Κίνημα Πλαστήρα 6ης Μαρτίου 1933

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Κινηματίας Νικόλαος Πλαστήρας

Τα Ξημερώματα της 6 Μαρτίου 1933, την επόμενη των Βουλευτικών Εκλογών της 5ης Μαρτίου, εκδηλώθηκε στην Αθήνα Στρατιωτικό Κίνημα με πρωταγωνιστή τον απόστρατο αντιστράτηγο και εκτός ενεργού πολιτικής ζωής από το 1924 Νικόλαο Πλαστήρα, που ανέλαβε αυτοβούλως προασπίζοντας τον "Εθνικό Συνασπισμό" να εμποδίσει το Λαϊκό Κόμμα να σχηματίσει κυβέρνηση. Η Ηνωμένη Αντιπολίτευση, ένας αντιβενιζελικός συνασπισμός με ηγέτη τον Παναγή Τσαλδάρη του Λαϊκού Κόμματος, ήταν η νικήτρια παράταξη των εκλογών της 5ης Μαρτίου.

Το κίνημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συγκεκριμένα από το βράδυ των εκλογών, όταν άρχισαν να φθάνουν στην Αθήνα τα πρώτα αποκαρδιωτικά μηνύματα της λαϊκής δυσαρέσκειας που εξελίσσονταν σε πλήρη σάρωση του Βενιζελισμού[1], άρχισαν να παρατηρούνται κάποιες ανήσυχες στρατιωτικές μετακινήσεις. Στην τότε οικία του Ε. Βενιζέλου, (σημερινή έπαυλη του Άγγλου Πρέσβη, επί της λεωφόρου Β. Σοφίας, έναντι Βυζαντινού Μουσείου) άρχισε να αναπτύσσεται τριπλή ζώνη ασφαλείας από ένοπλους στρατιώτες και χωροφύλακες με τανκς και πολυβόλα. Τα παράθυρα ήταν φωταγωγημένα και μέσα ακολουθούσε πολύωρη σύσκεψη με τον Βενιζέλο, Πλαστήρα και άλλα πρόσωπα της κυβέρνησής του. Ειδικότερα στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, οι υπουργοί του Βενιζέλου, Α. Παπαναστασίου, Α. Μιχαλακόπουλος, Κ. Γκότσης, Μάρκου, Κρεμεζής και Θ. Σοφούλης σημείωναν τις μεγαλύτερες απώλειες των ψηφοφόρων τους. Κατά τη σύσκεψη αυτή ο Ν. Πλαστήρας παρασυρόμενος ίσως από τον θαυμασμό που έτρεφε προς τον Μουσολίνι και του καθεστώτος του[2], λόγω της μακρόχρονης παραμονής του στην Ιταλία εισηγήθηκε ως λύση την επιβολή δικτατορίας. Ο Βενιζέλος τότε φέρεται να του απάντησε:

-"Νομίζω αγαπητέ φίλε στρατηγέ Πλαστήρα ότι δεν είσαι ικανός να κάνεις τον δικτάτορα, μετά δύο τρεις μήνες θα καταπέσης οικτρώς. Να μεταβήτε εις Ιταλίαν και να πείσετε τον Μουσολίνι να έλθει εδώ να γίνει δικτάτωρ. Τότε ίσως αποφασίσω... να γίνει δικτατορία".[3].

Περί τις 2.30 ώρα το πρωί, ενόσω είχε στηθεί μια αυθόρμητη πορεία - διαδήλωση που περιδιάβαινε τους δρόμους της Αθήνας, στάλθηκαν στα τυπογραφεία του "Ελευθέρου Βήματος" ένα επαναστατικό διάγγελμα προκειμένου να τυπωθούν σε χιλιάδες αντίτυπα.
Γύρω στις 04:30 ώρα της 6ης Μαρτίου με διαταγή του Πλαστήρα φερόμενου ως αρχηγού του κινήματος (κατά ίδιον, της επανάστασης), καμιόνια με ένοπλους στρατιώτες κατέλαβαν τα γραφεία και τις εγκαταστάσεις εφημερίδων και κατάσχεσαν όλα τα φύλλα των αντιβενιζελικών εφημερίδων. Κάποια άλλα ένοπλα τμήματα κατέλαβαν διάφορα υπουργεία και δημόσια γραφεία ενώ άλλα άρχισαν να προβαίνουν σε συλλήψεις δημόσια αντιφρονούντων πολιτών.
Τις πρωινές πλέον ώρες ομάδες της Ασφάλειας (Χωροφυλακής) συνέλαβαν τον Ι. Ράλλη και τον Γ. Στράτο ενώ κάποιες άλλες έφθασαν στην οικία του Τσαλδάρη (διέμενε επί της οδού Χ. Τρικούπη) που όμως ο ίδιος για λόγους υγείας αρνήθηκε να τις ακολουθήσει μένοντας έτσι υπό φρούρηση. Στο μεταξύ οι διοργανωτές των πολιτικών συγκεντρώσεων του Τσαλδάρη άρχισαν να διαδίδουν διάφορες φήμες περί του αρχηγού τους με συνέπεια να ξεχυθεί κόσμος προς τη Βουλή, και στο σπίτι του για να τον δει. Ο Τσαλδάρης ανταποκρινόμενος σε ρυθμικά κελεύσματα του πλήθους βγήκε στον εξώστη και ζήτησε να επιδείξουν όλοι ψυχραιμία. Αμέσως μετά, όπως δημοσιεύτηκε, κάλεσε τον Ε. Βενιζέλο στο τηλέφωνο και του επέστησε την προσοχή για την κατάσταση. Ο Ε. Βενιζέλος φέρεται ως απάντηση να του δήλωσε ότι δεν είναι πλέον "υπεύθυνος κυβερνήτης" και ότι η διοίκηση έχει ξεφύγει από τα χέρια του.

Χάος και διάγγελμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Αθήνα αρχίζει να παρατηρείται ένα χάος. Ο Πλαστήρας κλεισμένος ("ταμπουρωμένος"[4] εντός του Υπουργείου Στρατιωτικών από τις 06.00[2] κραυγάζει για επανάσταση προκειμένου να διαφυλαχθεί η τάξη όπου και προχωρώντας στην έκδοση δύο πράξεων που τυπώθηκαν στο Εθνικό Τυπογραφείο[2] αρχίζει να συγκαλεί σε συμβούλια τους στρατηγούς να τον ακολουθήσουν. Περί τις 09.00 ώρα κάποιες στρατιωτικές ομάδες σκορπούν στους δρόμους προκήρυξη της επανάστασης προς τον λαό. Ο στρατηγός Καθενιώτης διαβλέποντας που οδηγείται η χώρα του δηλώνει εκ μέρους όλων την άρνησή του και ζητά μάλιστα να τεθεί σε διαθεσιμότητα[4]. Κάποιοι άλλοι δηλώνουν απερίφραστα ότι θα αντιταχθούν αν δεν προσυπογράψει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Ζαΐμης που παραμένει στην οικία του στο Φάληρο. Ο Πλαστήρας όμως συνεχίζει ακάθεκτος ("στο χαβά του")[4].
Τις μεσημβρινές ώρες καμιόνια σκορπούν στη Αθήνα "προκηρύξεις του Αρχηγού της Επανάστασης" ενώ σε κάποια κεντρικά σημεία τοιχοκολλήθηκε έκτακτο ΦΕΚ με τον "Στρατιωτικό Νόμο". Γύρω στις 15:00 κυκλοφορεί και ένα διάγγελμα του Πλαστήρα, όπου σύμφωνα μ΄ αυτό τονίζονταν "...Το κοινοβουλευτικό πολίτευμα εχρεωκόπησε αφού δεν μπορεί να δώσει κυβέρνηση βιώσιμη." Σε κάποιο σημείο έκανε επίσης λόγο για κομουνιστικό κίνδυνο καταλήγοντας ότι προκειμένου να σώσει τον τόπο από μεγάλες συμφορές, αλλά και για να μη διασαλευθεί η τάξη αναγκάσθηκε να παρέμβει, αφου μελέτησε προηγουμένως την κατάσταση και να αναστείλει το Σύνταγμα.

Παράλληλα τις μεσημβρινές ώρες ο Βενιζέλος επισκέπτεται τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Ζαΐμη, στην οικία του στο Φάληρο όπου και του γνωρίζει την απόφασή του να παραιτηθεί. Στη συνέχεια επιστρέφει στην οικία του όπου συγκαλεί το υπουργικό συμβούλιό του και υποβάλλουν όλοι τις παραιτήσεις τους συντάσσοντας σχετικά διατάγματα τα οποία και στέλνονται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Ο Τσαλδάρης στο μεταξύ κάλεσε τον άλλοτε διευθυντή της Αστυνομίας και του ζήτησε ν΄ αναλάβει τη διοίκησή της. Ταυτόχρονα όμως και ο Πλαστήρας κάλεσε στο Υπουργείο Στρατιωτικών τον διευθυντή της Χωροφυλακής Παπαδημητρίου να διαλύσει δια της βίας[5] τις λαϊκές συγκεντρώσεις στην οικία του Τσαλδάρη κάνοντας χρήση όπλων[5] παρέχοντάς του και στρατιωτική ενίσχυση.

Η Αθήνα όπως το ...1828[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γύρω στις 16.00 ώρα κοντά στην οικία του Τσαλδάρη ακούγονται αθρόα κροταλίσματα όπλων μάλινχερ. Το αυτό στη περιοχή του ταχυδρομείου. Στρατός και τανκς εγκαταλείπουν του στρατώνες και κάποια εξ αυτών εμφανίζονται στους κεντρικούς δρόμους. Οι αστυνομικοί προσπαθούν με ευγένεια ν΄ απομακρύνουν τον κόσμο, αυτό εκλαμβάνεται από τους χωροφύλακες ως ύποπτοι φιλοτσαλδαρικοί[5]. Χωροφύλακες της ειδικής ασφάλειας επιτίθενται σε αστυφύλακες της γενικής ασφάλειας με αποτέλεσμα ακόμα και τα παράθυρα των Διευθύνσεων να γίνουν θρύψαλα[5], στις συμπλοκές αυτές εμφανίζονται και κάποιοι ένοπλοι πολίτες[5]. Οι γωνίες των οικοδομικών τετραγώνων μετατρέπονται σε μετερίζια. Η πρόβλεψη των εκλογών ότι θα χυθεί αίμα επαληθεύτηκε. Πρώτοι βαριά τραυματίες δύο χωροφύλακες (Π. Δαμιανάκης και Π. Σουρέστης).
Στις 17.30 βολές με πολυβόλα και χειροβομβίδες κατά του λαού γενικεύονται, πρώτοι νεκροί πέντε αθώοι πολίτες κοντά στην οικία του Τσαλδάρη οι Γαβριήλ Μαραντίδης, Χρ.Καρμανταλάς (μανάβης), Θ. Μιχαηλίδης (ζαχαροπλάστης), Α. Βογιατζίδης και Ν. Κανάκης. Του τελευταίου μια χειροβομβίδα είχε αποκόψει και τα δύο πόδια. Έξω από το "καφενείο του Γαμβέτα" ένα βλήμα άρματος απέκοψε το κεφάλι του νεαρού Οδ. Πεκλέτου. Το σώμα αυτού παρέλαβαν κάποιοι και με ξύλα και συνθήματα το περιέφεραν στους δρόμους μέχρι τις 19.30[6] όταν φθάνοντας στην πλατεία Ομόνοιας άρχισαν να τραγουδούν τον ύμνο της Γ΄ Διεθνούς. Αποκαλυπτόμενοι έτσι αυτοί επενέβη η αστυνομία και τους απέσπασε τον νεκρό.

Εκτός των παραπάνω σημειώθηκαν κι άλλες δολοφονίες σε αρκετά σημεία όπως στη οδό Φιλελλήνων όπου αξιωματικός περιπόλου πυροβόλησε τον οδηγό αυτοκινήτου Π. Βάντο, ενώ σε άλλα σημεία σκοτώθηκαν, από όργανα πάντα του Πλαστήρα, ο Ηλ. Καντιώτης (φοιτητής), ο Χ. Μυλωνόπουλος, ο Ιωάννης Βογιατζίδης και ο μικρός 8χρονος Γιαννούλης Καλαντίδης, στη περιοχή του Υμηττού, που δέχθηκε σφαίρα στο κεφάλι από πίσω.[6] Πολλοί επίσης υπήρξαν και οι τραυματίες στο κέντρο και πέριξ του Δήμου της Αθήνας.

Τότε δεν υπήρχαν ακόμα ραδιοφωνικοί σταθμοί να μεταδίδουν τα γεγονότα έτσι ο λαός που συμμετείχε των διαδηλώσεων κρυβόταν προσωρινά σε παράλληλους των κεντρικών δρόμους αποφεύγοντας τις περιπόλους και παρέμενε να παρακολουθεί την εξέλιξη, άλλοι που μάθαιναν περίπου τι γινόταν κατέφθαναν για να δουν από κοντά με συνέπεια η παρουσία του λαού κατά ομάδες ν΄ αυξάνει συνεχώς με παράλληλο συνεχές αίτημα αύξησης και ενίσχυσης των περιπόλων. Το γεγονός αυτό άρχισε να θορυβεί τους επιτελείς στο Υπουργείο των Στρατιωτικών [6]

Σύγκρουση στρατηγών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Και ενώ οι δρόμοι της Αθήνας βάφονταν στο αίμα και τα νοσοκομεία κατακλύζονταν από τραυματίες άρχισαν να σημειώνονται οι πρώτες αντιδράσεις των στρατηγών. Με τον Πλαστήρα είχαν ταχθεί εξ αρχής ο διοικητής του 1ου πεζικού συντάγματος Διάμεσης που ήταν και το πρωτοπαλήκαρό του, καθώς και οι αντιστράτηγοι Κ. Μανέττας, Α. Μαζαράκης, Θ. Μανέττας, Σπαής και Τσιμικάλης που συνεχώς συνεδρίαζαν. Όταν κλήθηκε από τον Πλαστήρα ο Διευθυντής του Μηχανικού συνταγματάρχης Δέδες να συμμετάσχει στο κίνημα εκείνος αντίθετα άρχισε να οργανώνει αντικίνημα. Κατέβηκε αμέσως στου Ρουφ και από εκεί σε συνεννόηση με τον διοικητή του συντάγματος Καπετανάκη άρχισε να ζητά βοήθεια από άλλες μονάδες. Ο διοικητής της Σχολής Εφαρμογής Ιππικού, Λούμπας του διέθεσε δύο ημιλαρχίες έτοιμες να εισέλθουν στην Αθήνα. Ανεξάρτητα όμως αυτών των κινήσεων και μέσα στο Υπουργείο των Στρατιωτικών οι συνταγματάρχες Ματάλας και Γυαλίστρας συνεννοούνται μεταξύ τους προκειμένου να μην ακολουθήσουν τον Πλαστήρα, ομοίως και ο διοικητής του 34ου συντάγματος πεζικού Σπηλιωτόπουλος και ο διοικητής του συντάγματος μηχανικού Γιαννακόπουλος.

Στο μεταξύ αρχίζουν να φθάνουν τα πρώτα τηλεγραφήματα από τις επαρχιακές φρουρές όπου οι Σωματάρχες διαμαρτύρονταν για την ανάμιξη του Πλαστήρα. Ο Διοικητής του Β΄ Σώματος Στρατού προχώρησε σε επιστράτευση 6 ηλικιών της Θεσσαλίας προκειμένου να εκστρατεύσει κατά της Αθήνας. Ομοίως ετοιμάζεται και στη Πελοπόννησο από τη Διοίκηση της Πάτρας. Στην Κοζάνη σημειώθηκε η πρώτη στάση όταν αξιωματικοί της 9ης Μεραρχίας συνέλαβαν τον μέραρχο Εδιπίδη που είχε ταχθεί υπέρ του Πλαστήρα. Η κατάσταση αρχίζει να γίνεται επικίνδυνη.

Επέμβαση του Ζαΐμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο μεταξύ τις απογευματινές ώρες, και ενώ αεροπλάνα έριχναν προκηρύξεις με το διάγγελμα του Πλαστήρα, ο Πρόεδρος Ζαΐμης όταν παρέλαβε το διάταγμα της παραίτησης του Βενιζέλου και ενημερώθηκε σχετικά από τον ίδιον ότι ο Πλαστήρας προχώρησε στην επιβολή δικτατορίας «για να μην επαναληφθούν τα έκτροπα που είχαν σημειωθεί το 1920», αν και το διάγγελμά του άλλα υποστήριζε, έστειλε τον στρατηγό Ταρσούλη τόσο στον Τσαλδάρη με την εντολή να επιβάλλει την τάξη με το κύρος του και όλες τις νόμιμες δυνάμεις, όσο και στο Υπουργείο Στρατιωτικών προκειμένου να βρεθεί μια λύση προς εκτόνωση της κατάστασης.
Στη πρόσκληση αυτή του Προέδρου οι βενιζελικοί στρατηγοί θορυβημένοι και από την αιματηρή εξέλιξη έδωσαν τη λύση: ν΄ αναλάβει την εξουσία προσωρινά το ανώτατο συμβούλιο των αντιστράτηγων να καταστείλουν το κίνημα και να παραδώσουν στη συνέχεια την εξουσία στη κυβέρνηση. Τη λύση αυτή είχε δεχθεί και ο Οθωναίος με τον όρο να συνεννοηθούν με τον Τσαλδάρη. Τελικά η λύση αυτή επικράτησε απ΄ όλες τις πλευρές.

Έτσι με την αποδεχομένη λύση να σχηματίσει προσωρινή κυβέρνηση ο Οθωναίος, το κίνημα «φυλλορρόησε» και περί τις πρώτες βραδινές ώρες ο Ν. Πλαστήρας χωρίς καμία παρενόχληση μετέβη στην οικία του.

Κυβέρνηση Οθωναίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρωί της Τρίτης, 7 Απριλίου (1933) ορκίζεται στο Προεδρικό Μέγαρο η προσωρινή κυβέρνηση του Οθωναίου. Κατ΄ αυτήν ορίσθηκαν: πρωθυπουργός υπουργός Στρατιωτικών ο Α. Οθωναίος,
υπουργός Εσωτερικών ο αντιστράτηγος Ε. Τσιμικάλης,
υπουργός Γεωργίας ο αντιστράτηγος Θ. Μανέτας,
υπουργός Παιδείας ο αντιστράτηγος Αλ. Μαζαράκης,
υπουργός Δικαιοσύνης ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Λ. Γιδόπουλος,
υπουργός Υγιεινής και Αντιλήψεως ο αντιναύαρχος Γ. Πανάς,
υπουργός Εξωτερικών ο διευθυντής του αυτού υπουργείου Ν. Μαυρουδής,
υπουργός Οικονομικών ο τότε υποδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας Αλ. Κορυζής,
υπουργός Εθνικής Οικονομίας ο τότε γενικός διευθυντής των ΣΕΚ Σ. Κορώνης
υπουργός Συγκοινωνίας ο αντιστράτηγος Κ. Μανέτας και
υπουργός των Ναυτικών και αεροπορίας ο αντιναύαρχος Ι. Δεμέστιχας.

  • Κάποιοι από τους παραπάνω ορκίσθηκαν την επόμενη ημέρα, ένω κάποιοι άλλοι άλλαξαν υπουργείο για μία ημέρα.

Με την ορκωμοσία της κυβέρνησης Οθωναίου επήλθε και η διακοπή των προβαλλομένων εκστρατειών των περιφερειακών στρατιωτικών μονάδων κατά της «πλαστηροκρατούμενης Αθήνας».

Ο Γ. Κονδύλης απειλεί…[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Και ενώ συμβαίνουν αυτά στην Αθήνα και έχει ορκιστεί η προσωρινή κυβέρνηση, αίφνης ο Τσαλδάρης δέχεται επείγον τηλεφώνημα από τον Γ. Κονδύλη που βρίσκεται στη Λάρισα και ο οποίος του αναφέρει ότι όλες οι στρατιωτικές μονάδες της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας βρίσκονται στο πλευρό των κομμάτων που έτυχαν την πλειοψηφία της λαϊκής εμπιστοσύνης, εισηγούμενος ταυτόχρονα υπό μορφή σύστασης, να ζητήσει αμέσως από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας εντολή σχηματισμού κυβέρνησης διαφορετικά θα κατέλθει με όλες τις στρατιωτικές μονάδες προς κατάληψη της Αθήνας. Ο Τσαλδάρης, αρχηγός του Λαϊκού Κόμματος φέρεται να τον καθησύχασε και περί τις μεσημβρινές ώρες δια του Α. Χατζηκυριάκου ζήτησε από τον νέο πρωθυπουργό Οθωναίο να συλληφθούν οι πρωτεργάτες του κινήματος Πλαστήρας, Τζανακάκης, Σπαής, Διάμεσης κ.ά.
Ο Οθωναίος αρνήθηκε κατηγορηματικά να εκτελέσει την εντολή αυτή οπότε ο Τσαλδάρης τις απογευματινές ώρες διέταξε τον Διευθυντή της Δημόσιας Ασφάλειας Ι. Πολυχρονόπουλο να προβεί στις συλλήψεις. Μέχρι το βράδυ είχαν συλληφθεί και προφυλακιστεί όλοι για «εσχάτη προδοσία», εκτός από τον Ν. Πλαστήρα που κατάφερε και διέφυγε τη σύλληψη.

Παράλληλα ο Κονδύλης δεν έπαψε να συνεγείρει σε επιφυλακή και άμεση ετοιμότητα και άλλες μονάδες στη Πελοπόννησο, την Κρήτη, τον Ναύσταθμο, την Αεροπορία κ.ά. ειδοποιώντας ότι δεν θα διαλύσει την επιφυλακή των μονάδων αν δεν παραδώσει άμεσα την εξουσία ο Οθωναίος. Αργά δε το βράδυ ανακοινώθηκαν και τα επίσημα αποτελέσματα των εκλογών. Το πρωί της επομένης, 8 Απριλίου ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Π. Τσαλδάρη η οποία και ορκίστηκε την μεθεπόμενη 10 Απριλίου στις 10.30 ώρα στο Προεδρικό Μέγαρο, με την συμμετοχή των Γ. Κονδύλη, και A. Χατζηκυριάκου, αλλά χωρίς τον Ι. Μεταξά.

Παρατηρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Κίνημα αυτό, το οποίο και κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία [7] αποτέλεσε ένα τεράστιο λάθος του Ν. Πλαστήρα διότι όπως φάνηκε ερχόμενος από την Ιταλία δεν είχε αντιληφθεί τη μεγάλη δυσαρέσκεια του κόσμου και την μεταστροφή του από τον Βενιζέλο που κύρια αιτία ήταν το προσωρινό χρεωστάσιο, που είχε κηρύξει στις 16 Απριλίου του 1932 και που είχε επιφέρει αναστολή των συναλλαγών προκειμένου ν΄ αποφύγει η Ελλάδα την πτώχευση, αιτία για την οποία και είχε τότε παραιτηθεί[7]. Αλλά και από την άλλη ο Βενιζέλος δεν είχε κάνει καμία προσπάθεια να προσεγγίσει τον Τσαλδάρη για το καλό της αστικής τάξης στην οποία ουσιαστικά ανήκαν και οι δύο[7]. Απόδειξη ότι τα κόμματα ακόμα ήταν προσωποπαγή.
Τελικά από την έρευνα που έκανε η αστυνομία στην οικία του Ν. Πλαστήρα διαπιστώθηκε ότι πράγματι ο Βενιζέλος δεν είχε αναμιχθεί στο κίνημα αυτό. Ο Ν. Πλαστήρας μετά από δύο τρεις ημέρες κατάφερε με πλοίο να διαφύγει στην ιταλοκρατούμενη Δωδεκάνησο και από εκεί μέσω Βηρυτού μετέβη στη Γαλλία όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Νίκαια τόπος κατάλληλος για τη θεραπεία του από τη φυματίωση που έπασχε[2]. Προκειμένου στη συνέχεια να ηρεμήσουν τα πράγματα δόθηκε αμνηστία στους πρωταίτιους χαρακτηρίζοντας το ουσιαστικά εφήμερο κίνημα ως "κρατήσασα επανάστασις"[2]. Ανεξάρτητα όμως αυτού το κίνημα ως γεγονός είχε επιφέρει σοβαρό πλήγμα στη βενιζελική παράταξη, από τις αντίπαλες πολιτικές δυνάμεις ως προς τη συνταγματική νομιμότητα, του κοινοβουλευτικού θεσμού και της αβασίλευτης δημοκρατίας.

Ο Ιωάννης Μεταξάς ως αρχηγός κόμματος, δεδομένου ότι δεν συμμετείχε στη κυβέρνηση Τσαλδάρη[7], στις 11 Μαΐου (1933) υπέβαλε στη νέα Βουλή πρόταση υπογεγραμμένη από περίπου 20 βουλευτές με την οποία ζητούσε την παραπομπή σε δίκη του αρχηγού των Φιλελευθέρων Ε. Βενιζέλου ώς ηθικού αυτουργού, εμπνευστή των ενεργειών του Ν. Πλαστήρα.[8] ¨Οταν ο τελευταίος θέλησε να αντικρούσει την κατηγορία, κάποιοι τον εμπόδισαν να μιλήσει, με αποτέλεσμα να δημιουργηθουν σοβαρά επεισόδια μέσα στη Βουλή. Η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο, όταν, στις 6 Ιουνίου επιχειρήθηκε δολοφονική απόπειρα εναντίον του Βενιζέλου στη λεωφόρο Κηφισίας, όπου ο Βενιζέλος έσπευσε με άδικη προκατάληψη να επιρρίψει ευθύνες στον Ι. Μεταξά, για ν΄ ανακαλέσει λίγο αργότερα και να κατονομάσει τον διευθυντή της Δημόσιας Ασφάλειας Ι. Πολυχρονόπουλο και αυτό χωρίς στοιχειώδεις αποδείξεις. Το δυσάρεστο όμως αυτό συμβάν τελικά ανέστειλε τη συζήτηση της πρότασης του Ι. Μεταξά.[8]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ιστορία των Επαναστάσεων σ.260
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος
  3. Πολιτική Ιστορία της Συγχρόνου Ελλάδος
  4. 4,0 4,1 4,2 Ιστορία των Επαναστάσεων σ.261
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 Ιστορία των Επαναστάσεων σ.262
  6. 6,0 6,1 6,2 Ιστορία των Επαναστάσεων σ.263
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 Β. Ραφαηλίδης: Ιστορία του Νεοελληνικού Κράτους σελ.132
  8. 8,0 8,1 Λεξικόν Ηλίου τομ.13ος, σελ.416

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica" τομ.49ος, σελ.281
  • Σπ. Μαρκεζίνης "Πολιτική Ιστορία της Συγχρόνου Ελλάδος" τομ.4ος.
  • Δήμος Βρατσάνος "Ιστορία των Ελληνικών Επαναστάσεων 1824-1935" - Αθήναι 1936, σελ.260-265.
  • Β. Ραφαηλίδης "Ιστορία (κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού Κράτους 1830-1974" Αθήνα 1993, σελ.132.