Ποινική Δικονομία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Ποινική Δικονομία αποτελεί το σύνολο των κανόνων του δικαίου που καθορίζουν αφενός την αρμοδιότητα των οργάνων (Υπηρεσιών και Δικαστηρίων) της Πολιτείας και αφετέρου την διαδικασία δράσης των οργάνων αυτών προκειμένου να βεβαιώσουν ενοχή του κατηγορουμένου ώστε να επιβάλουν σ΄ αυτόν την από το ουσιαστικό Ποινικό Δίκαιο προβλεπόμενη ποινική κύρωση. Είναι το δίκαιο της ποινικής διαδικασίας και διακρίνεται από το ουσιαστικό Ποινικό Δίκαιο, το οποίο προβλέπει μόνο ποιες πράξεις είναι αξιόποινες. Συνεπώς οι κανόνες του Ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου καθίστανται ενεργοί δια των κανόνων της Ποινικής Δικονομίας. Η Ποινική Δικονομία, που αποτελεί ιδιαίτερο κλάδο της Δικονομίας περιέχει τους κανόνες για την άσκηση της ποινικής δίωξης, για την ποινική προδικασία, για την αρμοδιότητα των ποινικών δικαστηρίων και τη διαδικασία στο ακροατήριο και για την άσκηση ενδίκων μέσων (έφεσης, αναίρεσης κλπ.) κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων.

Κύρια πηγή του Ποινικού Δικονομικού Δικαίου είναι ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (Ν. 1493/17-8-1950) που τέθηκε σε εφαρμογή την 1 Ιανουαρίου 1951 όπως ισχύει σήμερα μετά τις αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του.

Αρχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βασικές αρχές της Ποινικής Δικονομίας είναι οι ακόλουθες:

  • Το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου. Το τεκμήριο αθωότητας καθιερώθηκε για πρώτη φορά μετά τη Γαλλική Επανάσταση στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789 στο άρθρο 9. Σήμερα κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Το τεκμήριο αυτό σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος θεωρείται αθώος μέχρι αποδείξεως του εναντίου και η Πολιτεία μέσω των οργάνων της οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου, όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο. Η αρχή αυτή επιβάλλει το δικαστήριο εν αμφιβολία να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo).
  • Το ανακριτικό σύστημα. Αυτό σημαίνει ότι το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως την αθωότητα ή ενοχή του κατηγορουμένου και, αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει στην πολιτική δίκη, δε δεσμεύεται να αποφασίσει μόνο με βάση τα στοιχεία και τους ισχυρισμούς που του προσκομίζονται. Μπορεί να διατάξει την προσαγωγή περαιτέρω αποδείξεων, να εξετάσει μόνο του μάρτυρες και να προβεί σε όσες ενέργειες κρίνει αναγκαίο για τη διαλεύκανση της υπόθεσης ακόμα και χωρίς αίτηση του Εισαγγελέα ή του κατηγορουμένου.
  • Η προφορικότητα της κύριας διαδικασίας. Σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας η διαδικασία στο ακροατήριο είναι πάντοτε προφορική. Όλα τα αιτήματα υποβάλλονται προφορικά, οι αποφάσεις αναγιγνώσκονται στο ακροατήριο και, εάν στη δικογραφία (στον φάκελο της υπόθεσης) υπάρχουν έγγραφα σχετικά με την υπόθεση, αυτά οφείλουν να αναγνωσθούν στο ακροατήριο από τους δικαστές, αλλιώς δεν επιτρέπεται να ληφθούν υπ’ όψιν στην απόφαση. Αντίθετα στην ποινική προδικασία ισχύει η αρχή του εγγράφου: για όλες τις ανακριτικές πράξεις πρέπει να συντάσσεται έκθεση και οι προτάσεις προς το Δικαστικό Συμβούλιο οφείλουν να είναι έγγραφες.
  • Η αρχή της δημοσιότητας. Οι ποινικές δίκες είναι δημόσιες ενώπιον ακροατηρίου. Αποκλεισμός του κοινού επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις είτε για την προστασία του κατηγορουμένου είτε για την προστασία της δημόσιας τάξης. Η αρχή αυτή ισχύει επίσης μόνο στην κύρια διαδικασία: η προδικασία είναι δημόσια μόνο για τα μέρη (κατηγορούμενο και πολιτικώς ενάγοντα), όχι όμως για τους τρίτους.
  • Η μη αντιδικία. Ο εισαγγελέας εκπροσωπεί την κατηγορούσα αρχή, δεν είναι όμως αντίδικος του κατηγορουμένου, όπως συμβαίνει στο αγγλοαμερικανικό δίκαιο. Σκοπός του δεν είναι η καταδίκη του κατηγορουμένου, αλλά η αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας. Έτσι, αν διαπιστώσει κατά την εξέλιξη της δίκης ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος, οφείλει να ζητήσει την αθώωσή του από το δικαστήριο. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει αντιδικία εισαγγελέα-κατηγορουμένου φαίνεται και από την τοποθέτηση του εισαγγελέα στο δικαστήριο: δεν κάθεται μαζί με τους διαδίκους αλλά επάνω στην έδρα μαζί με τους δικαστές δεξιά από αυτούς (αριστερά για το ακροατήριο).

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η (Ελληνική) Ποινική Δικονομία όπως και η Πολιτική Δικονομία ξεκίνησε επί αντιβασιλείας του Όθωνα, ως έργο του Γεωργίου Μάουρερ και συντάχθηκε με πρότυπο τον γαλλικό Κώδικα Ποινικής Δικονομίας του 1811 αλλά με πολύ σημαντικές για την εποχή του καινοτομίες. Πρωτοεκδόθηκε στο Ναύπλιο στις 10/22 Μαρτίου 1834 και τέθηκε σε ενέργεια στις 25 Ιανουαρίου 1835 δια Βασιλικού Διατάγματος που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 16/1834) στην ελληνική και γερμανική γλώσσα.

Η Ποινική Δικονομία του Μάουρερ ίσχυσε ως το 1951, οπότε και τέθηκε σε ισχύ ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας. Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας βασίστηκε στο Σχέδιο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας που είχε καταρτιστεί από νομομαθείς το 1934. Έκτοτε έχει υποστεί και υφίσταται διαρκώς πολλές τροποποιήσεις, με αποτέλεσμα άλλοτε να εκσυγχρονίζεται αλλά άλλοτε να διασπάται η ενότητα και η συστηματικότητά του.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Χρίστος Γ. Δέδες, Ποινική δικονομία, Αθήναι : Αντ. Ν. Σάκκουλας 1968 Έκδοση Πρώτη, 1969, 1971, 1975, 1978, 1983, 1988, 1990, 1991, 1993 Έκδοση Δέκατη
  • Νικόλαος Ανδρουλάκης, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, 2η Έκδ., Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 1994 ISBN 960-232-076-1