Πρωθυπουργός της Σουηδίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πρωθυπουργός της Σουηδίας
Coat of arms of Sweden.svg
Κάτοχος
Μαγκνταλένα Άντερσον

από 30 Νοεμβρίου 2021
Προσφώνησηκύρια Πρωθυπουργέ
ΚατοικίαRosenbad, Σουηδία, Στοκχόλμη
ΠροτείνωνRiksdag
Διορισμός απόΠρόεδρος του Riksdag
Διάρκεια θητείαςχωρίς όριο θητείας
Δημιουργία20 Μαρτίου 1876
Πρώτος κάτοχοςLouis Gerhard De Geer
Μισθός2.112.000 κορόνες

Ο Πρωθυπουργός είναι ο αρχηγός της κυβέρνησης στην Σουηδία. Πριν την δημιουργία του αξιώματος αυτού την εκτελεστική εξουσία την είχε ο αρχηγός του κράτους ο Βασιλιάς.

Το αξίωμα αυτό δημιουργήθηκε πρώτη φορά στις 20 Μαρτίου 1876 με αρχικό κάτοχο τον Louis Gerhard De Geer.

Σημερινή πρωθυπουργός είναι η Μαγκνταλένα Άντερσον από τις 30 Νοεμβρίου 2021. Είναι η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός στην ιστορία της Σουηδίας.

Ιστορία του Θεσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν την δημιουργία του θεσμού του πρωθυπουργού, η Σουηδία δεν είχε ξεχωριστό αρχηγός κυβέρνησης από τον Βασιλιά. Όμως μέχρι το 1876 το ισχυρότερο μέλος του Συμβουλίου του Βασιλείου ήταν ο πρόεδρος του ο Λόρδος Ύπατος Καγκελάριος. Κατά την περίοδο 1718-1772, οι εξουσίες του Μονάρχη μειώθηκαν σημαντικά και ο πρόεδρος του Συμβουλίου έγινε η πιο ισχυρή προσωπικότητα στην πολιτική σκηνή της Σουηδίας.

Με την υιοθέτηση του όρου κυβέρνηση το 1809 δημιουργήθηκαν δύο αξιώματα του πρωθυπουργού της δικαιοσύνης και των εξωτερικών υποθέσεων. Με την δημιουργία του αξιώματος του πρωθυπουργού οι αυτοί ρόλοι υποβιβάστηκαν σε υπουργός δικαιοσύνης και υπουργός εξωτερικών.

Μετά το 1917 δεν ήταν πλέον δυνατό ο Βασιλιάς να διορίζει τον πρωθυπουργό και το υπουργικό συμβούλιο κατά την διακριτική του ευχέρεια παρά την θέληση του Riksdag, αλλά με βάση την κοινοβουλευτική δύναμη του κυβερνητικού συνασπισμού. Με την πάροδο του χρόνου οι υπουργοί έφτασαν να κυβερνούν de facto και να απολαμβάνουν ένα μέρος των βασιλικών προνομίων. Ωστόσο ο όρος που χρησιμοποιήθηκε για την κυβέρνηση εκείνη την περίοδο είναι Royal Majesty.

Μέχρι το 1974 η εκτελεστική εξουσία ασκούνταν μέσω του Βασιλιά. Η συνταγματική μεταρρύθμιση απογύμνωσε την μοναρχία από πολλές εξουσίες δίνοντας το δικαίωμα στην κυβέρνηση να ενεργεί χωρίς πολιτικές που προέρχονταν από το Στέμμα.

Διορισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για να διοριστεί ένας πρωθυπουργός, ο πρόεδρος του Riksdag πραγματοποιεί διαβουλεύσεις μεταξύ των αρχηγών όλων των κομμάτων και προτείνει ένα υποψήφιο για έγκριση από το Riksdag, o οποίος έχει βάση τις περισσότερες έδρες στο κοινοβούλιο όσο και ο κυβερνητικός συνασπισμός.

Στην συνέχεια ο προτεινόμενος υποψήφιος εκλέγεται μέσω αρνητικού κοινοβουλευτισμού. Δηλαδή στην πράξη αυτό σημαίνει ότι αν τα "όχι" είναι λιγότερα από 175 ανεξάρτητα από τα "ναι" και τις "αποχές". Αυτό περιγράφεται ως "ανεκτό" για να διοριστεί κάποιος στην πρωθυπουργία.

Για να διοριστεί κάποιος πρωθυπουργός επίσημα πραγματοποιείται ένα συμβούλιο στο παλάτι μεταξύ του Βασιλιά και της κυβέρνησης και του προέδρου του κοινοβουλίου υπό την προεδρία του Βασιλιά. Εκεί ο πρόεδρος του κοινοβουλίου κάνει ένα απολογισμό στον Βασιλιά της διαδικασίας. Στην συνέχεια ο Βασιλιάς ανακοινώνει με Βασιλικό Διάταγμα ότι έχει γίνει η αλλαγή κυβέρνησης, οριστικοποιώντας έτσι τον διορισμό του νέου πρωθυπουργού και της κυβέρνησης του.

Παραίτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάθε φορά όπου παραιτείται ο πρωθυπουργός αυτόματα παραιτείται και η κυβέρνηση, όμως ο πρόεδρος του κοινοβουλίου ζητάει από τον πρωθυπουργό να διατηρήσει την κυβέρνηση του ως υπηρεσιακή κυβέρνηση έως ότου αναλάβει καθήκοντα η νέα κυβέρνηση. Με εξαίρεση τον πρωθυπουργό οι υπουργοί δεν χρειάζονται έγκριση από το κοινοβούλιο αλλά μπορούν να εξαναγκαστούν σε παραίτηση μόνο με πρόταση μομφής.