Νικολάι Γκόγκολ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Νικολάι Γκόγκολ
Ivanov gogol.jpg
Ο Νικολάι Γκόγκολ
Όνομα Νικολάι Γκόγκολ
Γέννηση 1η Απριλίου 1809 (20 Μαρτίου 1809 με το παλαιό ημερολόγιο)
Σορότσιντσι (Сорочинцы), Ρωσική Αυτοκρατορία (σημερινή Ουκρανία)
Θάνατος 4 Μαρτίου 1852 (42 ετών)
Μόσχα, Ρωσική Αυτοκρατορία
Αξιοσημείωτα έργα Τάρας Μπούλμπα, Το πορτρέτο, Νεκρές ψυχές, Το ημερολόγιο ενός τρελού κ.α.

Ο Νικολάι Γκόγκολ (ρωσ. Николай Васильевич Гоголь,προφέρεται σύμφωνα με το ΔΦΑ [nʲɪkɐˈlaj vɐˈsʲilʲjɪvʲɪtɕ ˈgogəlʲ] 1 Απριλίου 1809 - 4 Μαρτίου 1852) ήταν Ρώσος συγγραφέας. Έγραψε πολλά διηγήματα, όπως «Ταράς Μπούλμπα», «Το πορτρέτο» κ.ά., μυθιστορήματα: «Νεκρές ψυχές», «Το ημερολόγιο ενός τρελού» κ.ά. Τα έργα του συγκαταλέγονται στα μεγαλύτερα αριστουργήματα της ρωσικής ρεαλιστικής λογοτεχνίας στο 19ο αιώνα και θεωρείται εφάμιλλος γιγάντων όπως οι: Λέων Τολστόι (Лев Толстой), Ιβάν Τουργκένιεφ (Иван Тургенев), Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (Фёдор Достоевский) κι ο ποιητής Αλεξάντρ Πούσκιν (Александр C. Пушкин).

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Νικολάι Βασίλιεβιτς Γκόγκολ γεννήθηκε την 1η Απριλίου 1809 (νέο ημερολόγιο) ή 20 Μαρτίου (παλαιό ημερολόγιο), στο Σορότσιντσι (Сорочинцы), Μίργκοροντ (Миргород), επαρχία του Πολτάβα (Полтавская губерния), Oυκρανία από γονείς κοζάκους. Το 1828 πήγε στην Αγία Πετρούπολη, όπου εξασφάλισε διορισμό στο δημόσιο κι έγινε γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους. Έλαβε έπαινο για τη πρώτη του συλλογή διηγημάτων, από την ουκρανική ζωή το 1831. Κατόπιν ακολούθησε άλλη συλλογή, "Миргород" (1835), που περιείχε το κλασσικό "Ταράς Μπούλμπα" (Тарас Бульба) και επεκτάθηκε το 1842 σ' ολόκληρο μυθιστόρημα. Αυτή η εργασία, που εξετάζει τη ζωή των κοζάκων του 16ου αιώνα, αποκάλυψε τη μεγάλη δυνατότητα του συγγραφέα για την ακριβή και συμπονετική απεικόνιση χαρακτήρων καθώς και το σπινθηροβόλο χιούμορ του.

Το 1836, κάνει την εμφάνισή του "Ο Επιθεωρητής" (Ревизор), μια εύθυμη σάτιρα για τη φιλαργυρία και την ηλιθιότητα των γραφειοκρατών ανώτερων υπαλλήλων, μια φαρσοκωμωδία που θεωρείται από πολλούς κριτικούς ως έν από τα σημαντικότερα κείμενα στη ρωσική λογοτεχνία. Αφορά τους τοπικούς ανώτερους υπαλλήλους μιας μικρής πόλης που μπερδεύουν ένα νέο ταξιδιώτη μ' έναν αναμενόμενο κυβερνητικό επιθεωρητή και του προσφέρουν εξευμενιστικές δωροδοκίες για να τον πείσουν ν' αγνοήσει την αρχικά κακή μεταχείρισή του, απ' αυτούς.

Μεταξύ 1826-48 έζησε κυρίως στη Ρώμη, κι εργάστηκε σ' ένα μυθιστόρημα που θεωρείται η μέγιστη δημιουργική προσπάθειά του κι ένα από τα λεπτότερα μυθιστορήματα στη παγκόσμια λογοτεχνία: "Οι Νεκρές Ψυχές" (1842). Στη δομή του συγγενεύει με τον "Δον Κιχώτη" του Θερβάντες (Miguel Cervades Saavedra). Το εξαιρετικό χιούμορ της ιστορίας προέρχεται από μοναδική και σαρδόνια σε σύλληψη ιδέα: Ένας φιλόδοξος, πονηρός κι αδίστακτος τυχοδιώκτης, πηγαίνει από μέρος σε μέρος, αγοράζοντας ή κλέβοντας από τους ιδιοκτήτες τους, τους τίτλους των... νεκρών δουλοπαροίκων. Με αυτήν την 'ιδιοκτησία' ως ασφάλεια, προγραμματίζει να πάρει δάνεια με τα οποία θ' αγοράσει ένα κτήμα με... ζωντανές ψυχές.

Αυτό το μυθιστόρημα αντανακλά τη σχέση μεταξύ κολίγων κι αφεντάδων και φυσικά την ιδέα που 'χαν οι δεύτεροι για τους πρώτους, καθώς επίσης κι ένα μεγάλο αριθμό εξόχως απεικονισμένων ρωσικών επαρχιακών χαρακτήρων. Οι "Νεκρές Ψυχές" (Мёртвые души) άσκησαν τεράστια επιρροή στις μετέπειτα γενιές των ρώσων συγγραφέων. Πολλά από τα πνευματώδη ρητά που γράφονται στις σελίδες του έχουν γίνει ρωσικά αποφθέγματα. Όμως αυτό το δημοσιευμένο κομμάτι ήταν το πρώτο μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης εργασίας που την άρχισε με συνέπεια, μα σε μια κρίση υποχονδριακής μελαγχολίας και κατάθλιψης ο συγγραφέας έκαψε το χειρόγραφο. Έτσι το έργο θεωρείται ημιτελές.

Το 1842 δημοσίευσε μιαν άλλη διάσημη εργασία, "Το Παλτό," (Шинель) διήγημα για ένα καταπονημένο υπάλληλο που πέφτει θύμα της ρωσική κοινωνικής αδικίας. Το επόμενο έτος έκανε προσκύνημα στους 'Αγιους Τόπους και στην επιστροφή, ένας ιερέας τον έπεισε πως η καλλιτεχνική του εργασία ήταν αμαρτωλή. Τότε ο Γκόγκολ κατέστρεψε διάφορα αδημοσίευτα χειρόγραφά του.

Πέθανε πρόωρα, στις 4 Μαρτίου 1852, στη Μόσχα, σε ηλικία μόλις 43 ετών.

Παντρολογήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νικολάι Γκόγκολ

Το 1833 άρχισε να γράφει το έργο «Παντρολογήματα» (ή Ο γάμος ή Γαμπροπάζαρο) (Женитьба), λίγο μετά τα «Βράδια στο χωριό» (Вечера на хуторе близ Диканьки). Ο Γκόγκολ το άφησε στη μέση γιατί αφοσιώθηκε σε μια καινούργια κωμωδία, τον «'Επιθεωρητή». Λίγο αργότερα, έδωσε την οριστική μορφή στα Παντρολογήματα στη Ρώμη για να τα ξαναστείλει στην Πετρούπολη, όπου παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 1842. Οι φίλοι του Γκόγκολ, ακόμη κι ο ίδιος, θεωρούσαν τα Παντρολογήματα και τους Παίχτες, απλές φάρσες. Μόνο ο κριτικός Μπελίνσκι διέκρινε την «καλλιτεχνική και πιστή αναπαράσταση των ηθών της μέσης κοινωνίας της Πετρούπολης».

Ελληνικές μεταφράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Νεκρές ψυχές : Α.Π. Ελευθερόπουλος ("Πέλλα")
  • Τάρας Μπούλμπα : Γ.Συναδινός ("Κλασσικά Παπύρου)
  • Παντρολογήματα : Άρης Αλεξάνδρου ("Γκοβόστης")
  • Ο επιθεωρητής : Άρης Αλεξάνδρου ("Γκοβόστης")
  • Η μύτη - Το αμάξι - Το ημερολόγιο ενός τρελού - Νύχτα Χριστουγέννων : Κύρα Σίνου ("Άγκυρα")
  • Το παλτό - Το πορτραίτο - Το ημερολόγιο ενός τρελού  : Αντώνης Μοσχοβάκης ("Φέξη")
  • Το ημερολόγιο ενός τρελού  : Γιώργος Ραφτόπουλος ("Δαμιανός")
  • H μύτη (στην συλλογή Ρώσικες ιστορίες μυστηρίου - Επανέκδοση) : Ελένη Αστερίου ("Εκδόσεις Κριτική")

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα