Υπόθεση Νοτόριους

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Υπόθεση Νοτόριους
Notorious.jpg
Σκηνοθεσία Άλφρεντ Χίτσκοκ
Παραγωγή Άλφρεντ Χίτσκοκ
Σενάριο Μπεν Χεχτ
Πρωταγωνιστές Κάρι Γκραντ
Ίνγκριντ Μπέργκμαν
Κλοντ Ρέινς
Αλέξης Μινωτής
Κυκλοφορία 1946
Πρώτη προβολή Country flag 15/8/1946
Μουσική Ρόι Γουέμπ
Διάρκεια 101 λεπτά
Γλώσσα Aγγλικά
Σελίδα IMDb
Σελίδα Cine.gr

Η ταινία Υπόθεση Νοτόριους (Πρωτότυπος Τίτλος Notorious), γνωστή κι ως Ο Περιβόητος ή Νοτόριους, είναι ψυχολογικό θρίλερ παραγωγής 1946, σε σκηνοθεσία Άλφρεντ Χίτσκοκ. Πρωταγωνιστες της ταινίας είναι o Κάρι Γκραντ, η Ίνγκριντ Μπέργκμαν, ο Κλοντ Ρέινς κι ο Αλέξης Μινωτής.

Η ταινία σύμφωνα με τους κριτικούς σηματοδοτεί καλλιτεχνική ωρίμανση, όσον αφορά τη θεματολογία του σκηνοθέτη. Ο βιογράφος του Ντόναλντ Σπότο, γράφει ότι η ταινία αποτελεί την πρώτη απόπειρα του Χίτσκοκ να δημιουργήσει μια σοβαρή ερωτική ιστορία[1].

Η ταινία φημίζεται για δυο συγκεκριμένες σκηνές:[2]Μια από αυτές είναι η σκηνή στην οποία η Ινγκριντ Μπέργκμαν κρατάει κρυμμένο στο χέρι της το κλειδί από το κελάρι, όπου ο εραστής της, Κάρι Γκραντ, πρόκειται να ψάξει για στοιχεία που πρόκειται να ενοχοποιήσουν το σύζυγό της που υποδύεται ο Κλοντ Ρέινς. Ο Χίτσκοκ μετακινεί την κάμερα από το μπαλκόνι της εσωτερικής σκάλας της έπαυλης καταγράφοντας τον κόσμο που παρίσταται στη δεξίωση κι ύστερα εστιάζει το φακό στο χέρι της Μπέργκμαν, όπου βρίσκεται κρυμμένο το κλειδί του κελαριού. Η άλλη διάσημη σκηνή της ταινίας αφορά ένα από τα φιλιά που η Μπέργκμαν ανταλλάσει με τον Κάρι Γκραντ, το οποίο διαρκεί δυόμιση λεπτά. Ο κώδικας Χέιζ απαγόρευε την απεικόνιση φιλιών που ξεπερνούσαν τη διάρκεια των 3 δεπτερολέπτων. Έτσι ο σκηνοθέτης προκειμένου να μην περάσει από λογοκρισία, έβαλε τους δυο ηθοποιούς να φιλιούνται για 3 δευτερόλεπτα και έπειτα να ανταλλάσουν γλυκόλογα ο ένας στο αυτί του άλλου, εναλλάσοντας έτσι το παθιασμένο φιλί με τους ψιθύρους[3].

Η ταινία συμμετείχε επίσης στο Φεστιβάλ των Καννών το 1946[4].

Το 2006 η ταινία επελέγη από τη Βιβλιοθήκη του Αμερικάνικου Κογκρέσου ως τμήμα του Εθνικού Μητρώου Κινηματογράφου.

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την καταδίκη του Γερμανού πατέρα της για εσχάτη προδοσία εις βάρος των Η.Π.Α., η Αλίσια Χούμπερμαν (Ίνγκριντ Μπέργκμαν) πνίγει τον πόνο της στο αλκόολ και τους άνδρες. Ένα βράδυ συναντά τον αστυνομικό Τ.Ρ. Ντέβλιν (Κάρι Γκραντ), ο οποίος την πείθει να συνεργαστεί με τις μυστικές υπηρεσίες των Η.Π.Α. προκειμένου να εξαρθρώσουν μια σπείρα Ναζιστών, φίλων του πατέρα της, οι οποίοι δρουν στο Ρίο Ντε Τζανέιρο. Ο έρωτας της Αλίσια για τον Ντέβλιν, καθώς και η αγάπη της για την Αμερική, μια χώρα την οποία αισθάνεται ότι ο πατέρας της πρόδωσε, την ωθούν να δεχτεί την αποστολή. Έτσι η Αλίσια καταφθάνει στο Ρίο Ντε Τζανέιρο, όπου συναντά τον αρχηγό της σπείρας, έναν πλούσιο Γερμανό επιχειρηματία, τον Άλεξ Σεμπάστιαν (Κλοντ Ρέινς), ο οποίος την ερωτεύεται. Προκειμένου να αποσπάσει ενοχοποιητικά στοιχεία για τη δραστηριότητα της σπείρας, η Αλίσια δέχεται να παντρευτεί τον Σεμπάστιαν, ο οποίος της κάνει πρόταση γάμου παρά το γεγονός ότι η μητέρα του κα Σεμπάστιαν (Λιοπολντίν Κονσταντιν) δεν την εγκρίνει ως νύφη. Όταν η Αλίσια κι ο Ντέβλιν ανακαλύπτουν ενοχοποιητικά στοιχεία (ουράνιο για την κατασκευή ατομικής βόμβας) στο κελάρι της έπαυλης του Σεμπάστιαν, ο Σεμπάστιαν κι οι μητέρα του σχεδιάζουν τη δολοφονία της γυναίκας, ένα έγκλημα αργό και βάναυσο.

Πληροφορίες Παραγωγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία ξεκίνησε ως παραγωγή της εταιρίας του Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ, αλλά όταν έκανε πρεμιέρα στις αμερικανικές αίθουσες έφερε το σήμα της εταιρίας παραγωγής RKO. Ο Σέλζνικ είχε στο μεταξύ πουλήσει τα δικαιώματα του σεναρίου του Μπεν Χεχτ, στην RKO κι ο Χίτσκοκ είχε αντικαταστήσει τον Σέλζνικ στο τιμόνι της παραγωγής.

Ο Χίτσκοκ συνέλαβε την ίδεα της δημιουργίας του Υπόθεση Νοτόριους δυο χρόνια πριν, όταν βρέθηκε σε γεύμα παρέα με την Μάργκαρετ Ο'Ντόνελ υπεύθυνη σεναρίων της εταιρίας του Σέλζνικ. Η Ο'Ντόνελ μετά το γεύμα της με το σκηνοθέτη έγραψε στον Σέλζνικ ότι ο Χίτσκοκ ήθελε να δημιουργήσει μια ταινία με θέμα μια γυναίκα, την οποία επρόκειτο να υποδυθεί η Ίνγκριντ Μπέργκμαν, που αναγκάζεται να υποστεί σεξουαλική σκλαβιά για πατριωτικούς και πολιτικούς λόγους[5]. Eπρόκειτο να είναι μια εκκολαπτώμενη Μάτα Χάρι[6]. Ο Χίτσκοκ συζήτησε και με τον Γουίλιαμ Ντόζιε, υπεύθυνο παραγωγής της εταιρίας RKO, για τα σχέδια του κι ο Ντόζιε έδειξε άμεσο ενδιαφέρον. Ο Ντόζιε επικοινώνησε με τον Σέλζνικ έχοντας σκοπό να προσφέρει χρήματα στον παραγωγό για να αναλάβει εκείνος την παραγωγή του μελλοντικού σχεδίου του Χίτσκοκ.

Κάρι Γκραντ και Ίνγκριντ Μπέργκμαν σε σκηνή από την ταινία Notorious, 1946).

Το ενδιαφέρον του Ντόζιε, κίνησε την περιέργεια του Σέλζνικ, ο οποίος μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε δείξει αδιαφορία. Πίστεψε ότι αυτό που ώθησε το σκηνοθέτη, ώστε να θελήσει να δημιουργήσει ταινία με αυτό το θέμα ήταν η ιστορία που είχε δημοσιευτεί στη Saturday Evening Post με τίτλο The Song of the Dragon, της οποίας τα δικαιώματα είχε αποκτήσει ο Σέλζνικ. Η ιστορία διαδραματιζόταν στη Νέα Υόρκη κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, όπου ομοσπονδιακοί πράκτορες προσεγγίζουν έναν θεατρικό παραγωγό, ζητώντας του να πείσει μια ηθοποιό, με την οποία είχε σχέση στο παρελθόν, να ξελογιάσει τον αρχηγό μιας ομάδας κατασκόπων προκειμένου να του αποσπάσει πληροφορίες[7]. Αυτό το διήγημα αποτελούσε απλά τη βάση μιας ιδέας, υπέστη αλλαγές κι απέκτησε όλα τα χαρακτηριστικά των κλασικών ταινιών του σκηνοθέτη[8].

Τα Χριστούγεννα του 1944, ο Χίτσκοκ ταξίδεψε στην Αγγλία κι όταν επέστρεψε, συνάντησε το Σέλζνικ που του έδωσε πράσινο φως για την ανάπτυξη ενός σεναρίου με θέμα την κατασκοπία. Έπειτα ο σκηνοθέτης βρέθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου για τρεις βδομάδες συνεργάστηκε με τον Μπεν Χεχτ για τη δημιουργία του σεναρίου. Ο Χεχτ κι ο Χίτσκοκ είχαν άριστη συνεργασία, κυρίως επειδή ο Χεχτ δεν νοιαζόταν για τις αλλαγές που ο σκηνοθέτης έκανε στη δουλειά του[5].

Όταν ο Χίτσκοκ επέστρεψε στο Χόλιγουντ, το σενάριο ηταν ολοκληρωμένο, αλλά ο Σέλζνικ αντιμετώπιζε προβλήματα με την παραγωγή της ταινίας Μονομαχία στον Ήλιο (Duel in the Sun, 1946). Στην αρχή ο Σέλζνικ δεχόταν το σεναριογράφο και το σκηνοθέτη στο σπίτι του για να συζητήσουν πάνω στην ταινία[9], αλλά στη συνέχεια ο παραγωγός απορροφήθηκε τόσο από την παραγωγή του Μονομαχία στον Ήλιο, ετσί ώστε το Υπόθεση Νοτόριους να περάσει σε δεύτερη μοίρα.

Ο Χεχτ κι ο Χίτσκοκ έκαναν αλλαγές στο αρχικό σενάριο, όσον αφορά το ουράνιο που βρισκόταν κρυμμένο στο κελάρι του Άλεξ Σεμπάστιαν. Μέχρι εκείνη την περίοδο δεν ήταν γνωστό ότι το στοιχείο ουράνιο χρησιμοποιούταν για τη δημιουργία της ατομικής βόμβας κι ο Σέλζνικ αδυνατούσε να καταλάβει τους σκοπούς που εξυπηρετούσε η χρήση του στην υπόθεση. Ο Χίτσκοκ δήλωσε αργότερα ότι για μήνες τον παρακολουθούσαν πράκτορες του FBI, αφότου εκείνος κι ο Χεχτ έψαξαν να βρουν πληροφορίες πάνω στο ραδιενεργό στοιχείο στα μέσα του 1945[10]. Μετά την έκρηξη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα στις 6 Αυγούστου του 1945, έγινε ξεκάθαρος ο λόγος για τον οποίο ο Χίτσκοκ και ο Χεχτ χρησιμοποιούσαν το ουράνιο ως αναπόσπαστο μέρος του σεναρίου[11].

Τον Ιούνιο του 1945, ο Σέλζνικ έχασε κάθε πίστη σε μια ταινία για την οποία δεν ενδιαφερόταν από την αρχή[12]. Δεν του άρεσαν οι χαρακτήρες του σεναρίου και φοβόταν ότι το κοινό δε θα συμπαθούσε την Αλίσια[12]. Το κόστος του Μονομαχία στον Ήλιο είχε ξεπεράσει κατά πολύ τον προϋπολογισμό και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να βρει χρήματα για να ολοκληρώσει την προβληματική αυτή ταινία. Η λύση ήταν να πουλήσει το σενάριο στην RKO και να δανείσει το Χίτσκοκ και την Μπέργκμαν στην εταιρία, προκειμένου να βγάλει χρήματα.

Η συμφωνία ήταν κερδοφόρα για τον Σέλζνικ, ο οποίος έλαβε 800.000 δολάρια μετρητά και 50% των κερδών της ταινίας. Ο Χίτσκοκ ήταν ικανοποιημένος καθώς είχε ξεφύγει από την τυραννία του Σέλζνικ[13]. Ανέλαβε για πρώτη φορά την παραγωγή της ταινίας κι είχε τον απόλυτο έλεγχο για την πραγματοποίησή της[13]. Από τότε ο σκηνοθέτης ήταν υπεύθυνος για την παραγωγή όλων των ταινιών που σκηνοθέτησε.

Δεν ήταν εύκολο όμως να ξεφορτωθεί τόσο εύκολα τον Σέλζνικ, ο οποίος επέμενε ότι το 50% των κερδών που του αναλογούσε τον καθιστούσε υπεύθυνο για μέρος της παραγωγής της ταινίας. Προσπάθησε να αναμειχθεί στο εγχείρημα κάνοντας αλλαγές στο σενάριο και προσπαθώντας να αντικαταστήσει τον Κάρι Γκραντ με τον Τζόζεφ Κότεν[14]. Μετά τον βομβαρδισμό της Ιαπωνίας από τις Η.Π.Α., οι αντιρρήσεις του Σέλζνικ πάνω στο σενάριο αυξήθηκαν κι ο Γουίλιαμ Ντόζιε κάλεσε το δραματουργό Κλίφορντ Όντετς, που είχε συνεργαστεί παλίοτερα με την RKO και τον Γκραντ όταν έγραψε το σενάριο της ταινίας Στο Διάβα της Ζωής (None But the Lonely Heart), για να κάνει κάποιες αλλαγές στο σενάριο.

Ο Όντετς προσπάθησε να προσθέσει ατμόσφαιρα και μυστήριο στο σενάριο, αναπτύσσοντας εις βάθος τους χαρακτήρες της ταινίας. Αύξησε το πάθος και τον ερωτισμό μεταξύ του Ντέβλιν και της Αλίσια, καθώς και το αριστοκρατικό υπόβαθρο του Άλεξ Σεμπάστιαν. Ο Σέλζνικ θεώρησε ότι το καινούργιο σενάριο ήταν ακόμη μονοδιάστατο, ενώ ο Μπεν Χεχτ το θεώρησε βλακώδες. Στο τέλος ο Χίτσκοκ δε χρησιμοποίησε το σενάριο του Όντετς. Είχε ήδη στα χέρια του το κατάλληλο σενάριο γεμάτο πάθος, εντάσεις και κρυφά νοήματα[15].

Τα γυρίσματα ξεκίνησαν στις 22 Οκτωβρίου του 1945[15] και ολοκληρώθηκαν το Φεβρουάριο του 1946[16].

Διανομή ρόλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βιογράφος του Χίτσκοκ, Πάτρικ ΜακΓκίλιγκαν γράφει ότι ο σκηνοθέτης σπάνια κατάφερνε να έχει μεγάλους αστέρες, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους των ταινιών που γύρισε κατά τη δεκαετία του '40, αλλά το Υπόθεση Νοτόριους ήταν εξαίρεση στον κανόνα[17]. Το κινηματογραφικό ζευγάρωμα της Ίνγκριντ Μπέργκμαν με τον Κάρι Γκραντ, υποσχόταν υψηλά κέρδη[18]. Έτσι ο Χίτσκοκ προσέγγισε τον πρόεδρο της Selznick International παραγωγό Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ ζητώντας του να αναθέσει τους πρωταγωνιστικούς ρόλους στον Κάρι Γκραντ και την Ίνγκριντ Μπέργκμαν. Αλλά ο παραγωγός διαφώνησε, πιστεύοντας ότι η καλύτερη επιλογή για το ρόλο ήταν ο Τζόζεφ Κότεν. Οι λόγοι που επικαλέστηκε ο Σέλζνικ ήταν το γεγονός ότι, εφόσον οι Η.Π.Α. είχαν μόλις ρίξει την ατομική βόμβα στην Ιαπωνία, το κοινό δεν επρόκειτο να προσελκυθεί από μια ταινία που είχε να κάνει με ατομικές βόμβες, επίσης ο Κάρι Γκραντ, ο οποίος δεν επρόκειτο να είναι διαθέσιμος για τουλάχιστον τρεις μήνες θα είχε υψηλές οικονομικές απαιτήσεις και τέλος ο Τζόζεφ Κότεν είχε συμβόλαιο με τον παραγωγό επομένως θα ήταν πιο εύκολο να του αναθέσουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο[14][12]. Ο Σέλζνικ προκειμένου να βγάλει γρήγορα χρήματα πούλησε μέρος της παραγωγής στην εταιρία RKO. Έτσι ο Γούιλιαμ Ντόζιε υπεύθυνος της παραγωγής ταινιών της εταιρίας, έβαλε ως όρο στο συμβόλαιο που υπέγραψε με τον Σέλζνικ την ανάθεση του πρωταγωνιστικού ρόλου της ταινίας στον Κάρι Γκραντ. Ο Γκραντ ανέλαβε το ρόλο στα τέλη του Αυγούστου του 1945[13].

Ο Χίτσκοκ ήθελε να αναθέσει το ρόλο του Άλεξ Σεμπάστιαν στον καρατερίστα Κλίφτον Γουέμπ[16]. Ο Σέλζνικ διαφώνησε κι αυτή τη φορά είχε δίκιο, καθώς υποστήριξε ότι ο Κλοντ Ρέινς ήταν ο καταλληλότερος άνθρωπος για την ανάθεση του ρόλου, εφόσον ήταν ηθοποιός που υποσχόταν εμπορική επιτυχία. Μάλιστα είπε στον Χίτσκοκ να βιαστεί ώστε να καταφέρει να προσλάβει τον ηθοποιό[19]. Ο Ντόζιε κι ο Χίτσκοκ συμφώνησαν ότι η ερμηνεία του Ρέινς μεταμόρφωσε τον Σεμπάστιαν στον κλασικό χιτσκοκικό κακό ήρωα (συμπαθητικός και μαλακός και σε μερικές περιπτώσεις περίπου τόσο συμπαθής όσο και ο πρωταγωνιστής)[16].

Η τρίτη σημαντική απόφαση που χρειάστηκε να παρθεί σχετικά με τη διανομή των ρόλων, ήταν εκείνη της κατάλληλης ηθοποιού που θα ερμήνευε το ρόλο της κυρίας Σεμπάστιαν. Όταν οι Έθελ Μπάριμορ κι η Μίλντρετ Νάτγουικ δεν μπόρεσαν να αναλάβουν το ρόλο, ο Γερμανός ηθοποιός Ράινχολντ Σουντσελ πρότεινε τη Λεοπολντίν Κονσταντίν στο Χίτσκοκ και το Ντόζιε. Η ηθοποιός ήταν μια από τις μεγαλύτερες Γερμανίδες ηθοποιούς του μεσοπολέμου[16] κι η σκοτεινή της παρουσία στην ταινία, κάνει τον κινηματογραφικό της γιο, Άλεξ (Κλοντ Ρέινς), να φαίνεται ακόμα και συμπαθής σε σύγκριση με εκείνη. Η Υπόθεση Νοτόριους ήταν η μοναδική ταινία που γύρισε η Κονσταντίν κι η σκιαγράφηση του ρόλου αποτελεί ένα από τα πιο αξιομνημόνευτα πορτρέτα χαρακτήρα σε ταινία του Χίτσκοκ.[16].

Υποδοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία έκανε εισπράξεις 4.8 εκατομμυρίων δολαρίων κι ήταν μια από τις πιο επιτυχημένες παραγωγές του 1946. Η RKO είχε 1.010.000 δολάρια κέρδος από την ταινία[20].

Οι κριτικοί αγάπησαν την ταινία. Ο Μπόσλεϊ Κράουδερ των New York Times επαίνεσε το γράψιμο του Χεχτ και τη σκηνοθεσία του Χίτσκοκ που είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός εξαιρετικού μελοδράματος, με την κατάλληλη δόση αγωνίας[21]. Η Λέσλι Χάλιγουελ την χαρακτήρισε υπέροχη ρομαντική ταινία αγωνίας, που περιέχει μερικές από τις καλύτερες στιγμές στην καριέρα του σκηνοθέτη[22]. Μερικές δεκαετίες αργότερα ο κριτικός Ρόμπερτ Έμπερτ το συμπεριέλαβε στη λίστα με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών[23].

Η Σάρλοτ Τσάντλερ, μια από τους βιογράφους του σκηνοθέτη, ανέφερε ότι η Υπόθεση Νοτόριους είναι η αγαπημένη ταινία της κόρης του Χίτσκοκ, Πατρίσια[24].

Βραβεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία έλαβε δυο υποψηφιότητες για Όσκαρ. Ο Κλοντ Ρέινς έλαβε την τέταρτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ Β' Ανδρικού Ρόλου, για το ρόλο του Άλεξ Σεμπάστιαν, αλλά έχασε το βραβείο από τον Χάρολντ Ράσελ της ταινίας Τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας (The Best Years of our Lives, 1946). Ο Μπεν Χεχτ προτάθηκε για Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου, το οποίο έχασε από τον σεναριογράφο της ταινίας Τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας, Ρόμπερτ Σέργουντ.

Βραβεία Ακαδημίας Κινηματογράφου (Όσκαρ)

Υποψηφιότητα:

  • Β’ Ανδρικού Ρόλου – Κλοντ Ρέινς
  • Σεναρίου – Μπεν Χεχτ

Διαχρονικότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κριτικοί του περιοδικού Time, Ρίτσαρντ Κόρλις και Ρίτσαρντ Σίκελ συμπεριέλαβαν την ταινία στη λίστα με τις 100 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, ενώ το περιοδικό Entertainment Weekly κατέταξε την ταινία στην 66η θέση στη λίστα με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Spoto, Donald (1983). The Dark Side of Genius: The Life of Alfred Hitchcock. New York: Little, Brown and Company. ISBN 0-345-31462-X. p. 304. Page numbers cited in this article are from the Ballantine Books first paperback edition, 1984
  2. Duncan, Paul, (2003). Alfred Hitchcock: Architect of Anxiety 1899-1980. Los Angeles: Taschen. ISBN 3-8228-1591-8. p. 110
  3. Chandler, Charlotte (2006). It's Only a Movie: Alfred Hitchcock, A Personal Biography. New York: Applause Books. ISBN 978-1-55783-692-2. p. 163
  4. «Festival de Cannes: Notorious». festival-cannes.com. http://www.festival-cannes.com/en/archives/ficheFilm/id/4274/year/1946.html. Ανακτήθηκε στις 2009-01-04. 
  5. 5,0 5,1 Spoto, Dark, p. 298
  6. Spoto, Dark, p. 297
  7. McGilligan, p. 366
  8. Spoto, Donald, (2001). Notorious: The Life of Ingrid Bergman. Cambridge, Massachusetts: Da Capo Press. ISBN 978-0-306-81030-5. p. 195
  9. Spoto, Dark, p. 301
  10. Truffaut, François (1967). Hitchcock By Truffaut. New York: Simon and Schuster. ISBN 978-0-671-60429-5
  11. McGilligan, p. 375
  12. 12,0 12,1 12,2 McGilligan, p. 374
  13. 13,0 13,1 13,2 Leff, p. 206
  14. 14,0 14,1 Leff, p. 207
  15. 15,0 15,1 McGilligan, p. 379
  16. 16,0 16,1 16,2 16,3 16,4 Spoto, Dark, p. 302
  17. McGilligan, Patrick (2004). Alfred Hitchcock: A Life in Darkness and Light. New York: Harper Perennial. ISBN 978-0-06-098827-2. p. 376
  18. Leff, Leonard J. (1999). Hitchcock and Selznick: The Rich and Strange Collaboration of Alfred Hitchcock and David O. Selznick. Berkeley: University of California Press. ISBN 0-520-21781-0. p. 207
  19. Leff, p. 209
  20. Richard Jewell & Vernon Harbin, The RKO Story. New Rochelle, New York: Arlington House, 1982. p212
  21. Crowther, Bosley. "The Screen in Review." The New York Times, August 16, 1946
  22. Walker, John, ed. Halliwell's Film Guide. New York: Harper Perennial. ISBN 0-06-273241-2. p. 873
  23. Ebert, R.Great Movies:Notorious, August 17, 1997. rogerebert.suntimes.com. Retrieved 6 September.
  24. Chandler, p. 163

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • McGilligan, Patrick (2003). Alfred Hitchcock - A Life in Darkness and Light. London: John Wiley and Sons. pp. 850 pages. ISBN 0-470-86973-9.
  • Spoto, Donald (2001). Notorious - The Life of Ingrid Bergman. America: DaCapo Press. pp. 474 pages. ISBN 0-306-81030-1.