Βασίλειο των Αστουριών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Βασίλειο των Αστουριών
Regnum Asturianum
718-925

Το Βασίλειο των Αστουριών (λατινικά: Regnum Asturorum) υπήρξε η πρώτη χριστιανική κρατική οντότητα που ιδρύθηκε στην Ιβηρική χερσόνησο μετά την μουσουλμανική κατάκτηση του Βησιγοτθικού Βασιλείου μεταξύ 711 και 721. Η ιστορία του βασιλείου ξεκινάει με την αμφισβητούμενη εκλογή του γότθου ευγενούς Πελάγιου το 718[1] και το ονομαστικό τέλος του βασιλείου επήλθε το 925, όταν απορροφήθηκε από αυτό της Λεόν. Θεωρείται πρόγονος του Στέμματος της Καστίλης και του Βασιλείου της Πορτογαλίας, και δι' αυτού, το πρώτο κατεξοχήν «ισπανικό» κρατικό μόρφωμα.

Οι γνώσεις μας σχετικές με τις πρώτες δεκαετίες του αστουριανικού βασιλείου είναι πολύ περιορισμένες. Οι πηγές, σύγχρονες ή ύστερες, χριστιανικές ή μουσουλμανικές, είτε αλληλοαναιρούνται είτε παρουσιάζουν τα γεγονότα με μεγάλη μεροληψία. Σίγουρα ωστόσο η γέννηση του βασιλείου φαίνεται να πραγματοποιήθηκε κατά τις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 8ου αιώνα, υπό την καθοδήγηση του Πελάγιου (στα λατινικά: Pelagius, στα ισπανικά: Pelayo) που κατάφερε να εκδιώξει τις μουσουλμανικές φρουρές της Χιχόν και να νικήσει σε μικρές αψιμαχίες τα μουσουλμανικά στρατεύματα που στέλνονταν κατά καιρούς στα Κανταβρικά όρη.

Κατά τις πρώτες δεκαετίες δεν υπήρχε καμία ουσιαστική κρατική οργάνωση. Οι ίδιοι οι ηγεμόνες των Αστουριών δεν αναφέρονται εξαρχής ως βασιλείς. Επομένως, η τομή που παρουσιάζεται με το Βησιγοτθικό Βασίλειο είναι ξεκάθαρη και απόλυτη: ο αστούριος μονάρχης δεν είναι σε καμιά περίπτωση Rex Gothorum αλλά μονάχα ο ηγέτης ενός ελάχιστου σε μέγεθος και σημασία κρατικού μορφώματος. Ένα ακόμη εμπόδιο για την γρήγορη ανάδειξη του νέου κράτους ήταν η απουσία οποιουδήποτε προηγουμένου κάποιου ανεξάρτητου αστουριανικού κρατιδίου.[2]

Το Βασίλειο των Αστουριών το 814.

Αρχικά η επέκταση του βασιλείου περιορίστηκε στα Κανταβρικά όρη: στα ανατολικά προς την Χώρα των Βάσκων, στα δυτικά προς τη Γαλικία. Οι Γαλικιανοί και οι Βάσκοι εμπλούτισαν την εθνοτική σύσταση του βασιλείου, που αρχικά αποτελείτο από τα τοπικά φύλα που δεν είχαν βρεθεί ποτέ κάτω από την απόλυτη ρωμαϊκή ή βησιγοτθική εξουσία. Πρώτος βασιλιάς που αναγνωρίζεται επίσημα είναι ο Αλφόνσος Β΄ (βασ. 791-842). Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του εμφανίστηκε η πρωτορομανική τέχνη.

Οι επόμενοι μονάρχες, Ορδόνιο Α΄ και Αλφόνσος Γ΄ μαζί με τις μουσουλμανικές, αντιμετώπισαν και νορμανδικές επιδρομές. Συνεργάστηκαν με το Βασίλειο της Παμπλόνα και τους Μπανού Κασί της μουσουλμανικής Σαραγόσα. Ο δεύτερος προώθησε τη λατρεία του Αγίου Ιακώβου της Κομποστέλα και του ομώνυμου προσκυνήματος, αν και έγινε ευρέως γνωστό μετά τον 10ο αιώνα.[3] Ενσωμάτωσαν μια ευρεία περιοχή που στο τέλος της βασιλείας του Αλφόνσου περιελάμβανε το σύνολο των εδαφών βορείως του ποταμού Δούρου, από το Πόρτο μέχρι το Μπούργος. Το 868 ιδρύθηκε από τον Βίμαρα Πέρες στην περιοχή του Πόρτο η Κομητεία του Πορτουκάλε, πρόγονος της σημερινής Πορτογαλίας. Με τη μετακίνηση της πρωτεύουσας στη Λεόν το 910 από τον γιο τού, Γκαρθία Α΄, το βασίλειο μετονομάστηκε σε Βασίλειο του Λεόν. Σημειωτέον είναι ότι τέτοια αλλαγή δεν σήμανε την αλλαγή της δυναστείας παρά μονάχα της πρωτεύουσας, που μετακινήθηκε νοτιότερα για να βρίσκεται πιο κοντά στα συνεχώς επεκτεινόμενα σύνορα του βασιλείου[4].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Collins 2012: 60.
  2. Collins 2012: 61.
  3. Collins 2012: 118.
  4. Collins 2012: 138.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Collins, Roger (2012), Caliphs and Kings. Spain, 796–1031. Blackwell, Malden, Οξφόρδη.