Ελληνικό εκλογικό σύστημα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το ελληνικό εκλογικό σύστημα είναι το σύστημα με το οποίο κατανέμονται οι βουλευτικές έδρες στα κόμματα, τους συνασπισμούς κομμάτων, τους συνασπισμούς μεμονωμένων υποψηφίων και τους μεμονωμένους υποψηφίους με βάση τις ψήφους που έλαβαν στις βουλευτικές εκλογές. Ρυθμίζεται από ειδικό νόμο, που ονομάζεται εκλογικός νόμος. Το ισχύον εκλογικό σύστημα ανήκει στην κατηγορία της ενισχυμένης αναλογικής, συνδυάζοντας στοιχεία απλής αναλογικής και πλειοψηφικού.

Ισχύων εκλογικός νόμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ισχύων εκλογικός νόμος είναι ο νόμος 3231/2004 "Eκλογή βουλευτών", όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο 3636/2008. Σημειώνεται ότι η νομοθεσία περί εκλογής βουλευτών εντοπίζεται σε πληθώρα νόμων, οι οποίοι βρίσκονται κωδικοποιημένοι σε ενιαίο κείμενο, που περιλαμβάνεται στο Π.Δ. 26/2012 (ΦΕΚ 57 Α΄/15 Μαρτίου 2012)[1]. Από τις μεθεπόμενες εκλογές θα ισχύει ο νόμος 4406/2016 ενώ το όριο θα μειωθεί στα 17 από τα 18 έτη ηλικίας που χρειαζόταν παλιότερα.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την πρωτοβουλία για τον νόμο 3231/2004 είχε ο Κώστας Σκανδαλίδης ως Υπουργός Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης της τελευταίας Κυβέρνησης Σημίτη. Ο νόμος 3231 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 11 Φεβρουαρίου 2004, αλλά δεν ίσχυσε στις εκλογές του Μαρτίου του 2004. Αυτό οφείλεται στην πρόβλεψη του άρθρου 54 §1 του Συντάγματος μετά την αναθεώρησή του το 2001: οι εκλογικοί νόμοι ισχύουν από τις μεθεπόμενες εκλογές, εκτός εάν ψηφισθούν από τα 2/3 των βουλευτών, οπότε ισχύουν από τις επόμενες. Ο συγκεκριμένος νόμος δε συγκέντρωσε τέτοια πλειοψηφία, αφού ψηφίσθηκε μόνο από τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και τον ανεξάρτητο Στέφανο Μάνο. Η ΝΔ τον καταψήφισε ως υπέρμετρα αναλογικό, το ΚΚΕ και ο Συνασπισμός ως μη αναλογικό.

Ο νόμος 3636/2008, μετά από νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργού Εσωτερικών Προκόπη Παυλόπουλου, τροποποίησε τον 3231/2004, παραχωρώντας στο πρώτο κόμμα 50 επιπλέον έδρες, δηλαδή 10 περισσότερες σε σχέση με τον νόμο του 2004. Έτσι, οι έδρες που κατανέμονται με βάση το ποσοστό των κομμάτων είναι 250 αντί για 260, και άρα το θεωρητικό ελάχιστο ποσοστό για να πετύχει κάποιο κόμμα βέβαιη αυτοδυναμία από 42.7% (111/260) των εγκύρων μετατρέπεται σε 40.4% (101/250). Το ελάχιστο ποσοστό αυτοδυναμίας 40.4% επί των εγκύρων αλλάζει και δεν είναι σταθερό (γίνεται μικρότερο) ανάλογα με το ποσοστό που θα πάρουν τα κόμματα που τελικά μένουν εκτός Βουλής. Επίσης o νόμος 3636/2008 δυσχέρανε ιδιαίτερα τις προεκλογικές συνεργασίες κομμάτων, καθότι η επιπλέον παραχώρηση των 50 εδρών σε συνασπισμό συνεργαζόμενων κομμάτων προς διευκόλυνση σχηματισμού αυτοδύναμης κυβέρνησης λαμβάνει χώρα μόνο αν ο μέσος όρος της δύναμης των κομμάτων που τον απαρτίζουν είναι μεγαλύτερος από τη δύναμη του αυτοτελούς κόμματος που συγκέντρωσε το μεγαλύτερο αριθμό έγκυρων ψήφων. Μέσος όρος θεωρείται το πηλίκο του ποσοστού που έλαβε ο ανωτέρω συνασπισμός προς τον αριθμό των κομμάτων που τον αποτελούν. Αν για παράδειγμα ο συνασπισμός των κομμάτων Χ και Ψ έχει συνολική δύναμη 43% (μέσος όρος καθενός κόμματος 21,5%) και το αυτοτελές κόμμα Ω 30%, στο τελευταίο θα δοθούν οι επιπλέον 50 έδρες. Οι τροποποιήσεις του νόμου αυτού εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά στις βουλευτικές εκλογές της 6ης Μαΐου 2012.

Εκλογικές περιφέρειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τους 300 βουλευτές οι 288 εκλέγονται -κατά κανόνα- με σταυρό προτίμησης σε εκλογικές περιφέρειες. Οι υπόλοιποι 12 εκλέγονται από δεσμευμένους συνδυασμούς (λίστες) για όλη την επικράτεια και ονομάζονται βουλευτές Επικρατείας. Η Ελλάδα διαιρείται σε 56 εκλογικές περιφέρειες. Κάθε νομός αποτελεί μια εκλογική περιφέρεια με εξαίρεση τους νομούς Αττικής και Θεσσαλονίκης.

Εκλογικό σύστημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με το ισχύον εκλογικό σύστημα, για να εισέλθει ένας εκλογικός σχηματισμός (κόμμα, συνασπισμός κομμάτων, συνασπισμός μεμονωμένων υποψηφίων) ή ένας μεμονωμένος υποψήφιος στη Βουλή, πρέπει να έχει συγκεντρώσει τουλάχιστον 3% των εγκύρων ψήφων πανελλαδικά. Στα έγκυρα δε συμπεριλαμβάνονται τα λευκά ψηφοδέλτια. Αν για παράδειγμα δώσουν 8.000.000 πολίτες έγκυρη ψήφο, θα πρέπει το κόμμα ή ο μεμονωμένος υποψήφιος να λάβει τουλάχιστον 240.000 ψήφους, προκειμένου να λάβει μέρος στην κατανομή των εδρών. Η ρύθμιση αυτή έχει σκοπό την αποφυγή του κατακερματισμού των βουλευτικών εδρών σε πολύ μικρά κόμματα και την ενίσχυση των μεγάλων κομμάτων, ώστε να σχηματίζεται ευκολότερα απόλυτη πλειοψηφία εδρών στη Βουλή. Ο νόμος 3231/2004 εισάγει κατά τα λοιπά νέο σύστημα κατανομής των κοινοβουλευτικών εδρών σε όσους ξεπεράσουν αυτό το ποσοστό.

Ως έγκυρες ψήφοι λογίζονται αυτές οι οποίες δεν είναι λευκές ή άκυρες (σημαδεμένες, μουντζουρωμένες, φάκελος χωρίς ψηφοδέλτιο κλπ). Ο μη συνυπολογισμός των λευκών στις έγκυρες ψήφους (για την κατανομή των εδρών), έγινε με μεταγενέστερη ερμηνευτική διάταξη, αυτή του άρθρου 1 του νόμου 3434/2006, παρόλο που το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ) με την υπ' αρ. 12/2005 απόφασή του είχε κρίνει κατά πλειοψηφία (6 προς 5) ότι η αντίστοιχη ρύθμιση του προηγούμενου νόμου ήταν αντισυνταγματική. Το δικαστήριο είχε κρίνει ότι η λευκή ψήφος διακρίνεται από την άκυρη και αποτελεί ενάσκηση του εκλογικού δικαιώματος, γι' αυτό και θα πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψιν. Οι διατάξεις που ορίζουν ότι το εκλογικό μέτρο ευρίσκεται χωρίς να συμπεριληφθούν οι λευκές ψήφοι «θίγουν τον πυρήνα της λαϊκής κυριαρχίας και την ισότητα της ψήφου και είναι αντίθετες προς τις [...] συνταγματικές διατάξεις». Η απόφαση αυτή πάντως ανέτρεπε προηγούμενες αποφάσεις τόσο του ίδιου του ΑΕΔ όσο και του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες η μη προσμέτρηση των λευκών κατά την εξεύρεση του εκλογικού μέτρου είχε κριθεί σύμφωνη με το Σύνταγμα[2].

Πιο συγκεκριμένα ο ισχύων εκλογικός νόμος προβλέπει τα εξής:

  • Για να εισέλθει ένας εκλογικός σχηματισμός (κόμμα, συνασπισμός κομμάτων, συνασπισμός μεμονωμένων υποψηφίων) ή ένας μεμονωμένος υποψήφιος στη Βουλή, πρέπει να λάβει ποσοστό τουλάχιστον 3% επί των εγκύρων ψηφοδελτίων της επικράτειας (Άρθρο 5 του νόμου).
  • Οι 250 από τις 300 έδρες κατανέμονται βάσει απλής αναλογικής, με εκλογικό μέτρο το κλάσμα {άθροισμα ψήφων όσων ξεπέρασαν το 3%}/250. Για να καθορισθεί ο αριθμός των εδρών που λαμβάνει κάθε συνδυασμός, γίνεται η διαίρεση {ψήφοι συνδυασμού}/{εκλογικό μέτρο}, με το πηλίκο στρογγυλοποιημένο στον προηγούμενο ακέραιο (πχ, εάν προκύπτει 95,9, ο συνδυασμός κερδίζει 95 έδρες). Εάν στο τέλος της διανομής μένουν αδιάθετες έδρες λόγω των στρογγυλοποιήσεων, αυτές παραχωρούνται στους συνδυασμούς με τα μεγαλύτερα υπόλοιπα από την παραπάνω διαίρεση. Με βάση αυτόν τον υπολογισμό κατανέμονται και οι έδρες των βουλευτών Επικρατείας.
  • Οι υπόλοιπες 50 έδρες παραχωρούνται στον πρώτο σχηματισμό, ανεξάρτητα από το ποσοστό του ή τη διαφορά του από τον δεύτερο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί στοιχείο πλειοψηφικού συστήματος, βασίζεται στη σκέψη ότι επιτρέπει τη δημιουργία σταθερής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.Στις εκλογές της 6ης Μαΐου 2012 ίσχυσε για πρώτη φορά ο λεγόμενος εκλογικός νόμος Σκανδαλίδη (3231/2004), με τις αλλαγές που επιφέρει ο νόμος Παυλόπουλου (3636/2008), κυρίως στο μπόνους εδρών του πρώτου κόμματος και τον περιορισμό στις προεκλογικές συνεργασίες κομμάτων. Η κύρια αλλαγή που επιφέρει ο νόμος (3636/2008) αφορά στην αύξηση του μπόνους εδρών στο πρώτο κόμμα. Το μπόνους αυξάνει από τις 40 στις 50 έδρες, γεγονός που διευκολύνει τον σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης. Το θεωρητικό ποσοστό για την αυτοδυναμία διαμορφώνεται περίπου στο 40% επί των έγκυρων, αλλά στην πραγματικότητα είναι ακόμη μικρότερο, αναλόγως του ποσοστού που θα πάρουν τα κόμματα που θα μείνουν εκτός Βουλής.
  • Η κατανομή των συγκεκριμένων εδρών σε κάθε εκλογική περιφέρεια είναι πιο περίπλοκη διαδικασία. Για τον καθορισμό του εκλογικού μέτρου (του αριθμού ψήφων που αντιστοιχούν σε μια έδρα), λαμβάνεται ως βάση, σε αντίθεση με την προηγούμενη διαδικασία, το σύνολο των εγκύρων ψηφοδελτίων που έλαβαν όλοι ανεξαιρέτως οι συνδυασμοί στην οικεία εκλογική περιφέρεια, ανεξάρτητα από το αν ξεπέρασαν το όριο του 3%. Το σύνολο των ψήφων αυτών (χωρίς τα λευκά και τα άκυρα) διαιρούμενο με τον αριθμό των εδρών που αναλογούν στην περιφέρεια αυτή δίνει το εκλογικό μέτρο της συγκεκριμένης εκλογικής περιφέρειας. Έτσι κάθε περιφέρεια έχει το δικό της εκλογικό μέτρο. Το σύνολο των εγκύρων ψηφοδελτίων που έλαβε ένας συνδυασμός σε μια εκλογική περιφέρεια διαιρούμενο με το εκλογικό μέτρο δίνει τον αριθμό των εδρών που λαμβάνει ο συνδυασμός στην εκλογική περιφέρεια αυτή. Όπως και στη διαδικασία για όλη την επικράτεια, κατά την πρώτη κατανομή λαμβάνεται υπ’ όψιν μόνο το ακέραιο μέρος του πηλίκου (3,98 = 3 έδρες). Το υπόλοιπο όμως, σε αντίθεση με τη διαδικασία για όλη την επικράτεια, δεν κατανέμεται αμέσως με βάση το δεκαδικό μέρος, αλλά οι έδρες που απομένουν λογίζονται ως αδιάθετες και ακολουθείται άλλη διαδικασία. Για τη διάθεση των αδιάθετων εδρών λαμβάνεται υπ' όψιν πλέον ο αριθμός των εδρών που δικαιούται ο κάθε συνδυασμός σε όλη την επικράτεια με βάση την πρώτη διαδικασία. Σε αυτό το στάδιο λαμβάνει και το πρώτο κόμμα τις 50 επιπλέον έδρες που του αναλογούν. Οι υπολειπόμενες αυτές έδρες, ώσπου να συμπληρωθεί ο αριθμός των εδρών που δικαιούται να λάβει το κόμμα σε όλη την επικράτεια, του δίνονται στις περιφέρειες όπου έχει μεγαλύτερο υπόλοιπο ψήφων (μεγαλύτερο δεκαδικό μέρος στο πηλίκο της διαίρεσης σε κάθε εκλογική περιφέρεια).

Ο νόμος περιλαμβάνει επίσης διατάξεις σχετικά με το τυπικό της διαδικασίας, τον αριθμό σταυρών προτίμησης, καθώς και τον τρόπο επανόδου στην υπηρεσία όσων δημοσίων υπαλλήλων παραιτούνται για να θέσουν υποψηφιότητα.

Πρόωρες εκλογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο νόμος ορίζει ακόμα ότι σε περίπτωση πρόωρων εκλογών, οι οποίες διενεργούνται μέσα σε δεκαοκτώ μήνες από τις προηγούμενες, αυτές δεν γίνονται με σταυρό προτίμησης, αλλά με δεσμευμένους συνδυασμούς (λίστες), όπως οι εκλογές του 1985[3]. Η τελευταία διαδικασία ακολουθήθηκε και κατά τις εκλογές της 17ης Ιουνίου 2012, οι οποίες διενεργήθηκαν μέσα σε ενάμιση μήνα από τις προηγούμενες, αυτές της 6ης Μαΐου 2012.
Περιληπτικά οι κύριες διαφορές του συστήματος των δεσμευμένων συνδυασμών (λιστών) από αυτό των σταυρών προτίμησης είναι οι εξής:

  • Στις δηλώσεις κατάρτισης των συνδυασμών, οι οποίες απευθύνονται προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και βάσει των οποίων ενεργείται η ανακήρυξή τους από τον Άρειο Πάγο, οι υποψήφιοι αναγράφονται κατά τη σειρά που καθορίζει ο εκλογικός σχηματισμός (κόμμα, συνασπισμός κομμάτων ή συνασπισμός μεμονωμένων) και όχι αλφαβητικά.
  • Δε σημειώνεται από τους εκλογείς σταυρός προτίμησης υπέρ υποψηφίου. Η τυχόν σημείωσή του, πάντως, δεν επιφέρει ακυρότητα του ψηφοδελτίου.
  • Οι έδρες που παραχωρούνται σε κάθε συνδυασμό καταλαμβάνονται από τους υποψηφίους αυτού σύμφωνα με τη σειρά που έχουν προταθεί στη δήλωση κατάρτισης του συνδυασμού και ανακηρυχθεί από τον Άρειο Πάγο και όχι κατά τη σειρά των σταυρών προτίμησης καθενός.
  • Οι αναπληρωματικοί ("επιλαχόντες") ανακηρύσσονται κατά τη σειρά που έχουν προταθεί στη δήλωση κατάρτισης του συνδυασμού και ανακηρυχθεί από τον Άρειο Πάγο και όχι κατά τη σειρά των ψήφων προτίμησης καθενός.
  • Ως προς το τυπικό της διαδικασίας, αυτονόητο είναι ότι δεν υπάρχουν μολύβια προς χρήση από τους εκλογείς στα παραβάν.

Εκλογικοί νόμοι από το 1974[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Νόμος 3636/2008 (εκλογές Μάιος 2012, Ιούνιος 2012, Ιανουάριος 2015, Σεπτέμβριος 2015) ενισχυμένη αναλογική
  • Νόμος 3231/2004 (εκλογές 2007, 2009) ενισχυμένη αναλογική
  • Νόμος 1907/1990 (αναπληρωματική εκλογή Β΄ Αθηνών 1992, εκλογές 1993, 1996, 2000, 2004) ενισχυμένη αναλογική
  • Νόμος 1847/1989 (εκλογές Ιούνιος 1989, Νοέμβριος 1989, 1990) αναλογική με ρήτρα +1
  • Νόμος 1516/1985 (εκλογές 1985) ενισχυμένη αναλογική
  • Νόμος 626/1977 (εκλογές 1977, 1981) ενισχυμένη αναλογική
  • Νομοθετικό Διάταγμα 65/1974 (εκλογές 1974, αναπληρωματική εκλογή Κέρκυρα και Κοζάνη 1975) ενισχυμένη αναλογική

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]