Κονσταντίν Φέρενμπαχ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κονσταντίν Φέρενμπαχ
Bundesarchiv Bild 183-R18733, Constantin Fehrenbach.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Constantin Fehrenbach (Γερμανικά)
Γέννηση 11  Ιανουαρίου 1852[1]
Μπόντορφ
Θάνατος 26  Μαρτίου 1926[1]
Φράιμπουργκ
Τόπος ταφής Φράιμπουργκ
Υπηκοότητα Γερμανία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσες Γερμανικά
Σπουδές Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα πολιτικός
δικηγόρος
Πολιτική τοποθέτηση
Πολιτικό κόμμα/Κίνημα Κόμμα του Κέντρου
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμα μέλος του Ράιχσταγκ της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης
μέλος του Ράιχσταγκ της Γερμανικής Αυτοκρατορίας
Καγκελάριος του Ράιχ (Δημοκρατία της Βαϊμάρης) (1920–1921)
Member of the Second Chamber of the Diet of the Grand Duchy of Baden
Καγκελάριος της Γερμανίας (1920–1921)
Υπογραφή
Constantin Fehrenbach signature.svg
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Κονσταντίν Φέρενμπαχ (γερμ. Constantin Fehrenbach, μερικές φορές Konstantin Fehrenbach) ήταν Γερμανός Καθολικός πολιτικός, ένας από τους μεγάλους ηγέτες του Κεντρώου Κόμματος ή Zentrum. Υπηρέτησε ως Πρόεδρος του Ράιχσταγκ το 1918, και στη συνέχεια ως Πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης της Βαϊμάρης από το 1919 ως το 1920. Τον Ιούνιο του 1920, ο Φέρενμπαχ έγινε καγκελάριος του Γερμανικού Ράιχ. Παραιτήθηκε τον Μάιο του 1921 για το θέμα των πληρωμών πολεμικών αποζημιώσεων προς τους Συμμάχους. Ο Φέρενμπαχ ήταν επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Κεντρώου Κόμματος στο Ράιχσταγκ από το 1923 μέχρι το θάνατό του το 1926.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1852 στην Wellendingen κοντά στο Bonndorf, στο τότε Μεγάλο Δουκάτο του Μπάντεν ως γιος του δασκάλου Johann Georg Fehrenbach (1826-1895), και της συζύγου του Rosina (1832-1900), το γένος Gensecke[2].

Από το 1871 έως το 1878, ο Φέρενμπαχ σπούδασε θεολογία και μετά νομική στο Φράιμπουργκ. Το 1882 ξεκίνησε να ασκεί εκεί την δικηγορία και σύντομα έγινε επιτυχημένος ποινικολόγος. Το 1879 παντρεύτηκε την Μαρία (1855-1921), το γένος Hossner στο Φράιμπουργκ. Είχαν μια κόρη[2][3].

Πολιτική καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1884 ξεκίνησε την πολιτική του καριέρα ως δημοτικός σύμβουλος του Φράιμπουργκ. Το επόμενο έτος, ο Φέρενμπαχ έγινε μέλος του τοπικού κοινοβουλίου του ομόσπονδου κρατιδίου του Μπάντεν ως μέλος του Καθολικού Κεντρώου Κόμματος (Zentrum). Ωστόσο, το 1887 παραιτήθηκε από τη θέση του μετά από διαφωνίες με τον ηγέτη του κόμματος στο κρατίδιο της Βάδης, Theodor Wacker. Το 1895 έγινε μέλος της δημαρχίας του Φράιμπουργκ (μέλος της κυβέρνησης της πόλης) και το 1896 αντιπρόσωπος περιοχής. Το 1901 επανεξελέγη στην Βουλή του ομόσπονδου κρατιδίου και παρέμεινε μέλος μέχρι το 1913 (το 1907-1909 ως πρόεδρος). Το 1903 έγινε επίσης μέλος του Ράιχσταγκ, όπου η ρητορική του ικανότητα αναγνωρίστηκε ευρέως. Ιδιαίτερα η ομιλία του σχετικά με την Saverne Affair το 1913 τον έκανε διάσημο σε εθνικό επίπεδο για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του λαού της Αλσατίας και όλων των πολιτών του γερμανικού Ράιχ ενάντια στις στρατιωτικές δυνάμεις. Το 1917, ο Φέρενμπαχ έγινε πρόεδρος της της επιτροπής Hauptausschuss του Ράιχσταγκ και υποστήριξε το «ψήφισμα ειρήνης» υπέρ της διαπραγμάτευσης μιας συνθήκης ειρήνης. Τον Ιούλιο του 1918, ο Φέρενμπαχ έγινε ο τελευταίος πρόεδρος του Αυτοκρατορικού Ράιχσταγκ[2][3].

Δημοκρατία της Βαϊμάρης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την Γερμανική Επανάσταση του 1918-1919, ο Φέρενμπαχ έγινε και πάλι πρόεδρος της Βουλής, της Εθνοσυνέλευσης της Βαϊμάρης, τον Φεβρουάριο του 1919. Στην εν λόγω θέση πέτυχε λόγω του ταλέντου του για την επίτευξη συμβιβασμών και του ήσυχου και αυτο-ελεγχόμενου χαρακτήρα του. Ήταν μέλος της δεξιάς πτέρυγας του κόμματός του[2].

Τον Ιούνιο του 1920, ο Φέρενμπαχ σχημάτισε την πρώτη Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, χωρίς τη συμμετοχή του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (SPD). Το SPD παρέμεινε το μεγαλύτερο κόμμα στο πρόσφατα εκλεγμένο Ράιχσταγκ, το οποίο διαδέχθηκε την Εθνοσυνέλευση. Ως καγκελάριος, ο Φέρενμπαχ εκπροσώπησε την Γερμανία στη Διάσκεψη του Σπα (1920) και τη Διάσκεψη του Λονδίνου (1921). Προσπάθησε, χωρίς επιτυχία, να ενεργήσει η κυβέρνηση των ΗΠΑ ως μεσολαβητής[2][3]. Στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής, τα επιδόματα ανεργίας βελτιώθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας του, με το μέγιστο όφελος για τους ανύπανδρους άνδρες άνω των 21 ετών, τα οποία αυξήθηκαν τον Νοέμβριο του 1920 από τα 7 στα 10 μάρκα[4].

Παραιτήθηκε τον Μάιο του 1921, καθώς το DVP είχε αποσύρει την υποστήριξή του λόγω της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης που προσπαθούσε να συνεργαστεί με τους Συμμάχους για το ζήτημα των αποζημιώσεων. Ειδικότερα, ο Φέρενμπαχ απέτυχε να λάβει την έγκριση του Ράιχσταγκ για μια πληρωμή αποζημιώσεων ύψους 132 δισεκατομμυρίων χρυσών μάρκων. Παρά το γεγονός ότι παραιτήθηκε επισήμως στις 4 Μαΐου, παρέμεινε επικεφαλής της υπηρεσιακής κυβέρνησης μέχρι την αντικατάστασή του από τον Γιόζεφ Βιρτ στις 10 Μαΐου [2][3][5].

Το 1922, ο Φέρενμπαχ έγινε δικαστής του Staatsgerichtshof, το νομικού θεματοφύλακα του Συντάγματος της Βαϊμάρης. Στα τέλη του 1923 εξελέγη επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του κόμματος Zentrum στο Ράιχσταγκ. Παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι το θάνατό του το 1926. Επίσης, έγινε αντιπρόεδρος της Verein zur Abwehr des Antisemitismus, μια οργάνωση που μαχόταν τον αντισημιτισμό[2][3].

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φέρενμπαχ πέθανε στις 26 Μαρτίου 1926 στο Φράιμπουργκ[2].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Constantin Fehrenbach της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).