Πασχαλιά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πασχαλιά
Λουλούδια της πασχαλιάς
Λουλούδια της πασχαλιάς
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Angiospermae)
Ομοταξία: Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Τάξη: Λαμιώδη (Lamiales)
Οικογένεια: Ελαιοειδή (Oleaceae)
Γένος: Syringa
Είδος: Syringa vulgaris
L.
«Θάμνος πασχαλιάς», πίνακας του Βίνσεντ βαν Γκογκ, 1889

Η πασχαλιά αποτελεί είδος φυτού, μεγάλου θάμνου ή μικρού δένδρου, που έχει επιστημονική ονομασία (στη λατινική γλώσσα) Syringa vulgaris («σύριγγα η κοινή») και ανήκει στην οικογένεια του ελαιόδενδρου, τα ελαιοειδή. Η πασχαλιά είναι γηγενής στη Βαλκανική Χερσόνησο, όπου φυτρώνει ιδίως σε πετρώδεις λόφους.[1][2][3] Στην Ελλάδα συναντάται αυτοφυής στην ηπειρωτική χώρα, από τα βόρεια σύνορα μέχρι και τη βόρεια Θεσσαλία.

Η πασχαλιά καλλιεργείται επίσης ευρύτατα από τον άνθρωπο για τα ευωδιαστά και ωραία άνθη της και έχει εισαχθεί σε άλλα μέρη της Ευρώπης, στην Ασία και τη Βόρεια Αμερική. Ανευρίσκεται εκεί συχνά στην άγρια κατάσταση κοντά σε μέρη που κάποτε κατοικούσαν άνθρωποι, ως απόγονος παλαιών καλλιεργούμενων πασχαλιών.[4][5][6] Τα άνθη της πασχαλιάς είναι εδώδιμα και χρησιμεύουν για τον αρωματισμό μελιών και γλυκισμάτων.[7][8]

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πασχαλιά είναι μεγάλος φυλλοβόλος θάμνος ή και χαμηλό δένδρο που απλώνεται από χαμηλά με πολλαπλούς βλαστούς και μπορεί να φθάσει σε ύψος τα 6 έως 7 μέτρα. Παράγει δευτερογενείς βλαστούς από τη βάση ή και τις ρίζες, με διαμέτρους μέχρι και 20 εκατοστά. Ο φλοιός είναι γκρίζος έως φαιόγκριζος. Τα φύλλα είναι απλά, με μήκος από 4 έως 12 εκατοστά και πλάτος από 3 έως 8. Το χρώμα τους είναι ανοικτό προς μέσο πράσινο και το σχήμα τους ωοειδές προς καρδιοειδή. Είναι διατεταγμένα σε αντιτιθέμενα ζεύγη ή σε κάποιες περιπτώσεις σε σπονδυλώματα ως τριάδες. Τα άνθη της πασχαλιάς συνδέονται με σωληνοειδή βάση με το στέλεχός τους και έχουν πέταλα μήκους 6 έως 10 mm με ανοικτή τετράλοβη αντωοειδή κορυφή διαμέτρου 5 έως 8 mm. Το χρώμα τους είναι συνήθως ανοικτό μοβ («λιλά») και σε κάποιες ποικιλίες λευκό. Είναι διατεταγμένα σε πυκνές πυραμιδοειδείς φόβες, που έχουν μήκος από 8 μέχρι 18 εκατοστά. Ο καρπός της πασχαλιάς είναι ξηρή καφετιά επιμήκης κάψα με μήκος από 1 έως 2 εκατοστά, που χωρίζεται στα δύο όταν ωριμάσει προκειμένου να απελευθερώσει τους σπόρους, οι οποίοι είναι εφοδιασμένοι με δύο πτερύγια ο καθένας ώστε να παρασύρονται σε μεγαλύτερες αποστάσεις από τον άνεμο.[1][9]

Ταξινομική και ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Syringa vulgaris περιγράφηκε επιστημονικώς για πρώτη φορά από τον πατέρα της ονοματολογίας των ειδών Κάρολο Λινναίο το 1753 και η περιγραφή του δημοσιεύθηκε στο θεμελιώδες έργο του Species Plantarum.[10] Η λατινική επιστημονική ονομασία του γένους οφείλεται στα κοίλα στελέχη του φυτού, που μοιάζουν με καλαμένιους αυλούς, όπως αυτοί από τους οποίους κατασκευαζόταν το αρχαίο μουσικό όργανο σύριγγα[11], ενώ του είδους αποδίδεται ως «κοινή» με την έννοια της ευρείας εξαπλώσεως του είδους. Η κοινή ελληνική ονομασία «πασχαλιά» οφείλεται στο ότι ανθίζει πλήρως τους μήνες του Πάσχα.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πασχαλιές, τόσο η S. vulgaris, όσο και η Syringa × persica (η μικρότερη και με λεπτότερα άνθη «περσική πασχαλιά», που πλέον θεωρείται ένα φυσικό υβρίδιο), εισάχθηκαν στους κήπους της υπόλοιπης, μη μεσογειακής Ευρώπης στα τέλη του 16ου αιώνα, απευθείας από τους κήπους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και όχι από βοτανολόγους που εξερευνούσαν τη βαλκανική χλωρίδα. Η φυσική «πατρίδα» του είδους S. vulgaris ταυτοποιήθηκε μόλις το 1828, όταν ο φυσιοδίφης Αντόν Ροσέ (Anton Rocher) ανεκάλυψε πραγματικώς άγρια δείγματά του στα Βαλκάνια. Ο πρέσβυς της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους στην Υψηλή Πύλη, ο Φλαμανδός Οζιέ Γκιζελέν ντε Μπουσμπέκ, ο ίδιος που έφερε τις πρώτες τουλίπες στη δυτική Ευρώπη, πιστώνεται γενικώς και με την πρώτη αποστολή της πασχαλιάς στη Δύση, συγκεκριμένα στον Κάρολο Κλούσιο περί το 1562.

Καλλιέργεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πασχαλιές καλλιεργούνται ευρύτατα ως καλλωπιστικά φυτά σε κήπους και πάρκα, εξαιτίας των ελκυστικών και ευωδιαστών λουλουδιών της, που εμφανίζονται σε πλήρη ανάπτυξη αργά την άνοιξη, ελάχιστα πριν από τα περισσότερα τριαντάφυλλα.[12]

Στα τέλη του καλοκαιριού σε υγρούς τόπους η πασχαλιά μπορεί να προσβληθεί από ασκομύκητες και μάλιστα από το ομώνυμο είδος Erysiphe syringae της τάξεως ερυσιφώδη.[13]

Η πασχαλιά τείνει να ανθίζει πλούσια κάθε δεύτερο έτος («χρονιά παρά χρονιά»), μια συνήθεια που μπορεί να βελτιωθεί κόβοντας τα μαραμένα λουλούδια από το φυτό μόλις το χρώμα τους έχει ξεθωριάσει και προτού γίνουν οι σπόροι (λίγοι από τους οποίους έτσι κι αλλιώς είναι γόνιμοι). Επίσης η ανάπτυξη παράπλευρων βλαστών που έχουν ανθίσει πάνω από μία ή δύο φορές μπορεί να σταματήσει κόβοντάς τους προς όφελος ενός ή δύο ισχυρών πλευρικών βλαστών.

Δείγμα της ευρύτητας της καλλιέργειας της πασχαλιάς στη Βόρεια Αμερική είναι το γεγονός ότι επιλέχθηκε ως το «επίσημο λουλούδι» της ψυχρής πολιτείας Νιου Χάμσαϊρ των Ηνωμένων Πολιτειών, επειδή «συμβολίζει τον σκληρό χαρακτήρα των ανδρών και γυναικών της πολιτείας του γρανίτη».[14] (Υπονοείται η αντοχή του μεσογειακού αυτού φυτού στο ψυχρό κλίμα της πολιτείας). Πρόσθετη αντοχή στο ψύχος προσφέρει μια σειρά υβριδίων της S. vulgaris που ανέπτυξε η Ιζαμπέλα Πρέστον, τα Syringa × prestoniae. Αυτά μπουμπουκιάζουν και ανθίζουν αργότερα, τον Μάιο και Ιούνιο, προστατευόμενα έτσι από παγετούς του Απριλίου. Τα άνθη τους έχουν αποχρώσεις του ροζ και του χρώματος της λεβάντας.[15]

Η καλλιέργεια της πασχαλιάς διεισδύει πλέον αργά και στον δύσκολο κόσμο των μπονσάι, όπου εκτιμάται για τα άνθη της και τους πολλούς βλαστούς που εκφύει πάντοτε.[16]

Καλλιεργούμενες ποικιλίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περισσότερες πασχαλιές των κήπων ανήκουν σε καλλιεργούμενες ποικιλίες, η πλειονότητα των οποίων δεν υπερβαίνει τα 4 έως 5 μέτρα σε ύψος.[17] Μεταξύ του 1876 και του 1927 ο ανθοκόμος Βικτόρ Λεμουάν δημιούργησε στο Νανσύ της Γαλλίας περισσότερες από 153 ποικιλίες με δικά τους ονόματα, πολλές από τις οποίες θεωρούνται κλασικές και βρίσκονται ακόμα στο εμπόριο. Οι «γαλλικές πασχαλιές» του Λεμουάν επεξέτειναν τη χρωματική ποικιλία σε βαθύτερες, πιο «κορεσμένες» αποχρώσεις, ενώ περιλαμβάνουν και τις πρώτες ποικιλίες με διπλά άνθη αντί των φυσικών ημίδιπλων, με τους στήμονες να έχουν αντικατασταθεί από πρόσθετα πέταλα.

Εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Rushforth, K.: Trees of Britain and Europe, εκδ. Collins, 1999, ISBN 0-00-220013-9
  2. Med-Checklist: Syringa vulgaris
  3. Flora Europaea: Syringa vulgaris
  4. Biota of North Idaho America Program, Syringa vulgaris
  5. Altervista Flora Italiana, Syringa vulgaris
  6. Illinois wildflowers, common lilac, Syringa vulgaris
  7. «How to Eat Lilacs (and Other Ways to Use Them)». Practical Self Reliance. 12 Μαΐου 2019. Ανακτήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 2022. 
  8. ««Edible Wild Food Blog» Lilac Flowers for Eye Health». Ανακτήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 2022. 
  9. Blamey, M. & Grey-Wilson, C. (1989). Flora of Britain and Northern Europe. (ISBN 0-340-40170-2).
  10. Linnaeus, Carl (1753). Species Plantarum (1η έκδοση). Στοκχόλμη: Laurentii Salvii. σελ. 9. Ανακτήθηκε στις 27 Δεκεμβρίου 2015. 
  11. Harrison, Lorraine (2012). RHS Latin for Gardeners. Ηνωμένο Βασίλειο: Mitchell Beazley. ISBN 978-1845337315. 
  12. RHS A-Z encyclopedia of garden plants. Ηνωμένο Βασίλειο: Dorling Kindersley. 2008. σελ. 1136. ISBN 978-1405332965. 
  13. B. Ing: «An Introduction to British Powdery Mildews», The Mycologist, τόμος 5.1 (1990), σσ. 24-27
  14. New Hampshire Revised Statute Annotated (RSA), 3:5
  15. «Plant Profiles - Chicago Botanic Garden». www.chicagobotanic.org. Ανακτήθηκε στις 25 Ιουνίου 2018. 
  16. D'Cruz, Mark. «Ma-Ke Bonsai Care Guide for Common Lilac». Ma-Ke Bonsai. Ανακτήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 2021. 
  17. Huxley, A. (επιμ.): New RHS Dictionary of Gardening, εκδ. Macmillan, 1992, ISBN 0-333-47494-5

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Το ομώνυμο λήμμα στην εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 12, σελ. 422