Μπογκντάν Χμελνίτσκι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Μπογκντάν Χμελνίτσκι

Ο Μπογκντάν Χμελνίτσκι (Ουκρανικά: Богдан Зиновій Михайлович Хмельницький, πολωνικά: Bohdan Zenobi Chmielnicki, ρωσικά: Богдан Хмельницкий) (περίπου 1595 – 6 Αυγούστου 1657) ήταν Χάτμανος του Ατμανάτου των Κοζάκων της Ζαπορίζια, στην Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία (στη σημερινή Ουκρανία). Ηγήθηκε μίας εξέγερσης εναντίον της Κοινοπολιτείας και των επιφανών προσωπικοτήτων της (1648-1654), που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός κράτους Κοζάκων. Το 1654, υπέγραψε τη Συνθήκη του Περεγιάσλαφ με το Βασίλειο της Ρωσίας.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και δεν υπάρχει καμία απόδειξη για την ημερομηνία γέννησης του Χμελνίτσκι, ως πιθανή ημερομηνία γέννησής του θεωρήθηκε η 27η Δεκεμβρίου του 1595. Ωστόσο, πιο πρόσφατες βιογραφίες θεωρούν ότι είναι πιο πιθανό να γεννήθηκε στις 9 Νοεμβρίου (30 Οκτωβρίου στο Ιουλιανό ημερολόγιο) και να βαπτίστηκε στις 11 Νοεμβρίου.

Ο Χμελνίτσκι πιθανότατα γεννήθηκε στο κτήμα του πατέρα του κοντά στο Τσιχίριν, στην Ουκρανία, ενώ κάποιοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι γεννήθηκε στο Ζόφκβα. Αν και ο πατέρας του ήταν ευγενούς καταγωγής, υπήρξε και υπάρχει ακόμα διαμάχη για το αν ο Μπογκντάν Χμελνίτσκι ανήκε στην αριστοκρατία ή όχι. Μέχρι σήμερα παραμένει αβέβαιο αν ο Μπογκντάν Χμελνίτσκι ήταν ή όχι ευγενής. Ο ίδιος υποστήριζε ότι ήταν ευγενής και αυτό πολλές φορές δεν αμφισβητήθηκε από τους συγχρόνους του. Ο πατέρας του ήταν παντρεμένος με Κοζάκα και σύμφωνα με το Πολωνικό Καταστατικό του 1505 αυτό θα μπορούσε να θέσει την κατάσταση του Μπογκντάν Χμελνίτσκι υπό εξέταση. Υπάρχουν και άλλες θεωρίες, σύμφωνα με τις οποίες αφαιρέθηκε η ιδιότητα του ευγενή από τον πατέρα ή τον παππού Χμελνίτσκι ή, ίσως η πιο αμφιλεγόμενη θεωρία, που διατυπώθηκε από έναν Πολωνό ιστορικό του 19ου αιώνα που βασίστηκε σε άγνωστες πηγές, ότι ο πατέρας του Μπογκντάν Χμελνίτσκι ήταν Εβραίος που ασπάστηκε τον Καθολικισμό.

Επίσης δεν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία όσον αφορά την αρχική εκπαίδευση του Χμελνίτσκι. Αρκετοί ιστορικοί πιστεύουν ότι παρακολούθησε τα πρώτα του μαθήματα από έναν εκκλησιαστικό υπάλληλο, μέχρι που στάλθηκε σε ένα από τα σχολεία της Ορθόδοξης αδελφότητας του Κιέβου. Συνέχισε την εκπαίδευσή του στην Πολωνική γλώσσα σ' ένα κολέγιο Ιησουιτών, ενδεχομένως στο Γιαρόσλαφ αλλά πιο πιθανόν στο Λβιβ. Ολοκλήρωσε την εκπαίδευσή του το 1617 και απέκτησε ευρεία γνώση της παγκόσμιας ιστορίας και έμαθε πολωνικά και λατινικά. Αργότερα, εκτός από αυτές τις γλώσσες, έμαθε τουρκικά, ταταρικά και γαλλικά. Σε αντίθεση με πολλούς άλλους μαθητές των Ιησουιτών, δεν ασπάστηκε τον Ρωμαιοκαθολικισμό αλλά παρέμεινε Ορθόδοξος.

Θητεία με τους Κοζάκους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την ολοκλήρωση των σπουδών του το 1617, ο Μπογκντάν κατατάχθηκε στο στρατό των Κοζάκων. Το 1619 στάλθηκε με τον πατέρα του στη Μολδαβία, καθώς η Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία μπήκε σε πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η πρώτη του στρατιωτική εμπλοκή ήταν τραγική. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1620, ο πατέρας του σκοτώθηκε σε μάχη και ο ίδιος πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Τούρκους. Τα επόμενα δύο χρόνια τα πέρασε ως αιχμάλωτος ενός Οθωμανού[1] Καπουντάν Πασά στην Κωνσταντινούπολη[2]. Άλλες πηγές ισχυρίζονται ότι ήταν σκλάβος και υπηρετούσε ως κωπηλάτης σε γαλέα του Οθωμανικού Ναυτικού όπου και έμαθε τις τουρκικές γλώσσες.

Ενώ δεν υπάρχει καμία συγκεκριμένη απόδειξη για το πως επέστρεψε στην Ουκρανία, οι περισσότεροι ιστορικοί πιστεύουν ότι είτε δραπέτευσε είτε καταβλήθηκαν λύτρα. Οι πηγές διαφέρουν ως προς την κατονομασία αυτού που ενδεχομένως πλήρωσε τα λύτρα -η μητέρα του, φίλοι, ο Πολωνός βασιλιάς- αλλά ίσως ήταν ο πρεσβευτής της Πολωνίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο οποίος το 1622 πλήρωσε λύτρα για να απελευθερωθούν αιχμάλωτοι πολέμου. Με την επιστροφή του, ο Χμελνίτσκι ανέλαβε την περιουσία του πατέρα του και εγγράφτηκε στους Κοζάκους του συντάγματος του Τσιχίριν, όπου αργότερα έγινε αξιωματικός. Από το 1625 συμμετείχε σε πολλές θαλάσσιες επιδρομές με τους Ζαποροζιανούς Κοζάκους φτάνοντας μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Στο μεταξύ, η χήρα μητέρα του παντρεύτηκε ξανά, έναν ευγενή Λευκορώσο, και μετακόμισε στο κτήμα του αφήνοντας τον Μπογκντάν υπεύθυνο για την πατρική περιουσία. Αργότερα ο Μπογκντάν Χμελνίτσκι παντρεύτηκε την κόρη ενός πλούσιου Κοζάκου από το Περεγιάσλαφ, με την οποία απέκτησε τρεις κόρες και δύο γιους.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο Μπογκντάν Χμελνίτσκι διαχειριζόταν την περιουσία του και προήχθη σε γραμματέα του συντάγματος. Είχε σίγουρα σημαντικές διαπραγματευτικές ικανότητες και έχοντας το σεβασμό των Κοζάκων συμπεριλήφθηκε στις 30 Αυγούστου 1637 στην αντιπροσωπεία που στάλθηκε στη Βαρσοβία για να υποστηρίξει την υπόθεση των Κοζάκων ενώπιον του βασιλιά της Πολωνίας, Βλαδισλάβου Δ'. Υπηρετώντας στο στρατό ενός Πολωνού ευγενή, συμμετείχε σε μία μάλλον επιτυχημένη εκστρατεία κατά την οποία ο στρατός της Κοινοπολιτείας, μέρος του οποίου αποτελούσε το σύνταγμα του Μπογκντάν, σημείωσε αποφασιστική νίκη εναντίον των Τατάρων το 1644. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, όπως δείχνουν κάποια αρχειακά έγγραφα, είχε επίσης μία συνάντηση στη Βαρσοβία με τον Γάλλο πρέσβη Κόμη Ντε Μπρεζί, κατά την οποία συζητήθηκε η πιθανότητα συμμετοχής των Κοζάκων σε πόλεμο στη Γαλλία. Οι πηγές διαφέρουν ως προς το εάν τον Απρίλιο του 1645 ταξίδεψε στη Γαλλία (στο Φονταινεμπλώ) για να συζητήσει περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς την υπηρεσία των Κοζάκων στη Γαλλία. Η θεωρία αυτή υποστηρίζεται από τους Ουκρανούς ιστοριογράφους αλλά αμφισβητείται από τους Πολωνούς μελετητές[3]. Τον Οκτώβριο του 1644 περίπου 2.000 Πολωνοί στρατιώτες του πεζικού (μερικοί μελετητές θεωρούν ότι ήταν Κοζάκοι αλλά οι γαλλικές πηγές δεν τους κατονομάζουν ως τέτοιους) πήγαν στη Γαλλία δια θαλάσσης μέσω Γκντανσκ και Καλαί, όπου συμμετείχαν στην πολιορκία και την κατάληψη της Δουνκέρκης.

Η Υπόθεση Τσαπλίνσκι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εν τω μεταξύ ένα άλλο πρόβλημα επρόκειτο να ξεσπάσει στο σπίτι του. Μετά το θάνατο του ευγενή τον οποίο υπηρετούσε ο Χμελνίτσκι, και ο οποίος ήταν υπέρμαχος της δίκαιης μεταχείρισης των Κοζάκων, ο διάδοχός του απαίτησε την περιουσία του Χμελνίτσκι ισχυριζόμενος ότι ήταν δική του. Στην προσπάθειά του να βρει προστασία από τον ισχυρό ευγενή, ο Χμελνίτσκι έγραψε πολυάριθμες εκκλήσεις και επιστολές σε διάφορους εκπροσώπους του πολωνικού στέμματος, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Στα τέλη του 1645 ο Τσαπλίνσκι, προεστός του Τσιχίριν, έλαβε την άδεια από τον ευγενή να καταλάβει το κτήμα του Χμελνίτσκι. Το καλοκαίρι του 1646 ο Χμελνίτσκι κανόνισε ακρόαση από τον βασιλιά Βλαδισλάβο Δ' για την υπόθεσή του. Ο Βλαδισλάβος, ο οποίος ήθελε τους Κοζάκους στο πλευρό του στους πολέμους που σχεδίαζε, του έδωσε βασιλική απόφαση η οποία προστάτευε τα δικαιώματα του Χμελνίτσκι στο κτήμα. Ωστόσο, ήταν τέτοια η δομή της Κοινοπολιτείας και η αναρχία του ανατολικού τομέα εκείνη την εποχή, ώστε ακόμη κι ο βασιλιάς δεν μπορούσε να αποτρέψει τη σύγκρουση με τους τοπικούς ηγέτες. Στις αρχές του 1647 ο Τσαπλίνσκι άρχισε να παρενοχλεί ανοιχτά τον Χμελνίτσκι σε μια προσπάθεια να τον αναγκάσει να εγκαταλείψει την ύπαιθρο. Σε δύο περιπτώσεις το κτήμα του Χμελνίτσκι δέχθηκε επίθεση και υπέστη σημαντικές υλικές ζημιές ενώ ο μικρότερος γιος του Χμελνίτσκι χτυπήθηκε άσχημα. Τέλος, τον Απρίλιο του 1647, ο Τσαπλίνσκι κατάφερε να διώξει τον Χμελνίτσκι και ο Χμελνίτσκι αναγκάστηκε να μετακομίσει με τη μεγάλη του οικογένεια σε σπίτι συγγενών στο Τσιχίριν.

Το Μάιο του 1647 ο Χμελνίτσκι κανόνισε δεύτερη ακρόαση ενώπιον του βασιλιά, αλλά συνειδητοποίησε ότι ο βασιλιάς δεν επιθυμούσε να έρθει σε αντιπαράθεση με έναν ισχυρό ευγενή. Εκτός από την απώλεια του κτήματός του, η σύζυγός του πέθανε αφήνοντάς τον μόνο με τα παιδιά. Στη συνέχεια ο Χμελνίτσκι ξαναπαντρεύτηκε, αλλά όσον αφορά την περιουσία του οι προσπάθειές του παρέμεναν ανεπιτυχείς. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, συνάντησε αρκετούς ανώτερους αξιωματικούς για να συζητήσουν το ζήτημα του πολέμου των Κοζάκων με τους Τατάρους και εκμεταλλεύτηκε αυτή την ευκαιρία για να επαναφέρει την υπόθεση Τσαπλίνσκι αλλά και πάλι ανεπιτυχώς.

Ενώ ο Χμελνίτσκι δεν έβρισκε υποστήριξη από τους Πολωνούς αξιωματούχους, τη βρήκε στους Κοζάκους φίλους και υφισταμένους του. Η υπόθεση ενός Κοζάκου που τύχαινε άδικης μεταχείρισης από τους Πολωνούς βρήκε μεγάλη υποστήριξη όχι μόνο στο σύνταγμα του Χμελνίτσκι στο Τσιχίριν αλλά και από άλλους Κοζάκους. Το φθινόπωρο του 1647 ο Χμελνίτσκι ταξίδευε από το ένα σύνταγμα στο άλλο και είχε πολλές διαβουλεύσεις με τους ηγέτες των Κοζάκων σε όλη την Ουκρανία. Η δραστηριότητά του δημιούργησε υποψίες στις πολωνικές αρχές, οι οποίες και τον συνέλαβαν. Παρόλο που εκδόθηκε εντολή για την εκτέλεση του Χμελνίτσκι, ο συνταγματάρχης Κοζάκος που κρατούσε τον Χμελνίτσκι τον απελευθέρωσε. Μη θέλοντας να προκαλέσει άλλο τη μοίρα του, ο Χμελνίτσκι κατευθύνθηκε προς τη Ζαπορίζια με μία ομάδα υποστηρικτών του.

Η εξέγερση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπογκντάν Χμελνίτσκι (αριστερά) με τον Τουγκάι Μπέη (δεξιά) στο Λβιβ (έργο του Γιαν Ματέικο, λάδι σε καμβά, 1885, Εθνικό Μουσείο Βαρσοβίας)

Ενώ φαίνεται πως η υπόθεση Τσαπλίνσκι ήταν η άμεση αιτία της εξέγερσης, δεν ήταν παρά το ερέθισμα που έφερε έναν επιτυχημένο και ταλαντούχο Κοζάκο στο προσκήνιο της λαϊκής δυσαρέσκειας που υπήρχε στους κατοίκους της περιοχής που σήμερα καταλαμβάνει η Ουκρανία. Η θρησκεία, η εθνικότητα και τα οικονομικά ήταν οι κύριοι παράγοντες αυτής της δυσαρέσκειας. Ενώ η Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία παρέμενε μία ένωση δύο εθνών, της Πολωνίας και της Λιθουανίας, ένας αρκετά μεγάλος πληθυσμός Ορθόδοξων Ρουθηνών παρέμεναν αγνοημένοι. Οι Πολωνοί ευγενείς τούς καταπίεζαν και η οργή των Ρουθηνών στρέφονταν κατά των Πολωνοεβραίων εμπόρων, οι οποίοι συχνά διαχειρίζονταν τα κτήματά τους. Η έλευση της Αντιμεταρρύθμισης επιδείνωσε ακόμα περισσότερο τις σχέσεις μεταξύ της Ορθόδοξης και της Καθολικής Εκκλησίας. Πολλοί Ορθόδοξοι Ουκρανοί είδαν την Ένωση του Μπρεστ ως απειλή για την Ορθόδοξη πίστη τους, κι αυτό σε συνδυασμό με τη συχνή κακομεταχείριση του Ορθόδοξου κλήρου πρόσθεσε μία θρησκευτική διάσταση στη σύγκρουση. Αυτή θα μπορούσε να ήταν μία από τις πολλές άλλες εξεγέρσεις Κοζάκων που αντιμετωπίστηκαν από τις πολωνικές αρχές, αλλά το ανάστημα και η ικανότητα του έμπειρου 50χρονου διαπραγματευτή και πολεμιστή Χμελνίτσκι και ο σεβασμός που υπήρχε γι' αυτόν, έκανε ίσως όλη τη διαφορά.

Οι αρχικές επιτυχίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημαία του Μπογκντάν Χμελνίτσκι

Στό τέλος του 1647 ο Χμελνίτσκι μετακινήθηκε προς το νότο, στην εκβολή του ποταμού Δνείπερου. Στις 7 Δεκεμβρίου 1647 μία μικρή δύναμη 300-500 ανδρών αφόπλισε ένα μικρό πολωνέζικο απόσπασμα που επιτηρούσε την περιοχή και ο Χμελνίτσκι ανέλαβε την ηγεσία των Ζαποριζιανών Κοζάκων. Μία προσπάθεια των Πολωνών να επανακτήσουν την περιοχή αντιμετωπίστηκε αποφασιστικά καθώς όλο και περισσότεροι Κοζάκοι ενώνονταν με τις δυνάμεις του Χμελνίτσκι. Στα τέλη του Ιανουαρίου του 1648 συγκλήθηκε ένα συμβούλιο Κοζάκων, το οποίο εξέλεξε ομόφωνα τον Χμελνίτσκι ως αρχηγό τους (χάτμανος). Ακολούθησε μία πυρετώδη δραστηριότητα. Κοζάκοι εστάλησαν σε πολλές περιοχές της Ουκρανίας, ζητώντας από τους Κοζάκους και τους Ορθόδοξους αγρότες να συμμετάσχουν στην εξέγερση, έγιναν οι απαραίτητες ενέργειες για την κατασκευή και την απόκτηση όπλων ενώ εστάλησαν και απεσταλμένοι στον Χαν της Κριμαίας.

Αρχικά, οι πολωνικές αρχές δεν έλαβαν σοβαρά υπόψη τα νέα για τις κινήσεις του Χμελνίτσκι και τις αναφορές για την εξέγερση. Οι δύο πλευρές αντάλλαξαν καταλόγους αιτημάτων: οι Πολωνοί ζήτησαν από τους Κοζάκους να διαλυθούν και να παραδώσουν τον αντάρτη ηγέτη τους και οι Κοζάκοι ζήτησαν από την Κοινοπολιτεία να αποκαταστάσει τα παλαιά τους δικαιώματα, να σταματήσει την προώθηση της Ουκρανικής Ελληνικής Καθολικής Εκκλησίας, να δώσει τη δυνατότητα να διορίζονται Ορθόδοξοι ηγέτες από τα συντάγματα των Κοζάκων και να αποσύρει τα στρατεύματα της Κοινοπολιτείας από την Ουκρανία[4]. Αυτά τα αιτήματα του Χμελνίτσκι ελήφθησαν ως προσβολή από τους Πολωνούς ευγενείς και στάλθηκε στρατός για να αντιμετωπίσει τους Κοζάκους του Χμελνίτσκι. Αν οι Κοζάκοι έμεναν στις θέσεις τους πιθανότατα να είχαν ηττηθεί, όπως είχε συμβεί σε πολλές άλλες εξεγέρσεις. Αλλά αυτή τη φορά, αντί να περιμένει τους Πολωνούς, ο Χμελνίτσκι βάδισε εναντίον τους. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στις 16 Μαΐου 1648 στο Ζόφντι Βόντι, όπου με τη βοήθεια των Τατάρων του Τουγκάι Μπέη πέτυχαν συντριπτική νίκη εναντίον της Κοινοπολιτείας. Αυτό επαναλήφθηκε στη μάχη του Κορσούν στις 26 Μαΐου 1648. Αυτό που έκανε επιτυχημένες τις ενέργειες των Κοζάκων ήταν οι διπλωματικές και στρατιωτικές ικανότητες του Χμελνίτσκι: υπό την ηγεσία του, ο στρατός των Κοζάκων μετακινήθηκε σε θέσεις μάχης ακολουθώντας τα σχέδια του αρχηγού του, ήταν αποφασιστικός στους ελιγμούς και στις επιθέσεις και, το σημαντικότερο, ο Χμελνίτσκι όχι μόνο έπεισε μεγάλο αριθμό Κοζάκων να έρθουν στο πλευρό του αλλά πήρε και την υποστήριξη του Χαν της Κριμαίας -ζωτικής σημασίας σύμμαχος για τις μάχες που ακολούθησαν.

Ίδρυση του Κοζακικού Aτμανάτου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εθνόσημο του Κοζακικού Ατμανάτου

Τα Χριστούγεννα του 1648, ο Χμελνίτσκι έκανε μία θριαμβευτική είσοδο στο Κίεβο, όπου χαιρετίστηκε ως "ο Μωυσής, ο σωτήρας, ο λυτρωτής και ο απελευθερωτής του λαού από την Πολωνική αιχμαλωσία ... ο επιφανής ηγέτης των Ρως". Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Παΐσιος, ο οποίος επισκεπτόταν το Κίεβο εκείνη την εποχή, αναφέρθηκε στον Χμελνίτσκι ως Πρίγκιπα των Ρως και επικεφαλής του ανεξάρτητου ουκρανικού κράτους[5]. Το Φεβρουάριο του 1649, κατά τις διαπραγματεύσεις στο Περεγιάσλαφ με την πολωνική αντιπροσωπεία, ο Χμελνίτσκι αναφέρεται ότι ήταν "ο μόνος αυτοκράτορας των Ρως" και ότι "είχε αρκετή δύναμη στην Ουκρανία, την Ποδολία και τη Βολυνία ... στη γη του και την ηγεμονία που απλώνεται μέχρι το Λβιβ, το Χελμ και το Χάλιτς[6]".

Κατέστη σαφές στους Πολωνούς απεσταλμένους ότι ο Χμελνίτσκι τοποθετήθηκε όχι μόνο ως αρχηγός των Ζαποροζιανών Κοζάκων, αλλά και της Ουκρανίας, και υποστήριξε τις αξιώσεις του στην κληρονομιά των Ρως. Ένας πανηγυρικός λόγος στη Βίλνιους προς τιμήν του Χμελνίτσκι (1650-1651) υποστήριξε ότι "ενώ στην Πολωνία βασιλιάς είναι ο Ιωάννης Β’ Καζιμίρ Βάζα, στους Ρως είναι ο Χάτμανος Μπογκντάν Χμελνίτσκι"[7].

Μετά την περίοδο των αρχικών στρατιωτικών επιτυχιών άρχισε η διαδικασία οικοδόμησης του κράτους. Η ηγεσία του επιδείχθηκε σε όλους τους τομείς της οικοδόμησης του κράτους: στο στρατό, τη διοίκηση, τη χρηματοδότηση, την οικονομία και τον πολιτισμό. Χάρη στο πολιτικό του δαιμόνιο δημιούργησε το κράτος των Ζαποροζιανών Κοζάκων και ενοποίησε όλες τις σφαίρες της ουκρανικής κοινωνίας υπό την εξουσία του. Ο Χμελνίτσκι έχτισε ένα νέο σύστημα διακυβέρνησης και ανέπτυξε στρατιωτική και πολιτική διοίκηση.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, μία νέα γενιά πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών ήρθε στο προσκήνιο και από τα στελέχη και τους στρατιωτικούς διοικητές γεννήθηκε μία νέα ελίτ εντός του Ατμανάτου των Κοζάκων. Στο πέρασμα των χρόνων, αυτή η ελίτ διατήρησε την αυτονομία του Ατμανάτου των Κοζάκων κόντρα στην προσπάθεια της Ρωσίας να την περιορίσει. Αλλά ήταν επίσης καθοριστική στην έναρξη της περιόδου της καταστροφής που ακολούθησε και τελικά οδήγησε στην απώλεια των περισσότερων επιτευγμάτων της εποχής του Χμελνίτσκι.

Λάβαρο του Μπογκντάν Χμελνίτσκι, το οποίο ελήφθη κατά τη μάχη του Μπερεστέτσκο. Το 1655 μεταφέρθηκε από τους Σουηδούς στη Βαρσοβία και τώρα βρίσκεται στο Στρατιωτικό Μουσείο της Στοκχόλμης.

Επιπλοκές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τις αρχικές επιτυχίες του Χμελνίτσκι ακολούθησαν διάφορα εμπόδια, καθώς ούτε ο Χμελνίτσκι ούτε η Κοινοπολιτεία είχαν αρκετή δύναμη ώστε να σταθεροποιηθεί η κατάσταση ή να επιφέρουν μία ήττα στον εχθρό. Αυτό που ακολούθησε ήταν μία περίοδος διακοπτόμενου πολέμου και μερικές συνθήκες ειρήνης, τις οποίες καμία πλευρά δεν φρόντισε να τηρήσει. Από την άνοιξη του 1649 και μετά, η κατάσταση έγινε χειρότερη για τους Κοζάκους καθώς η συχνότητα των πολωνικών επιθέσεων αυξήθηκε και ήταν όλο και περισσότερο επιτυχημένες. Τον Αύγουστο του 1649, ύστερα από μία σφοδρή μάχη στο Ζμπορίβ, υπογράφτηκε συνθήκη ειρήνης, η οποία ήταν αρνητική για τους Κοζάκους. Δύο χρόνια αργότερα, ο Χμελνίτσκι με τους Κοζάκους και τους Τατάρους επαναστάτησαν ξανά. Όμως τον Ιούνιο του 1651 υπέστησαν συντριπτική ήττα από τους Πολωνούς στη μάχη του Μπερεστέτσκο, όπου μάλιστα οι Τάταροι πρόδωσαν τον Χμελνίτσκι και τον πήραν αιχμάλωτο. Το Σεπτέμβριο του 1651 υπογράφτηκε στην πόλη Μπίλα Τσερκβά συνθήκη ειρήνης, η οποία ευνοούσε τους Πολωνο-Λιθουανούς. Σύντομα, η συνθήκη αυτή παραβιάστηκε και στα χρόνια που ακολούθησαν οι δύο πλευρές ήταν σχεδόν σε μόνιμη κατάσταση πολέμου. Σ' αυτή την κατάσταση οι Τάταροι της Κριμαίας έπαιξαν καθοριστικό ρόλο, μην επιτρέποντας σε καμία πλευρά να επικρατήσει, καθώς ήταν προς το συμφέρον τους να αποτρέψουν τόσο την Ουκρανία όσο και την Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία να γίνουν τόσο ισχυρές ώστε να αποτελέσουν μία αποτελεσματική δύναμη στην περιοχή[8].

Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Χμελνίτσκι άρχισε να ψάχνει για άλλο σύμμαχο. Ακόμα κι αν οι Κοζάκοι απέκτησαν de facto την ανεξαρτησία τους από την Πολωνία, το νέο κράτος χρειαζόταν νομιμότητα, η οποία ήταν απαραίτητη στην Ευρώπη του 17ου αιώνα, κι αυτή η νομιμότητα μπορούσε να προέλθει από έναν ξένο μονάρχη. Σε αναζήτηση ενός προτεκτοράτου, ο Χμελνίτσκι προσέγγισε το 1651 τον Οθωμανό σουλτάνο και αντηλλάγησαν επίσημες πρεσβείες. Ωστόσο η ιδέα της προσέγγισης του Μουσουλμάνου μονάρχη δεν βρήκε απήχηση στους Κοζάκους, στους οποίους στηριζόταν ο Χμελνίτσκι.

Ο άλλος πιθανός σύμμαχος ήταν η Ορθόδοξη Ρωσία, η οποία παρέμενε αρκετά προσεκτική και μακριά από τις εχθροπραξίες στην Ουκρανία. Παρά τους πολυάριθμους απεσταλμένους και τις εκκλήσεις του Χμελνίτσκι για βοήθεια στο όνομα της κοινής Ορθόδοξης πίστης, ο Τσάρος προτίμησε να περιμένει μέχρι που η απειλή μίας ένωσης Κοζάκων-Οθωμανών τον ανάγκασε να αναλάβει δράση το 1653. Ο Χμελνίτσκι έλαβε μία πληροφορία, σύμφωνα με την οποία ο Τσάρος ήταν θετικός στην ιδέα να προσαρτήσει την Ουκρανία, κι έτσι η διπλωματική δραστηριότητα εντάθηκε.

Συνθήκη με τη Μοσχοβία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά από μία σειρά διαπραγματεύσεων, συμφωνήθηκε ότι οι Κοζάκοι θα δέχονταν την επικυριαρχία του Τσάρου. Η συμφωνία οριστικοποιήθηκε με τη Συνθήκη του Περεγιάσλαφ τον Ιανουάριο του 1654. Εντούτοις μέχρι σήμερα υπάρχει διαφωνία στις τάξεις των ιστορικών ως προς τις πραγματικές προθέσεις τόσο της Μοσχοβίας όσο και του Χμελνίτσκι στην υπογραφή αυτής της Συνθήκης. Για τον Τσάρο Αλέξιο η Συνθήκη νομιμοποιούσε τις διεκδικήσεις της Μόσχας στο κράτος των Ρως και ενίσχυε την επιρροή του στην περιοχή. Για τον Χμελνίτσκι η Συνθήκη του Περεγιάσλαφ προσέφερε την προστασία ενός νόμιμου μονάρχη και την υποστήριξη από μία φιλική Ορθόδοξη δύναμη. Υπήρξαν πολλές αντικρουόμενες απόψεις ως προς το είδος της ένωσης που είχε στο μυαλό του ο Χμελνίτσκι, αν δηλαδή ήταν μία στρατιωτική ένωση, μία επικυριαρχία ή η πλήρη ενσωμάτωση της Ουκρανίας στο Βασίλειο της Ρωσίας[9].

Οι δύο πλευρές είχαν κάπως διαφορετικές ιδέες για τη συνθήκη και την ένωση, όπως αποδεικνύεται και από ένα περιστατικό που συνέβη κατά τη διάρκεια του όρκου πίστεως στον Τσάρο. Η συνθήκη κόντεψε να σπάσει όταν ο Μοσχοβίτης απεσταλμένος αρνήθηκε να ανταποδώσει με όρκο του Τσάρου προς τους υπηκόους του. Για το λόγο αυτό ο Χμελνίτσκι όρμησε έξω από την εκκλησία και απείλησε να ακυρώσει ολόκληρη τη Συνθήκη. Μετά από κάποια σκέψη κι αφού οι Κοζάκοι ανακάλεσαν το αίτημά τους, συνεχίστηκε η διαδικασία και έμεινε η Συνθήκη. Επειδή οι δύο πλευρές είχαν διαφορετικά σχέδια για την Ουκρανία, οι ελευθερίες που επιτράπηκαν στον Χμελνίτσκι λόγω του κύρους του, δεν δόθηκαν στους διαδόχους του. Αυτό οδήγησε τελικά στην πλήρη ενσωμάτωση της Ουκρανίας στο βασίλειο της Μοσχοβίας και αργότερα στη Ρωσική Αυτοκρατορία.

Τα τελευταία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εκκλησία όπου θάφτηκε ο Χμελνίτσκι (Σουμποτίβ, Ουκρανία)

Μετά τη Συνθήκη του Περεγιάσλαφ ο γεωπολιτικός χάρτης της περιοχής άλλαξε. Ένας νέος παίκτης, η Ρωσία, εισήλθε στη σκηνή και οι πρώην σύμμαχοι των Κοζάκων, οι Τάταροι, πήγαν στην πολωνική πλευρά. Αυτό ενέτεινε τις συγκρούσεις, καθώς οι Τάταροι ήταν πλέον ανεξέλεγκτοι στον πόλεμό τους ενάντια στον Χμελνίτσκι. Οι επιδρομές των Τατάρων ερήμωσαν ολόκληρες περιοχές της Ουκρανίας. Οι Κοζάκοι, με τη βοήθεια του στρατού του Τσάρου, πήραν εκδίκηση επιτιθέμενοι στις πολωνικές κτήσεις στη Λευκορωσία και την άνοιξη του 1654 έδιωξαν τους Πολωνούς από το μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Η κατάσταση περιπλέχθηκε ακόμα περισσότερο όταν μία άλλη δύναμη προσχώρησε στη συμπλοκή - η Σουηδία. Οι Σουηδοί ήταν παλιοί αντίπαλοι τόσο της Πολωνίας όσο και της Ρωσίας, αλλά δεν επιτέθηκαν στη Ρωσία. Αντιθέτως, έσπευσαν να καταλάβουν το μερίδιό τους στη Λιθουανία πριν φτάσουν εκεί οι Ρώσοι. Αυτό έθεσε τις σχέσεις του Χμελνίτσκι και του Τσάρου σε μία εύθραυστη κατάσταση, αφού ο Χμελνίτσκι για κάποιο διάστημα είχε επαφές με τους Σουηδούς προκειμένου να συντονίσουν τις επιθέσεις τους στην Κοινοπολιτεία. Πέραν του ότι οι σχέσεις Ρωσίας και Σουηδίας ήταν σε γενικές γραμμές εχθρικές, οι ενέργειες του Χμελνίτσκι δυσαρέστησαν τους Ρώσους επειδή η Ρωσία είχε βλέψεις στις σουηδικές επαρχίες της Βαλτικής. Το 1656, ο ηγέτης της Τρανσυλβανίας, Γεώργιος Β' Ρακότσι, αναμίχθηκε κι αυτός στον πόλεμο σε μία τελευταία προσπάθεια του Καρόλου Ι' της Σουηδίας να σώσει τον πόλεμο καθώς συνάντησε τη μαζική λαϊκή αντίδραση των Πολωνών τής όλο και πιο κατεστραμμένης Κοινοπολιτείας. Παρά τα χτυπήματα απ' όλες τις πλευρές, η Κοινοπολιτεία επέζησε μόνο χάρη στην ατσάλινη ενότητά της εν όψει της καταστροφής.

Η Ρωσία επιτέθηκε στη Σουηδία τον Ιούλιο του 1656 όταν η Σουηδία ήταν βαθιά εμπλεκόμενη με την κατάσταση στην Πολωνία. Αυτός ο πόλεμος περιέπλεξε ακόμα περισσότερο τα πράγματα για τον Χμελνίτσκι καθώς ο σύμμαχός του πολεμούσε με τον ηγεμόνα του. Εκτός από τις διπλωματικές εντάσεις μεταξύ του Τσάρου και του Χμελνίτσκι, εμφανίστηκε και μία σειρά άλλων διαφωνιών, ιδίως όσον αφορά την παρέμβαση Ρώσων αξιωματούχων στα οικονομικά του Ατμανάτου των Κοζάκων και στην πρόσφατα απελευθερωμένη Λευκορωσία. Αυτό που εξόργισε περισσότερο τον Χμελνίτσκι ήταν η ξεχωριστή συνθήκη που υπέγραψε ο Τσάρος με τους Πολωνούς στη Βίλνιους το 1656, μην επιτρέποντας καν στους απεσταλμένους του να παρευρεθούν στις διαπραγματεύσεις. Το γεγονός αυτό ώθησε τον Χμελνίτσκι να γράψει μία οργισμένη επιστολή προς τον Τσάρο κατηγορώντας τον για αθέτηση της συμφωνίας στο Περεγιάσλαφ. Στο θυμό του, σύγκρινε τον Τσάρο με τους Σουηδούς, υποστηρίζοντας ότι οι Σουηδοί ήταν πιο έντιμοι και αξιόπιστοι από τους Ρώσους.

Εν τω μεταξύ ο στρατός των Κοζάκων αναγκάστηκε σε μία σειρά υποχωρήσεων στην Πολωνία. Ως αποτέλεσμα, ο Χμελνίτσκι είχε να αντιμετωπίσει και μία εξέγερση των Κοζάκων στο εσωτερικό μέτωπο. Ανησυχητικές ειδήσεις ήρθαν επίσης από την Κριμαία, καθώς οι Τάταροι, σε συμμαχία με την Πολωνία, ετοιμάζονταν για μία νέα εισβολή στην Ουκρανία. Αν και ήταν άρρωστος, ο Χμελνίτσκι συνέχισε τη διπλωματική του δραστηριότητα σε σημείο που μία φορά δέχθηκε τους απεσταλμένους του Τσάρου στο κρεβάτι του. Στις 22 Ιουλίου 1657 (παλαιό ημερολόγιο) υπέστη εγκεφαλική αιμορραγία και σε λιγότερο από μία εβδομάδα, στις 5 π.μ. της 27ης Ιουλίου 1657 (παλαιό ημερολόγιο), ο Μπογκντάν Χμελνίτσκι πέθανε. Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε στις 23 Αυγούστου και το σώμα του μεταφέρθηκε από το Τσιχίριν στο κτήμα του, προκειμένου να ταφεί στην εκκλησία των προγόνων του.

Η κληρονομιά του Χμελνίτσκι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπογκντάν Χμελνίτσκι όχι μόνο διαμόρφωσε το μέλλον της Ουκρανίας, αλλά άλλαξε σημαντικά και την ισορροπία των δυνάμεων στην Ανατολική Ευρώπη. Όπως συμβαίνει συχνά σε εξέχουσες προσωπικότητες, έτσι και στην περίπτωση του Χμελνίτσκι ο ρόλος του στα γεγονότα αντιμετωπίστηκε με διαφορετικό τρόπο από τους συγχρόνους του. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν διάφοροι άνθρωποι που έχουν αντίθετες απόψεις σχετικά με την κληρονομιά του.

Ο Χμελνίτσκι στην Ουκρανική ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ουκρανία, ο Χμελνίτσκι θεωρείται γενικά ως εθνικός ήρωας και πατέρας του έθνους. Μία πόλη[10] και μία περιοχή της χώρας φέρουν το όνομά του. Η εικόνα του εμφανίζεται σε ουκρανικά χαρτονομίσματα ενώ το μνημείο του στο κέντρο του Κιέβου είναι το σημείο εστίασης της ουκρανικής πρωτεύουσας. Υπάρχει επίσης το παράσημο του Τάγματος του Μπογκντάν Χμελνίτσκι - μία από τις υψηλότερες τιμητικές διακρίσεις στην Ουκρανία και την πρώην Σοβιετική Ένωση. Παρά τη θετική αυτή εκτίμηση της κληρονομιάς του, ακόμα και στην Ουκρανία οι απόψεις δεν είναι ομόφωνες. Ως επί το πλείστον δέχεται κριτική για την ένωση με τη Ρωσία, η οποία κατά την άποψη ορισμένων αποδείχθηκε καταστροφική για το μέλλον της χώρας. Αυτή η συγκεκριμένη άποψη εκφράστηκε, μεταξύ άλλων, και από τον εξέχοντα Ουκρανό ποιητή Τάρας Σεβτσένκο, ο οποίος ήταν ένας από τους πιο δραστήριους και σκληρούς επικριτές του Χμελνίτσκι. Επιπλέον, η φήμη του αμαυρώθηκε από τη συμμαχία του με τους Τατάρους της Κριμαίας, η οποία επέτρεψε στους τελευταίους να πάρουν ως σκλάβους έναν μεγάλο αριθμό Ουκρανών αγροτών (αυτό μπορεί να ερμηνευθεί ως ένδειξη της σχετικής αδιαφορίας των Κοζάκων ως στρατιωτική κάστα προς τα χαμηλότερα στρώματα του ουκρανικού λαού). Τα ίχνη του γεγονότος αυτού εξακολουθούν να βρίσκονται στα δημοτικά τραγούδια. Από την άλλη, η προβολή της κληρονομιάς του στην Ουκρανία είναι περισσότερο θετική παρά αρνητική, με μερικές κριτικές να παραδέχονται ότι η ένωση με τη Ρωσία υπαγορεύτηκε από την ανάγκη και από την προσπάθεια να επιβιώσουν σ' εκείνους τους δύσκολους καιρούς.

Ο Χμελνίτσκι στην Πολωνική ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ρόλος του Χμελνίτσκι στην ιστορία του πολωνικού κράτους προβάλλεται ως επί το πλείστον αρνητικά. Η επανάσταση του 1648 αποδείχθηκε ότι ήταν το τέλος της Χρυσής Εποχής της Κοινοπολιτείας και η αρχή της διάλυσής της. Ακόμα κι αν επιβίωσε της επανάστασης και της περιόδου του Κατακλυσμού που ακολούθησε, μέσα σε εκατό χρόνια δεν θα υπήρχε πια καθώς τα απομεινάρια της θα μοιράζονταν στη Ρωσία, την Πρωσία και την Αυστρία. Πολλοί κατηγόρησαν τον Χμελνίτσκι για την παρακμή της Κοινοπολιτείας. Η άποψη αυτή έρχεται σε αντίθεση με μία πολύ πιο ολοκληρωμένη εκτίμηση της κληρονομιάς του Χμελνίτσκι από Πολωνούς ιστορικούς, όπως ο Λούντβικ Κουμπάλα, ο οποίος στα έργα του τον σύγκρινε με τον Όλιβερ Κρόμγουελ. Μία πιο ισορροπημένη εκτίμηση θεωρεί ότι είναι τα θεμελιώδη δεινά της Κοινοπολιτείας που προκάλεσαν την εξέγερση της οποίας ηγήθηκε ο Χμελνίτσκι.

Ο Χμελνίτσκι στη Ρωσική και Σοβιετική ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αξιολόγηση της κληρονομιάς του Χμελνίτσκι, η επίσημη ρωσική ιστοριογραφία τόνισε το γεγονός ότι ο Χμελνίτσκι συμφώνησε με τον τσάρο Αλέξιο εκφράζοντας την επιθυμία του για μία "ενοποίηση" της Ουκρανίας με τη Ρωσία. Η άποψη αυτή αντιστοιχεί με την επίσημη θεωρία της Μόσχας ότι η Ρωσία είναι κληρονόμος του κράτους των Ρως και συνεπώς δικαιούχος των πρώην εδαφών του.

Υπό αυτό το πρίσμα ο Χμελνίτσκι θεωρήθηκε ως εθνικός ήρωας της Ρωσίας επειδή έφερε την Ουκρανία στην "αιώνια ένωση" όλων των Ρωσιών. Ως εκ τούτου, ήταν πολύ σεβαστός στην Αυτοκρατορική Ρωσία. Ο ρόλος του παρουσιάστηκε ως υπόδειγμα για όλους τους Ουκρανούς, ώστε να προσβλέπουν σε στενότερους δεσμούς με τη Μεγάλη Ρωσία, κι αυτή η άποψη εκφράστηκε σ' ένα μνημείο που εγκαταστάθηκε στο κέντρο του Κιέβου το 1888.

Η αρχική εκδοχή του μνημείου θεωρήθηκε υπερβολικά ξενοφοβική ακόμα και για τις ρωσικές αρχές, καθώς απεικόνιζε νικημένους έναν Πολωνό, έναν Εβραίο κι έναν Καθολικό ιερέα κάτω από τις οπλές του αλόγου. Στη θέση του εγκαταστάθηκε μία πιο μετριοπαθής εκδοχή, αν και η επιγραφή στο μνημείο γράφει: "Στον Μπογκντάν Χμελνίτσκι από τη μία και αδιαίρετη Ρωσία".

Η εικόνα του Χμελνίτσκι ως θετική προσωπικότητα στη ρωσική ιστορία αντικατοπτρίζεται επίσης στο Μνημείο της Χιλιετίας της Ρωσίας στο Νόβγκοροντ, όπου ο Χμελνίτσκι εμφανίζεται ως μία από τις εξέχουσες προσωπικότητες της Ρωσίας[11].

Η σοβιετική ιστοριογραφία ακολουθεί με πολλούς τρόπους τη θεωρία της αυτοκρατορικής Ρωσίας περί "επανένωσης", ενώ προσθέτει στην ιστορία και το στοιχείο της πάλης των τάξεων. Έτσι, ο Χμελνίτσκι όχι μόνο επαινέθηκε για την "επανένωση" της Ουκρανίας με τη Ρωσία αλλά και για την οργάνωση της πάλης των τάξεων των καταπιεσμένων Ουκρανών αγροτών ενάντια στους Πολωνούς εκμεταλλευτές.

Ο Χμελνίτσκι στην Εβραϊκή ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εβραϊκή ιστορία αξιολογεί εξαιρετικά αρνητικά τον Χμελνίτσκι, δεδομένου ότι ένας από τους στόχους του ήταν η εξάλειψη των Εβραίων από την Ουκρανία. Πράγματι, κατά το διάστημα 1648-1656, οι επαναστάτες του Χμελνίτσκι δολοφόνησαν πολλούς Εβραίους[12]. Λόγω της έλλειψης αξιόπιστων στοιχείων, δεν μπορεί να προσδιοριστεί ο ακριβής αριθμός των θυμάτων. Σύγχρονες πηγές εκτιμούν τον αριθμό αυτό γύρω στα 20.000 άτομα.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Συνήθως οι πολίτες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συνδέονται με την Τουρκία, αλλά η αυτοκρατορία περιλάμβανε πολύ μεγαλύτερο έδαφος με διάφορες εθνικές ομάδες, όπως Αρμένιους, Αλβανούς, Άραβες, Σλάβους και πολλούς άλλους λαούς που δεν έχουν σχέση με τουρκικά φύλα. Μεγάλες προσωπικότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως ο Σκεντέρμπεης και η σουλτάνα Χουρέμ, δεν ήταν Τούρκοι.
  2. V. A. Smoliy, V. S. Stepankov, Bohdan Khmelnytsky: Sotsialno-politychnyi portret σελ.51, Lebid, Κίεβο (1995)
  3. V. A. Smoliy, V. S. Stepankov, Bohdan Khmelnytsky: Sotsialno-politychnyi portret σελ.70, Lebid, Κίεβο (1995)
  4. V. A. Smoliy, V. S. Stepankov, Bohdan Khmelnytsky: Sotsialno-politychnyi portret σελ.91, Lebid, Κίεβο (1995)
  5. Mykhailo Hrushevsky, History of Ukraine-Rus, Bao. Ντονέτσκ (2003)
  6. V. A. Smoliy, V. S. Stepankov, Bohdan Khmelnytsky: Sotsialno-politychnyi portret σελ.203, Lebid, Κίεβο (1995)
  7. Encyclopedia of Ukraine: Khmelnytsky, Bohdan
  8. Orest Subtelny, Ukraine: A history σελ.133, University of Toronto Press (1994)
  9. Encyclopedia of Ukraine: Pereiaslav Treaty of 1654
  10. Welcome to Ukraine: Pereyaslav Khmelnytsky — a town of museums
  11. On-Line Novgorod: The Monument to the Millennium of Russia
  12. Jerome A. Chanes, Antisemitism: A Reference Handbook, σελ.56

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]