Πολιτική Δικονομία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Πολιτική Δικονομία ή Αστικό Δικονομικό Δίκαιο είναι το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τη διαδικασία ενώπιον των Πολιτικών Δικαστηρίων ή αλλιώς η διαδικασία δικαστικής επίλυσης ιδιωτικών διαφορών.

Η Πολιτική Δικονομία ορίζει ποιο δικαστήριο είναι αρμόδιο για ποια διαφορά, ποιο ένδικο βοήθημα μπορεί να ασκήσει κάποιος πολίτης κατά άλλου για να επιδιώξει την ικανοποίηση ενός δικαιώματός του, ποια διαδικασία ακολουθείται ενώπιον του δικαστηρίου, τη διαδικασία της απόδειξης (επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα), την ισχύ των δικαστικών αποφάσεων (δεδικασμένο), ποια ένδικα μέσα μπορούν να ασκηθούν κατά της απόφασης του δικαστηρίου που επιλύει τη διαφορά και τέλος πώς εφαρμόζεται μια δικαστική απόφαση σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου που αρνείται να συμμορφωθεί (αναγκαστική εκτέλεση).

Βασικό χαρακτηριστικό της Πολιτικής Δικονομίας είναι ότι ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων εφαρμόζεται το συζητητικό σύστημα ή αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης. Κατ’ αυτό το σύστημα, το δικαστήριο δεν ερευνά αυτεπαγγέλτως να βρει την αλήθεια, αλλά δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς που εγείρουν και τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν μπορεί για παράδειγμα να επιδικάσει περισσότερα απ’ όσα ζητά ο ενάγων με την αγωγή του, ακόμη κι αν είναι πεπεισμένο ότι ο εναγόμενος οφείλει περισσότερα, ούτε μπορεί για παράδειγμα να απορρίψει την αγωγή λόγω παραγραφής, αν δεν προβάλει τη σχετική ένσταση ο εναγόμενος. Επίσης δεν μπορεί να στηρίξει την απόφασή του σε περιστατικά που δεν επικαλέστηκαν και απέδειξαν οι διάδικοι, ακόμη κι αν τα γνωρίζει με βεβαιότητα από άλλη πηγή (Judex debet judicare secundum allegata et probata = ο δικαστής οφείλει να δικάζει σύμφωνα με τους ισχυρισμούς και τις αποδείξεις). Η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου στηρίζεται στην τυπική αλήθεια. Αντίθετο από το συζητητικό σύστημα είναι το ανακριτικό σύστημα, το οποίο εφαρμόζεται στην Ποινική Δικονομία, όπου το δικαστήριο αναζητά την ουσιαστική αλήθεια και εξετάζει και αυτεπαγγέλτως μάρτυρες και στοιχεία. Έτσι κεντρική έννοια στην Πολιτική Δικονομία είναι το βάρος απόδειξης: ποιος οφείλει να αποδείξει τι ή, η άλλη όψη, ποιος θα ζημιωθεί αν δεν αποδειχθεί (αν αμφιβάλλει το δικαστήριο για την αλήθεια του) ένας ισχυρισμός ή ένα γεγονός. Κατά κανόνα κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα γεγονότα που επικαλείται, σε πολλές περιπτώσεις όμως ο νόμος διευκολύνει την απόδειξη κάποιων γεγονότων με τη θέσπιση (μαχητών) τεκμηρίων, επιφέροντας έτσι αντιστροφή του βάρους απόδειξης.

Ο πρώτος νόμος για την Πολιτική Δικονομία ήταν επί Όθωνα η Πολιτική Δικονομία του αντιβασιλέα Μάουρερ, η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ ως το 1968. Τότε τέθηκε σε ισχύ ο νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος ισχύει με τροποποιήσεις ως σήμερα.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]