Βησιγοτθικό Βασίλειο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βησιγοτθικό Βασίλειο
Gutþiuda Þiudinassus
418 – περ. 720

Χάρτης
Το Βησιγοτθικό Βασίλειο της Τουλούζης

Πρωτεύουσα Αρχικά περιοδεύουσα, ως έδρα

της μοναρχικής αυλής αναφέρονται οι Τουλούζη, Βαρκελώνη, Σεβίλλη. Από τον Αθαναχίλδο κι έπειτα, σταθερή πρωτεύουσα φέρεται να είναι το Τολέδο.

Πληθυσμός περ. 1.500.000
Γλώσσες Λατινικά, Γοτθικά, Δημώδεις λατινικές διάλεκτοι της Ιβηρικής
Πολίτευμα
Απόλυτη αρχικά και στη

συνέχεια εκλεγόμενη Μοναρχία

Θρησκεία Αρρειανισμός, Χριστιανισμός
Προηγούμενο κράτος Σουηβικό Βασίλειο, Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
Διάδοχο κράτος Χαλιφάτο των Ομεϋαδών, Βασίλειο των Αστουριών, Φραγκικό Βασίλειο
Σημερινά κράτη Ισπανία, Γαλλία, Ανδόρα, Πορτογαλία

Ο όρος Βησιγοτθικό Βασίλειο περιγράφει το βασίλειο που ιδρύθηκε από τον Βάλια το 414 στην ρωμαϊκή επαρχία της Ακιτανίας, αρχικά ως φοϊδεράτο της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με κέντρο την σημερινή Τουλούζη[1] κι έπειτα ως ανεξάρτητο κράτος. Έφτασε να ελέγχει μια ευρύτατη περιοχή της Δυτικής Ευρώπης που περιελάμβανε τη σημερινή νότια Γαλλία και τα δύο τρίτα της Ιβηρικής χερσονήσου. Μετά τη ήττα από τους Φράγκους στο Βουιγιέ το 507, περιορίστηκε στην Ιβηρική χερσόνησο όπου, εν μέσω ενός διαρκούς αγώνα εναντίον των εσωτερικών εριδών (αντιπαλότητα ισπανορωμαίων χριστιανών - αρειανικής βησιγοτθικής ελίτ) και των εξωτερικών εχθρών (Βυζαντινών, Σουηβών) κατάφερε να εγκαταστήσει ένα λειτουργικό κράτος που κατέρευσε το 711 από την εισβολή μαυριτανικών και αραβικών στρατευμάτων του Χαλιφάτου της Δαμασκού.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Βασίλειο της Τουλούζης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με βασιλια τον αρχιβησιγοτθο Παρι Π.

Οι Βησιγότθοι, πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του Αλάριχου Α΄, το 415 κατέκτησαν προσωρινά τη Βαρκελώνη υπό την ηγεσία του Αταούλφου που είχε νυμφευθεί την ετεροθαλή αδελφή του αυτοκράτορα Ονώριου, Γκάλια Πλακίντια. Τρία χρόνια μετά, με την αποτυχία του περάσματος των στενών του Γιβραλτάρ, κάτω από την καθοδήγηση του Βάλια, υπέγραψαν με την Αυτοκρατορία μια συμφωνία βάσει της οποίας μετατρέπονταν σε φοιδεράτοι της. Εγκαταστάθηκαν στην Ακιτανία και έθεσαν την έδρα τους στην τότε Παλάντια Τολόζα· άλλη σημαντική πόλη του πρώτου αυτού πυρήνα του βασιλείου τους ήταν τα Βουρδίγαλα.

Οι νίκες του Βάλια στην Ιβηρική εναντίον των Αλανών και των Βανδάλων δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη σημασία πέραν της ισχυροποίησης της αυτοκρατορίκής εξουσίας κατά μήκος της μεσογειακής ακτής που τότε εκπροσωπείτο από τον Κωνστάντιο, τον Magister Militum της Ταρρακωνικής. Αντίθετα, οι Ρωμαίοι κοιτούσαν με ανησυχία την διαρκώς αυξανόμενη πολεμική δραστηριότητα των λεγόμενων Βagaudae στα βόρεια του ποταμού Λίγηρα. Για την Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, οι Βησιγότθοι θα έπαιζαν τον ρόλο του αναχώματος εναντίον τους.[2]

Ο πρώτος μετά τον Βάλια μονάρχης ήταν ο Θεοδώριχος Α΄ (419-451). Ήταν αυτός που τον Ιούνιο του 451, με τη συνδρομή του ρωμαίου στρατηγού Φλάβιου Αέτιου νίκησε τα ουννικά στρατεύματα του Αττίλα στα Καταλαυνικά Πεδία. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Θορισμούνδος που με τη σειρά του δολοφονήθηκε από τον αδερφό του, Θεοδώριχο Β΄.[3] Επί βασιλείας του πραγματοποιήθηκε η μερική κατάκτηση της Ιβηρικής, υπό την πρόφαση της διατήρησης της αυτοκρατορικής εξουσίας.

Κατά το δεύτερο τρίτο του 5ου αιώνα, η δυτικορωμαϊκή εξουσία είχε περιοριστεί στην Ταρακωνική. Οι Αλανοί, κυριαρχούσαν στο κέντρο και το νότο και οι Σουηβοί στη βορειοαδυτική γωνία. Το 456, ο νέος βησιγότθος ηγεμόνας κατανίκησε τον σουηβικό στρατό αλλά, λόγω εσωτερικών αδυναμιών, απέτυχε να εξαφανίσει το βασίλειό τους. Από τότε και μέχρι το 585 οι δύο γερμανικές φυλές θα συμβίωναν στην Ιβηρική· η μεν συγκεντρωμένη στη σημερινή Γαλικία και βόρεια Πορτογαλία, οι δε ως κυρίαρχοι της υπόλοιπης. Τα Κανταβρικά όρη και η σημερινή χώρα των Βάσκων απέφυγαν την επιβολή της βησιγοτθικής εξουσίας.[4] Συνολικά οι Βησιγότθοι δεν πρέπει να αριθμούσαν πάνω από 30.000, ένα αρκετά μικρό μέγεθος σε σχέση με το 1 εκατομμύριο ισπανορωμαίων.[5][6]

Ο νεότερος αδερφός του Θεοδωρίχου Β΄, Ευαρίχος, τον διαδέχθηκε εν μέσω εσωτερικής αναρχίας. Βασίλεψε από το 466 μέχρι το 484. Σταδιακά ενσωμάτωσε αρκετές τέως ρωμαϊκές επαρχίες: το 472 την Ταρακωνική και το 474 την Προβηγκία. Θεωρείται ο συντάκτης του λεγόμενου Κώδικα του Ευαρίχου, του πρώτου γραπτού γερμανικού νομοθετικού έργου που λειτούργησε ως γέφυρα μεταξύ του ρωμαϊκoύ και του πρώιμο μεσαιωνικό δίκαιο.[7] Με τον θάνατό του, η παρακμάζουσα Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία απέσυρε την ονομαστική εξουσία που ασκούσε στο Βασίλειο, που από εκείνη τη στιγμή θεωρείται πλήρως ανεξάρτητο.[8]

Η Οστρογοτθική παρένθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο γιος του Ευαρίχου, Αλάριχος Β΄ υπέστη σημαντική για το μέλλον του βασιλείου ήττα το 507 στο Βουιγιέ από τον φράγκο ηγεμόνα, Κλόβις. Η φραγκική επίθεση περιόρισε τα σύνορά του στα Πυρηναία, αν και η Σεπτιμανία διατηρήθηκε. Η απουσία ηγεμόνα για τα εναπομείναντα βησιγοτθικά εδάφη έδωσε την ευκαιρία στον οστρογότθο βασιλιά στην Ιταλία, Θεοδώριχο να επιβληθεί στο Βασίλειο. Αφότου εξουδετέρωσε τον Γεσαλείχο (507-511) που είχε εναντιωθεί στην οστρογοτθική επιρροή και είχε αναζητήσει την βοήθεια των Βανδάλων της νότιας Αφρικής, επέβαλε μια μορφή αντιβασιλείας για δεκαπέντε χρόνια (511-526) στο όνομα του Αμαλάριχου, γιου του Αλάριχου Β΄ και ανιψιού του. Ο οστρογότθος ηγεμόνας έθεσε τις βάσεις του διττού συστήματος λειτουργίας του βασιλείου: οι ισπανορωμαίοι θα αναλάμβαναν την λειτουργία του κράτους και οι Βησιγότθοι τον στρατό.[4] Εν τούτοις, οι εσωτερικές έριδες και η απουσία ισχυρής κεντρικής εξουσίας δυσκόλεψαν την ομαλή λειτουργία του Βασιλείου.[4] Η τύποις πανγοτθική πολιτική του Θεοδώριχου κατέρευσε με τον θάνατό του το 526 και την ανάκτηση από την πλευρά της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Ιουστινιανού Α΄ σημαντικού μέρους των τέως αυτοκρατορικών εδαφών στην Ιταλία.[9]

Ο Αμαλάριχος, σύζυγος της φράγκας πριγκίπισσας Χλοθίλδης, βασίλεψε για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Με τη δολοφονία του το 531, εξαφανίστηκε ο οίκος που είχε ιδρύσει ο Θεοδώριχος Α΄ το 419 και που αναγόταν μέχρι τον Αλάριχο Α΄.[10] Έκτοτε η διαδοχή στην θρόνο άλλαξε μορφή: η ανάδειξη του μονάρχη μέσω εκλογής του από την αριστοκρατία του βασιλείου έφερε σε δεύτερη μοίρα την δυναστική διαδοχή, που εφαρμόστηκε μονάχα σε περιόδους αστάθειας.[11]

Τον διαδέχθηκε ο οστρογότθος κυβερνήτης της Ιβηρίας επί Θεοδώριχου, Θεύδις (531-548). Έχασε τον έλεγχο της σημερινής Θέουτα από τους βυζαντινούς το 531 και αντιμετώπισε μια μεγάλη φραγκική εισβολή στην Ταρακωνική το 541. Ο ίδιος ήταν παντρεμένος με μια ισπανορωμαία αριστροκράτισσα, ένα γεγονός που αποδεικνύει την σχετικότητα της θεωρίας περί αυστηρού διαχωρισμού των δύο κοινοτήτων που συμβίωναν στην Ιβηρική.[12] Δολοφονήθηκε το 548 και τον διαδέχθηκε ο Θευδίσηλος (548-549) που επίσης έπεσε θύμα δολοφονίας.

Το Βασίλειο του Τολέδο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βυζαντινή επέμβαση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιβηρική χερσόνησος το 560 μ.Χ.

Ο πρώτος ανεξάρτητος βησιγότθος βασιλέας του περιορισμένου στην Ιβηρική Βησιγοτθικού Βασιλείου, γνωστότερο ως Βασίλειο του Τολέδο, υπήρξε ο Άγιλας. Στην εποχή του το Βασίλειο γνώρισε πολλές εσωτερικές διαμάχες. Σε μία από αυτές, ο Αθαναχίλδος, γότθος ευγενής, επαναστάτησε εναντίον του στη Σεβίλλη· ως βοήθεια είχε προηγουμένως καλέσει τους Βυζαντινούς, που το 522, υπό την ηγεσία του Λιβέριου, αποβιβάστηκαν στο νότο. Ο Άγιλας δολοφονήθηκε από τους οπαδούς του, οι οποίοι αποδέχθηκαν τον Αθαναχίλδο ως νέο βασιλιά. Τα στρατεύματα ωστόσο της Αυτοκρατορίας αρνήθηκαν να αποχωρήσουν από την Ιβηρική και εγκαθίδρυσαν την Επαρχία της Σπανίας, που θα διατηρείτο για 75 χρόνια.[13]

Η ακμή του βασιλείου και η υιοθέτηση του Καθολικισμού από τη Μοναρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο γιος του, Λεοβίγιλδος, υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους βησιγότθους μονάρχες. Βασίλεψε μεταξύ 572 και 583 Περιόρισε τη δράση των Φράγκων στη Σεπτιμανία, ανέκτησε την Κορδούη από τους Βυζαντινούς το 572 και το 585[14], νίκησε τους Σουηβούς και ενσωμάτωσε οριστικά το έδαφός τους στο Βησιγοτθικό Βασίλειο.[15] Υιοθέτησε το τυπικό των βυζαντινών αυτοκρατόρων για την αυλή του και έκοψε νομίσματα με την μορφή του.[13] Η προσπάθεια επιβολής του βησιγοτθικού αρειανισμού στους ισπανορωμαίους προκάλεσε την εξέγερσή τους. Ο γιος του, Ερμενεγίλδος, που είχε υιοθετήσει το δόγμα της Νίκαιας, ηγήθηκε της εξέγερσης που κατέληξε σε ήττα των εξεγερμένων και τον θάνατο του ηγέτη τους.[13]

Ο διάδοχος του Λεοβιγίλδου, Ρικαρίδος, ασπάστηκε τον νικαιϊκό χριστιανισμό το 589[13] με τη λεγόμενη Γ΄ Σύνοδο του Τολέδο.[16] Ως αποτέλεσμα, η εκκλησία του βασιλείου άρχισε να εμπλέκεται ενεργά στη δημόσια ζωή.[13] Ο μονάρχης έλαβε τον τίτλο του προστάτη της Εκκλησίας, όποτε και χαρακτηρίστηκε, βάσει των βυζαντινών προτύπων, orthodoxus rex. Ο Σισηβούτος διέταξε το 612 τον διωγμό του αρειανισμού και την επιβολή του επίσημου χριστιανισμού σε όλους του κατοίκους του βασιλείου.[17] Ο ίδιος θεωρείται ο πιο καλλιεργημένος από τους βησιγότθους μονάρχες της Ιβηρικής· στην εποχή του έδρασε ο σημαντικότερος διανοούμενος της βησιγοτθικής εποχής, Ισίδωρος της Σεβίλλης (570-636).

Περιόρισε την παρουσία των βυζαντινών στο σημερινό Αλγκάρβε, σηματοδοτώντας ουσιαστικά την εξαφάνιση της Επαρχίας της Σπανίας, που θα ολοκληρωνόταν επί Σουϊντίλα (623-631).[18] Το σημαντικότερο βήμα για την οριστική ταύτιση της βησιγοτθικής μοναρχικής ελίτ και των ίβηρων υπηκόων της θεωρείται ότι επιτεύχθηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ρεκεσβίντου, με το Liber Judiciorum (‘Βιβλίων των Κρίσεων’, 654), έναν νομικό κώδικα που ίσχυε σε όλη την ιβηρο-βησιγοτθική επικράτεια για όλους τους υπηκόους του βασιλείου ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής.[17]

Από τα μέσα ήδη του 7ου αιώνα μάλλον είναι πολύ πιθανή η ύπαρξη μιας κοινής γοτθικής ταυτότητας για το σύνολο των ελίτ της Ιβηρικής.[6] Η ισπανορωμαϊκή ταυτότητα είχε μάλλον ατονίσει λόγω της απόστασης που χώριζε πλέον χρονικά το βασίλειο του Τολέδο από την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Αντίστοιχα είχαν εξαφανιστεί και τα ρωμαϊκά ονόματα με τα βησιγοτθικά να είναι αυτά που επιβίωσαν ακόμη και της μουσουλμανικής κατάκτησης.[19] Παρότι η επικράτεια του βασιλείου συνέχισε να αποκαλείται Ιβηρία (Hispania), οι κάτοικοί του ονομαζόταν αποκλειστικά Γότθοι.[20]

Η μουσουλμανική κατάκτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Βησιγοτθικό Βασίλειο έπεσε θύμα μιας από τις πολλές μαυριτανικές επιθέσεις που είχε αρχίσει να δέχεται η Ιβηρική ήδη από το 680. Μετά από μια πρώτη, διερευνητική επέμβαση του ομεϋάδη κυβερνήτη της βόρειας Αφρικής το 710, Ταρίφ μπεν Μαλούκ, τον επόμενο χρόνο ο Ταρίκ μπεν Ζιγιάντ απεβίβασε 12.000 στρατιώτες αραβικής και βερβερικής προέλευσης. Ο τελευταίος βησιγότθος μονάρχης, Ροδερίχος, υπέστη μια καταστρεπτική ήττα στη μάχη του ποταμού Γουαδαλέτε. Ο θάνατός του άφησε ανοικτό το δρόμο των μουσουλμάνων που τον Οκτώβριο του ίδιου έτους κατέλαβαν το Τολέδο. Η πορεία τους συνεχίστηκε προς το βορά· τον επόμενο χρόνο ο στρατηγός Μούζα μπεν Νουσαΐρ ενίσχυσε αριθμητικά το μουσουλμανικό στρατό με την εκ νέου απόβαση 18.000 στρατιωτών. Η κατάλυση του Βασιλείου του Τολέδο ολοκληρώθηκε το 725, με την κατάκτηση της Σεπτιμανίας.[21]

Είναι γενικά αποδεκτό από την ιστοριογραφία ότι οι περισσότερες πόλεις του Βησιγοτθικού Βασιλείου υποτάχθηκαν βάσει συμφωνίας με τους νέους κατακτητές. Οι ελάχιστοι πυρήνες αντίστασης που προέκυψαν είτε κατέρευσαν μπροστά στην ακαταμάχητη ισχύ των μουσουλμάνων, είτε πέρασαν απαρατήρητες. Στην δεύτερη κατηγορία ανήκει και η περίφημη μάχη της Κοβαδόνγκα, όπου ο Πελάγιο, ένας βησιγότθος ευγενής, φέρεται να επιβλήθηκε σε ένα μουσουλμανικό στράτευμα. Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα, μικροί χριστιανικοί πυρήνες στα Κανταβρικά και τα Πυρηναία όρη θα πολεμούσαν για την ανεξαρτησία τους, δίνοντας αφορμή για την εμφάνιση στην ιστοριογραφία του φαινομένου της λεγόμενης «Ανακατάκτησης» της Ιβηρικής.[22]

Διοίκηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διοικητική οργάνωση του βησιγοτθικού βασιλείου πήρε την οριστική της μορφή επί Λεοβιγίλδου και Ριχάρδου.[23] Η βησιγοτθική εξουσία απλωνόταν σε όλη την Ιβηρική και τη Σεπτιμανία· έξω από τον έλεγχό της βρίσκονταν οι Βαλεαρίδες νήσοι που ανήκαν στους Βυζαντινούς μέχρι την κατάκτησή τους από τους Μαυριτανούς. Στο κράτος του Λεοβιγίλδου ανήκε και η σημερινή Θέουτα. Όσον αφορά την εκκλησιαστική δομή, επί Βησιγότθων παρέμεινε ίδια με αυτή που είχαν επιβάλει στη ρωμαϊκή Ιβηρία οι αυτοκράτορες Θεοδόσιος και Κωνσταντίνος.[24] Οι επαρχίες ήταν οι εξής:[23]

Επαρχία Κύρια πόλη
Σεπτιμανία Νάρμπο
Ιβηρία Τάρακο
Ωτριγονία Αστούρικα Αουγκούστα
Γαλικία Μπράκαρα
Λουζιτανία Εμέριτα
Ωραριόλα Τολέτουμ
Ίσπαλις Ίσπαλις
Βαιτική Κορδούη

Κάθε επαρχία κυβερνιόταν από έναν δούκα και κάθε πόλη από έναν κόμη. Όσον αφορά την πρωτεύουσα, αρχικά η βασιλική αυλή ήταν περιοδεύουσα· ο Ευρίχος χρησιμοποίησε τόσο τα Βουρδίγαλα, όσο και την Αρελάτη και την Τολόζα[7] ως πρωτεύουσες ενώ ο Θεύδις (531-548) είχε διαμείνει στη Βαρκελώνη και τη Σεβίλλη.[4] Από ένα σημείο και μετά, το Τολέδο φέρεται να λειτούργησε ως σταθερή πρωτεύουσα, ένα ρόλο που συνδύαζε με αυτό της μοναδικής Αρχιεπισκοπής του Βασιλείου.

Τέχνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχιτεκτονική της περιόδου αυτής παρουσιάζει μια συνέχεια των σχεδίων της επαρχιακής αρχιτεκτονικής των ρωμαϊκών χρόνων που συνδυάζεται με μια σταδιακά αυξανούμενη βυζαντινή επιρροή. Ο διάκοσμος των εκκλησιών ακολουθεί φυτικά μοτίβα. Εν τούτοις, τα μοναδικά αρχαιολογικά κατάλοιπα βησιγοτθικής αρχιτεκτονικής περιορίζονται σε δύο χώρους, την εκκλησία της Αγίας Λουκίας του Τρανπάλ και της Αγίας Μαρίας του Μέλκε στην σημερινή Καστίλη-Λα Μάντσα. Σπάνια αποτυπώνονται ανθρώπινες μορφές, που μάλλον αποδίδονται σε βυζαντινή επιρροή.[25] Ιδιαίτερη ανάπτυξη είχε η αργυροχρυσοχοΐα.

Κατάλογος των βησιγότθων και οστρογότθων μοναρχών των δύο βασιλείων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δυναστεία των Μπαλτ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όνομα Περίοδος βασιλείας
Αλάριχος Α΄ 395–410
Αταούλφος 410–415
Βάλια 415–419
Θεοδώριχος Α΄ 419–451
Θουρισμούνδος 451-453
Θεοδώριχος Β΄ 453-466
Ευάριχος 466-485
Αλάριχος Β΄ 485-507
Γεσαλέιχο 507-511
Αμαλάριχος 507-531

Εκλεγόμενη μοναρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όνομα μονάρχη Περίοδος βασιλείας
Θεύδις 531–548
Θευδίσηλος 548–549
Άγιλας 549–554
Αθαναχίλδος 554–568
Λιούβας Α΄ 568–572
Λεοβίχιλδος 553–586
Ριχάριδος Α΄ 586-601
Λιούβας Β΄ 601-603
Βιτέριχος 603-610
Γουδένμαρος 610-612
Σισεβούτος 612-621
Ριχαρίδος Β΄ 621
Σουϊντίλας 621-631
Σισενάνδος 631-636
Χιντίλας 636-639
Τούλγας 639-642
Χιδανσβίντος 642-649
Χιδανσβίντος και

Ρεκεσβίντος

649-653
Ρεκεσβίντος 653-672
Βάμβας 672-680
Ερβίγιος 680-687
Έγικας 687-698
Έγικας και Βιτίθα 698-702
Βιτίθα 702-710
Ροδερίχος 710-711

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Davies 2012: 32.
  2. Collins 2004: 28.
  3. Davies 2012: 35.
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 López και Davalillo 2000: 77.
  5. Collins 2004: 25.
  6. 6,0 6,1 Collins 2004: 241.
  7. 7,0 7,1 López και Davalillo 2000: 76.
  8. Davies 2012: 38.
  9. Davies 2012: 42.
  10. Collins 2004: 42.
  11. Collins 2004: 46.
  12. Collins 2004: 43.
  13. 13,0 13,1 13,2 13,3 13,4 Cantarino 1999: 49
  14. López και Davalillo 2000: 78.
  15. López και Davalillo 2000: 75.
  16. López και Davalillo 2000: 81.
  17. 17,0 17,1 Cantarino 1999: 50.
  18. López και Davalillo 2000: 79.
  19. Collins 2004: 243.
  20. Collins 2004: 246.
  21. López και Davalillo 2000: 84.
  22. López και Davalillo 2000: 89.
  23. 23,0 23,1 López και Davalillo 2000: 80.
  24. López και Davalillo 2000: 81.
  25. Cantarino 1999: 52.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Cantarino, Vicente (1999), Civilización y cultura de España. Τέταρτη έκδοση. Prentice-Hall, Upper Saddle River, Νιου Τζέρσεΐ
  • Collins, Roger (2004), Visigothic Spain 409-711. Blackwell, Malden, Οξφόρδη, Carlton.
  • Davies, Simon (2012), Vanished Kingdoms: The Rise and Fall of States and Nations. Penguin.
  • López, Julio και Larrea, Davalillo (2000), Atlas histórico de España y Portugal, Sintesis, Μαδρίτη.