Κουρτ φον Σλάιχερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κουρτ φον Σλάιχερ
(Kurt von Schleicher)
Bundesarchiv Bild 183-B0527-0001-020, Kurt von Schleicher.jpg
23ος Καγκελάριος της Γερμανίας
14ος Καγκελάριος Δημοκρατίας της Βαϊμάρης
Περίοδος
3 Δεκεμβρίου 1932 – 28 Ιανουαρίου 1933
Πρόεδρος Πάουλ φον Χίντενμπουργκ
Προκάτοχος Φραντς φον Πάπεν
Διάδοχος Αδόλφος Χίτλερ
Πρωθυπουργός της Πρωσίας
(Reichskomissar)
Περίοδος
3 Δεκεμβρίου 1932 – 28 Ιανουαρίου 1933
Προκάτοχος Φραντς φον Πάπεν
Διάδοχος Φραντς φον Πάπεν
Υπουργός Άμυνας του Ράιχ
Περίοδος
1 Ιουνίου 1932 – 28 Ιανουαρίου 1933
Πρόεδρος Πάουλ φον Χίντενμπουργκ
Καγκελάριος Φραντς φον Πάπεν
(1932–1933)
Προκάτοχος Βίλχελμ Γκραίνερ
Διάδοχος Φέρντιναντ Φον Μπρέντοβ
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση 7 Απριλίου 1882
Βραδεμβούργο του Χάβελ
Θάνατος 30 Ιουνίου 1934 (52 ετών)
Πότσδαμ-Μπάμπελσμπεργκ, Γερμανία
Εθνικότητα Γερμανική
Υπηκοότητα Γερμανική
Επάγγελμα Στρατιωτικός
1900–1932
Ο φον Σλάιχερ (δεξιά) μαζί με τον Φράντς φον Πάπεν (εδώ κατά την διάρκεια Ιπποδρομιών στο Βερολίνο του 1932)

Ο Κουρτ φον Σλάιχερ (Kurt Ferdinand Friedrich Hermann von Schleicher, Brandenburg an der Havel, 7 Απριλίου 1882 - Neubabelsberg, 30 Ιουνίου 1934 ) ήταν Γερμανός στρατηγός και προτελευταίος Καγκελάριος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γιος Πρώσου αξιωματικού, αποφοίτησε από την Στρατιωτική Ακαδημία το 1900 και εντάχθηκε στον Αυτοκρατορικό Γερμανικό Στρατό. Εκεί γνώρισε τον Όσκαρ φον Χίντενμπουργκ, γιο του στρατάρχη και μελλοντικού Προέδρου του Ράιχ, Πάουλ φον Χίντενμπουργκ. Το 1910 ξεκίνησε εκπαίδευση επιτελούς και, μετά την ολοκλήρωσή της, τοποθετήθηκε στο Γενικό Επιτελείο. Με την ιδιότητα αυτή υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά τον πόλεμο, υποστήριξε την νέα δημοκρατική κυβέρνηση των Σοσιαλδημοκρατών και εξελίχθηκε σε έναν από τους βασικούς συνεργάτες του στρατηγού Χανς φον Ζέεκτ στην αναδιοργάνωση των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων (Ράιχσβερ) κατά την δεκαετία του 1920. Προήχθη σε υποστράτηγο το 1929.

Πολιτική σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λόγω των στενών του σχέσεων του με τον γηραιό Πρόεδρο φον Χίντενμπουργκ, ο οποίος του είχε εμπιστοσύνη, ο Σλάιχερ αναδείχθηκε σε μείζονα πολιτικό παράγοντα κατά το ταραχώδες διάστημα 1932-1933. Πρέσβευε την πολιτική του "δαμασμού" του Χίτλερ και των Ναζί, μέσω της συμμετοχής τους σε έναν ευρύ δεξιό συνασπισμό, και ήρθε σε σύγκρουση με τον Υπουργό Αμύνης Βίλχελμ Γκραίνερ, όταν αυτός απαγόρευσε τα Τάγματα Εφόδου (SA). Χάρη στην μεσολάβησή του στον Χίντενμπουργκ, ο Φραντς φον Πάπεν σχημάτισε νέα κυβέρνηση μετά την παραίτηση του καγκελάριου Χάινριχ Μπρύνινγκ, στην οποία ο Σλάιχερ ανέλαβε το Υπουργείο Άμυνας. Μπροστά στο πολιτικό αδιέξοδο, ο Πάπεν πρότεινε την εγκαθίδρυση ενός αυταρχικού καθεστώτος μέσω στρατιωτικού πραξικοπήματος, αλλά ο Σλάιχερ, εκ μέρους του Στρατού, αρνήθηκε. Μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1932, που έδωσαν πάλι τη νίκη στους Ναζί, η κυβέρνηση παραιτήθηκε, αλλά οι διαπραγματεύσεις για κυβέρνηση συνασπισμού με το NSDAP κατέρρευσαν. Τότε ο Σλάιχερ έπεισε τον Χίντενμπουργκ να απολύσει τον Πάπεν και να δώσει στον ίδιο την Καγκελαρία, κυβερνώντας με προεδρικά διατάγματα. Με αυτό τον τρόπο έδωσε το χαριστικό πλήγμα στην αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος της Βαϊμάρης,[εκκρεμεί παραπομπή] και άνοιξε τον δρόμο για την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, ο οποίος πρόβαλλε πλέον ως η μοναδική αξιόπιστη λύση. Ταυτόχρονα προσπάθησε να προσεταιριστεί και να αποσπάσει τον δημοφιλή Γκρέγκορ Στράσερ και τους οπαδούς του από το ναζιστικό κόμμα, αλλά η προσπάθεια αυτή απέτυχε, επισύροντας την εχθρότητα του Χίτλερ. Ήδη πίσω από την πλάτη του Καγκελάριου, ο ταπεινωμένος Πάπεν διαπραγματευόταν με τον Χίτλερ. Όταν κατέληξαν σε συμφωνία, με την έγκριση του Χίντενμπουργκ, ο Σλάιχερ, αιφνιδιασμένος, εξαναγκάστηκε σε παραίτηση στις 28 Ιανουαρίου 1933. Τον διαδέχτηκε στις 30 Ιανουαρίου ο Χίτλερ, με τον Πάπεν ως Αντικαγκελάριο. Μετά από την παραίτησή του ιδιώτευσε, αλλά η "προδοτική" στάση του απέναντι στο ναζιστικό κόμμα δεν ξεχάστηκε, και κατά την Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών στις 30 Ιουνίου 1934, ο Σλάιχερ, μαζί με τη γυναίκα του, εκτελέστηκαν από ένα απόσπασμα των SS στο σπίτι τους στο Neu-Babelsberg (προάστιο του Βερολίνου).[1]

Κυβέρνηση Σλάιχερ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 2 Δεκεμβρίου 1932 ο Κουρτ φον Σλάιχερ έλαβε από τον πρόεδρο Χίντενμπουργκ την εντολή να σχηματίσει κυβέρνηση, δημιουργώντας έτσι την τελευταία (20η) [2]κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.
Η σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου ήταν ως εξής:[3]

Καγκελάριος : Κουρτ φον Σλάιχερ
Υπουργός Εξωτερικών : Κόνσταντιν φον Νόιρατ - (μέλος της προηγούμενης κυβέρνησης φον Πάπεν στο ίδιο υπουργείιο)
Υπουργείο Εσωτερικών : Franz Bracht - ((μέλος της προηγούμενης κυβέρνησης φον Πάπεν στο αξίωμα του Υπουργού άνευ χαρτοφυλακίου)
Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας : Hermann Warmbold - (μέλος της προηγούμενης κυβέρνησης φον Πάπεν στο ίδιο υπουργείο)
Υπουργείο Οικονομικών : Γιόχαν Λούντβιχ Γκραφ Σβερίν φον Κρόζιγκ - (μέλος της προηγούμενης κυβέρνησης φον Πάπεν στο ίδιο υπουργείο)
Υπουργείο Εργασίας : Friedrich Syrup
Υπουργείο Δικαιοσύνης : Φραντς Γκύρτνερ - (μέλος του «Γερμανικού Εθνικού Λαϊκού Κόμματος», DNVP, και μέλος της προηγούμενης κυβέρνησης φον Πάπεν, στο ίδιο υπουργείο)
Υπουργείο Άμυνας : Κουρτ φον Σλάιχερ
Υπουργείο Ταχυδρομείων και Μεταφορών : Πάουλ Φράιχερ φον Ελτς-Ρύμπεναχ - (μέλος της προηγούμενης κυβέρνησης φον Πάπεν, στο ίδιο υπουργείο)
Υπουργείο Επισιτισμού και Γεωργίας : Magnus Freiherr von Braun - (μέλος της προηγούμενης κυβέρνησης φον Πάπεν στο ίδιο υπουργείο, πρώην μέλος του DNVP)
Υπουργείο Άνευ Χαρτοφυλακίου : Johannes Popitz
Επίτροπος για την Απασχόληση στο Ράιχ : Günther Gereke

Και αυτή η κυβέρνηση κατέρρευσε όταν πλέον δεν είχε την υποστήριξη του Προέδρου φον Χίντενμπουργκ. Την θέση της πήρε, η κυβέρνηση του Αδόλφου Χίτλερ στις 30 Ιανουαρίου 1933.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]