Ώρα για διασκέδαση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ώρα για διασκέδαση
Fun and Fancy Free
Fun and Fancy Free DVD.jpg
Εξώφυλλο DVD
ΣκηνοθεσίαΤζακ Κίννι
Μπιλ Ρόμπερτς
Χάμιλτον Λάσκε
Γουίλιαμ Μόργκαν (live-action)
ΠαραγωγήΓουώλτ Ντίσνεϋ
ΣενάριοΧόμερ Μπράιτμαν
Έλντον Ντεντίνι
Λανς Νόλεϊ
Τομ Όρεμπ
Χάρι Ριβς
Τεντ Σιρς
Βασισμένο σεLittle Bear Bongo
του Σίνκλερ Λιούις (Bongo)
Ο Τζακ και η Φασολιά
(Mickey and the Beanstalk)
ΠρωταγωνιστέςΈντγκαρ Μπέργκεν
Λουάνα Πάτεν
Ηθοποιοί φωνήςΚλιφ Έντουαρντς
Γουώλτ Ντίσνεϋ
Κλάρενς Νας
Πίντο Κόλβιγκ
Μπίλι Γκίλμπερτ
ΑφήγησηΝτάινα Σορ (Bongo)
Έντγκαρ Μπέργκεν
(Mickey and the Beanstalk)
ΜουσικήΌλιβερ Ουάλας
Πολ Σμιθ
Έλιοτ Ντάνιελ
Τσαρλς Γουόλκοτ
ΦωτογραφίαΤσαρλς Π. Μπόιλ
ΜοντάζΤζακ Μπατσόμ
Εταιρεία παραγωγήςWalt Disney Productions
ΔιανομήRKO Radio Pictures
Πρώτη προβολή27 Σεπτεμβρίου 1947
Διάρκεια73 λεπτά
ΠροέλευσηΗνωμένες Πολιτείες Αμερικής
ΓλώσσαΑγγλικά
Ακαθάριστα έσοδα$3,165,000 (παγκόσμιες ενοικιάσεις)[1]

Το Ώρα για διασκέδαση (πρωτότυπος τίτλος: Fun and Fancy Free) είναι αμερικανική ταινία ανθολογίας μιούζικαλ φαντασίας κινουμένων σχεδίων παραγωγής 1947. Η παραγωγή έγινε από τον Γουώλτ Ντίσνεϋ και η διανομή από την RKO Radio Pictures στις 27 Σεπτεμβρίου 1947. Αποτελεί την ένατη ταινία κινουμένων σχεδίων μεγάλου μήκους της Disney και την τέταρτη από ένα πακέτο έξι ταινιών που κυκλοφόρησαν από τα στούντιο τη δεκαετία του 1940 με σκοπό την εξοικονόμηση χρημάτων κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι συγκεκριμένες ταινίες της Disney που κυκλοφόρησαν στα τέλη της δεκαετίας του 1940, βοήθησαν στη χρηματοδότηση της Σταχτοπούτας και άλλων ταινιών μεταγενέστερα, όπως οι Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων και Πίτερ Παν.

Η ταινία είναι μια συλλογή δύο ιστοριών. Η πρώτη έχει τον τίτλο Bongo και παρουσιάζεται από τον Τζίμινι Κρίκετ, ενώ την αφήγηση κάνει η Ντάινα Σορ. Είναι βασισμένη στο παραμύθι Little Bear Bongo (ελεύθερη μετάφραση: Η μικρή αρκούδα Μπόνγκο) του Σίνκλερ Λιούις και αφηγείται την ιστορία ενός κουταβιού αρκούδας που γεννήθηκε και δουλεύει σε τσίρκο, το οποίο όμως επιθυμεί την ελευθερία του. Ο Μπόνγκο δραπετεύει και στο δάσος γνωρίζει και ερωτεύεται ένα θηλυκό κουτάβι αρκούδα με το όνομα Λούλουμπελ, συνειδητοποιώντας όμως πως θα πρέπει να αποδείξει πως αξίζει για να την κερδίσει ως ταίρι του. Η δεύτερη ιστορία έχει τον τίτλο Mickey and the Beanstalk (ελεύθερη μετάφραση: Ο Μίκυ και η Φασολιά) και παρουσιάζεται από τον Έντγκαρ Μπέργκεν. Είναι μια επανάληψη της ιστορίας του παραμυθιού Ο Τζακ και η Φασολιά με πρωταγωνιστές τους Μίκυ Μάους, Ντόναλντ Ντακ και Γκούφυ, στο ρόλο τριών χωρικών οι οποίοι ανακαλύπτουν το κάστρο του ευέξαπτου γίγαντα Γουίλι στον ουρανό, μέσω της χρησιμοποίησης μερικών μαγικών φασολιών. Πρέπει να πολεμήσουν τον άπληστο αλλά αξιαγάπητο γίγαντα για να επαναφέρουν την ευτυχία στην κοιλάδα τους.

Αν και η ταινία είναι κυρίως εικονογραφημένη, χρησιμοποιεί επίσης και live-action σκηνές για να ενώσει τις δύο ιστορίες. Η ιστορία Mickey and the Beanstalk απετέλεσε και την τελευταία φορά που ο Ντίσνεϋ χάρισε τη φωνή του στον Μίκυ, μιας και αργότερα ήταν πολύ απασχολημένος με άλλα πρότζεκτ και δεν είχε τον χρόνο να συνεχίσει να το κάνει. Ο Ντίσνεϋ αντικατέστησε τον εαυτό του με τον καλλιτέχνη ηχητικών εφέ Τζίμι ΜακΝτόναλντ.

Πλοκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Bongo[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τζίμινι Κρίκετ εμφανίζεται μέσα σε ένα μεγάλο φυτό σε ένα τεράστιο σπίτι να εξερευνά και να τραγουδά το «I'm a Happy-go-Lucky Fellow», μέχρι που σκοντάφτει πάνω σε μια κούκλα, ένα αρκουδάκι και ένα πικ απ. Ανάμεσα στους δίσκους βρίσκει και την ιστορία του Bongo, την οποία και βάζει να παίξει στο πικ απ.

Η ιστορία ακολουθεί τις περιπέτειες μιας αρκούδας του τσίρκου με το όνομα Μπόνγκο, ο οποίος επιθυμεί να ζήσει ελεύθερος στη φύση. Ο Μπόνγκο έχει γεννηθεί σε αιχμαλωσία και παρόλο που επαινείται για τις παραστάσεις του στο τσίρκο, όταν βρίσκεται εκτός σκηνής δεν είναι δέκτης της καλύτερης συμπεριφοράς. Εξαιτίας αυτού, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού με το τρένο του τσίρκου, τα ένστικτά του τον οδηγούν στο να δραπετεύσει και να βρεθεί στο δάσος. Οι συνθήκες ζωής όμως στο δάσος δεν είναι εύκολες καθώς δεν έχει ζήσει ποτέ εκτός τσίρκου, με αποτέλεσμα λίγες ώρες μετά να νιώθει χαμένος. Το επόμενο πρωί ωστόσο, συναντά μια θηλυκή αρκούδα, τη Λούλουμπελ. Οι δυο τους ερωτεύονται αλλά ένας αντίζηλος, ο οποίος είναι κτηνώδης και τεράστιος, ο Λάμπτζοου, εμφανίζεται διεκδικώντας τη Λούλουμπελ. Ο Μπόνγκο δεν ερμηνεύει σωστά το χαστούκι που του δίνει η Λούλουμπελ ως ένδειξη αγάπης κι έτσι, όταν εκείνη χαστουκίζει καταλάθος και τον Λάμπτζοου, εκείνος πιστεύει πως η Λούλουμπελ τον έχει διαλέξει και μαζί με τις άλλες αρκούδες, στήνουν έναν εορτασμό. Μέσω του τραγουδιού τους, ο Μπόνγκο καταλαβαίνει γιατί τον χαστούκισε η Λούλουμπελ και επιστρέφει για να προκαλέσει τον Λάμπτζοου. Οι δυο τους παλεύουν και με βοήθεια την εξυπνάδα του και λίγη τύχη, ο Μπόνγκο καταφέρνει να τον κερδίσει και να διεκδικήσει τη Λούλουμπελ ως ταίρι του.

Mickey and the Beanstalk[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε αυτό το τμήμα, κατά τις live-action σκηνές, αφηγητής είναι ο Έντγκαρ Μπέργκεν ο οποίος, με τη βοήθεια των εγγαστρίμυθων κούκλων Τσάρλι ΜακΚάρθι και Μόρτιμερ Σνερντ, αφηγείται το παραμύθι στην Λουάνα Πάτεν για τα γενέθλιά της. Ο Τζίμινι, ο οποίος βρήκε μια πρόσκληση για το πάρτι στο σπίτι που έλαβε χώρα η πρώτη ιστορία, βρίσκεται επίσης εκεί και ακούει.

Ένα αγροτικό χωριό με το όνομα Χαρούμενη Κοιλάδα, διατηρεί την ευημερία της λόγω μιας άρπας που τραγουδάει. Ξαφνικά, μια μέρα, μια σκιά καλύπτει την Κοιλάδα και κάποιος κλέβει την άρπα, με αποτέλεσμα αυτή η ευημέρια να χαθεί. Οι χωρικοί οδηγούνται στη φτώχεια, με αρκετούς να εγκαταλείπουν την Κοιλάδα και τους μόνους που απέμειναν πίσω να είναι οι Μίκυ Μάους, Ντόναλντ Ντακ και Γκούφυ. Μια μέρα, η πείνα οδηγεί τον Ντόναλντ στο να θέλει να σκοτώσει την αγελάδα που έχουν ως κατοικίδιο, αλλά οι άλλοι τον σταματούν. Ο Μίκυ αποφασίζει να πουλήσει την αγελάδα ώστε να μπορέσουν να αγοράσουν φαγητό, με τον Γκούφυ και τον Ντόναλντ να περιμένουν ενθουσιασμένοι. Ο Μίκυ επιστρέφει αποκαλύπτοντάς τους πως αντάλλαξε την αγελάδα για να πάρει φασόλια, τα οποία του είπαν πως είναι μαγικά. Ο Ντόναλντ εξαγριωμένος, πετάει τα φασόλια. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, το φως του φεγγαριού βοηθάει στο να φυτρώσει μια τεράστια φασολιά, αποδεικνύοντας πως τα φασόλια ήταν όντως μαγικά.

Το επόμενο πρωί, ο Μίκυ, ο Ντόναλντ και ο Γκούφυ, σκαρφαλώνουν στην κορυφή της φασολιάς, όπου βρίσκουν ένα κάστρο. Μέσα στο κάστρο βρίσκουν φαγητό, αλλά και την άρπα που τραγουδάει να είναι κλειδωμένη σε ένα κουτί. Η άρπα τους εξηγεί πως την απήγαγε ένας «κακός γίγαντας», με τον γίγαντα Γουίλι να καταφτάνει εκείνη τη στιγμή. Κάθεται να φάει και ανακαλύπτει τους τρεις εισβολείς. Καταφέρνει να τους πιάσει και τους κλειδώνει σε ένα σεντούκι, με τον Μίκυ όμως να καταφέρνει να βγει από το σεντούκι πριν το κλειδώσει και πριν τον δει ο Γουίλι. Με τη βοήθεια της άρπας που τραγουδάει, ο Γουίλι αποκοιμιέται και ο Μίκυ καταφέρνει να πάρει το κλειδί και ελευθερώνει τον Ντόναλντ και τον Γκούφυ. Οι τρεις τους καταφέρνουν να το σκάσουν με την άρπα, αλλά ο Γουίλι ξυπνάει και τους βλέπει. Αρχίζει να τους κυνηγάει, με τον Μίκυ να καταφέρνει να τον καθυστερήσει αρκετά, δίνοντας χρόνο στον Ντόναλντ και τον Γκούφυ να φτάσουν στο έδαφος και να ξεκινήσουν να κόβουν τη φασολιά. Ο Μίκυ προλαβαίνει να κατέβει αλλά ο Γουίλι όχι, με αποτέλεσμα να πέσει από τη φασολιά προς τον φαινομενικό θάνατό του.

Πίσω στο σπίτι του αφηγητή, ο αφηγητής ολοκληρώνει την ιστορία λέγοντας πως με την επιστροφή της άρπας στην Κοιλάδα, όλα έγιναν όπως πριν και η ευημερία επέστρεψε. Τότε, ο αφηγητής προσπαθεί να φτιάξει τη διάθεση του συντρόφου του, ο οποίος κλαίει για τον θάνατο του Γουίλι, λέγοντάς του πως ο Γουίλι ήταν ένας καλός γίγαντας, αλλά και φανταστικός χαρακτήρας, οπότε υπάρχει μόνο στη φαντασία τους. Καθώς το λέει αυτό, ο Γουίλι εμφανίζεται ζωντανός, σηκώνοντας την οροφή του σπιτιού και αναζητώντας τον Μίκυ. Ο αφηγητής λιποθυμά από το σοκ, ενώ ο σύντροφός του εξηγεί στον Γουίλι γιατί και πως δεν ξέρουν πού είναι ο Μίκυ. Η σκηνή κλείνει με τον Γουίλι να τοποθετεί την οροφή πίσω στο σπίτι και να απομακρύνεται αθόρυβα, για να μην ταράξει κι άλλο τον αφηγητή.

Ηθοποιοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τη δεκαετία του 1940, αρχικά οι ιστορίες Mickey and the Beanstalk και Bongo θα αναπτύσσονταν ως δύο ξεχωριστές ταινίες.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1930, η δημοφιλία του Μίκυ ξέμεινε πίσω από αυτήν των Ντόναλντ Ντακ, Γκούφυ και Πλούτο, του Ποπάι του Μαξ Φλάισερ και του Porky Pig των Warner Bros. Για να ωθήσουν τη δημοφιλία του, ο Ντίσνεϋ και οι καλλιτέχνες του δημιούργησαν καρτούν όπως τα «Brave Little Tailor» και «The Sorcerer's Apprentice», με το δεύτερο να συμπεριλαμβάνεται αργότερα στην ταινία Φαντασία (1940). Στις αρχές του 1940, κατά τη διάρκεια παραγωγής της Φαντασία, οι εικονογραφιστές Μπιλ Κοτρέλ και Τ. Χι είχαν μια ιδέα για μια ταινία βασισμένη στον Τζακ και τη Φασολιά με πρωταγωνιστή τον Μίκυ Μάους ως Τζακ και τους Ντόναλντ και Γούφυ σε υποστηρικτικούς ρόλους. Όταν το ανέφεραν στον Ντίσνεϋ, εκείνος «ξέσπασε σε γέλια κλαίγοντας», όπως ανακάλεσαν αργότερα οι δύο εικονογραφιστές. Η ιδέα διασκέδασε τόσο πολύ τον Ντίσνεϋ που κάλεσε κι άλλους εργαζόμενους να την ακούσουν. Ωστόσο, είπε πως, όσο κι αν διασκέδασε την ιδέα της ταινίας, η ταινία δε θα προχωρούσε ποτέ σε παραγωγή επειδή, όπως ισχυρίστηκε, «δολοφονούσαν τους χαρακτήρες [του]».[2] Παρόλα αυτά, ο Κοτρέλ και ο Χι κατάφεραν να πείσουν τον Ντίσνεϋ να δώσει το πράσινο φως και η ιστορία μπήκε στην ανάπτυξη ως The Legend of Happy Valley στις 2 Μαΐου 1940.[3]

Το αρχικό σενάριο ήταν λίγο πολύ το ίδιο με αυτό που χρησιμοποιήθηκε στο τελικό προϊόν. Ωστόσο, υπήρξαν μερικές κομμένες σκηνές. Για παράδειγμα, υπήρχε μία σκηνή όπου ο Μίκυ πάει την αγελάδα στην αγορά και συναντά τους Τίμιο Τζον και Γεδεών από τον Πινόκιο και οι οποίοι τον πείθουν να ανταλλάξει την αγελάδα με τα «μαγικά φασόλια».[3] Μια άλλη εκδοχή είχε μια σκηνή όπου ο Μίκυ δίνει την αγελάδα στη Βασίλισσα (την οποία υποδυόταν η Μίννι Μάους) ως δώρο και, ως αντάλλαγμα, εκείνη του έδινε τα μαγικά φασόλια. Ωστόσο, και οι δύο σκηνές κόπηκαν όταν η ιστορία υπέστη επεξεργασία για την Ώρα για διασκέδαση και στην ταινία δεν επεξηγείται το πώς ακριβώς ο Μίκυ παίρνει τα φασόλια.[3]

Σύντομα μετά την ολοκλήρωση της εικονογράφησης του Ντάμπο τον Μάιο του 1941, το The Legend of Happy Valley μπήκε στην παραγωγή, χρησιμοποιώντας αρκετούς ηθοποιούς από το ίδιο καστ, αν και η RKO αμφέβαλλε πως η ταινία θα είχε επιτυχία.[4] Από τη στιγμή που ήταν μια απλή, χαμηλού κόστους ταινία, πενήντα λεπτά είχαν εικονογραφηθεί σε έξι μήνες. Τότε, στις 27 Οκτωβρίου 1941, λόγω της απεργίας των εικονογραφιστών της Disney και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος είχε αποκόψει την ξένη αγορά, δημιουργήθηκαν σοβαρά χρέη στην εταιρία με αποτέλεσμα ο Ντίσνεϋ να βάλει την The Legend of Happy Valley στον πάγο.[5]

Στο μεταξύ, η παραγωγή του Bongo ξεκινούσε, μιας ταινίας βασισμένης στην ιστορία μικρού μήκους που έγραψε ο Σίνκλερ Λιούις για το περιοδικό Cosmopolitan το 1930. Είχε προταθεί πως ο Bongo θα μπορούσε να αποτελεί μια συνέχεια του Ντάμπο και κάποιοι από το καστ της ταινίας να εμφανίζονταν ως δευτερεύοντες χαρακτήρες.[3] Ωστόσο, η ιδέα δεν υλοποιήθηκε ποτέ εξ'ολοκλήρου. Σε πρώιμα πρόχειρα της ταινίας, ο Bongo είχε ως φίλο και συνεργάτη στις παρουσιάσεις του στον τσίρκο έναν θηλυκό χιμπαντζή. Το πρώτο της όνομα ήταν «Μπέβερλι» και αργότερα «Τσίμπι», αλλά ο χαρακτήρας τελικά αφαιρέθηκε όταν η ιστορία συμπυκνώθηκε.[3] Αρχικά, τα σχέδια για τους χαρακτήρες ήταν πιο ρεαλιστικά, αλλά όταν η ιστορία συνδυάστηκε για το Ώρα για διασκέδαση, τα σχέδια απλοποιήθηκαν και ζωγραφίστηκαν πιο καρτουνίστικα.[3] Το σενάριο είχε σχεδόν ολοκληρωθεί μέχρι τις 8 Δεκεμβρίου 1941, μία μέρα με την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ.[3]

Την ίδια μέρα, ο στρατός των Ηνωμένων Πολιτειών πήρε τον έλεγχο των στούντιο και ανέθεσε στη Walt Disney Productions την παραγωγή εκπαιδευτικών και πολεμικών προπαγανδιστικών ταινιών, με αποτέλεσμα η προ-παραγωγική δουλειά του Bongo και οι πρώιμες εκδοχές των Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων και Πίτερ Παν να τοποθετηθούν στο ράφι.[6] Κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά από αυτόν, ο Ντίσνεϋ σταμάτησε την παραγωγή ταινιών μεγάλου μήκους ενιαίας αφήγησης εξαιτίας κόστους και αποφάσισε να φτιάχνει ανθολογίες, πακέτα ταινιών, οι οποίες θα αποτελούνταν από ιστορίες κινουμένων σχεδίων μικρού μήκους και οι οποίες με τη σειρά τους, θα ενώνονταν ώστε να δημιουργήσουν ταινίες μεγάλου μήκους. Ο Ντίσνεϋ το εφάρμοσε αυτό κατά τη διάρκεια του πολέμου στις ταινίες Σαλούντος Αμίγκος και Οι τρεις Καμπαλέρος, ενώ το συνέχισε και μετά τον πόλεμο, μέχρι να έχει και πάλι αρκετά χρήματα για να φτιάξει μια ταινία μεγάλου μήκους ενιαίας αφήγησης.

Ο Ντίσνεϋ ένιωθε πως αφού η εικονογράφηση των Bongo και The Legend of Happy Valley (η οποία είχε μετονομαστεί σε Mickey and the Beanstalk) δεν ήταν αρκετά εκπλεπτυσμένη για να αποτελέσουν από μόνες τους ταινίες μεγάλου μήκους της Disney, μαζί με τους καλλιτέχνες αποφάσισαν να τις συμπεριλάβουν σε ανθολογίες.[5] Καθ'όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940, ο Ντίσνεϋ πρότεινε να ζευγαρώσουν την ιστορία Mickey and the Beanstalk με την The Wind in the Willows (η οποία βρισκόταν σε παραγωγή εκείνη την περίοδο), σε μια ταινία ανθολογίας με τίτλο Two Fabulous Characters.[7] Τελικά, η Mickey and the Beanstalk αφαιρέθηκε από την Two Fabulous Characters και ζευγαρώθηκε με τον Bongo. Μέχρι τα τέλη του 1947, η ιστορία Two Fabulous Characters ζευγαρώθηκε με την The Legend of Sleepy Hollow και μετονομάστηκε σε Ο Ίκαμποντ και ο κύριος Τοντ.[8]

Ο ίδιος ο Ντίσνεϋ ήταν αυτός που χάριζε τη φωνή του στον Μίκυ Μάους από την πρώτη εμφάνιση του χαρακτήρα το 1928 και η ταινία Ώρα για διασκέδαση ήταν η τελευταία φορά που το έκανε, καθώς δεν είχε πια τον χρόνο και την ενέργεια να συνεχίσει να το κάνει. Ο Ντίσνεϋ ηχογράφησε την πλειοψηφία των διαλόγων του Μίκυ την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1941. Ο καλλιτέχνης ηχητικών εφέ Τζίμι ΜακΝτόναλντ θα γινόταν η νέα φωνή του Μίκυ, ξεκινώντας από το 1948.[9] Ο Ντίσνεϋ, ωστόσο, επανέλαβε τον ρόλο για την εισαγωγή της πρώτης μετάδοσης (1955-59) της τηλεοπτικής σειράς The Mickey Mouse Club.[10]

Οι διασημότητες Έντγκαρ Μπέργκεν και Ντάινα Σορ έκαναν τις εισαγωγές στα δύο τμήματα της ταινίας, με σκοπό την προσέλκυση ενός ευρύτερου κοινού. Ο Τζίμινι Κρικετ από τον Πινόκιο τραγουδάει το «I'm a Happy-Go-Lucky Fellow», ένα τραγούδι το οποίο είχε γραφτεί για την ταινία Πινόκιο, αλλά είχε κοπεί από αυτήν πριν την κυκλοφορία της.[3]

Τηλεοπτικές προβολές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Bongo μεταδόθηκε ως ανεξάρτητο επεισόδιο στην ανθολογίας τηλεοπτικών σειρών της Disney το 1955, με καινούρια εισαγωγικά τμήματα, στα οποία χρησιμοποιήθηκε αφήγηση από τον Τζίμινι Κρίκετ, ενώ το τραγούδι του αντικατέστησε αυτό της Ντάινα Σορ. Η ιστορία κυκλοφόρησε επίσης ξεχωριστά ως μέρος της σειράς «Walt Disney Mini-Classics» το 1989.

Η ιστορία Mickey and the Beanstalk μεταδόθηκε ως ανεξάρτητο επεισόδιο στην ανθολογία τηλεοπτικών σειρών της Disney το 1963 με καινούρια εισαγωγικά τμήματα, στα οποία ο Λούντβιχ Φον Ντρέηκ (με τη φωνή του Πολ Φρις) αντικατέστησε τον Έντγκαρ Μπέργκεν στην αφήγηση, ενώ ως σύντροφο έχει ένα σκαθάρι bootle, τον Χέρμαν (αντικαθιστώντας τα αυθάδη σχόλια της εγγαστρίμυθης κούκλας του Μπέργκεν, Τσάρλι ΜακΚάρθι). Σε μια προγενέστερη εκδοχή της ιστορίας που παράχθηκε το 1955 και προβλήθηκε στο τηλεοπτικό σόου Good Morning, Mickey!, ο Στέρλινγκ Χόλογουεϊ αντικατέστησε τον Μπέργκεν στην αφήγηση. Αυτή η εκδοχή προβαλλόταν συχνά μαζί με την ταινία Ντάμπο κατά τη δεκαετία του 1980. Ένα σύντομο βίντεο της ιστορίας ήταν ένα από τα πολλά ένθετα του ειδικού επεισοδίου Donald Duck's 50th Birthday. Μια τρίτη εκδοχή της ιστορίας προβλήθηκε στην τηλεοπτική σειρά «The Mouse Factory», η οποία βρισκόταν στον αέρα από το 1972 μέχρι το 1974. Σε αυτή την εκδοχή πρωταγωνιστούσαν οι Σιάρι Λιούις και Λαμπ Τσοπ. Η εκδοχή με τον Λούντβιχ Φον Ντρέηκ κυκλοφόρησε ξεχωριστά το 1988 ως μέρος της σειράς «Walt Disney Mini-Classics». Αυτή η εκδοχή επανακυκλοφόρησε το 1994, ως μέρος της συλλογής Disney Favorite Stories. Το 2004, η κινηματογραφική εκδοχή κυκλοφόρησε ως μπόνους στο πακέτο 2 δίσκων Walt Disney Treasures, στο Mickey Mouse In Living Color, Volume Two. Η τηλεοπτική εκδοχή με τον Λούντβιχ Φον Ντρέηκ διατίθεται ως μέρος της συλλογής Disney Animation (Volume 1).

Αποδοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Box office[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι το τέλος της κινηματογραφικής της προβολής, η ταινία είχε έσοδα $3,165,000 σε παγκόσμιες ενοικιάσεις, με τα $2,040,000 να προέρχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά.[1]

Κριτική αποδοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σελίδα συλλογής κριτικών Rotten Tomatoes δίνει στην ταινία ποσοστό αποδοχής 67% βασισμένο σε 9 κριτικές. Στο τμήμα ομοφωνίας διαβάζουμε: «Παρόλο που δεν ανταποκρίνεται και πολύ στον τίτλο της, η Ώρα για διασκέδαση έχει τις στιγμές της και είναι μια σπάνια ευκαιρία να δούμε τους Μίκυ, Ντόναλντ και Γκούφυ μαζί».[11]

Ο Μπόσλεϊ Κρόουδερ από την εφημερίδα The New York Times έγραψε ευνοϊκώς: «Μέσα στο οικείο πλαίσιο των ιστοριών-καρτούν του Γουώλτ Ντίσνεϋ, αυτός ο μαγικός κύριος και οι συνεργάτες του δημιούργησαν μια χαρούμενη και γεμάτη χρώματα ταινία - τίποτα γενναίο, απλά εμπνευσμένη από απλή ευτυχία...Και παρόλο που η έμφαση είναι περισσότερη στο πρώτο μέρος παρά στο δεύτερο, είναι εντάξει».[12] Το περιοδικό The New Yorker έγραψε: «Ο Γουώλτ Ντίσνεϋ, ο οποίος φαινόταν να στοχεύει τη μετριότητα στις πρόσφατες παραγωγές του, δεν έχει φτάσει καν αυτό του τον στόχο» με τη συγκεκριμένη ταινία.[13] Το περιοδικό Time έγραψε: «Παρά τις τεχνικές ικανότητες του Ντίσνεϋ, το να αναμειγνύεις καρτούν με live-action δεν ήταν ποτέ καλή ιδέα. Με εγκάρδια ικανότητα, ο κύριος Μπέργκεν και η παρέα του, μετά βίας καταφέρνουν να σώσουν το δικό τους τμήμα στην ταινία. Το μεγαλύτερο μέρος του Bongo είναι απλά μεσαίου βαθμού Disney, χωρίς ιδιαίτερη έμπνευση. Και μόλις ο Μίκυ και οι φίλοι του εμπλέκονται με τον Γουίλι, ολόκληρη η ταινία υποχωρεί και γίνεται τόσο παράδοξα εκτός ισορροπίας και ασήμαντη όσο και ο τίτλος της».[14]

Η Μπάρμπαρα Σουλγκάσερ-Πάρκερ από τον μη κερδοσκοπικό οργανισμό Common Sense Media, έδωσε στην ταινία 3/5 επαινώντας την παραδοσιακή εικονογράφηση της ταινίας με το χέρι, αναφέροντάς το ως ένα παράδειγμα «της πραγματοποίησης και φινέτσας της Disney». Πρότεινε την ταινία ως κατάλληλη για παιδιά που μπορούν να χειριστούν τον κίνδυνο και την καρτουνίστικη βία.[15] Το TV Guide έδωσε στην ταινία 3/5 λέγοντας πως το κομμάτι Bongo είναι «μεμψίμοιρο και μεγάλο», αλλά το κομμάτι Mickey and the Beanstalk είναι «πολύ διασκεδαστικό», επαινώντας τον ηθοποιό Μπίλι Γκίλμπερτ για την απόδοση του χαρακτήρα Γουίλι, την εικονογράφηση, το live-action κομμάτι με τον Μπέργκεν και τις κούκλες του και την ερμηνεία του Κλιφ Έντουαρντς ως Τζίμινι. Σημείωσαν πως ταινία «είναι μια σχετικά μικρή εργασία στο συνολικό έργο της Disney», αλλά «παραμένει διασκεδαστική».[16]

Ο Ντάστιν Πούτμαν βαθμολόγησε την ταινία με 2,5/4 λέγοντας: «Η ιστορία του Bongo είναι συχνά ευχάριστη, αλλά με μία προειδοποίηση: είναι κατάφωρα απαρχαιωμένη στις απόψεις της σχετικά με τον ρομαντισμό και τους ρόλους των δύο φύλων. Το μήνυμα εορτασμού - πως ένα ζευγάρι θα πρέπει να εκφράσει την αγάπη του με ένα χαστούκι - είναι παραδόξως αστείο για όλους τους λάθος λόγους». Περιέγραψε επίσης τη δεύτερη ιστορία, Mickey and the Beanstalk, ως «φιλική αλλά λησμονήσιμη επανάληψη της ιστορίας Ο Τζακ και η Φασολιά».[17]

Home media[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ώρα για διασκέδαση κυκλοφόρησε πρώτη φορά σε VHS το 1982. Επανακυκλοφόρησε σε VHS και LaserDisc το 1997, ως μέρος της συλλογής «Τα Αριστουργήματα της Disney». Η ταινία κυκλοφόρησε πρώτη φορά σε DVD στις 20 Ιουνίου 2000, ως μέρος της συλλογής «Τα Χρυσά Κλασικά της Disney».[18] Κυκλοφόρησε σε συλλογή 2 δίσκων Blu-ray μαζί με την ταινία Ο Ίκαμποντ και ο κύριος Τοντ στις 12 Αυγούστου 2014.[19]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Sedgwick, John (1994). «Richard B. Jewell's RKO Film Grosses, 1929–51: The C. J. Trevlin Ledger: A comment.». Historical Journal of Film, Radio and Television 14 (1): 51–8. 
  2. Gabler 2006, σελ. 425–6.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 3,7 The Story Behind Fun and Fancy Free (VHS) (Documentary film). Walt Disney Home Video. 1997.
  4. Barrier 1999, σελ. 280, 309.
  5. 5,0 5,1 Barrier 1999, σελ. 309.
  6. Thomas, Bob. Walt Disney: An American Original (2nd έκδοση). Disney Editions. σελ. 175–77. ISBN 978-0786860272. 
  7. Barrier 1999, σελ. 394.
  8. Gabler 2006, σελ. 458.
  9. Gabler 2006, σελ. 426.
  10. "Color Titles from 'The Mickey Mouse Club" (DVD) (Bonus feature). Walt Disney Treasures: Mickey Mouse in Living Color, Volume 2. Walt Disney Video. 2005.
  11. «Fun & Fancy Free (1947)». Rotten Tomatoes. Ανακτήθηκε στις 16 Ιουνίου 2019. 
  12. Crowther, Bosley (29 Σεπτεμβρίου 1947). «'Fun and Fancy Free,' a Disney Cartoon, With Bongo, Escaped Circus Bear, Provides Gay and Colorful Show at Globe». The New York Times. Ανακτήθηκε στις 16 Ιουνίου 2019. 
  13. «Disney With No Improvements». The New Yorker 23 (33): 21. October 4, 1947. ISSN 0028-792X. 
  14. «The New Pictures». Time 50 (16): 103. 20 Οκτωβρίου 1947. ISSN 0040-781X. http://content.time.com/time/magazine/article/0,9171,804368,00.html. Ανακτήθηκε στις 16 Ιουνίου 2019. 
  15. Barbara Shulgasser-Parker. «Fun and Fancy Free». Common Sense Media. Ανακτήθηκε στις 16 Ιουνίου 2019. 
  16. «Fun And Fancy Free». TV Guide. Ανακτήθηκε στις 16 Ιουνίου 2019. 
  17. Dustin Putman (2014). «The Adventures of Ichabod and Mr. Toad/ Fun & Fancy Free (1949/1947)». Ανακτήθηκε στις 16 Ιουνίου 2019. 
  18. «Walt Disney Home Video Debuts the "Gold Classic Collection"». The Laughing Place. Ανακτήθηκε στις 16 Ιουνίου 2019. 
  19. «The Adventures of Ichabod and Mr. Toad / Fun and Fancy Free Blu-ray 2-Movie Collection / Blu-ray + DVD». Blu-ray.com. Ανακτήθηκε στις 16 Ιουνίου 2019. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]