Βαρωνία της Αρκαδίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Βαρωνία της Αρκαδίας (1262-1432), ήταν κρατίδιο υποτελές στο Πριγκιπάτο της Αχαΐας που ιδρύθηκε το 1261/2 από τον πρίγκιπα Γουλιέλμο Β' Βιλλαρδουίνο. Έδρα της ήταν η Κυπαρισσία στη Μεσσηνία, που το Μεσαίωνα ονομαζόταν Αρκαδία.

Πίνακας περιεχομένων

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κάστρο της Αρκαδίας (Κυπαρισσία)
Abel Blouet, Expédition scientifique de Morée, 1831.

Η βαρωνία της Αρκαδίας ιδρύθηκε αρκετά μετά τις δώδεκα αρχικές βαρωνίες του Πριγκιπάτου της Αχαΐας. Αρχικά, η πόλη της Αρκαδίας (αρχαία και σύγχρονη Κυπαρισσία) αποτελούσε τμήμα των προσωπικών κτήσεων του πρίγκιπα. Η βαρωνία σχηματίστηκε ως αποζημίωση για τον Βιλαίν Α΄ ντ'Ωλναί (Vilain d'Aulnay) μετά την βυζαντινή ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τη Λατινική Αυτοκρατορία το 1261.[1][2] Η βαρωνία καταλάμβανε εδάφη στην σημερινή περιοχή της Κυπαρισσίας στην Μεσσηνία, Έδρα και κατοικία του βαρώνου ήταν το επισκευασμένο αρχαίο Κάστρο της Αρκαδίας[3].

Μετά το θάνατο του Βιλαίν το 1269, μοιράστηκε μεταξύ των δυο γιών του, Εράρδου Α΄ (Erard) και Γοδεφρείδου (Geoffroi). Ο Εράρδος εξαφανίζεται μετά το 1279, οπότε και συνελήφθη αιχμάλωτος των Βυζαντινών, αλλά ο Γοδεφρείδος δεν κατάφερε παρά μόνον το 1293 να ξαναενώσει την βαρωνία υπό τον έλεγχό του, χάρη στις παρεμβάσεις των βαΐλων των Ανδεγαυών βασιλέων της Νεαπόλεως, που είχαν κατασχέσει το ήμισυ του Εράρδου.[4] Τον Γοδεφρείδο διαδέχτηκε το 1297 ο γιος του Βιλαίν Β΄, τον οποίον με τη σειρά του διαδέχτηκαν ο γιος του Εράρδος Β΄ και η κόρη του Αγνή (Agnes).[5] Ο Εράρδος πέθανε άτεκνος προ του 1338, και άφησε τη μισή βαρωνία στη χήρα του, Μπαλτζάνα Γκοτσαντίνι (Balzana Gozzadini), που σύντομα παντρεύτηκε τον τριτημόριο βαρώνο Πέτρο νταλε Κάρτσερι (Pierro dalle Carceri). Η Μπαλτζάνα πέθανε σύντομα μετά.[6] Η Αγνή παντρεύτηκε το 1324 τον βαρώνο του Saint-Sauveur και του Αετού, Στέφανο Λε Μωρ (Etienne Le Maure). μαζί του απέκτησε έναν γιο, τον Εράρδο Γ΄, ο οποίος μέχρι το 1344 κατάφερε να επανενώσει τη βαρωνία, ενώ το 1345 έλαβε το αξίωμα του μαρεσάλου της Αχαΐας.[2][7] Το 1348 όμως, ένας Βουργουνδός ιππότης, ο Λουδοβίκος ντε Σαφόρ, με μερικούς συντρόφους του, κατάφερε με δόλο να καταλάβει το κάστρο της Αρκαδίας και να κρατήσει τη γυναίκα και τα παιδία του Εράρδου ομήρους, με αντίτιμο σημαντικά λύτρα.[8][9] Τον Εράρδο διαδέχτηκε το 1388 μια από τις κόρες του, η οποία παντρεύτηκε τον Ανδρόνικο Ασάν Ζαχαρία. Έτσι η βαρωνία έγινε τμήμα των εκτεταμένων κτήσεων των Ζαχαρία. Η διαδοχή αυτή αμφισβητήθηκε από τον Εράρδο Λάσκαρη, γιο της αδερφής του Εράρδου Γ΄, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, ιδιαίτερα αφού ο Λάσκαρης πέθανε άτεκνος το 1409.[10]

Η Βαρωνία της Αρκαδίας ήταν το τελευταίο υπόλειμμα του Πριγκιπάτου της Αχαΐας που υπέκυψε στους Βυζαντινούς Δεσπότες του Μορέως. Μετά την κατάκτηση της Πάτρας και της Χαλανδρίτσας το 1429-1430, που σήμανε και την ντε φάκτο κατάλυση του Πριγκιπάτου, ο τελευταίος Πρίγκιπας, Κεντυρίων Β΄ Ζαχαρίας, κράτησε μόνο την Αρκαδία ως προσωπικό του φέουδο. Μετά το θάνατό του το 1432 όμως, ο Δεσπότης Θωμάς Παλαιολόγος, καίτοι γαμπρός του Ζαχαρία, κατέλαβε τη βαρωνία και φυλάκησε την χήρα του Ζαχαρία και πεθερά του, η οποία και πέθανε στη φυλακή.[11][12][13]

Βαρώνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βαρώνοι της Αρκαδίας
Οίκος ντ'Ωλναί[14][15]
1262-περ. 1338
Βαρώνος Διάρκεια
Βιλαίν Α΄ ντ'Ωλναί 1262-1269
Εράρδος Α΄ ντ'Ωλναί, γιος του Βιλαίν Α΄ 1269-1279
Γοδεφρείδος ντ'Ωλναί, γιος του Βιλαίν Α΄ 1269 - 1297
Βιλαίν Β΄ ντ'Ωλναί, γιος του Γοδεφρείδου 1297 - ;
Εράρδος Β΄ ντ'Ωλναί, γιος του Βιλαίν Β΄  ; - προ του 1338
Αγνή ντ'Ωλναί, κόρη του Βιλαίν Β΄,
με το σύζυγό της Στέφανο Λε Μωρ
 ; - προ του 1344
Οίκος Λε Μωρ-Ζαχαρία[16]
περ. 1338-1432
Βαρώνος Διάρκεια
Εράρδος Γ΄ Λε Μωρ πριν το 1344 - 1388
Άγνωστη κόρη του Εράρδου Γ΄,
με το σύζυγό της Ανδρόνικο Ασάν Ζαχαρία
1388-1401
Εράρδος Δ΄ Ζαχαρίας, γιος του Ανδρόνικου 1401
Κεντυρίων Β΄, γιος του Ανδρόνικου 1401-1432

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Bon (1969), σ. 104, 412–413
  2. 2,0 2,1 Topping (1975), σ. 120
  3. Η Μεσσηνία στις αρχές της Φραγκοκρατίας, ανακτήθηκε 3 Μαρτίου 2013
  4. Bon (1969), σ. 157, 413
  5. Bon (1969), σ. 236, 413
  6. Bon (1969), σ. 205, 236, 413
  7. Bon (1969), σ. 236–237, 413, 418
  8. Bon (1969), σ. 239
  9. Topping (1975), σ. 132–133
  10. Bon (1969), σ. 276, 413–414
  11. Bon (1969), σ. 292–293, 413
  12. Topping (1975), σ. 165
  13. Δήμος Πύλου-Νέστορος, Φραγκοκρατία, ανακτήθηκε 3 Μαρτίου 2013
  14. Libro d'oro Crusader and other European families
  15. Bon (1969), σ. 700
  16. Bon (1969), σ. 705, 708