Βικιπαίδεια:Επιχείρηση Φυτά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
MUWO4193.JPG

Στόχος: Ο στόχος της επιχείρησης φυτά είναι η βελτίωση της παρουσίασης θεμάτων που αφορούν τα φυτά.

Απαιτούμενα στο κουτί πληροφοριών για τα φυτά[επεξεργασία κώδικα]

(Τα παρακάτω θεωρούνται απαραίτητα σε ένα κουτί πληροφοριών φυτού) κατ' απόλυτη σειρά προτεραιότητας

  • Τίτλος φυτού
  • Εικόνα
  • Λεζάντα εικόνας
  • Κατηγορία φυτού (π.χ. δέντρο, θάμνος, αναρριχώμενο, υδροχαρές, άλλο)
  • Κατηγορία φυτού (π.χ. φυλλοβόλο, αειθαλές, άλλο)
  • Φύλλωμα (χρώμα, σχήμα, διάταξη, άλλο)
  • Άνθη (χρώμα, σχήμα, διάταξη, άλλο)
  • Καρπoί (χρώμα, σχήμα, διάταξη, άλλο)
  • Βασίλειο
  • Συνομοταξία
  • Ομοταξία
  • Υφομοταξία
  • Τάξη
  • Οικογένεια
  • Υπο-οικογένεια
  • Γένος
  • Διώνυμο
  • Είδη
  • Σημειώσεις - Παρατηρήσεις

Χρήσιμα πρότυπα[επεξεργασία κώδικα]

Πρότυπο συμμετοχής.

Εργασίες[επεξεργασία κώδικα]

  • Δημιουργία και επέκταση σημαντικών λημμάτων.
  • Αποτίμηση και υιοθέτηση λημμάτων.
  • Τακτοποίηση και οργάνωση κατηγοριών.

Συμμετέχοντες[επεξεργασία κώδικα]

  1. --C messier 14:38, 6 Οκτωβρίου 2011 (UTC)
  2. --Jaguarlaser 18:42, 6 Οκτωβρίου 2011 (UTC)
  3. --Kupirijo 17:19, 8 Οκτωβρίου 2011 (UTC)
  4. --Sotkil 14:54, 26 Οκτωβρίου 2011 (UTC)
  5. --Ιων 12:16, 9 Νοεμβρίου 2011 (UTC)
  6. --Dgolitsis14:16, 14 Νοεμβρίου 2011 (UTC)
  7. --Templar52 16:33, 14 Νοεμβρίου 2011 (UTC)
  8. --Lemur12να'στε καλά 23:33, 26 Νοεμβρίου 2011 (UTC)
  9. --Ewiki10:09, 22 Δεκεμβρίου 2011 (UTC)
  10. --KOSTASatWIKI (συζήτηση) 16:53, 11 Ιουνίου 2012 (UTC)
  11. --Aristo Class (συζήτηση) 10:52, 26 Μαρτίου 2015 (UTC)
  12. --Golden star1.svg[andˈɾikʰːɔs] [siˈzitisi] 04:48, 27 Μαρτίου 2015 (UTC)
  13. --GMaiakis 14:30, 29 Σεπτεμβρίου 2015 (UTC)

Επιθυμητά λήμματα[επεξεργασία κώδικα]

Είδη και γένη φυτών[επεξεργασία κώδικα]

Αγλαόνημα, Αλόη, Αρνόγλωσσο, Αρτεμισία, Αρτόδεντρο, Αστρόφυτο, Βαγξία, Βούρλο, Γεράνι, Γιούκα, Γκαζάνια, Γλιτσίνια (Wisteria), Γρεβιλέα, Δατούρα, Δάφνη (γένος), Διχόντρα, Δράκαινα, Ζουμπούλι, Καλαγχόη, Καλλιστήμων, Κασουαρίνα, Κέντια, Κιννάμωμον, Λαθούρι (Λάθυρος ο ήμερος), Λάθυρος (γένος), Μοσχομπίζελο (Λάθυρος ο εύοσμος), Πασχαλιά, Πετούνια, Πλουμέρια, Πλουμπάγκο, Ποδόκαρπος, Σαιντπώλια, Σεφλέρα, Σκυλάκι, Σπαθίφυλλο, Τριανταφυλλιά (επέκταση), Υάκινθος, Φούλι (Jasminum sambac), Φούξια, Χλόη, ...

Οικογένειες φυτών[επεξεργασία κώδικα]

Ανακαρδιοειδή, Αρωκαριοειδή, Βατραχιοειδή, Βιγνονιοειδή, Βομβυκοειδή, Βρομελιοειδή, Γερανιοειδή, Δαφνοειδή, Ελαιοειδή, Ερεικοειδή‎, Ερυθροδανοειδή, Ευφορβιοειδή, Ιτεοειδή, Κακτοειδή‎, Κανναβοειδή‎, Καρυοειδή, Κρασσουλοειδή, Κυπαρισσοειδή, Λαμιοειδή, Λειριοειδή, Μαλαχοειδή, Μιμοζοειδή, Μορεοειδή‎, Μουσοειδή, Μυριστικοειδή, Μυρτοειδή, Νυμφαιοειδή, Πευκοειδή, Ποδοκαρποειδή, Πολυγονατοειδή, Πρωτεοειδή, Πτελεοειδή, Σημυδοειδή, Στρυχνοειδή, Σφενδαμνοειδή‎, Ταμαριδοειδή, Φηγοειδή, Χηνοποδιοειδή

Τάξεις[επεξεργασία κώδικα]

Αλισματώδη, Αμαμηλιδώδη, Αρεκώδη, Αστερώδη, Βατραχιώδη, Βρομελιώδη, Λαμιώδη, Γερανιώδη, Δαφνώδη‎, Ερεικώδη, Ερυθροδανώδη, Ιτεώδη, Ευφορβιώδη, Ζιγγιβερώδη, Καππαρώδη, Καρυοφυλλώδη, Κηλαστρώδη, Κνιδώδη, Λειριώδη, Μαλαχώδη, Μυρτώδη‎, Νυμφαιώδη, Ορχεώδη, Πολυγονατώδη, Πρωτεώδη, Ραμνώδη, Σανδαλιώδη‎, Στρυχνώδη‎, Φηγώδη‎, Χοιραδιώδη

Ορολογία[επεξεργασία κώδικα]

α. Από τα Ελληνικά (αλφαβητικά) στα ξένα[επεξεργασία κώδικα]

Α άγανο - αθήρ? (awn), αείφυλλος (evergreen), αερέγχυμα (aerenchyma), άκαυλο (χωρίς ποδίσκο) (stemless), άμισχος (sessile), αναρριχώμενο φυτό (vine), ανεμοφράκτης (windbreak), ανθήλη (panicle),[Σημ. 1][1] ανθήρας (anther), ανθηρίδιο (antheridium), ανθοδόχη (receptacle), ανθοκεφαλή (flower head), αντηρίδες (buttresses), αποπλάστης (apoplast), αρεόλη (areole), αρχεγόνιο (archegonium), αχαίνιο (achene),
Β βελανίδι (acorn), βλάστηση (vegetation), βότρυς (raceme), βράκειον - βράκτιο (bract),[Σημ. 2]
Γ γαμετάγγειο (gametangium), γλωσσίδιο (ligule), γλωχίδιο (γλωχίδιον) - γλωχίς (glochid),[Σημ. 3] γραμμικό (linear), γυναικείο (gynoecium)[Σημ. 4]
Δ διετές φυτό (biennial plant), δρύπη (drupe),[Σημ. 5][2] δωμάτιο (βοτανική) (domatium),
Ε εισβαλλόμενα είδη (invasive species), ελαιόσωμα (elaiosome) ενδοδερμίδα (endodermis), ενδοκάρπιο (endocarp), ενδοσπέρμιο (endosperm), εξωκάρπιο (exocarp), επίσπερμο (aril), ερμαφρόδιτο (monoecious), εσπερίδιο (hesperidium), εσπεριδοειδή (agrume), ετήσιο φυτό (annual plant),
Θ θαλλός (thallus), θυλάκιο (βοτανική) (follicle), θυλακοειδή (thylakoid),
Κ καλλιέργεια (crop), κάλυκας (calyx (flower)), καρπός (επέκταση), καρπόφυλλο (carpel), καλύπτρα (calyptra), καρύοψη (caryopsis), κάψα (βοτανική) (capsule (botany)), κεντρική ρίζα (taproot),[Σημ. 6][3] κλαδί (clade), κλαδώδιο (cladode), κλειστογαμία (cleistogamy), κολεός (sheath (botany)), κολεόπτιλο (coleoptile), κόμπος ( burl), κόνδυλος (tuber), κορμός (corm), κοτυληδών (cotyledon), κορυφαίο μερίστωμα (apical meristem), κώνος (βοτανική) (conifer cone),
Λ λογχοειδή (lanceolate),
Μ μαγκρόβια βλάστηση, μασχαλιαία (axillary), μεγασπόριο (megaspore), μεταξοειδής (sericeous), μήλο (βοτανική) - μηλοειδή - μηλοειδής? (pome), μεσοκάρπιο (mesocarp) μικροσπόριο (microspore), μίσχος (petiole),[Σημ. 7][4] μορφολογία φυτών (plant morphology), μυκήλιο[Σημ. 8]
Ν νεύρωση (φύλλο) (Nervure (feuille)),
Ξ ξυλώδες φυτό (woody plant), ξύλωμα (xylem),
Ο οδός C4, οφθαλμός (βοτανική) (bud),
Π παράφυλλο (stipule), παρέγχυμα (parenchyma), περιάνθιο (perianth),[Σημ. 9] περικάρπιο (Péricarpe), περικύκλιο (pericycle), περισπέρμιο (perisperm), πέταλο (petal),[Σημ. 10] πικάντικο (pungent), πλάγια ρίζα (lateral root),[Σημ. 11] πλασμόλυση (plasmolysis), ποδίσκος (pedicel), πολυετές φυτό (perennial plant),[Σημ. 12][5] ποώδες (herbaceous),[Σημ. 13][6] πρεμνοφυής διαχείριση (coppicing),πρωτόγυνος ή προτερόγυνος (protogynous). (Οργανισμός που έχει αρσενικά και θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα, τα οποία όμως ωριμάζουν σε διαδοχικές χρονικές στιγμες. Είτε τα αρσενικά όργανα ωριμάζουν πρώτα (πρώτανδρος ερμαφροδιτισμός), είτε τα θηλυκά όργανα (πρωτόγυνος ερμαφροδιτισμός)). πρωτόνημα (protonema), πτεροειδές (φύλλωμα) (pinnate),[Σημ. 14]
Ρ ρητίνη - ρετσίνι (resin), ριζοδερμίδα (rhizodermis), ρίζωμα (rhizome),[Σημ. 15][7][8] ρόδακας - ροζέτα (rosette),[Σημ. 16] ράγα - ρόγα (berry),
Σ σαμάρα (καρπός) (samara), σέπαλο (sepal),[Σημ. 17][9][10][11] στίγμα (βοτανική) (stigma (botany)), σκιάδιο (umbel),[Σημ. 18] σκύβαλο - άχυρο? (chaff), σπάδιξ (spadix), σπονδύλωμα (βοτανική) (whorl), σποριάγγειο (sporangium), σπορόφυλλο (sporophyll), στάχυ ((ear) (botany)), στέλεχος (Plant stem), στήλη (stele) στημονοειδές (staminode), στόλον (stolon), στύλος (βοτανική), (style (botany)), συκώνιο (syconium), συμπλάστης (symplast), συμπόδιο (sympodium), σύστημα Κρόνκουιστ, (Cronquist system), σύστημα APG (APG system), σύστημα APG II (APG II system), σύστημα APG III (APG III system), σφόνδυλος, σχιζοκάρπιο (schizocarp),[Σημ. 19] σωρός (sorus),
Τ ταξιανθία (inflorescence), τέπαλο (tepal)[Σημ. 20][12][13] τρις πτεροσχιδής (tripinnate), τρίχωμα (trichome),
Υ υδροτροπισμός (hydrotropism), υπάνθιο (hypanthium), ύπερος (pistil),
Φ φακίδιο (lenticel), φλοιός (βοτανική) (cortex (botany)), φλοίωμα (phloem), φλούδα - φλοιός? (peel), φόβη, φραγμoπλάστης (phragmoplast), φυλλάριο (leaflet), φυλλοβόλος (deciduous), φυλλοταξία (phyllotaxis), φυτικό κύτταρο (plant cell),
Χ χέδρωπας, χλόη (grass), χνουδωτό = (downy), χυμός = (sap),[Σημ. 21][14]
Ψ ψαλίδα (tendril), ψευδοκάρπιο,
Ω ωοθήκη (βοτανική) (ovary (botany)), ωογόνιο (oogonium)

β. Από τα ξένα (αλφαβητικά) προς τα Ελληνικά[επεξεργασία κώδικα]

A en:acorn = βελανίδι, en:achene = αχαίνιο, en:aerenchyma = αερέγχυμα, fr:agrume = εσπεριδοειδή, en:anther = ανθήρας, en:antheridium = ανθηρίδιο, en:annual plant = ετήσιο φυτό, en:APG system = σύστημα APG, en:APG II system = σύστημα APG II, en:APG III system = σύστημα APG III, en:apical meristem = κορυφαίο μερίστωμα, en:apoplast = αποπλάστης, en:archegonium = αρχεγόνιο, en:areole = αρεόλη, en:aril = επίσπερμο, en:awn = άγανο - αθήρ?, en:axillary = μασχαλιαία,
B en:berry = ράγα - ρόγα, en:biennial plant = διετές φυτό, en:bract = βράκειον - βράκτιο,[Σημ. 22] en:bud = οφθαλμός (βοτανική), en:burl = κόμπος, en:buttresses = αντηρίδες,
C en:calyptra = καλύπτρα, en:calyx (flower) = κάλυκας, en:capsule (botany) = κάψα (βοτανική), en:carpel = καρπόφυλλο, en:caryopsis = καρύοψη, en:chaff = σκύβαλο - άχυρο?, en:clade = κλαδί, en:cladode = κλαδώδιο, en:cleistogamy = κλειστογαμία, en:coleoptile = κολεόπτιλο, en:conifer cone = κώνος (βοτανική), en:coppicing = πρεμνοφυής διαχείριση, en:corm = κορμός, en:cortex (botany) = φλοιός (βοτανική), en:cotyledon = κοτυληδόνα, en:Cronquist system = σύστημα Κρόνκουιστ, en:crop = καλλιέργεια,
D en:deciduous = φυλλοβόλος, en:domatium = δωμάτιο (βοτανική), en:downy = χνουδωτό, en:drupe = δρύπη,[Σημ. 23][15]
E en:ear (botany) = στάχυ, en:elaiosome = ελαιόσωμα, en:endocarp = ενδοκάρπιο, en:endodermis = ενδοδερμίδα, en:endosperm = ενδοσπέρμιο, en:evergreen = αείφυλλος, en:exocarp = εξωκάρπιο,
F en:flower head = ανθοκεφαλή, en:follicle = θυλάκιο (βοτανική),
G en:gametangium = γαμετάγγειο, en:glochid = γλωχίδιο (γλωχίδιον) - γλωχίς,[Σημ. 24] en:grass = χλόη, en:gynoecium γυναικείο'[Σημ. 25]
H en:herbaceous = ποώδες,[Σημ. 26][6] en:hesperidium = εσπερίδιο, en:hydrotropism = υδροτροπισμός, en:hypanthium = υπάνθιο,
I en:inflorescence = ταξιανθία, en:invasive species = εισβαλλόμενα είδη,
L en:lanceolate = λογχοειδή, en:lateral root = πλάγια ρίζα,[Σημ. 27] en:leaflet = φυλλάριο, en:lenticel = φακίδιο, en:ligule = γλωσσίδιο, en:linear = γραμμικό,
M en:megaspore = μεγασπόριο, mesocarp= μεσοκάρπιο, en:microspore = μικροσπόριο, en:monoecious = μόνοικος,
N fr:Nervure (feuille) = νεύρωση (φύλλο),
O en:oogonium = ωογόνιο, en:ovary (botany) = ωοθήκη (βοτανική),
P en:panicle = ανθήλη,[Σημ. 28][16] en:parenchyma = παρέγχυμα, en:pedicel = ποδίσκος, en:peel = φλούδα - φλοιός?, en:perennial plant= πολυετές φυτό,[Σημ. 29][17] en:perianth = περιάνθιο,[Σημ. 30] fr:Péricarpe = περικάρπιο, en:pericycle = περικύκλιο, en:perisperm = περισπέρμιο, en:petal = πέταλο,[Σημ. 31] en:petiole = μίσχος,[Σημ. 32][18] en:phyllotaxis = φυλλοταξία, en:pinnate = πτεροειδές (φύλλωμα),[Σημ. 33] en:pistil = ύπερος, en:plant cell = φυτικό κύτταρο, en:plant morphology = μορφολογία φυτών, en:plant stem = στέλεχος, en:plasmolysis = πλασμόλυση, en:phloem = φλοίωμα, en:phragmoplast = φραγμoπλάστης, en:pome = μήλο (βοτανική) - μηλοειδή - μηλοειδής?, en:protogynous = πρωτόγυνος ή προτερόγυνος. (Οργανισμός που έχει αρσενικά και θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα, τα οποία όμως ωριμάζουν σε διαδοχικές χρονικές στιγμες. Είτε τα αρσενικά όργανα ωριμάζουν πρώτα (πρώτανδρος ερμαφροδιτισμός), είτε τα θηλυκά όργανα (πρωτόγυνος ερμαφροδιτισμός)), en:protonema = πρωτόνημα, en:pungent = πικάντικο,
R en:raceme = βότρυς, en:receptacle = ανθοδόχη, en:resin = ρητίνη - ρετσίνι, en:rhizodermis = ριζοδερμίδα, en:rhizome = ρίζωμα,[Σημ. 34][19][20] en:rosette = ρόδακας - ροζέτα,[Σημ. 35]
S en:samara = σαμάρα (καρπός), en:sap = χυμός,[Σημ. 36][14] en:schizocarp = σχιζοκάρπιο,[Σημ. 37] en:sepal = σέπαλο,[Σημ. 38][21][22][11] en:sericeous = μεταξοειδής, en:sessile = άμισχος, en:sheath (botany) = κολεός, en:sorus = σωρός, en:spadix = σπάδιξ, en:sporangium = σποριάγγειο, en:sporophyll = σπορόφυλλο, en:staminode = στημονοειδές, en:stele = στήλη, en:stemless = άκαυλο (χωρίς ποδίσκο), en:stigma (botany) = στίγμα (βοτανική), en:stipule = παράφυλλο, en:stolon στόλον, en:style (botany) = στύλος (βοτανική), en:syconium = συκώνιο, en:symplast = συμπλάστης, en:sympodium = συμπόδιο,
T en:taproot = κεντρική ρίζα,[Σημ. 39][23] en:tendril = ψαλίδα, en:tepal = τέπαλα[Σημ. 40][24][25] en:thallus = θαλλός, en:thylakoid = θυλακοειδή, en:trichome = τρίχωμα, en:tripinnate = τρις πτεροσχιδής, en:tuber = κόνδυλος,
U en:umbel = σκιάδιο,[Σημ. 41]
V en:vegetation = βλάστηση, en:vine = αναρριχώμενο φυτό
W en:whorl = σπονδύλωμα (βοτανική), en:windbreak = ανεμοφράκτης, en:woody plant = ξυλώδες φυτό
X en:xylem = ξύλωμα

Μορφή φύλλων (Leaf shape): ακέραιο (entire), γραμμικό (linear), δερματώδες (leathery), ελλειπτικό (elliptic), εναλλασσόμενο (alternate), επίμηκες (elongated), λείο (glabrous), λογχοειδές (lanceolate) οδοντωτό (serrated), παλαμοειδές (palmate), πτεροειδές (pinnate)

Ελληνικοί όροι, χωρίς (προς το παρόν τουλάχιστον) την ξένη μετάφραση και αντιστρόφως[επεξεργασία κώδικα]

μαγκρόβια βλάστηση,
οδός C4,
φόβη,
χέδρωπας,
ψευδοκάρπιο,
carpellate,
cupule,
glabrous,
herbaceous,
hypocarpium,
mericarps,
μυκήλιο,
perulate,
pod,
puberulent,
pungent,
staminate,

Βοτανολόγοι[επεξεργασία κώδικα]

Κάρολος Κλούσιος, Καρλ Σίγκισμουντ Κουντ (Carl Sigismund Kunth), Άρθουρ Κρόνκουιστ, Φίλιπ Μίλερ (βοτανική), Ουίλλιαμ Τάουνσεντ Έιτον (William Townsend Aiton), Καρλ Πέτερ Τούμπεργκ, Αντουάν Λωράν ντε Ζυσιέ (Antoine Laurent de Jussieu)...

Χρήσιμοι δεσμοί[επεξεργασία κώδικα]

Πηγές για τα επιστημονικά και κοινά ονόματα[επεξεργασία κώδικα]

Πηγές για ορολογία[επεξεργασία κώδικα]

Φωτοθήκη[επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[επεξεργασία κώδικα]

  1. Μια ανθήλη είναι μια πολύ-διακλαδισμένη ταξιανθία.
  2. Στη βοτανική βράκτιο (bract) ή βράκειο, είναι ένα φύλλο στο μίσχο του άνθους δηλαδή ένα τροποποιημένο ή εξειδικευμένο φύλλο, ειδικά ένα που σχετίζεται με την αναπαραγωγική δομή, όπως ένα λουλούδι, ταξιανθία άξονας ή κλίμακα κώνου.
  3. Τα γλωχίδια - (glochids ή glochidia) (ενικός: γλωχίδιο - (glochidium)) είναι τριχοειδή αγκάθια ή κοντά αγκαθάκια, συνήθως αγκυστρωτά, που βρίσκονται στις αρεόλες (areoles) των κάκτων στην υπο-οικογένεια Opuntioideae. Τα γλωχίδια των κάκτων, αποκολλώνται εύκολα από το φυτό και διεισδύουν στο δέρμα, προκαλώντας έτσι ερεθισμό κατά την επαφή.
  4. Το gynoecium (από το Αρχαίο Ελληνικό «γυνή» (gyne), που σημαίνει γυναίκα και το «οἶκος», που σημαίνει σπίτι), συνηθέστερα χρησιμοποιείται ως συλλογικός όρος για τα τμήματα του ενός λουλουδιού που παράγει ωάρια και που τελικά εξελίσσεται σε καρπό και σπόρους (βλέπε σχετική φωτογραφία).
  5. Στη βοτανική, μία δρύπης (ή πυρηνόκαρπο) είναι ένας καρπός μη διανοιγόμενος στον οποίο ένα εξωτερικό σαρκώδες μέρος (εξωκάρπιο, ή ο φλοιός· και το μεσοκάρπιο, ή σάρκα) περιβάλλουν ένα κέλυφος (το λάκκο, πέτρα, ή πυρένιο) του σκληρυμένου ενδοκαρπίου με έναν σπόρο (πυρήνα) εντός).
  6. Σε ένα φυτό με ένα σύστημα κύριας ρίζας, η κύρια ρίζα είναι η μεγαλύτερη, κεντρικότερη και η πιο κυρίαρχη ρίζα, από την οποία άλλες ρίζες βλαστάνουν πλευρικά. Συνήθως, μια κύρια ρίζα είναι κάπως ευθεία, πολύ παχιά, κωνικού σχήματος και αναπτύσσεται κατευθείαν προς τα κάτω.
  7. Ένας μίσχος (στη βοτανική) είναι ένα στέλεχος που αποδίδει ενιαία λουλούδια στην ταξιανθία. Είναι τα κλαδιά ή τα στελέχη που συνδέουν το κάθε λουλούδι σε μια ταξιανθία, που περιέχει περισσότερα από ένα λουλούδι.
  8. Το μυκήλιο είναι το φυτικό μέρος ενός μύκητα, που αποτελείται από μια μάζα από διακλαδώσεις, με νηματώδης υφές (βλέπε σχετική φωτογραφία).
  9. Το περιάνθιο ((perianth) και που μερικές φορές ονομάζεται «περιγόνιον» (perigonium) ή (perigon)), είναι το μη αναπαραγωγικό μέρος του λουλουδιού και η δομή του που σχηματίζει ένα περίβλημα γύρω από τα γεννητικά όργανα, αποτελείται από τον κάλυκα (σέπαλα) και την στεφάνη (πέταλα). Ο όρος περιάνθιο προέρχεται από το ελληνικό «περί», που σημαίνει γύρω από και «άνθος», που σημαίνει λουλούδι, ενώ το «περιγόνιον» προέρχεται από το «γόνος», που σημαίνει σπόρος, δηλαδή τα γεννητικά όργανα (βλέπε σχετικό διάγραμμα).
  10. Τα πέταλα (φυτολογία), είναι τροποποιημένα φύλλα τα οποία περιβάλλουν τα αναπαραγωγικά μέρη των λουλουδιών (βλέπε σχετική φωτογραφία).
  11. Οι πλευρικές ρίζες εκτείνονται οριζοντίως από την πρωτογενή ρίζα (ριζίδιο) και χρησιμεύουν για την ασφαλή αγκίστρωση του φυτού στο έδαφος. Αυτή η διακλάδωση των ριζών συμβάλλει επίσης στην πρόσληψη νερού και διευκολύνει την εξαγωγή των θρεπτικών συστατικών που απαιτούνται για την αύξηση και ανάπτυξη του φυτού.
  12. Ένα πολυετές φυτό (perennial plant) ή απλά πολυετές (perennial) (από το Λατινικό per, που σημαίνει "μέσα" και annus, που σημαίνει "χρόνος"), είναι ένα φυτό που ζει για περισσότερο από δύο χρόνια.
  13. Ο όρος forb (μερικές φορές γράφεται και phorb) αναφέρεται σε οποιοδήποτε ποώδες φυτό που δεν ανήκει στα Αγρωστώδη (Graminae) (π.χ. δημητριακά, βούρλα κ.ο.κ). Με άλλα λόγια, τα forbs είναι πόες, αλλά όλες οι πόες δεν είναι forbs. Ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως στην γεωπονική και την κτηνοτροφία, προερχόμενη εκ του ελληνικού φορβή < φέρβω.
  14. Πτεροειδές (φύλλωμα) είναι η διάταξη των σαν φτερό ή πολυ-διαιρούμενων χαρακτηριστικών που προκύπτουν στις δύο πλευρές του φύλλου, από ένα κοινό άξονα.
  15. Στη βοτανική και την δενδρολογία, ένα ρίζωμα (από το Αρχαίο Ελληνικό: ῥίζωμα, "μάζα των ριζών", από το ῥιζόω, "αιτία να χτυπήσει η ρίζα") είναι ένα τροποποιημένο υπόγειο στέλεχος του φυτού, που συνήθως βρίσκεται υπογείως, συχνά στέλνοντας ρίζες και βλαστούς από τα μεσογόνατιά του.
  16. Στη βοτανική, μια ροζέτα είναι μια κυκλική διάταξη των φύλλων, με όλα τα φύλλα σε παρόμοιο ύψος. Παρόλο, που οι ροζέτες συνήθως κάθονται πλησίον του εδάφους, η δομή τους είναι ένα παράδειγμα ενός τροποποιημένου στελέχους.
  17. Ένα σέπαλο, είναι ένα μέρος του άνθους των αγγειόσπερμων (ανθοφόρα φυτά), που συνήθως είναι πράσινο. Τα σέπαλα, τυπικώς λειτουργούν ως προστασία για τον οφθαλμό του λουλουδιού και συχνά ως υποστήριξη για τα πέταλα, όταν βρίσκονται στην άνθιση (βλέπε σχετική φωτογραφία).
  18. Το σκιάδιο είναι μια ταξιανθία η οποία αποτελείται από έναν αριθμό κοντών μίσχων λουλουδιών (που ονομάζονται μίσχοι), το οποίο απλώνεται από ένα κοινό σημείο, κάπως σαν τις νευρώσεις της ομπρέλας.
  19. Ένα σχιζοκάρπιο, είναι ένας ξηρός καρπός, που όταν ωριμάσει, διασπάται σε μερικάρπια (mericarps).
  20. Ένα τέπαλο (tepal), είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει ένα από τα εξωτερικά μέρη του άνθους (συλλογικά του περιανθίου), όταν αυτά τα μέρη δεν μπορούν εύκολα να διαιρεθούν σε δύο είδη, σέπαλα και πέταλα. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι τα τμήματα του περιανθίου είναι μη διαφοροποιημένα (δηλαδή πολύ παρόμοιας εμφάνισης), όπως στη 'Μαγνόλια', είτε γιατί είναι δυνατόν να διακρίνουμε ένα εξωτερικό σπονδύλωμα των σεπάλων από ένα εσωτερικό σπονδύλωμα των πετάλων, τα σέπαλα και τα πέταλα είναι παρόμοια σε εμφάνιση το ένα με το άλλο (όπως στα Λίλιουμ). Ο όρος προτάθηκε για πρώτη φορά το 1827, από τον Augustin Pyramus de Candolle.
  21. Ο χυμός (Αγγλ. sap), είναι αυστηρός όρος της επιστήμης της Γενικής Βοτανικής που χρησιμοποιείται αποκλειστικά στην Φυσιολογία Φυτών και όχι οπουδήποτε. Συγκεκριμένα, είναι ΜΟΝΟΝ το πρωταρχικό υδατικό διάλυμα που κινείται στα αγγεία του φυτού με πολύπλοκες φυσικοχημικές διεργασίες (ώσμωση, τριχοειδικά φαινόμενα κ.α.) και χρησιμεύει στην θρέψη του. Οποιοδήποτε υγρό παράγει το φυτό ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΑ και σε οποιοδήποτε σημείο του (βλαστό, φύλλα, άνθη, κ.ο.κ), ακόμη και αν προέρχεται από αυτό το διάλυμα, δεν είναι χυμός, με την ΑΥΣΤΗΡΗ βοτανική έννοια (sensu stricto). Επίσης, ο χυμός, δεν πρέπει να συγχέεται με το λατέξ, τη ρητίνη ή το κενοτόπιο (vacuole).
  22. Στη βοτανική βράκτιο (bract) ή βράκειο, είναι ένα φύλλο στο μίσχο του άνθους δηλαδή ένα τροποποιημένο ή εξειδικευμένο φύλλο, ειδικά ένα που σχετίζεται με την αναπαραγωγική δομή, όπως ένα λουλούδι, ταξιανθία άξονας ή κλίμακα κώνου.
  23. Στη βοτανική, μία δρύπης (ή πυρηνόκαρπο) είναι ένας καρπός μη διανοιγόμενος στον οποίο ένα εξωτερικό σαρκώδες μέρος (εξωκάρπιο, ή ο φλοιός· και το μεσοκάρπιο, ή σάρκα) περιβάλλουν ένα κέλυφος (το λάκκο, πέτρα, ή πυρένιο) του σκληρυμένου ενδοκαρπίου με έναν σπόρο (πυρήνα) εντός).
  24. Τα γλωχίδια - (glochids ή glochidia) (ενικός: γλωχίδιο - (glochidium)) είναι τριχοειδή αγκάθια ή κοντά αγκαθάκια, συνήθως αγκυστρωτά, που βρίσκονται στις αρεόλες (areoles) των κάκτων στην υπο-οικογένεια Opuntioideae. Τα γλωχίδια των κάκτων, αποκολλώνται εύκολα από το φυτό και διεισδύουν στο δέρμα, προκαλώντας έτσι ερεθισμό κατά την επαφή.
  25. Το γυναικείο (gynoecium) (από το Αρχαίο Ελληνικό «γυνή» (gyne), που σημαίνει γυναίκα και το «οἶκος», που σημαίνει σπίτι), συνηθέστερα χρησιμοποιείται ως συλλογικός όρος για τα τμήματα του ενός λουλουδιού που παράγει ωάρια και που τελικά εξελίσσεται σε καρπό και σπόρους (βλέπε σχετική φωτογραφία).
  26. Ο όρος forb (μερικές φορές γράφεται και phorb) αναφέρεται σε οποιοδήποτε ποώδες φυτό που δεν ανήκει στα Αγρωστώδη (Graminae) (π.χ. δημητριακά, βούρλα κ.ο.κ). Με άλλα λόγια, τα forbs είναι πόες, αλλά όλες οι πόες δεν είναι forbs. Ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως στην γεωπονική και την κτηνοτροφία, προερχόμενη εκ του ελληνικού φορβή < φέρβω.
  27. Οι πλευρικές ρίζες εκτείνονται οριζοντίως από την πρωτογενή ρίζα (ριζίδιο) και χρησιμεύουν για την ασφαλή αγκίστρωση του φυτού στο έδαφος. Αυτή η διακλάδωση των ριζών συμβάλλει επίσης στην πρόσληψη νερού και διευκολύνει την εξαγωγή των θρεπτικών συστατικών που απαιτούνται για την αύξηση και ανάπτυξη του φυτού.
  28. Η ανθήλη είναι μια πολύ-διακλαδισμένη ταξιανθία.
  29. Ένα πολυετές φυτό (perennial plant) ή απλά πολυετές (perennial) (από το Λατινικό per, που σημαίνει "μέσα" και annus, που σημαίνει "χρόνος"), είναι ένα φυτό που ζει για περισσότερο από δύο χρόνια.
  30. Το περιάνθιο ((perianth) και που μερικές φορές ονομάζεται «περιγόνιον» (perigonium) ή (perigon)), είναι το μη αναπαραγωγικό μέρος του λουλουδιού και η δομή του που σχηματίζει ένα περίβλημα γύρω από τα γεννητικά όργανα, αποτελείται από τον κάλυκα (σέπαλα) και την στεφάνη (πέταλα). Ο όρος περιάνθιο προέρχεται από το ελληνικό «περί», που σημαίνει γύρω από και «άνθος», που σημαίνει λουλούδι, ενώ το «περιγόνιον» προέρχεται από το «γόνος», που σημαίνει σπόρος, δηλαδή τα γεννητικά όργανα (βλέπε σχετικό διάγραμμα).
  31. Τα πέταλα (φυτολογία), είναι τροποποιημένα φύλλα τα οποία περιβάλλουν τα αναπαραγωγικά μέρη των λουλουδιών (βλέπε σχετική φωτογραφία).
  32. Ένας μίσχος (στη βοτανική) είναι ένα στέλεχος που αποδίδει ενιαία λουλούδια στην ταξιανθία. Είναι τα κλαδιά ή τα στελέχη που συνδέουν το κάθε λουλούδι σε μια ταξιανθία, που περιέχει περισσότερα από ένα λουλούδι.
  33. Πτεροειδές (φύλλωμα) είναι η διάταξη των σαν φτερό ή πολυ-διαιρούμενων χαρακτηριστικών που προκύπτουν στις δύο πλευρές του φύλλου, από ένα κοινό άξονα.
  34. Στη βοτανική και την δενδρολογία, ένα ρίζωμα (από το Αρχαίο Ελληνικό: ῥίζωμα, "μάζα των ριζών", από το ῥιζόω, "αιτία να χτυπήσει η ρίζα") είναι ένα τροποποιημένο υπόγειο στέλεχος του φυτού, που συνήθως βρίσκεται υπογείως, συχνά στέλνοντας ρίζες και βλαστούς από τα μεσογόνατιά του.
  35. Στη βοτανική, μια ροζέτα είναι μια κυκλική διάταξη των φύλλων, με όλα τα φύλλα σε παρόμοιο ύψος. Παρόλο, που οι ροζέτες συνήθως κάθονται πλησίον του εδάφους, η δομή τους είναι ένα παράδειγμα ενός τροποποιημένου στελέχους.
  36. Ο χυμός (Αγγλ. sap), είναι αυστηρός όρος της επιστήμης της Γενικής Βοτανικής που χρησιμοποιείται αποκλειστικά στην Φυσιολογία Φυτών και όχι οπουδήποτε. Συγκεκριμένα, είναι ΜΟΝΟΝ το πρωταρχικό υδατικό διάλυμα που κινείται στα αγγεία του φυτού με πολύπλοκες φυσικοχημικές διεργασίες (ώσμωση, τριχοειδικά φαινόμενα κ.α.) και χρησιμεύει στην θρέψη του. Οποιοδήποτε υγρό παράγει το φυτό ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΑ και σε οποιοδήποτε σημείο του (βλαστό, φύλλα, άνθη, κ.ο.κ), ακόμη και αν προέρχεται από αυτό το διάλυμα, δεν είναι χυμός, με την ΑΥΣΤΗΡΗ βοτανική έννοια (sensu stricto). Επίσης, ο χυμός, δεν πρέπει να συγχέεται με το λατέξ, τη ρητίνη ή το κενοτόπιο (vacuole).
  37. Ένα σχιζοκάρπιο, είναι ένας ξηρός καρπός, που όταν ωριμάσει, διασπάται σε μερικάρπια (mericarps).
  38. Ένα σέπαλο, είναι ένα μέρος του άνθους των αγγειόσπερμων (ανθοφόρα φυτά), που συνήθως είναι πράσινο. Τα σέπαλα, τυπικώς λειτουργούν ως προστασία για τον οφθαλμό του λουλουδιού και συχνά ως υποστήριξη για τα πέταλα, όταν βρίσκονται στην άνθιση (βλέπε σχετική φωτογραφία).
  39. Σε ένα φυτό με ένα σύστημα κύριας ρίζας, η κύρια ρίζα είναι η μεγαλύτερη, κεντρικότερη και η πιο κυρίαρχη ρίζα, από την οποία άλλες ρίζες βλαστάνουν πλευρικά. Συνήθως, μια κύρια ρίζα είναι κάπως ευθεία, πολύ παχιά, κωνικού σχήματος και αναπτύσσεται κατευθείαν προς τα κάτω.
  40. Ένα τέπαλο (tepal), είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει ένα από τα εξωτερικά μέρη του άνθους (συλλογικά του περιανθίου), όταν αυτά τα μέρη δεν μπορούν εύκολα να διαιρεθούν σε δύο είδη, σέπαλα και πέταλα. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι τα τμήματα του περιανθίου είναι μη διαφοροποιημένα (δηλαδή πολύ παρόμοιας εμφάνισης), όπως στη 'Μαγνόλια', είτε γιατί είναι δυνατόν να διακρίνουμε ένα εξωτερικό σπονδύλωμα των σεπάλων από ένα εσωτερικό σπονδύλωμα των πετάλων, τα σέπαλα και τα πέταλα είναι παρόμοια σε εμφάνιση το ένα με το άλλο (όπως στα Λίλιουμ). Ο όρος προτάθηκε για πρώτη φορά το 1827, από τον Augustin Pyramus de Candolle.
  41. Το σκιάδιο είναι μια ταξιανθία η οποία αποτελείται από έναν αριθμό κοντών μίσχων λουλουδιών (που ονομάζονται μίσχοι), το οποίο απλώνεται από ένα κοινό σημείο, κάπως σαν τις νευρώσεις της ομπρέλας.

Υποσημειώσεις[επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[επεξεργασία κώδικα]

  1. Hickey, M.; King, C. (2001). The Cambridge Illustrated Glossary of Botanical Terms. Cambridge University Press. 
  2. Introductory Plant Biology-edition seven-Kingsley R. Stern
  3. Botany Manual: Ohio State University
  4. Hickey, M.; King, C. (2001). The Cambridge Illustrated Glossary of Botanical Terms. Cambridge University Press. 
  5. The Garden Helper. The Difference Between Annual Plants and Perennial Plants in the Garden. Retrieved on 2008-06-22.
  6. 6,0 6,1 Schröder, Hans (2009). Grasslands: Ecology, Management and Restoration. Commack, N.Y: Nova Science Publishers. ISBN 1-60692-024-3. 
  7. ῥίζωμα. Liddell, Henry George· Scott, Robert· A Greek–English Lexicon στο Perseus Project
  8. ῥιζόω
  9. «Oxford dictionary». http://oxforddictionaries.com/definition/english/sepal?view=uk. 
  10. «Collins dictionary». http://www.collinsdictionary.com/dictionary/english/sepal. 
  11. 11,0 11,1 Beentje, Henk (2010). The Kew Plant Glossary. Richmond, Surrey: Royal Botanic Gardens, Kew. ISBN 978-1-84246-422-9. , p. 106
  12. Augustin Pyramus de Candolle (1827). Organographie végétale, ou Description raisonnée des organes des plantes; pour servir de suite et de développement a la théorie élémentaire de la botanique, et d'introduction a la physiologie végétale et a la physiologie végétale et a la description des familles. Paris: Deterville, σελ. 503. http://www.biodiversitylibrary.org/item/60660#page/527/mode/1up. 
  13. Augustin Pyramus de Candolle (1841). Vegetable organography; or, An analytical description of the organs of plants. 2. translated by Boughton Kingdon. London: Houlston & Stoneman, σελ. 90. http://www.biodiversitylibrary.org/item/70328#page/104/mode/1up. 
  14. 14,0 14,1 Aslam Khan (1 January 2001). Plant Anatomy And Physiology. Gyan Publishing House. ISBN 978-81-7835-049-3. http://books.google.com/books?id=0iou9iOxAMwC. Ανακτήθηκε στις 6 April 2013. 
  15. Introductory Plant Biology-edition seven-Kingsley R. Stern
  16. Hickey, M.; King, C. (2001). The Cambridge Illustrated Glossary of Botanical Terms. Cambridge University Press. 
  17. The Garden Helper. The Difference Between Annual Plants and Perennial Plants in the Garden. Retrieved on 2008-06-22.
  18. Hickey, M.; King, C. (2001). The Cambridge Illustrated Glossary of Botanical Terms. Cambridge University Press. 
  19. ῥίζωμα. Liddell, Henry George· Scott, Robert· A Greek–English Lexicon στο Perseus Project
  20. ῥιζόω
  21. «Oxford dictionary». http://oxforddictionaries.com/definition/english/sepal?view=uk. 
  22. «Collins dictionary». http://www.collinsdictionary.com/dictionary/english/sepal. 
  23. Botany Manual: Ohio State University
  24. Augustin Pyramus de Candolle (1827). Organographie végétale, ou Description raisonnée des organes des plantes; pour servir de suite et de développement a la théorie élémentaire de la botanique, et d'introduction a la physiologie végétale et a la physiologie végétale et a la description des familles. Paris: Deterville, σελ. 503. http://www.biodiversitylibrary.org/item/60660#page/527/mode/1up. 
  25. Augustin Pyramus de Candolle (1841). Vegetable organography; or, An analytical description of the organs of plants. 2. translated by Boughton Kingdon. London: Houlston & Stoneman, σελ. 90. http://www.biodiversitylibrary.org/item/70328#page/104/mode/1up.