Ειδικό Δικαστήριο (Υπουργοδικείο)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το Ειδικό Δικαστήριο αρμόδιο για υποθέσεις ποινικής ευθύνης Υπουργών (παλαιότερα γνωστό ως Υπουργοδικείο, πολλές φορές αναφέρεται και απλά ως "Ειδικό Δικαστήριο") είναι ένα ειδικό δικαστήριο. Η συγκρότηση και η αρμοδιότητά του ρυθμίζονται στο άρθρο 86 παρ. 4 του Συντάγματος. Το δικαστήριο αυτό έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να εκδικάζει ποινικά αδικήματα που τελέστηκαν από μέλη της Κυβέρνησης και Υφυπουργούς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Επίσης σε αυτό το δικαστήριο παραπέμπεται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας για τα εγκλήματα της εσχάτης προδοσίας και της με πρόθεση παραβίασης του Συντάγματος. Το δικαστήριο αυτό δεν πρέπει να συγχέεται με το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο.

Σύνθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παλαιότερα συγκροτούνταν από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ως πρόεδρο και από δώδεκα (12) τακτικούς και έξι (6) αναπληρωματικούς δικαστές μεταξύ όλων των αρεοπαγιτών και προέδρων εφετών που είχαν προαχθεί πριν από την κατηγορία, οι οποίοι κληρώνονταν από τον Πρόεδρο της Βουλής σε δημόσια συνεδρίαση της Βουλής.

Εξαίρεση αποτελούσαν το πρώτο Σύνταγμα του 1844 και τα Συντάγματα του 1925 και 1927, τα οποία προέβλεπαν την εκδίκαση των εγκλημάτων των Υπουργών όχι από ειδικό δικαστήριο αλλά από τη Γερουσία.

Μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 το "Ειδικό Δικαστήριο" συγκροτείται από έξι μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και επτά μέλη του Αρείου Πάγου που κληρώνονται από τον Πρόεδρο της Βουλής. Πρόεδρος ορίζεται ο ανώτερος σε βαθμό και μεταξύ ισοβάθμων ο αρχαιότερος από τα μέλη του Αρείου Πάγου. Η αλλαγή στη σύνθεση του δικαστηρίου με τη συμπερίληψη μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας και την ταυτόχρονη αφαίρεση των Προέδρων Εφετών από την κληρωτίδα αιτιολογήθηκε με τη φύση των αδικημάτων που θα κληθεί το δικαστήριο να δικάσει[1]. Τα αδικήματα των Υπουργών τελούνται κατά την άσκηση της εκτελεστικής λειτουργίας. Οι διοικητικοί δικαστές (μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας) έχουν μεγαλύτερη πείρα στον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας, αφού αυτή είναι η αποστολή τους. Η συμμετοχή τους στη σύνθεση θα καταστήσει το δικαστήριο αρτιότερο για να κρίνει τέτοιες πράξεις. Η πλειοψηφία των μελών και ο πρόεδρος εξακολουθούν να προέρχονται πάντως από τον Άρειο Πάγο, λόγω της εξοικείωσης των Αρεοπαγιτών με ποινικές υποθέσεις.

Πριν τη συνταγματική αναθεώρηση η Βουλή όριζε και τρεις Βουλευτές με τους αναπληρωτές τους ως κατηγόρους στο Ειδικό Δικαστήριο. Μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος καθήκοντα εισαγγελέα στο Ειδικό Δικαστήριο ασκεί μέλος της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου που κληρώνεται μαζί με τον αναπληρωτή του. Η μεταρρύθμιση είχε σκοπό την πλήρη απεμπλοκή της Βουλής από τη δίκη και την αποφυγή εκμετάλλευσής της για πολιτικούς λόγους. Η ανάθεση της εκπροσώπησης του νόμου σε Εισαγγελέα εγγυάται την αμεροληψία και την ευθυκρισία της κατηγορύσας αρχής.

Όπως σε όλα τα ανώτατα δικαστήρια της χώρας, έτσι και σε αυτό οι δικαστές φορούν τήβεννο (σε αντίθεση με τους δικαστές των υπολοίπων δικαστηρίων).

Παραπομπή και προδικασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρμόδια για την άσκηση ποινικής δίωξης τόσο στους Υπουργούς όσο και στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας είναι αποκλειστικά και μόνο η Βουλή με απόφαση που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών (με τουλάχιστον 151 ψήφους). Έτσι η Βουλή παραμένει και μετά τη συνταγματική αναθεώρηση η μόνη αρμόδια να απαγγείλει κατηγορία κατά Υπουργού (ή πρώην Υπουργού) για αδίκημα που διέπραξε κατά την τέλεση των καθηκόντων του. Την απόφασή της αυτήν μπορεί να την ανακαλέσει οποτεδήποτε σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Μετά την άσκηση της δίωξης στο πλαίσιο του Ειδικού Δικαστηρίου λειτουργεί μετά τη συνταγματική αναθεώρηση Δικαστικό Συμβούλιο που συγκροτείται για κάθε υπόθεση από δύο μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και τρία μέλη του Αρείου Πάγου και το οποίο εποπτεύει την ποινική προδικασία της συγκεκριμένης υπόθεσης. Τα μέλη του Δικαστικού Συμβουλίου είναι άλλα από τα μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου. Με απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου ορίζεται ένα από τα μέλη του που ανήκει στον Άρειο Πάγο ως ανακριτής. Η προδικασία λήγει με την έκδοση βουλεύματος. Με αυτόν τον τρόπο η υπόθεση φθάνει ώριμη προς εκδίκαση στο ακροατήριο.

Για να παραπεμφθεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απαιτείται πλειοψηφία 2/3 του όλου αριθμού των Βουλευτών (200 ψήφοι).

Λεπτομέρειες για τη διαδικασία ενώπιον του "ειδικού δικαστηρίου" ρυθμίζονται στο νόμο περί ευθύνης Υπουργών.

Υποθέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διαδικασία περί ευθύνης Υπουργών έχει κινηθεί ως τώρα από συστάσεως του νεοελληνικού κράτους 15 φορές. Το Ειδικό Δικαστήριο έχει εκδικάσει συνολικά τέσσερις υποθέσεις: τα Σιμωνιακά το 1875, το σκάνδαλο Χατζηπάνου το 1951 και κατά τη μεταπολίτευση (με την παλαιά του συγκρότηση) το σκάνδαλο με το γιουγκοσλαβικό καλαμπόκι το 1990 και το σκάνδαλο Κοσκωτά το 1992. Έχουν καταδικαστεί 8 πρώην Υπουργοί και Υφυπουργοί και έχει αθωωθεί ένας πρώην πρωθυπουργός. Οι συχνές παραπομπές ακόμη και σύσσωμων Κυβερνήσεων και αντίστοιχα οι αναστολές της διαδικασίας πριν φθάσει η υπόθεση στο Ειδικό Δικαστήριο δείχνουν ότι πολλές φορές τα κίνητρα ήταν μάλλον πολιτικά.

Οι 17 περιπτώσεις στις οποίες κινήθηκε η διαδικασία περί ποινικής ευθύνης υπουργών από συστάσεως του ελληνικού κράτους

Αναλυτικά οι περιπτώσεις θέσης σε εφαρμογή των διατάξεων περί ποινικής ευθύνης Υπουργών από συστάσεως του ελληνικού κράτους[2]:

  1. Ο Υπουργός Οικονομικών Ν. Πονηρόπουλος το 1847 (πλαστογραφία πρωτοκόλλων περί της τιμής των σιτηρών, η Βουλή δεν τον παρέπεμψε τελικώς).
  2. Όλα τα μέλη της Κυβέρνησης Δ. Βούλγαρη, το 1875 (εκλογικές παραβάσεις, απαλλαγή λόγω "ακυρώσεως του κατηγορητηρίου").
  3. Ο Υπουργός Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Ιωάννης Βαλασόπουλος και ο Υπουργός Δικαιοσύνης Β. Νικολόπουλος, το 1876 για τα λεγόμενα Σιμωνιακά (δωροδοκία και εκβίαση ο πρώτος, συναυτουργία σε δωροδοκία ο δεύτερος), καταδικάστηκαν ο πρώτος σε φυλάκιση ενός έτους, τριετή στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων και 56.200 δρχ. χρηματική ποινή υπέρ πτωχοκομείου και ο δεύτερος σε φυλάκιση δέκα μηνών.
  4. Ο Πρωθυπουργός Χ. Τρικούπης το 1892 (μη εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, παράνομη δανειοδότηση, δεν έγινε η παραπομπή τελικώς)
  5. Όλα τα μέλη της Κυβέρνησης Σ. Σκουλούδη, το 1916 (δεν παραπέμφθηκαν τελικώς)
  6. Όλα τα μέλη της Κυβέρνησης Θ. Παγκάλου, το 1926 (δεν παραπέμφθηκαν τελικώς)
  7. Ο Θεόδωρος Πάγκαλος το 1930 (ενώπιον 30μελούς επιτροπής της Γερουσίας) για απιστία σχετικά με την εκχώρηση άδειας καζίνο στην Ελευσίνα, καταδικάστηκε σε 2 χρόνια φυλάκιση και πενταετή στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων.
  8. Ο Υπουργός Π. Χατζηπάνος το 1950 για το σκάνδαλο Χατζηπάνου (απιστία κατά του Δημοσίου, ατασθαλίες κατα τη διανομή πετρελαίου) καταδικάστηκε το 1951 σε φυλάκιση 2 μηνών με τριετή αναστολή.
  9. Μέλη της υπηρεσιακής κυβέρνησης Κ. Δόβα το 1962 (δεν παραπέμφθηκαν τελικώς)
  10. Έξι Υπουργοί της Κυβέρνησης Κ. Καραμανλή (Κ. Καραμανλής, Ν. Μάρτης, Α. Πρωτοπαπαδάκης, Π. Παπαληγούρας, Δ. Χέλμης, Λ. Μπουρνιάς) το 1965 (εκ προθέσεως βλάβη των συμφερόντων του κράτους, δεν παραπέμφθησαν τελικώς)
  11. Ένας ακόμη Υπουργός και δύο Υφυπουργοί της Κυβέρνησης Κ. Καραμανλή το 1965 (Ε. Αβέρωφ, Α. Γεροκωστόπουλος και Δ. Δαβάκης, παράνομη διαχείριση και διάθεση μυστικών κονδυλίων, δεν παραπέμφησαν τελικώς).
  12. Ο Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών Νίκος Αθανασόπουλος παραπέμφθηκε το 1989, δικάστηκε το 1990 σε έκδοση ψευδών βεβαιώσεων, απλή συνέργεια σε νόθευση βιβλίων απόπλου-κατάπλου λιμεναρχείου Καβάλας. Kαταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών ετών και έξι μηνών η Βουλή, όμως, τη 17η Ιανουαρίου 1994, συγκατατέθεσε στην άρση της καταδίκης.
  13. Ο Πρωθυπουργός Α. Παπανδρέου και οι Υπουργοί Εθνικής Οικονομίας Π. Ρουμελιώτης, Οικονομικών Δ. Τσοβόλας, Δικαιοσύνης Μ. Κουτσόγιωργας, ο Υφυπουργός Βιομηχανίας, Έρευνας, Τεχνολογίας Γ. Πέτσος, παραπέμφθηκαν το 1989 και η δίκη έγινε το 1992. Ο Α. Παπανδρέου παραπέμφθηκε για ηθική αυτουργία σε απιστία, δωροληψία και δολία αποδοχή προϊόντων εγκλήματος και αθωώθηκε. Ο Π. Ρουμελιώτης παραπέμφθηκε για παράβαση του άρθρου 2 του Ν.Δ. 802/71, επειδή δεν έλαβε μέτρα ελέγχου της Τράπεζας Κρήτης, τελικώς όμως δεν δικάστηκε λόγω μη άρσης της ασυλίας του από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο Δ. Τσοβόλας παραπέμφθηκε για απιστία περί την υπηρεσία, καταδικάστηκε σε φυλάκιση δυόμιση ετών και τριετή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων, η Βουλή, όμως, με την απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1993, συγκατέθεσε στην απονομή χάριτος και στην άρση των έννομων συνεπειών της καταδίκης. Ο Μ. Κουτσόγιωργας παραπέμφθηκε για παραβίαση του άρθρου 2 του Ν.Δ. 802/71, επειδή δεν έλαβε μέτρα ελέγχου της Τράπεζας Κρήτης, για υπόθαλψη εγκληματία, για παθητική δωροδοκία και για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος από ιδιοτέλεια, απεβίωσε όμως κατά τη διάρκεια της δίκης του. Τέλος ο Γ. Πέτσος παραπέμφθηκε για απιστία περί την υπηρεσία και δωροληψία, καταδικάστηκε σε φυλάκιση δέκα μηνών με τριετή αναστολή και σε διετή στέρηση των πολιτικων του δικαιωμάτων για το πρώτο αδίκημα, ενώ αθωώθηκε για το δεύτερο.
  14. Ο Πρωθυπουργός Α. Παπανδρέου, παραπέμφθηκε το 1989 (υποκλοπές τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, η δίωξη ανεστάλη με απόφαση της Βουλής, την 15η Μαΐου 1992).
  15. Ο Πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης παραπέμφθηκε το 1994 (υποκλοπές τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, η δίωξη ανεστάλη με απόφαση της Βουλής, την 16η Ιανουαρίου 1995). Για την ίδια υπόθεση υποβλήθηκε πρόταση κατηγορίας και κατά της Υπουργού Πολιτισμού Θ. Μπακογιάννη, αλλά η Βουλή δεν την παρέπεμψε.
  16. Ο Πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης και οι Υπουργοί Οικονομικών Ι. Παλαιοκρασάς και Βιομηχανίας, Εμπορίου, Τεχνολογίας Α. Ανδριανόπουλος παραπέμφθηκαν το 1994 για την υπόθεση της πώλησης της ΑΓΕΤ, προβληματικής εταιρείας του Δημοσίου (ο πρώτος για ηθική αυτουργία σε απιστία, για παθητική δωροδοκία και για παράβαση καθήκοντος και οι άλλοι δύο για απιστία και για παράβαση καθήκοντος, η δίωξη ανεστάλη με απόφαση της Βουλής, την 16η Ιανουαρίου 1995).
  17. Ο Υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου, Γιώργος Παπακωνσταντίνου παραπέμφθηκε το 2014 για την υπόθεση "Λίστα Λαγκάρντ" (νόθευση εγγράφου, απόπειρα απιστίας). Το Δικαστήριο θα ξεκινήσει την 25η Φεβρουαρίου 2015.[3] [4]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Βλ. ομιλία του εισηγητή της πλειοψηφίας Ευάγγελου Βενιζέλου (ΠΑΣΟΚ) στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη συζήτηση για την αναθεώρηση του άρθρου 86 του Συντάγματος στις 21 Φεβρουαρίου 2001, http://www.parliament.gr/ergasies/showfile.asp?file=Es010221.txt
  2. Κατάλογος αρχικά βασισμένος στην ομιλία του Βουλευτή Ανδρέα Λοβέρδου (ΠΑΣΟΚ) στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη συζήτηση για την αναθεώρηση του άρθρου 86 του Συντάγματος στις 21 Φεβρουαρίου 2001, http://www.parliament.gr/ergasies/showfile.asp?file=Es010221.txt (στη μέση του κειμένου)
  3. «Στο Ειδικό Δικαστήριο παραπέμπεται τελικά ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου». 
  4. «Στις 25 Φεβρουαρίου η δίκη του Γιώργου Παπακωνσταντίνου στο Ειδικό Δικαστήριο».