Μακεδονικό Μέτωπο (Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μακεδονικό Μέτωπο
Βαλκανική εκστρατεία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου
Entente on the Balkans.jpg
Από αριστερά προς τα δεξιά: ένας στρατιώτης από την Ινδοκίνα, ένας Γάλλος, ένας στρατιώτης από τη Σενεγάλη, ένας Βρετανός, ένας Ρώσος, ένας Ιταλός, ένας Σέρβος, ένας Έλληνας και ένας Ινδός.
Ημερομηνία 21 Οκτωβρίου 1915-30 Σεπτεμβρίου 1918
Τόπος Μακεδονία-Αλβανία, Βουλγαρία, Ελλάδα, Σερβία
Έκβαση Νίκη των Συμμάχων, Ανακωχή με τη Βουλγαρία
Εμπλεκόμενες πλευρές
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις

1918

550.000 Βούλγαροι
18.000 Γερμανοί
1.217 πυροβόλα
2.710 πολυβόλα
30 αεροσκάφη
25.000 Τούρκοι (1916–1917)[1]

1918

717.000 άνδρες
2.609 πυροβόλα
2.682 πολυβόλα
6.434 αυτόματα τουφέκια
200 αεροσκάφη

Το Μακεδονικό Μέτωπο, γνωστό και ως Μέτωπο της Θεσσαλονίκης, του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου σχηματίστηκε μετά από μια προσπάθεια των δυνάμεων της Αντάντ να βοηθήσουν το Βασίλειο της Σερβίας, το φθινόπωρο του 1915, να αντιμετωπίσει τη συντονισμένη επίθεση της Γερμανίας, της Αυστροουγγαρίας και της Βουλγαρίας. Η βοήθεια της Αντάντ έφθασε αργά και οδήγησε στην πτώση της Σερβίας, ενώ η κατάσταση επιδεινώθηκε από την εσωτερική πολιτική κρίση στην Ελλάδα (βλ. Εθνικός Διχασμός). Τελικά, το μέτωπο σταθεροποιήθηκε και επεκτάθηκε από την ακτή της Αδριατικής στην Αλβανία μέχρι τον ποταμό Στρυμόνα, με τους Συμμάχους να συγκεντρώνουν μεγάλες δυνάμεις για να αντιμετωπίσουν τον βουλγαρικό στρατό, ο οποίος λάμβανε ενισχύσεις από τις υπόλοιπες Κεντρικές Δυνάμεις. Το Μακεδονικό Μέτωπο παρέμεινε σχετικά σταθερό, παρά τις τοπικές αψιμαχίες, μέχρι τη μεγάλη συμμαχική επίθεση τον Σεπτέμβριο του 1918 που έληξε με την παράδοση της Βουλγαρίας και την απελευθέρωση της Σερβίας.[2]

Υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αυστροουγγαρία επιτέθηκε στη Σερβία τον Αύγουστο του 1914 αλλά δεν κατάφερε να νικήσει. Μετά την είσοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο με το πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων (Νοέμβριος 1914), αποφασιστικός παράγοντας στα Βαλκάνια έγινε η συμπεριφορά της Βουλγαρίας. Η Βουλγαρία καταλάμβανε μια στρατηγικά σημαντική θέση στο άκρο της Σερβίας και η παρέμβαση της και στις δύο πλευρές των εμπολέμων θα ήταν αποφασιστική. Η Βουλγαρία και η Σερβία συγκρούστηκαν μεταξύ τους δύο φορές τα τελευταία 30 χρόνια: στον σερβοβουλγαρικό πόλεμο του 1885 και στον Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο το 1913. Η Βουλγαρία υπέστη ήττα το 1913 και η βουλγαρική κυβέρνηση (καθώς και η κοινή γνώμη) θεωρούσε πως η Σερβία είχε τον έλεγχο σε εδάφη που δικαιωματικά άνηκαν στη Βουλγαρία. Ενώ η Αντάντ μπορούσε να υποσχθεί μονάχα μικρές εδαφικές παραχωρήσεις από τη Σερβία και την ουδέτερη Ελλάδα, οι Κεντρικές Δυνάμεις υποσχέθηκαν να παραχωρήσουν τα εδάφη που οι Βούλγαροι πάντα επιθυμούσαν. Μετά τη συμμαχική ήττα στην εκστρατεία της Καλλίπολης (Απρίλιος 1915-Ιανουάριος 1916) και την ήττα των Ρώσων στο Γκόρλιτς-Ταρνόβ (Μάης-Σεπτέμβριος 1916), ο βασιλιάς Φερδινάνδος της Βουλγαρίας υπέγραψε συμμαχία με τη Γερμανία στις 21 Σεπτεμβρίου 1915 και οι Βούλγαροι ξεκίνησαν την κινητοποίηση για τον πόλεμο.[3]

Τριπλή εισβολή και πτώση της Σερβίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατάληψη της Σερβίας (1915)
Η υποχώρηση του σερβικού στρατού στα τέλη Οκτωβρίου του 1915 από τη βόρεια στη νότια Σερβία
Προπαγανδιστική αφίσα που παρουσιάζει τη νίκη των Κεντρικών Δυνάμεων στη Σερβία το 1915
Η υποχώρηση των σερβικών δυνάμεων το χειμώνα του 1915-1916 μέσω των χιονισμένων βουνών της Αλβανίας στην ακτή της Αδριατικής
Θάνατος στο χιόνι
Οι εξουθενωμένοι Σέρβοι στρατιώτες περιμένουν τα συμμαχικά πλοία (Φεβρουάριος 1916)

Μετά τη νίκη του σερβικού στρατού στη μάχη του Κολουμπάρα τον Δεκέμβριο του 1914, το σερβικό μέτωπο είδε μια ανάπαυλα μέχρι το φθινόπωρο του 1915. Υπό τις διαταγές του Αρχιστράτηγου Άουγκουστ φον Μάκενσεν, η Αυστροουγγρική Βαλκανική Στρατιά, η 11η Γερμανική Στρατιά και οι στολίσκοι του Δούναβη και του Σάβα προχώρησαν σε επίθεση κατά της Σερβίας στις 6 Οκτωβρίου 1915. Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1915, παρά την απίστευτη θυσία του σερβικού στρατού, η Αυστροουγγρική Βαλκανική Στρατιά, έχοντας περάσει τους ποταμούς Σάβα και Δρίνα, μαζί με την 11η Γερμανική Στρατιά που πέρασε τον Δούναβη, κατέλαβαν το Βελιγράδι, το Σμεντέρεβο, το Ποζάρεβακ και το Κολούμπακ, δημιουργώντας ένα ευρύ προγεφύρωμα στους ποταμούς Σάβα και Δούναβη και αναγκάζοντας τους Σέρβους να υποχωρήσουν στη νότια Σερβία.[4]

Στις 15 Οκτωβρίου 1915, δύο βουλγαρικές στρατιές προχώρησαν σε επίθεση κατά των σερβικών δυνάμεων στην κοιλάδα του Νότιου Μοράβα κοντά στο Βράνιε που έληξε στις 22 Οκτωβρίου 1915. Οι βουλγαρικές δυνάμεις κατέλαβαν το Κουμάνοβο, στο Στιπ και τα Σκόπια και ανάγκασαν τους Σέρβους να υποχωρήσουν μέσω Αλβανίας στην Ελλάδα και στη Θεσσαλονίκη.[5]

Για χρόνια, οι Σύμμαχοι (Βρετανία και Γαλλία) υπόσχονταν να στείλουν στρατιωτικές δυνάμεις στη Σερβία, αλλά δεν υλοποιήθηκε καμία υπόσχεση. Αλλά λόγω της βουλγαρικής κινητοποίησης στα νότια, η κατάσταση για τη Σερβία επιδεινώθηκε. Τελικά, οι Γάλλοι και οι Βρετανοί αποφάσισαν να στείλουν μια δύναμη από 2 μεραρχίες για να βοηθήσουν τους Σέρβους, αλλά έφθασαν πολύ αργά στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και δεν μπορούσαν να επηρεάσουν την κατάσταση. Κύριος λόγος της καθυστέρησης ήταν η έλλειψη δυνάμεων λόγω της κρίσιμης κατάστασης στο Δυτικό Μέτωπο. Η Αντάντ χρησιμοποίησε την ουδετερότητα της Ελλάδας ως δικαιολογία, αν και μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τις ακτές της Αλβανίας για γρήγορη μεταφορά ενισχύσεων και εξοπλισμού στους πρώτους 14 μήνες του πολέμου, όπως είχε προτείνει ο Στρατάρχης Ράντομιρ Πούτνικ, ο στρατός του Μαυροβουνίου διασφάλισε τις ακτές της Αλβανίας από τα νότια, σε ασφαλή απόσταση από οποιαδήποτε βουλγαρική προώθησε στα νότια (σε περίπτωση βουλγαρικής επίθεσης). Η Αντάντ καθυστέρησε να στείλει ενισχύσεις στη Σερβία λόγω των μυστικών διαπραγματεύσεων με τη Βουλγαρία, η είσοδος της οποίας (στο πλευρό της Αντάντ) θα μείωνε την ανάγκη γαλλοβρετανικής βοήθειας στη Σερβία.[6]

Οι Κεντρικές Δυνάμεις χρησιμοποίησαν κατά της Σερβίας μια βουλγαρική στρατιά, μια γερμανική στρατιά και μια αυστροουγγρική στρατιά υπό τις διαταγές του Άουγκουστ φον Μάκενσεν. Η γερμανική και η αυστροουγγρική επίθεση ξεκίνησε στις 7 Οκτωβρίου με βαρύ κανονιοβολισμό μαζί με επιθέσεις κατά μήκος των ποταμών. Τότε, στις 11 Οκτωβρίου, οι Βούλγαροι επιτέθηκαν από δύο κατευθύνσεις, μια από τη βόρεια Βουλγαρία προς τη Νις και μια από τα νότια προς τα Σκόπια (βλ. χάρτη). Οι Βούλγαροι γρήγορα διέσπασαν τη σερβική άμυνα. Μετά την ήττα από τους Βούλγαρους, η θέση των Σέρβων έγινε πιο απελπιστική - στα βόρεια, ο στρατός είτε περικυκλώθηκε είτε υποχώρηση. Οι επιτιθέμενοι είχαν σκοτώσει αρκετούς υψηλόβαθμους αξιωματικούς του σερβικού στρατού, όπως ο Ταγματάρχης Τζόβαν Νίκολιτς.[7]

Ο Στρατάρχης Πούτνικ διέταξε ολοκληρωτική υποχώρηση, προς τα νότια και προς τα δυτικά μέσω του Μαυροβουνίου προς την Αλβανία. Οι Σέρβοι αντιμετώπισαν σοβαρές δυσκολίες: κακοκαιρία, κακοί δρόμοι και ανάγκη του στρατού να βοηθήσουν τις δεκάδες χιλιάδες των προσφύγων. Μονάχα 125.000 Σέρβοι στρατιώτες έφθασαν στην ακτή της Αδριατικής και μεταφέρθηκαν με ιταλικά πλοία στη Κέρκυρα και σε άλλα ελληνικά νήσια, πριν ταξιδέψουν στη Θεσσαλονίκη. Ο Στρατάρχης Πούτνικ, ωστόσο, πέθανε ένα χρόνο αργότερα σε γαλλικό νοσοκομείο.

Γάλλοι στρατιώτες στη Θεσσαλονίκη (1915)

Οι γαλλικές και οι βρετανικές μεραρχίες βάδισαν βορείως της Θεσσαλονίκης τον Οκτώβριο του 1915 υπό τις διαταγές του Γάλλου Στρατηγού Μωρίς Σαράιγ. Ωστόσο, το Πολεμικό Γραφείο του Λονδίνου ήταν απρόθυμο να επιτρέψει μια βρετανική προώθηση στο βάθος της Σερβίας. Έτσι, οι γαλλικές μεραρχίες προωθήθηκαν μόνες τους μέχρι τον ποταμό Βαρδάρη. Η προώθηση έδωσε μια μικρή βοήθεια στον σερβικό στρατό που υποχωρούσε, καθώς οι Βούλγαροι αναγκάστηκαν να συγκεντρώσουν περισσότερες δυνάμεις στο νότιο άκρο, γεγονός που οδήγησε στη μάχη του Κρίβολακ (Οκτώβριος-Νοέμβριος του 1915).[8] Μέχρι το τέλος Νοεμβρίου, ο Στρατηγός Σαράιγ αναγκάστηκε να υποχωρήσει λόγω των μαζικών βουλγαρικών επιθέσεων. Κατά τη διάρκεια της υποχώρησης, οι Βρετανοί στο Κοστούρινο αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Μέχρι τις 12 Δεκεμβρίου, όλες οι συμμαχικές δυνάμεις επέστρεψαν στην Ελλάδα. Οι Γερμανοί διέταξαν τους Βούλγαρους να μην περάσουν τα ελληνικά σύνορα, καθώς ήταν απρόθυμοι να διακινδυνεύσουν μια πιθανή είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο λόγω μιας βουλγαρικής εισβολής στη Μακεδονία. Οι Σύμμαχοι εκμεταλλεύτηκαν αυτό το γεγονός και ενίσχυσαν τις θέσεις τους πίσω από τα σύνορα.[9]

Η επίθεση στη Σερβία επέτρεψε στους Γερμανούς να στείλουν ενισχύσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μέσω του σιδηρόδρομου Βερολίνο-Κωνσταντινούπολη. Παρά τη νίκη των Κεντρικών Δυνάμεων, οι Σύμμαχοι κατάφεραν να σώσουν μερικές μονάδες του σερβικού στρατού, ο οποίος απέφυγε την απόλυτη καταστροφή και που χάρη σε αναδιοργάνωση κατάφερε να προχωρήσει σε νέες επιχειρήσεις 6 μήνες αργότερα. Οι Σύμμαχοι προσπάθησαν να αντικαταστήσουν το σερβικό μέτωπο με ένα μέτωπο στη Μακεδονία - ένα μέτωπο που θα τους έδινε την τελική νίκη μετά από 3 χρόνια.[10]

Σταθεροποίηση του μετώπου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μάχες στα ελληνικά σύνορα (1916)
Γάλλοι στρατιώτες με αντιαεροπορικό πυροβόλο διαμετρήματος 75 χιλιοστόμετρων στη Θεσσαλονίκη

Στις 5 Ιανουαρίου 1916, η Αυστροουγγαρία επιτέθηκε στο Μαυροβούνιο. Ο μικρός στρατός του Μαυροβουνίου έδειξε σθεναρή αντίσταση στη μάχη του Μόζκοβακ που βοήθησε σημαντικά την υποχώρηση του σερβικού στρατού, αλλά αναγκάστηκε σε παράδοση στις 25 Ιανουαρίου.[11] Οι αυστροουγγρικές δυνάμεις προωθήθηκαν προς την ακτή της Αδριατικής και επιτέθηκαν στην Αλβανία, η οποία ελεγχόταν από την Ιταλία. Μέχρι το τέλος του χειμώνα, ο μικρός ιταλικός στρατός υποχώρησε σχεδόν απ' όλη την αλβανική επικράτεια.[12] Σ' αυτό το σημείο, καθώς ο πόλεμος στα Βαλκάνια έληγε με ήττα, το Βρετανικό Γενικό Επιτελείο θέλησε να απομακρύνει τις βρετανικές δυνάμεις από την Ελλάδα, αλλά η γαλλική κυβέρνηση διαμαρτυρήθηκε και οι δυνάμεις παρέμειναν στην Ελλάδα. Οι συμμαχικές δυνάμεις παρατάχθηκαν γύρω από τη Θεσσαλονίκη που έγινε μεγάλο οχυρωμένο στρατόπεδο και έλαβαν το ψευδώνυμο «Κηπουροί της Θεσσαλονίκης».[10] Ο σερβικός στρατός, υπό τις διαταγές του Στρατηγού Πέταρ Μπόζοβιτς, μεταφέρθηκε από τους Γάλλους στο Μακεδονικό Μέτωπο.[13]

Εν τω μεταξύ, η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα ήταν περίπλοκη. Επισήμως, η Ελλάδα ήταν ουδέτερη αλλά ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α' ήταν φιλογερμανός, ενώ ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν με το πλευρό της Αντάντ. Αρχικά, η Ελλάδα υποστήριξε τη δράση των Γάλλων και των Βρετανών που αφορούσε στη διάσωση του σερβικού στρατού, αλλά άλλαξε πολιτική μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Συμμάχους.[14] Ενώ η στάση του βασιλιά οδήγησε τον Βενιζέλο σε παραίτηση, η βασιλική κυβέρνηση τάχθηκε επισήμως κατά της παραμονής των συμμαχικών στρατευμάτων στη Θεσσαλονίκη αλλά δεν ήταν σε θέση να αλλάξει κάτι. Οι Γερμανοί, οι οποίοι ήθελαν να διατηρήσουν την ελληνική ουδετερότητα, ήταν προσεκτικοί στο να μην περάσουν τα ελληνικά σύνορα.[15]

Γάλλοι εκπαιδεύουν τους Σέρβους στη χρήση των ολμοβόλων χαρακωμάτων (1916-1917)

Τον Μάη του 1916, ο Σαράιγ ζήτησε την αποστράτευση του ελληνικού στρατού. Αν και η ελληνική κυβέρνηση συμμορφώθηκε, αυτή η πράξη την οδήγησε πιο κοντά στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων. Γνωρίζοντας πως η Ρουμανία ήταν έτοιμη να εισέλθει στον πόλεμο με το πλευρό της Αντάντ, ο Σαράιγ ξεκίνησε τις προετοιμασίες για μια επίθεση κατά των Βουλγάρων.[16] Οι Γερμανοί, χάρη στη βοήθεια Έλληνων φιλογερμανών, ετοίμασαν μια δική τους επίθεση. Η γερμανική επίθεση ξεκίνησε στις 17 Αυγούστου, 3 μέρες πριν την αναμενόμενη αρχή της γαλλικής επίθεσης. Στην πραγματικότητα, η επίθεση ήταν βουλγαρική, καθώς ο αυστροουγγρικός στρατός βρισκόταν στην Αλβανία ενώ οι Γερμανοί είχαν μονάχα μια μεραρχία στα σύνορα με την Ελλάδα. Οι Βούλγαροι επιτέθηκαν σε δύο μέτωπα. Στα ανατολικά, κατέλαβαν με ευκολία ολόκληρη την ελληνική επικράτεια στα ανατολικά του Στρυμόνα (βλ. μάχη του Στρυμόνα). Στα δυτικά, οι βουλγαρικές δυνάμεις (αν και είχαν αρχικά το πλεονέκτημα) δεν κατάφεραν να νικήσουν τις συμμαχικές δυνάμεις, οι οποίες έστησαν αμυντικές γραμμές. Στις 12 Σεπτεμβρίου, έχοντας απωθήσει όλες τις βουλγαρικές επιθέσεις, οι Σύμμαχοι πέρασαν στην αντεπίθεση.[17] Η συμμαχική προώθηση ήταν αργή και συνεχίστηκε τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο. Οι Γερμανοί έστειλαν δύο μεραρχίες για να ενισχύσουν τους Βούλγαρους, αλλά στις 19 Νοεμβρίου, οι Σέρβοι και οι Γάλλοι κατέλαβαν το Καϊμακτσαλάν και ανάγκασουν τις Κεντρικές Δυνάμεις να παραχωρήσουν το Μοναστήρι στους Συμμάχους. Οι Σύμμαχοι έχασαν περίπου 50.000 στρατιώτες, ενώ οι Βούλγαροι και οι Γερμανοί έχασαν περίπου 60.000 στρατιώτες (νεκροί ή αιχμάλωτοι) και το μέτωπο προωθήθηκε κατά 40 χιλιόμετρα.[18]

Η επιτυχής βουλγαρική προώθηση στην ελληνοκρατούμενη ανατολική Μακεδονία προκάλεσε κρίση στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση ήθελε να παραμείνει ουδέτερη και διέταξε το Δ' Σώμα Στρατού να μην αντισταθεί και να υποχωρήσει στο λιμάνι της Καβάλας για εκκένωση, αν και δεν έγινε αποδεκτή η χρήση πολεμικών πλοίων. Παρά την τοπική αντίσταση μερικών αξιωματικών και των δυνάμεων τους, οι περισσότερες δυνάμεις και οι διοικητές τους παραδόθηκαν στους Γερμανούς και μεταφέρθηκαν στο Γκέρλιτς, όπου έμειναν μέχρι το τέλος του πολέμου. Η παράδοση περιοχών που καταλήφθηκαν μετά το τέλος του Δεύτερου Βαλκανικού Πολέμου (1913) στους μισητούς Βουλγάρους έγινε η τελευταία σταγόνα για τους βενιζελικούς αξιωματικούς. Μετά τη συνενοχή της Αντάντ, προχώρησαν σε πραξικόπημα που διατήρησε τη Θεσσαλονίκη και την ελληνική Μακεδονία στα χέρια του Βενιζέλου. Απ' αυτό το σημείο, η Ελλάδα είχε δύο κυβερνήσεις, με την «επίσημη» βασιλική κυβέρνηση στην Αθήνα και την «επαναστατική» φιλοβενιζελική Κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη. Οι Σύμμαχοι αναγνώριζαν τη βασιλική κυβέρνηση μέχρι τον Ιούνιο του 1917. Εν τω μεταξύ, οι Ιταλοί μετέφεραν περισσότερες δυνάμεις στην Αλβανία και προσπάθησαν να απωθήσουν τις αυστριακές δυνάμεις στη λίμνη Όστροβο.[19]

1917[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αντεπίθεση των Βουλγάρων στην Γιαρέμπιτσνα (1917)

Μέχρι την άνοιξη του 1917, η στρατιά του Σαράιγ ενισχύθηκε από 24 μεραρχίες, 6 γαλλικές, 6 σερβικές, 7 βρετανικές, 1 ιταλική, 1 ρωσική και 3 ελληνικές ταξιαρχίες. Οι Σύμμαχοι σκόπευαν να επιτεθούν στα τέλη του Απρίλη, αλλά η αρχική επίθεση έληξε με αποτυχία και με μεγάλες απώλειες στις 21 Μαΐου.[20] Οι Σύμμαχοι κατέλαβαν τη Θεσσαλία που εκκενώθηκε από τον φιλοβασιλικό ελληνικό στρατό και τον Ισθμό της Κορίνθου, με αποτέλεσμα να μοιράσουν τη χώρα. Η προσπάθεια των Συμμάχων να καταλάβουν την Αθήνα μετα βίας οδήγησε σε αντίδραση των ελληνικών δυνάμεων και έληξε με φιάσκο τον Δεκέμβριο (βλ. Νοεμβριανά), με τους Συμμάχους να προχωρούν σε ναυτικό αποκλεισμό της νότιας Ελλάδας που έμεινε πιστή στον βασιλιά. Τον Ιούνιο, οι Σύμμαχοι πέτυχαν την ανατροπή του βασιλιά Κωνσταντίνου (στις 14 Ιουνίου, ο γιός του Κωνσταντίνου, Αλέξανδρος, έγινε βασιλιάς) και την επανένωση της χώρας υπό την ηγεσία του Βενιζέλου. Η νέα κυβέρνηση κήρυξε αμέσως τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις και προχώρησε στη δημιουργία νέου στρατού.[21] Παρ' ολ' αυτά, ο Γάλλος πρωθυπουργός Ζορζ Κλεμανσό ανακάλεσε τον Σαράιγ τον Νοέμβριο και ανέθεσε τη διοίκηση στον Στρατηγό Αντόλφ Γκιγιόμα.[22]

1918[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αντίπαλες δυνάμεις στα μέσα Σεπτεμβρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κεντρικές Δυνάμεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ομάδα Στρατιών Σχόλτζ (Στρατηγός Πυροβολικού Φρίντριχ φον Σχόλτζ)
Στρατιά Διοικητής Σημείωση Σώμα Διοικητής Μεραρχίες
11η Γερμανική Στρατιά Στρατηγός Πεζικού Κούνο φον Στέμπεν 61o (LXI) Σώμα Αντιστράτηγος Φρίντριχ Φλεκ 1η, 6η και Μικτή Βουλγαρική Μεραρχία
62ο (LXII) Σώμα Αντιστράτηγος Καρλ Σούερν 302η Γερμανική Μεραρχία, 4η, 2η και 3η Βουλγαρική Μεραρχία
1η Βουλγαρική Στρατηγός Αντιστράτηγος Στέφαν Νερέζοβ 5η, Βουνίσια, 9η Βουλγαρική Μεραρχία Πεζικού και 1/11 Ταξιαρχία Πεζικού
Ανώτατη διοίκηση Βουλγάρων (Αντιστράτηγος Γκεόργκι Τόντοροβ)
Στρατιά Διοικητής Σημείωση Σώμα Διοικητής Μεραρχίες
2η Βουλγαρική Στρατιά Αντιστράτηγος Ιβάν Λούκοβ 11η, 7η και 8η Βουλγαρική Μεραρχία Πεζικού
4η Βουλγαρική Στρατιά Αντιστράτηγος Στέφαν Τόσεβ 10η Βουλγαρική Μεραρχία Πεζικού και 2η Βουλγαρική Μεραρχία Ιππικού

Αντάντ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συμμαχικές στρατιές στην Ανατολή (Στρατηγός Λουί Φρανσέτ ντ' Εσπέρεϋ)
Στρατιά Διοικητής Σημείωση Σώμα Διοικητής Μεραρχίες
Γαλλική Στρατιά του Οριέντ Στρατηγός Πάουλ Χένρυς 30η, 76η, 57η, 156η Γαλλική Μεραρχία Πεζικού, 35η Ιταλική Μεραρχία Πεζικού, 11η Γαλλική Αποικιακή Μεραρχία, 3η και 4η Ελληνική Μεραρχία Πεζικού
Γαλλοσερβική Ομάδα Αρχιστράτηγος Ζίβοζιν Μίσιτς Μεραρχία Πεζικού Δρίνα, Μοράβα, Γιούγκοσλαβ και Τίμοκ, 122η και 17η Γαλλική Μεραρχία Πεζικού
1η Ομάδα Μεραρχιών Στρατηγός Φιλίπ ντ' Ανσέλμ 16η Γαλλική Αποικιακή Μεραρχία, Ελληνική Μεραρχία Αρχιπελάγου και 27η Βρετανική Μεραρχία Πεζικού
Βρετανική Στρατιά της Θεσσαλονίκης Στρατηγός Τζώρτζ Μιλν 12ο (XII) Σώμα Αντιστράτηγος Χένρι Ουίλσον 22η και 26η Βρετανική Μεραρχία Πεζικού, Ελληνική Μεραρχία Σερρών
16ο (ΧVI) Σώμα Αντιστράτηγος Τσάρλς Τζέιμς Μπρίγκς 28η Βρετανική Μεραρχία Πεζικού και Ελληνική Μεραρχία Κρήτης
Β' Σώμα Μεραρχία Ξάνθης και 14η Ελληνική Μεραρχία Πεζικού
Ελληνική Στρατιά Αντιστράτηγος Παναγιώτης Δαγκλής Α' Σώμα Ανιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος 1η, 2η και 13η Ελληνική Μεραρχία Πεζικού
9η Ελληνική Μεραρχία Πεζικού (εκπαίδευση)

Στρατιωτικές επιχειρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Συνταγματάρχης Νικόλας Χριστοδούλου, ένας από τους ηγέτες του Κινήματος Εθνικής Αμύνης ανακρίνει Βούλγαρους στρατιώτες

Τον Μάη, οι ελληνικές δυνάμεις του Στρατηγού Γκιγιόμα επιτέθηκαν και κατέλαβαν μια δυνατή βουλγαρική θέση στο Σκρα - αυτή ήταν η πρώτη μεγάλη ελληνική επιχείρηση στο πλευρό της Αντάντ.[23] Καθώς η γερμανική ανοιξιάτικη επίθεση απειλούσε τη Γαλλία, ο Γκιγιόμα ανακλήθηκε στο Παρίσι και αντικαταστάθηκε από τον Στρατηγό Φρανσέτ ντ' Εσπέρεϋ. Αν και ο Εσπέρεϋ πρότεινε μια επίθεση κατά του βουλγαρικού στρατού, η γαλλική κυβέρνηση αρνήθηκε να επιτρέψει την επίθεση μέχρι να συμφωνήσουν όλες οι χώρες. Ο Στρατηγός Γκιγιόμα, ο οποίος δεν ήταν πλέον χρήσιμος στη Γαλλία, ταξίδεψε από το Λονδίνο στη Ρώμη, προσπάθησε να πείσει την κυβέρνηση να δεχτεί τη διεξαγωγή της επίθεσης. Τελικά, τον Σεπτέμβριο, επιτεύχθηκε συμφωνία και ο Εσπέρεϋ έλαβε την άδεια να προχωρήσει σε μεγάλη επίθεση.[24]

Οι συμμαχικές δυνάμεις ήταν πολύ μεγάλες παρά την έξοδο της Ρωσίας από τον πόλεμο τον Μάρτη του 1918 (βλ. Συνθήκη του Μπρεστ - Λιτόφσκ). Η Αντάντ είχε στη διάθεση της ολόκληρο τον ελληνικό στρατό (9 μεραρχίες), καθώς και 6.000 άνδρες της Λεγεώνας των Τσεχοσλοβάκων, οι οποίοι έφυγαν από τη Ρωσία και ήταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τις αυστροουγγρικές δυνάμεις. Οι Βούλγαροι αύξησαν επίσης τον στρατό τους κατά το 1917 - οι Σύμμαχοι είχαν στη διάθεση τους 291 τάγματα έναντι 300 βουλγαρικών ταγμάτων, καθώς και άλλων 10 γερμανικών ταγμάτων. Οι Σύμμαχοι ήταν σίγουροι για τη νίκη τους, ενώ οι Βούλγαροι ήταν σίγουροι για την ήττα. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρισκόταν στην καταστροφή, η αυστροουγγρική κυβέρνηση βρισκόταν στο χάος και ο γερμανικός στρατός ηττήθηκε στο Δυτικό Μέτωπο. Οι Βούλγαροι δεν είχαν σκοπό να πολεμήσουν για μια χαμένη υπόθεση.[25]

Στις 14 Σεπτεμβρίου, οι Σύμμαχοι προχώρησαν σε κανονιοβολισμό για τη μάχη του Ντόμπρο Πόλε. Την επόμενη μέρα, οι Γάλλοι και οι Σέρβοι επιτέθηκαν και κατέλαβαν το Ντόμπρο Πόλε.[26] Στις 18 Σεπτεμβρίου, οι Έλληνες και οι Βρετανοί επιτέθηκαν αλλά υπέστησαν σοβαρές απώλειες από τους Βούλγαρους κατά τη μάχη της Δοϊράνης.[27] Ο γαλλοσερβικός στρατός συνέχισε να προωθείται την επόμενη μέρα, ενώ μερικές βουλγαρικές ξεκίνησαν να παραδίδουν θέσεις αμαχητί και η βουλγαρική διοίκηση διέταξε υποχώρηση.[28]

Στην επίσημη ιστορία της βρετανικής κυβέρνησης για τη μακεδονική εκστρατεία, ο Κυρίλ Φαλς (Cyrill Falls) έδωσε μια λεπτομερή ανάλυση για την κατάσταση των βουλγαρικών δυνάμεων και την κατάσταση στο μέτωπο. Παρά την ήττα στο Ντόμπρο Πόλε και τη συμμαχική προώθηση, ο βουλγαρικός στρατός δεν αποδιοργανώθηκε και επιχείρησε οργανωμένη υποχώρηση. Μέχρι τις 29 Σεπτεμβρίου (μια μέρα πριν την έξοδο της Βουλγαρίας από τον πόλεμο), τα Σκόπια έπεσαν, αλλά μια δυνατή γερμανοβουλγαρική δύναμη διατάχθηκε να ανακαταλάβει την πόλη την επόμενη μέρα - κατά τη διάρκεια της ημέρας, περίπου 15.000 Βούλγαροι στρατιώτες αιχμαλωτίστηκαν.[29]

Τα Κοιμητήρια του Ζέιτενλικ (Θεσσαλονίκη)

Τότε, οι Βούλγαροι ζήτησαν ανακωχή. Ένας μεγάλος αριθμός από Βούλγαρους στρατιώτες απεστάτησαν και συγκεντρώθηκαν στον σιδηροδρομικό σταθμό του Ράντομιρ στη Βουλγαρία, μόλις 48 χιλιόμετρα από την Σόφια. Στις 27 Σεπτεμβρίου, οι ηγέτες της Βουλγαρικής Αγροτικής Εθνικής Ένωσης έλαβε τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους των βουλγαρικών δυνάμεων, ανακήρυξε την πτώση της μοναρχίας και την ίδρυση βουλγαρικού κράτους. Περίπου 4.000-5.000 επαναστάτες απείλησαν τη Σόφια την επόμενη μέρα. Το Μακεδονικό Μέτωπο διαλύθηκε το μεσημέρι της 30ης Σεπτεμβρίου καθώς τέθηκε σε ισχύ η ανακωχή με τη Βουλγαρία. Η εξέγερση των στρατιωτών έληξε στις 2 Οκτωβρίου. Ο Τσάρος Φερδινάνδος παραιτήθηκε και εξορίστηκε στις 3 Οκτωβρίου.[30]

Ο βρετανικός στρατός πορεύτηκε προς ανατολάς στην ευρωπαϊκή πλευρά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ οι γαλλικές και οι σερβικές δυνάμεις πορεύτηκαν προς τα βόρεια. Ο βρετανικός στρατός έφθασε κοντά στην Κωνσταντινούπολη χωρίς να συναντήσει αντίσταση και η οθωμανική κυβέρνηση ζήτησε ανακωχή (βλ. συνθήκη του Μούδρου) στις 26 Οκτωβρίου - ο Ισμαήλ Εμβέρ και οι συνεργάτες του είχαν φύγει νωρίτερα στο Βερολίνο. Παράλληλα, ο γαλλικός και ο σερβικός στρατός ανακατέλαβαν τη Σερβία και διέλυσαν μερικές αδύναμες γερμανικές μεραρχίες που προσπαθούσαν να σταματήσουν τη συμμαχική προώθηση στη Νις. Στις 3 Νοεμβρίου, η Αυστροουγγαρία αναγκάστηκε να υπογράψει ανακωχή στο Ιταλικό Μέτωπο και ο πόλεμος έληξε. Στις 10 Νοεμβρίου, οι δυνάμεις του Εσπέρεϋ πέρασαν τον Δούναβη και ήσαν έτοιμες να εισέλθουν στην καρδιά της Ουγγαρίας. Μετά από αίτημα του Γάλλου Στρατηγού, ο Μιχάλι Κάρολυϊ, ηγέτης της ουγγρικής κυβέρνησης, υπέγραψε ανακωχή.[31]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Campaigns, Macedonia front.
  2. A. Palmer, The Gardeners of Salonika, The Macedonian Campaign 1915–1918 (1965)
  3. Falls 1933, σσ. 1–22.
  4. Falls 1933, σσ. 22–33.
  5. Falls 1933, σσ. 33–39.
  6. Falls 1933, σσ. 31–32, 42–50.
  7. Falls 1933, σσ. 33–37.
  8. Falls 1933, σσ. 57–62.
  9. Falls 1933, σσ. 50–84.
  10. 10,0 10,1 Falls 1933, σσ. 85–103.
  11. Falls 1933, σσ. 32–36.
  12. Falls 1933, σ. 110.
  13. Falls 1933, σσ. 119–120.
  14. Falls 1933, σσ. 71–81.
  15. Falls 1933, σσ. 107, 130.
  16. Falls 1933, σσ. 104–111.
  17. Falls 1933, σσ. 152–184.
  18. Falls 1933, σσ. 172–196 234–240.
  19. Falls 1933, σσ. 208–230, 348–261.
  20. Falls 1933, σσ. 302–345.
  21. Falls 1933, σσ. 348–362.
  22. Falls 1933, σσ. 269–293.
  23. Falls 1935, σ. 89.
  24. Falls 1935, σσ. 101–112.
  25. Falls 1935, σσ. 131–134.
  26. Falls 1935, σσ. 147–158.
  27. Falls 1935, σσ. 159–192.
  28. Falls 1935, σσ. 193–202.
  29. Falls 1935, σσ. 203–245.
  30. Falls 1935, σσ. 246–253.
  31. Falls 1935, σσ. 254–279.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Esposito, V. (1959). The West Point Atlas of American Wars, Vol II. Westport, Cn: Praeger. OCLC 311479559. 
  • Falls, C. (1933). Military Operations Macedonia: From the Outbreak of War to the Spring of 1917. History of the Great War Based on Official Documents by Direction of the Historical Section of the Committee of Imperial Defence. I (IWM and Battery Press 1996 έκδοση). London: HMSO. ISBN 0-89839-242-X. 
  • Falls, C. (1935). Military Operations Macedonia: From the Spring of 1917 to the End of the War. History of the Great War Based on Official Documents by Direction of the Historical Section of the Committee of Imperial Defence. II (IWM and Battery Press 1996 έκδοση). Nashville, TN: HMSO. ISBN 0-89839-243-8. 
  • Hall, R. (2010). Balkan Breakthrough: The Battle of Dobro Pole 1918. Bloomington, In: Indiana University Press. ISBN 0-253-35452-8. 
  • Palmer, A (1965). The Gardeners of Salonika, The Macedonian Campaign 1915–1918. London: Andre Deutsch. ISBN 0-23395-748-0. 
  • Parker, C. (1964). Return to Salonika. London: Cassell. OCLC 450429. 
  • Wakefield, A.; Moody, S. (2004). Under the Devil's Eye: Britain's Forgotten Army at Salonika 1915–1918. London: History Press. ISBN 0-7509-3537-5. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Macedonian front της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).