Κίνημα Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Στην Ελλάδα, στις 22 Οκτωβρίου 1923, τρεις μόλις μέρες μετά την προκήρυξη βουλευτικών εκλογών για τις 16 Δεκεμβρίου 1923, ξέσπασε στρατιωτικό κίνημα με ηγέτες τους Υποστρατήγους Γεώργιο Λεοναρδόπουλο και Παναγιώτη Γαργαλίδη και τον Συνταγματάρχη Γ. Ζήρα, εξ ου και η ονομασία αυτού του κινήματος.

Το Χρονικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε στην οργάνωση και την εκδήλωση του κινήματος μια ομάδα κατώτερων αντιβενιζελικών αξιωματικών, γνωστή ως " Οργάνωση Ταγματαρχών "[1], οι οποίοι βρισκόταν σε άμεση επαφή με τον Ι. Μεταξά ενώ ταυτόχρονα, στην προσπάθειά τους να παρουσιάσουν την κίνησή τους ως υπερκομματική, προσέφεραν την αρχηγία στους υποστράτηγους Λεοναρδόπουλο και Γαργαλίδη που ήταν βενιζελικών πεποιθήσεων καθώς και στον συνταγματάρχη Γεώργιο Ζήρα,[2].

Οι κινηματίες προσκαλούσαν την Επαναστατική Κυβέρνηση να διαλυθεί. Οι κινηματίες είχαν κατορθώσει να προσεταιριστούν τις περισσότερες στρατιωτικές μονάδες στη Μακεδονία και τη Θράκη, περιοχές που είχε αναλάβει να κινητοποιήσει ο Γ. Ζήρας, καθώς και όλες τις στρατιωτικές φρουρές της Πελοποννήσου, που οι αξιωματικοί τους ήταν, στη μεγάλη πλειοψηφία τους, αντιβενιζελικοί. Ακόμη, εκδηλώθηκαν υπέρ του Κινήματος και μονάδες του Ε΄ Σώματος Στρατού στην Ήπειρο. Πιστές στην Επαναστατική Κυβέρνηση έμειναν οι φρουρές της Αθήνας , της Θεσσαλονίκης, της Λάρισας και των Ιωαννίνων[3], ενώ και το Ναυτικό έμεινε πιστό στην κυβέρνηση αφού ούτως ή άλλως, ο Γαργαλίδης είχε ταχθεί εναντίον της συμμετοχής του στόλου στο κίνημα[4].

Η Επαναστατική Κυβέρνηση, που αρχικά αιφνιδιάστηκε, αντέδρασε πολύ γρήγορα και δυναμικά. Ο Νικόλαος Πλαστήρας αφού χαρακτήρισε το Κίνημα «προδοτική πράξη», κήρυξε το στρατιωτικό νόμο και κινητοποίησε τις στρατιωτικές μονάδες που είχαν μείνει πιστές στη κυβέρνηση. Η επίκληση ενότητας και η επίκληση των εκλογών, που είχαν προκηρυχτεί για το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, αλλά και η αποφασιστικότητα που έδειξε η κυβέρνηση, μετά την αρχική εφεκτική στάση του πρωθυπουργού Στ. Γονατά, απομόνωσαν τους Κινηματίες. Ο βενιζελικός κόσμος, πολλές οργανώσεις, η ηγεσία του στρατεύματος, ακόμα και η Ιερά Σύνοδος, τάχθηκαν με το μέρος της κυβέρνησης και αποδοκίμασαν το Κίνημα. Ταυτόχρονα, με την επίδειξη ισχύος, η κυβέρνηση άφησε να εννοηθεί, στα διαγγέλματά της προς το λαό και το στρατό, ότι είχε πρόθεση να ανακινήσει και να λύσει το πολιτειακό. Οι σχέσεις των Κινηματιών με βασιλικούς κύκλους, και ιδιαίτερα με τον Ιωάννη Μεταξά και τα Ανάκτορα, θεωρήθηκαν ενοχοποιητικά στοιχεία για τον Βασιλιά Γεώργιο Β΄.

Στην πόλη της Θεσσαλονίκης, το Κίνημα δεν είχε προλάβει να εκδηλωθεί. Αξιωματικοί πιστοί στην κυβέρνηση, όπως ο Γεώργιος Κονδύλης, ο Ευριπίδης Μπακιρτζής, ο Στ. Σαράφης, ο Δ. Ψαρρός κ.ά. είχαν πληροφορηθεί τις κινήσεις των συνωμοτών και πρόλαβαν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Στη συνέχεια, αντιμετώπισαν τις στρατιωτικές δυνάμεις που οδηγούσε εναντίον της πόλης ο Συνταγματάρχης Ζήρας και τις ανάγκασαν να παραδοθούν. Ο ίδιος ο Ζήρας κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία. Στο νότο, οι Λεοναρδόπουλος και Γαργαλίδης, αφού συγκέντρωσαν στρατιωτικές δυνάμεις στην Πελοπόννησο, πέρασαν τον Ισθμό και βάδισαν προς την Αθήνα. Τελικά, όμως, κυκλώθηκαν από κυβερνητικά στρατεύματα και αναγκάστηκαν να παραδοθούν, στις 27 Οκτωβρίου, άνευ όρων. Οι δύο ηγέτες του Κινήματος, Γεώργιος Λεοναρδόπουλος και Παναγιώτης Γαργαλίδης, καταδικάσθηκαν από στρατοδικείο σε θάνατο, αλλά η ποινή δεν εκτελέστηκε και αργότερα αμνηστεύθηκαν. Ο Ιωάννης Μεταξάς, που στη διάρκεια του Κινήματος βρισκόταν στην Κόρινθο, κατόρθωσε να διαφύγει κρυφά στην Ιταλία.

Αίτια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ηγέτες και, γενικότερα, οι πρωταγωνιστές του Κινήματος είχαν διάφορη πολιτική προϊστορία και τοποθέτηση. Ο Υποστράτηγος Γεώργιος Λεοναρδόπουλος ήταν βενιζελικός και είχε πάρει μέρος στο Κίνημα της Εθνικής Άμυνας στη Θεσσαλονίκη το 1916. Ήταν όμως προσωπικά δυσαρεστημένος εναντίον του Θεόδωρου Πάγκαλου, που τον είχε απομακρύνει από τη διοίκηση του Γ΄ Σώματος Στρατού. Από την άλλη, ο συνταγματάρχης Ζήρας, ο Μεταξάς και η «Οργάνωση των Ταγματαρχών» ήταν στοιχεία σαφώς αντιβενιζελικά. Από αντιβενιζελικά αισθήματα διαπνέονταν και οι περισσότεροι αξιωματικοί που ακολούθησαν το Κίνημα, ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο. Ένα κοινό στοιχείο που ένωνε τους ηγέτες του Κινήματος ήταν η φιλοδοξία τους να διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα.

Συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανεξάρτητα από τα κίνητρα και τους στόχους του, η εκδήλωση και η αποτυχία του Κινήματος του 1923 είχαν ιδιαίτερα σημαντικές συνέπειες και επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τις πολιτικές εξελίξεις της χώρας, επιταχύνοντας την πορεία της προς την πολιτειακή μεταβολή. Η αντιβενιζελική παράταξη δέχτηκε σοβαρό πλήγμα, ένα χρόνο μετά τον αποκεφαλισμό της, από τον οποίο δεν μπόρεσε να συνέλθει παρά δέκα χρόνια αργότερα. Στο στρατό απομακρύνθηκαν περισσότεροι από 1200 αντιβενιζελικούς αξιωματικούς για συμμετοχή ή επειδή απλώς ευνόησαν το Κίνημα ή επειδή δεν έσπευσαν να το καταδικάσουν. Ήταν μια εκκαθάριση στο στράτευμα, την οποία οι βενιζελικοί αξιωματικοί επιζητούσαν από το 1922 και την πέτυχαν μόνο μετά την αποτυχία του Κινήματος που είχε εκδηλωθεί εναντίον της Επανάστασης του 1922.

Το Κίνημα και η καταστολή επέτειναν τις διασπαστικές τάσεις που διαγράφονταν στη βενιζελική παράταξη και όξυναν τις αντιθέσεις μεταξύ των δύο πτερύγων της, της συντηρητικής πλειοψηφίας και της προοδευτικής μειοψηφίας. Βασικό διαφοροποιό κριτήριο, και προοδευτικά διασπαστικό στοιχείο των δύο μερίδων, ήταν το ζήτημα του πολιτεύματος και η θέση τους στο ζήτημα αυτό.

Το κίνημα απέτυχε και παρέτεινε την πολιτική ανωμαλία καθώς και την ισχύ του στρατιωτικού νόμου και την απαγόρευση έκδοσης των αντιβενιζελικών εφημερίδων. Μέσα σε κλίμα έντασης έγιναν οι βουλευτικές εκλογές στις 16 Δεκεμβρίου 1923 για την ανάδειξη της Δ΄ Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης. Στις εκλογές, από τις οποίες δήλωσε αποχή η αντιβενιζελική παράταξη, εκλέχτηκαν βουλευτές μόνο από τη βενιζελική παράταξη. Τρεις μέρες αργότερα, στις 19 Δεκεμβρίου 1923, με υπόδειξη της κυβέρνησης Γονατά, ο Βασιλιάς Γεώργιος Β΄ έφυγε προσωρινά από την Ελλάδα, ώσπου να αποφασιστεί η τύχη του πολιτεύματος, και ορίστηκε Αντιβασιλέας ο Παύλος Κουντουριώτης.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Χαρατσής Ι. Στυλιανός, 1023 αξιωματικοί και 22 κινήματα, Α' τόμος, Libro, Αθήναι 1985, σελ 98.
  2. Χαρατσής Ι. Στυλιανός, 1023 αξιωματικοί και 22 κινήματα, Α' τόμος, Libro, Αθήναι 1985, σελ 98 - 99.
  3. Χαρατσής Ι. Στυλιανός, 1023 αξιωματικοί και 22 κινήματα, Α' τόμος, Libro, Αθήναι 1985, σελ 99 - 100.
  4. Χαρατσής Ι. Στυλιανός, 1023 αξιωματικοί και 22 κινήματα, Α' τόμος, Libro, Αθήναι 1985, σελ 99.