλιγουντ εκείνη την περίοδο, την Ελίζαμπεθ Τέιλορ και τον Ρίτσαρντ Μπάρτον. Η επιλογή της Τέιλορ, η οποία εκείνη την περίοδο θεωρούταν ως μια από τις ομορφότερες γυναίκες στον κόσμο, για να υποδυθεί την πενηντάχρονη και κακοντυμένη Μάρθα, ήταν αμφιλεγόμενη, αλλά η ηθοποιός πήρε 14 κιλά και η ερμηνεία της, μαζί με εκείνη του Μπάρτον, του Σίγκαλ και της Ντένις έλαβε εξαιρετικές κριτικές. Ο Έντουαρντ Άλμπι εξεπλάγη με την επιλογή της Τέιλορ, αλλά αργότερα δήλωσε ότι ήταν καλή κι ότι ο Μπάρτον ήταν εξαιρετικός[3], αν και συνέχισε να πιστεύει ότι σε περίπτωση που είχαν αναθέσει τους ρόλους στην Ντέιβις και τον Μέισον, η ταινία θα ήταν λιγότερο πομπώδης και θα διείσδυε σε μεγαλύτερο βαθμό στην ψυχοσύνθεση των πρωταγωνιστών[2].

Διαφορές με το Θεατρικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διασκευή του θεατρικού διαφέρει ελαφρώς από το θεατρικό, το οποίο απαρτίζεται μονάχα από τέσσερις ερμηνευτές. Οι δευτερεύοντες ρόλοι που προστέθηκαν στην ταινία είναι ο ιδιοκτήτης του πανδοχείου και η σύζυγός του, που εμφανίζονται για λίγο κι έχουν μόνο μερικές ατάκες.

Το θεατρικό διαδραματίζεται αποκλειστικά στο στο σπίτι της Μάρθας και του Τζορτζ, ενώ στην ταινία υπάρχουν μερικές σκηνές εκτός. Οι σκηνές αυτές διαδραματίζονται στο πανδοχείο, στην αυλή του σπιτιού του Τζορτζ και της Μάρθας καθώς και αυτοκίνητο του ζευγαριού. Κατά τ' άλλα η ταινία παραμένει πιστή στο θεατρικό. Ο Λέμαν χρησιμοποίησε το θεατρικό του Άλμπι ως γνώμονα κι η μοναδική διαφορά στο διάλογο έχει να κάνει με την αθυροστομία: Το άντε πηδήξου της Μάρθας, μετατράπηκε σε Ανάθεμά σε. Παρόλα αυτά στην ευρωπαϊκή έκδοση της ταινίας, το Άντε πηδήξου έχει διατηρηθεί.

Γυρίσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία γυρίστηκε στο Κολέγιο Σμιθ, στο Νορθάμπτον της Μασσαχουσέτης. Ο Νίκολς επέμεινε ότι με την ύπαρξη εξωτερικών γυρισμάτων, θα υπήρχε μεγαλύτερη αληθοφάνεια. Χρόνια αργότερα παραδέχτηκε ότι έκανε λάθος κι ότι αν η ταινία είχε γυριστεί σε στούντιο θα είχε ακριβώς την ίδια αποτελεσματικότητα.

Σκληρή γλώσσα και Λογοκρισία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το θεατρικό έργο του Έντουαρντ Άλμπι, που ανέβηκε το 1962 χαρακτηρίζεται από έντονο διάλογο σε σκληρή γλώσσα που συμπεριλαμβάνει εκφράσεις όπως: Ανάθεμα, γιε σκύλας, άντε πηδήξου, ωραίες ρώγες και πήδα την οικοδέσποινα[4]. Η πρεμιέρα στο Μπρόντγουεϊ πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της Κρίσης της Κούβας και το κοινό κατέφυγε στο θέατρο για να ξεχάσει την απειλή του πυρηνικού πολέμου, όπου αντίθετα βρέθηκαν μπροστά σε καταστάσεις και σε γλώσσα που είχαν βιώσει μόνο σε πειραματικό θέατρο[5].

Η άμεση αντίδραση του κοινού με την ενίσχυση των κριτικών ήταν ότι ο Άλμπι δημιούργησε ένα έργο που επρόκειτο να κάνει τεράστια επιτυχία στο Μπρόντγουεϊ, αλλά που δεν επρόκειτο να γυριστεί σε ταινία σε αυτή του τη μορφή. Ούτε το κοινό, αλλά ούτε οι κριτικοί είχαν καταλάβει πόσο είχε κι επρόκειτο να αλλάξει ο χολιγουντιανός ορίζοντας κατά τη δεκαετία του '60. Ο κώδικας της κινηματογραφικής δεοντολογίας του Χέιζ είχε αρχίσει να μην λαμβάνεται πλέον υπόψιν[6]. Όταν ανατέθηκε η συγγραφή του σεναρίου στον Έρνεστ Λέμαν, ο σεναριογράφος αποφάσισε να διατηρήσει αναλλοίωτη τη σκληρή γλώσσα του θεατρικού που τόσο είχε ταράξει το κοινό τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Συνάντησε αντιδράσεις αλλά η άποψή του υπερίσχυσε[3].

Όταν ξεκίνησαν τα γυρίσματα η Λεγεώνα της Κοσμιότητος της καθολικής εκκλησίας, έδωσε τελεσίγραφο στο στούντιο, απειλώντας ότι αν οι φήμες πάνω στο αντικείμενο της ταινίας ήταν αληθινές ίσως να λογόκριναν την ταινία, απαγορεύοντας την προβολή της σε ανήλικο κοινό. Κράτησαν επιφυλάξεις όμως, λέγοντας ότι θα περίμεναν να δουν την ταινία. Εντονότερη ήταν η αντίδραση της Ένωσης Κινηματογραφιστών Αμερικής, απειλώντας την Warner, χωρίς να περιμένουν την δοκιμαστική προβολή της ταινίας, ότι αν η σκληρή γλώσσα του θεατρικού διατηρούνταν χωρίς αλλαγές δεν επρόκειτο να δώσουν την έγγριση για την προβολή της[3].

Οι παραγωγοί της Warner Bros. κάθισαν να δουν την ταινία, εφόσον είχε ήδη περάσει από μοντάζ. Παρώντας στην αίθουσα ήταν ένας δημοσιογράφος του περιοδικού Life, ο οποίος έγραψε την εξής ατάκα ενός από τους παραγωγούς: Θεέ μου, έχουμε στα χέρια μας μια βρώμικη ταινία, 7 εκατομμυρίων δολαρίων![3]

Η ταινία θεωρήθηκε ριζοσπαστική για το σκληρό της λόγο και τα σεξουαλικά υπονοούμενα που μέχρι εκείνη την περίοδο δεν ακούγονταν σε ταινίες. Ο Τζακ Βαλέντι που έγινε πρόεδρος της Ένωσης Κινηματογραφιστών Αμερικής εκείνη τη χρονιά κατάργησε τον παλιό Κώδικα Λογοκρισίας κι η Warner συμφώνησε να κάνει μικρές περικοπές μαλακώνοντας λίγο τη σκληρή γλώσσα και να τοποθετήσει προειδοποιητικό σήμα που να ενημερώνει το κοινό για τη σκληρή γλώσσα της ταινίας. Ακόμη και η Λεγεώνα Κοσμιότητος αρνήθηκε να καταδικάσει την ταινία[3]. Ήταν μια άλλη ταινία της ίδιας χρονιάς που ανάγκασε τον Βαλέντι να δημιουργήσει το σύστημα με τους κωδικούς καταλληλότητας τον ταινιών, το Μπλόου Απ (Blow Up, 1966) του Μικελάντζελο Αντονιόνι. Το σύστημα του Βαλέντι μπήκε σε εφαρμογή την 1 Νοεμβρίου 1968. Λέγεται επίσης ότι ο Τζακ Γουόρνερ προτίμησε να πληρώσει πρόστιμο 5.000 δολαρίων ώστε η ταινία να μείνει όσο το δυνατόν περισσότερο πιστή στο θεατρικό.

Υποδοχή και Βραβεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόκειται για τη μοναδική μέχρι σήμερα ταινία που έλαβε υποψηφιότητες σε όλες τις καίριες κατηγορίες. Έλαβε 13 υποψηφιότητες, ενώ και οι 4 πρωταγωνιστές προτάθηκαν για Όσκαρ αλλά μόνο η Ελίζαμπεθ Τέιλορ και η Σάντι Ντένις βραβεύτηκαν με Όσκαρ Α' Γυναικείου και Β' Γυναικείου Ρόλου αντιστοίχως[7]. Η Τέιλορ δεν ήταν παρούσα στην απονομή εφόσον βρισκόταν στην Αγγλία. Δήλωσε ότι ο Μπάρτον δεν μπορούσε να ταξιδέψει μαζί της καθώς φοβόταν τα αεροπλάνα και δεν ήθελε να τον αφήσει μόνο της. Ο Ρίτσαρντ Μπάρτον, που πιθανόν να ήξερε ότι επρόκειτο να χάσει από τον Πολ Σκόφιλντ, έλαβε την 4η του υποψηφιότητα για Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου χάνοντας τελικά από τον Πολ Σκόφιλντ που κρίθηκε νικητής για την ερμηνεία του, ως Τόμας Μορ στην ταινία του Φρεντ Τσίνεμαν Ένας άνθρωπος για όλες τις εποχές (A Man for all Seasons, 1966). Η ταινία έχασε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας από το Ένας άνθρωπος για όλες τις εποχές κι ο Μάικ Νίκολς που βρέθηκε για πρώτη φορά υποψήφιος για Όσκαρ Σκηνοθεσίας έχασε το βραβείο από τον βετεράνο Φρεντ Τσίνεμαν. Συνολικά η ταινία βραβεύτηκε με 5 Όσκαρ. Η ταινία βραβεύτηκε επίσης με Βραβείο BAFTA Καλύτερης Ταινίας.

Βραβεία Ακαδημίας Κινηματογράφου (Όσκαρ)

Βράβευση

  • Α’ Γυναικείου Ρόλου – Ελίζαμπεθ Τέιλορ
  • Β' Γυναικείου Ρόλου - Σάντι Ντένις
  • Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης-Σκηνικών - Ρίτσαρντ Σάιλμπερτ & Τζορτζ Χόπκινς
  • Φωτογραφίας σε Ασπρόμαυρη Ταινία - Χάσκελ Γουέξελ
  • Κοστουμιών σε Ασπρόμαυρη Ταινία - Αϊρίν Σάραφ

Υποψηφιότητα:

  • Καλύτερης Ταινίας - Έρνεστ Λέμαν
  • Καλύτερης Σκηνοθεσίας - Μάικ Νίκολς
  • Α’ Ανδρικού Ρόλου – Ρίτσαρντ Μπάρτον
  • Β’ Ανδρικού Ρόλου – Τζορτζ Σίγκαλ
  • Διασκευασμένου Σεναρίου - Έρνεστ Λέμαν
  • Μουσικής Επιμέλειας - Άλεξ Νορθ
  • Μοντάζ - Σαμ Ο'Στιν
  • Ήχου - Τζορτζ Γκρόουβς

Εισπράξεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία έκανε εισπράξεις της τάξεως των 10.3 εκατομμυρίων δολαρίων το 1966.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Variety film review; June 22, 1966, page 6.
  2. 2,0 2,1 2,2 Sikov, Edward (2007). Dark Victory: The Life of Bette Davis. New York: Holt Paperbacks, a trademark of Henry Holt and Company. σελ. 380–1. ISBN 0-8050-8863-6. .
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 Clooney, Nick (November 2002). The Movies That Changed Us: Reflections on the Screen. New York: Atria Books, a trademark of Simon & Schuster. σελ. 85. ISBN 0-7434-1043-2. .
  4. Clooney, p. 89
  5. Clooney, p. 81
  6. Clooney, p. 81-82
  7. «NY Times: Who's Afraid of Virginia Woolf?». NY Times. http://movies.nytimes.com/movie/54412/Who-s-Afraid-Of-Virginia-Woolf-/awards. Ανακτήθηκε στις 2008-12-26. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]