Πρωθυπουργός της Εσθονίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πρωθυπουργός της Δημοκρατίας της Εσθονίας
Eesti Vabariigi peaminister
Coat of arms of Estonia.svg
Το Εθνόσημο της Εσθονίας
Κάτοχος
Γιούρι Ράτας

από 23 Νοεμβρίου 2016
Κατοικία Μέγαρο Στένμποκ, Ταλίν
Διορισμός από Πρόεδρος της Εσθονίας
Αρχικός κάτοχος Κονσταντίν Πατς
Δημιουργία 1918
Ιστοσελίδα επίσημη ιστοσελίδα

Ο Πρωθυπουργός της Εσθονίας (εσθονικά: Eesti Vabariigi peaminister) είναι ο επικεφαλής της κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Εσθονίας.[1][2] Ο πρωθυπουργός διορίζεται από τον Πρόεδρο, μετά από κατάλληλες διαβουλεύσεις με τις κοινοβουλευτικές ομάδες, και λαμβάνει ψήφο εμπιστοσύνης από το Κοινοβούλιο.[2] Σε περίπτωση διαφωνίας, το Κοινοβούλιο μπορεί να απορρίψει την πρόταση διορισμού από τον Πρόεδρο και να επιλέξει άλλο υποψήφιο.[2] Ο πρωθυπουργός είναι συνήθως ο ηγέτης του μεγαλύτερου κόμματος της κυβερνητική πλειοψηφίας. Ο σημερινός πρωθυπουργός είναι ο Τάαβι Ρούιβας του Εσθονικού Μεταρρυθμιστικού Κόμματος.[3]

O πρωθυπουργός χρησιμεύει ως ο επικεφαλής της κυβέρνησης.[2] Δεν διευθύνει κάποιο συγκεκριμένο υπουργείο, αλλά είναι, σύμφωνα με το σύνταγμα, ο επόπτης των εργασιών της κυβέρνησης.[2] Η σημασία του ρόλου του πρωθυπουργού και οι σχέσεις του με άλλους υπουργούς εξαρτώνται συχνά από τη θέση του κόμματός του, σε πιθανή κυβέρνηση συνασπισμού, και από το ποσό της επιρροής που ο πρωθυπουργός κατέχει μέσα στο κόμμα του.[2] Εάν ο πρωθυπουργός έχει μια ισχυρή θέση μέσα στο κόμμα του και αν η κυβέρνηση αποτελείται από αντιπροσώπους μόνο εκείνου του κόμματος, τότε μπορεί να απολαύσει ιδιαίτερη θέση εντός της κυβέρνησης. Σε όλες τα κρίσιμα εθνικά ερωτήματα, εντούτοις, η τελική απόφαση λαμβάνεται από το κοινοβούλιο ως τη νομοθετική δύναμη της Εσθονίας.[2][4]

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εσθονία κυβερνήθηκε από έναν πρωθυπουργό, κατά τη διάρκεια των πρώτων δύο ετών της ανεξαρτησίας της (1918-1920), μετά από την κατάρρευση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.[5]

Υπό το εσθονικό σύνταγμα του 1920, ο επικεφαλής της κυβέρνησης και αρχηγός του κράτους αποκαλούνταν «Πρεσβύτερος του Κράτους» (riigivanem).[6][7] Με αυτό το σύστημα διακυβέρνησης η Εσθονία ελεγχόταν από ένα ριζικά κοινοβουλευτικό καθεστώς, καθώς ο Πρεσβύτερος μπορούσε να απομακρυνθεί από τη θέση του με απόφαση της απλής πλειοψηφίας του Κοινοβουλίου. Επιπλέον, ο Πρεσβύτερος δεν ήταν ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, ούτε μπορούσε να επικυρώσει νόμους ή να διαλύσει το Κοινοβούλιο. Η διάλυση του Κοινοβουλίου ήταν μόνο δυνατή μέσω ενός δημοψηφίσματος.[8]

Με το νέο σύνταγμα που επικυρώθηκε με το δημοψήφισμα του 1933, ανασυστάθηκε η θέση του πρωθυπουργού ως επικεφαλής της κυβέρνησης, το 1934, ενώ η χώρα απέκτησε ένα καθεστώς που έμοιαζε περισσότερο με προεδρική δημοκρατία.[9] Κάτω από αυτό το σύνταγμα, ο Πρόεδρος μπορούσε να διορίζει και να απομακρύνει τον πρωθυπουργό και το υπουργικό συμβούλιο, να βάζει βέτο σε νόμους, να εκδίδει διατάγματα και να διαλύει το Κοινοβούλιο. Ο Κονσταντίν Πατς, που κατείχε τη θέση του Πρεσβύτερου, διόρισε τον εαυτό του στη θέση του πρωθυπουργού και με αυτή τη θέση κατέστη ικανός να αναστείλει τις εκλογές για την ανάδειξη του Πρεσβύτερου και για την ανάδειξη των αντιπροσώπων στο εσθονικό κοινοβούλιο.[10][11] Ο ίδιος παρέμεινε πρωθυπουργός, με τον τίτλο του Πρόεδρου-Αντιβασιλέα, ως το 1938, όταν πραγματοποιήθηκαν οι εκλογές με ένα νέο σύνταγμα και εκλέχτηκε Πρόεδρος της Δημοκρατίας.[12]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]