Τιμολέων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Τιμολέων ήταν Κορίνθιος στρατηγός και πολιτικός που έζησε τον 4ο αιώνα π.Χ.. Με ελάχιστες δυνάμεις εστάλη στη Σικελία σε μια προσπάθεια των εκεί Ελλήνων να απαλλαγούν από τυράννους και Καρχηδονίους. Σε λίγα χρόνια είχε επιτύχει και τους δύο στόχους, παλινόρθωσε τα δημοκρατικά καθεστώτα στις σικελικές πόλεις και αποτραβήχτηκε από τα κοινά. Όλα αυτά κέρδισαν την εκτίμηση και τον σεβασμό των κατοίκων της Σικελίας (Ελλήνων και «βαρβάρων») που εξέφρασαν τα συναισθήματά τους προς τον Τιμολέοντα ακόμα και μετά τον θάνατό του.

Ο βίος του Τιμολέοντα στην Κόρινθο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τιμολέων καταγόταν από αριστοκρατική γενιά της Κορίνθου. Γονείς του ήταν ο Τιμόδημος και η Δημαρίστη και αδερφός του ο Τιμοφάνης. Έχαιρε μεγάλης εκτίμησης και σεβασμού από τους συμπολίτες του εξαιτίας των ψυχικών αρετών που τον διέκριναν. Συνετός, ήπιος στον χαρακτήρα, είχε αποδείξει τη γενναιότητά του όταν κατά τη διάρκεια μιας μάχης έσωσε τον αδερφό του, ριψοκινδυνεύοντας ο ίδιος. Επίσης, αν και αριστοκρατικής καταγωγής, διαπνεόταν από δημοκρατικά ιδεώδη, κάτι που τον έκανε ακόμα πιο δημοφιλή.

Ο αδερφός του Τιμοφάνης, όμως, είχε διαφορετικές αντιλήψεις. Το 365 π.Χ. κατέλαβε την εξουσία στην Κόρινθο και για μικρό διάστημα κυβέρνησε τυραννικά. Στις παρακλήσεις και νουθεσίες του αδερφού του ο Τιμοφάνης δεν έδωσε σημασία κι έτσι ο Τιμολέων έλαβε μέρος σε συνωμοσία, που είχε ως αποτέλεσμα τον φόνο του τυράννου. Η Κόρινθος απαλλάχθηκε από την τυραννία και αρκετοί πολίτες θεωρούσαν τον Τιμολέοντα τυραννοκτόνο ενώ άλλοι, μεταξύ αυτών και η μητέρα του, αδελφοκτόνο. Υπό το βάρος των τύψεων ο Τιμολέων αποσύρθηκε από το δημόσιο βίο και ιδιώτευσε στην κορινθιακή ύπαιθρο.

Κορινθιακός στατήρας (345-307 π.Χ. περίπου). Η Κόρινθος ήταν σημαντική ναυτική και οικονομική δύναμη της μητροπολιτικής Ελλάδας με πολλές αποικίες στην δυτική κυρίως Μεσόγειο.

Την ίδια εποχή, στη Σικελία επικρατούσε μεγάλη αστάθεια και αναταραχή. Σε πολλές πόλεις είχαν επιβληθεί τυραννικά καθεστώτα, εμφύλιες συγκρούσεις ξεσπούσαν κάθε τόσο, ενώ οι Καρχηδόνιοι, εκμεταλλευόμενοι τις συνθήκες αυτές, προσπαθούσαν ακόμα μια φορά να επιβληθούν στον κεντρικό και ανατολικό τμήμα της νήσου. Το 345 π.Χ., Συρακούσιοι εξόριστοι κατέφυγαν στην Κόρινθο όπου ζήτησαν την βοήθεια της μητρόπολής τους[1] για την εκδίωξη του τυράννου Διονυσίου Β' από τις Συρακούσες και την αντιμετώπιση των Καρχηδονίων. Οι Κορίνθιοι ανταποκρίθηκαν στο αίτημά τους και αποφάσισαν να στείλουν στη Σικελία μισθοφορική δύναμη. Στην Εκκλησία του Δήμου προτάθηκε ως αρχηγός της δύναμης ο Τιμολέων που, παρόλο που η επιλογή του παραξένεψε τους Συρακουσίους λόγω της διοικητικής απειρίας του, ανέλαβε εν τέλει να φέρει εις πέρας την αποστολή. Με μια μικρή δύναμη δέκα τριήρεων και 700 μισθοφόρων έπλευσε προς Σικελία την άνοιξη του 344 π.Χ..

Η Εκστρατεία στην Σικελία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτες επιχειρήσεις και κατάληψη Συρακουσών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτος σταθμός του Τιμολέοντα στην Δύση ήταν το Ρήγιο της Κάτω Ιταλίας. Εκεί έτυχε θερμής υποδοχής, αλλά συναντήθηκε με έναν καρχηδονιακό στόλο που είχε αγκυροβολήσει στο λιμάνι της πόλης. Οι Καρχηδόνιοι απαίτησαν την επιστροφή της κορινθιακής δύναμης στην Ελλάδα. Ο Τιμολέων έδειξε ότι δέχεται, αλλά κατόπιν διαφεύγοντας της επιτήρησης του καρχηδονιακού στόλου κατέπλευσε προς το Ταυρομένιο της Σικελίας. Ο ηγέτης της πόλης, Ανδρόμαχος, τάχθηκε στο πλευρό του Τιμολέοντα παραχωρώντας την πόλη του ως ορμητήριο για τις επιχειρήσεις του τελευταίου.

Εν τω μεταξύ, ο τύραννος των Λεοντίνων Ικέτης συμμαχώντας με την Καρχηδόνα, είχε καταλάβει τις Συρακούσες και πολιορκούσε τον Διονύσιο Β' στην οχυρωμένη ακρόπολη της πόλης, Ορτυγία. Αν η ακρόπολη έπεφτε, ο Τιμολέων δεν θα είχε ελπίδες να καταλάβει τις Συρακούσες από τον Ικέτη, αλλά δεν μπορούσε να επέμβει εναντίον του τελευταίου με τον μικρό στρατό που διέθετε. Τότε έλαβε έκκληση από τους δημοκρατικούς του Αδράνου (πόλη των αυτοχθόνων Σικελών) να καταλάβει την πόλη τους. Αντίστοιχη έκκληση έλαβε και ο Ικέτης από τους ολιγαρχικούς και έσπευσε με ένα τμήμα του στρατού του (5000 άνδρες) στο Άδρανον. Ο στρατός του Τιμολέοντα αν και έφτασε καθυστερημένα, αιφνιδίασε τον υπέρτερο εχθρό του, το δε Άδρανον άνοιξε τις πύλες του και υποδέχτηκε τον Τιμολέοντα ως ελευθερωτή. Η σχεδόν αναίμακτη νίκη έκανε πολλούς να προστρέξουν στο πλευρό του νικητή. Ακόμα και ο Μάμερκος, τύραννος της Κατάνης, τάχθηκε προσωρινά με τον Τιμολέοντα. Ο Ικέτης, μετά από αυτό, οργάνωσε δολοφονική απόπειρα εναντίον του Κορίνθιου στρατηγού, η οποία απέτυχε την τελευταία στιγμή. Το γεγονός αυτό ερμηνεύθηκε ως εύνοια των θεών προς το πρόσωπο του Τιμολέοντα και αύξησε την φήμη του τελευταίου. Αμέσως μετά ο Τιμολέων πέτυχε να του παραχωρηθεί η Ορτυγία από τον Διονύσιο, με αντάλλαγμα την ασφαλή φυγή του τυράννου στην Κόρινθο. Πράγματι, ο Διονύσιος παρέδωσε την ακρόπολη των Συρακουσών μαζί με το τεράστιο οπλοστάσιό της (70.000 πανοπλίες) και 2000 μισθοφόρους και μετέβη στην Κόρινθο όπου έζησε το υπόλοιπο της ζωής του στην αφάνεια. Στην Ορτυγία εγκαταστάθηκαν 400 μισθοφόροι του Τιμολέοντα υπό τον Νέωνα, οι οποίοι ανεφοδιάζονταν τακτικά με πλοιάρια από την Κατάνη, όπου ο Τιμολέων είχε εγκαταστήσει το αρχηγείο του. Η θέση του τελευταίου ενισχύθηκε σημαντικά από αυτήν την εξέλιξη. Παράλληλα η Κόρινθος απέστειλε ενισχύσεις στη Σικελία (2000 άνδρες), ενθουσιασμένη από τις επιτυχίες του. Έτσι ο Τιμολέων ετοιμάστηκε να λύσει την πολιορκία της Ορτυγίας.

Ο Ικέτης όμως αποφάσισε να αντιδράσει πρώτος. Από κοινού με τον καρχηδονιακό στρατό (60.000 μισθοφόροι υπό τον Μάγωνα) εκστράτευσε εναντίον του αντιπάλου του ώστε να τον αντιμετωπίσει προτού να δυναμώσει επικίνδυνα. Όταν οι σύμμαχοι απομακρύνθηκαν αρκετά από τις Συρακούσες, ο Νέων επιχείρησε έξοδο και κατέλαβε ένα τμήμα της πόλης, αιφνιδιάζοντας τη φρουρά που είχε αφήσει ο Ικέτης. Ο τύραννος των Λεοντίνων γύρισε εσπευσμένα στις Συρακούσες αλλά δεν μπόρεσε να ανατρέψει την κατάσταση. Τότε ο Τιμολέων βάδισε προς συνάντησιν των αντιπάλων του, παρόλο που αριθμητικά ο στρατός του υστερούσε κατά πολύ από τον αντίστοιχο των τελευταίων. Ο καρχηδονιακός στρατός εκείνη ακριβώς την κρίσιμη στιγμή αποχώρησε από το μέτωπο, εξαιτίας της δυσπιστίας που αναπτύχθηκε μεταξύ των συμμάχων.[2] Ο Τιμολέων εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία αυτήν, επιτέθηκε στις Συρακούσες και κατατρόπωσε τον στρατό του Ικέτη, κερδίζοντας μια ακόμη σχεδόν αναίμακτη νίκη. Έτσι σε έναν μόλις χρόνο από την άφιξή του είχε πετύχει τον ένα στόχο.

Αναδιοργάνωση των Συρακουσών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη των Συρακουσών όμως είχαν ερημώσει εξαιτίας των συνεχών εμφύλιων συγκρούσεων. Ήδη από το 354 π.Χ. ο πληθυσμός της δεν υπερέβαινε τις 10.000, σύμφωνα με τον Πλάτωνα. Εκλήθησαν, λοιπόν, άποικοι από διάφορα μέρη του ελληνικού κόσμου, καθώς και όλοι οι Συρακούσιοι πρόσφυγες και εξόριστοι. Μαζεύτηκαν συνολικά 60.000 άνδρες και ένας μεγάλος (άγνωστος) αριθμός γυναικοπαίδων. Δημοπρατήθηκαν τα δημόσια αγάλματα για να ενισχυθεί το άδειο θησαυροφυλάκιο και ανακατανεμήθηκε η γη ανάμεσα σε παλιούς και νέους κατοίκους. Σε μια συμβολική (αλλά και πρακτική) κίνηση κατεδαφίστηκε το οχυρό της Ορτυγίας, που πολλές φορές κατά το παρελθόν είχε καταστεί καταφύγιο και εχέγγυο των επίδοξων τυράννων, και με τα υλικά του χτίστηκε το δικαστήριο. Επίσης ο Τιμολέων κάλεσε από την Κόρινθο του νομομαθείς Κέφαλο και Διονύσιο για να συντάξουν το νέο δημοκρατικό σύνταγμα και να οργανώσουν το πολίτευμα της πόλης.

Νέα Εκστρατεία των Καρχηδονίων – Μάχη του Κρίμησου ποταμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Μάχη του Κρίμησου

Το καλοκαίρι του επόμενου έτους (342 π.Χ.) ο Τιμολέων εκστράτευσε κατά των τυράννων Ικέτη και Λεπιτίνη (ο τελευταίος ήλεγχε κάποιες πόλεις της Βόρειας Σικελίας). Απέτυχε να εκπορθήσει τους Λεοντίνους, αλλά εξουδετέρωσε τον Λεπιτίνη, ο οποίος δέχτηκε να παραδοθεί με τον όρο να έχει την τύχη του Διονυσίου των Συρακουσών, όπως και έγινε. Παράλληλα ένα τμήμα 1000 επίλεκτων ανδρών εστάλη στην καρχηδονιακή επικράτεια όπου επικεντρώθηκε στη λεηλασία της περιοχής.

Η Σικελία το 380 π.Χ. Στα χρόνια του Τιμολέοντα οι Καρχηδόνιοι είχαν προωθηθεί αρκετά προς τα ανατολικά, καταλαμβάνοντας και καταστρέφοντας σημαντικές ελληνικές πόλεις. Με την συνθήκη του 338 π.Χ., η καρχηδονιακή κυριαρχία περιορίστηκε ξανά στο βορειοδυτικό άκρο. Στον χάρτη φαίνεται και ο ποταμός Κρίμησος, αν και η ακριβής τοποθεσία της μάχης δεν είναι γνωστή.

Στο διάστημα αυτό, η Καρχηδόνα δεν έμεινε άπραγη. Μάλιστα από τις ετοιμασίες στις οποίες προέβη συμπεραίνουμε ότι σκόπευε να δώσει οριστική «λύση» στη διαμάχη με τους Έλληνες της Σικελίας. Οι σύγχρονοι ιστορικοί αναφέρουν 200 τριήρεις και πολύ περισσότερα βοηθητικά και μεταγωγικά πλοία, πολιορκητικές μηχανές, 10.000 ίππους για το ιππικό και τα πολεμικά άρματα και 70.000 πεζούς, μεταξύ αυτών και τον Ιερό Λόχο που αποτελείτο από 2500 βαρέως οπλισμένους Καρχηδονίους αριστοκράτες. Η δύναμη αυτή αποβιβάστηκε στο Λιλύβαιο της δυτικής (καρχηδονιακής) Σικελίας. Μπρος στον μεγάλο αυτό κίνδυνο ο Τιμολέων διέκοψε τις επιχειρήσεις εναντίον των τυράννων (τους οποίους ανάγκασε να συμμαχήσουν μαζί του) και αναζήτησε ενισχύσεις από τις Συρακούσες και τις άλλες πόλεις που είχε ελευθερώσει. Το μέγεθος όμως του αφρικανικού στρατού έκανε πολλούς Έλληνες να λιποψυχήσουν. Έτσι, εναντίον της καρχηδονιακής στρατιάς ο Τιμολέων βάδισε με περίπου 10.000 άνδρες.[3] Κατά τη διάρκεια της πορείας, οι μισθοφόροι του στασίασαν και με μεγάλη δυσκολία κατόρθωσε ο Κορίνθιος στρατηγός να κατευνάσει τα πνεύματα. Ωστόσο, 1000 μισθοφόροι αποχώρησαν με πρόσχημα την μη καταβολή των μισθών τους. Οι Καρχηδόνιοι εν τω μεταξύ, είχαν προωθηθεί και στρατοπεδεύσει στην δυτική όχθη του Κρίμησου ποταμού, κοντά στον Σελινούντα. Ο Τιμολέων έσπευσε να συναντήσει τους εχθρούς του πριν διαβούν τον ποταμό, ώστε το φυσικό αυτό εμπόδιο να εξουδετερώσει το μεγάλο αριθμητικό μειονέκτημα του στρατού του.

Η μάχη που ακολούθησε (αρχές καλοκαιριού του 341 π.Χ.) ήταν η μεγαλύτερη σύγκρουση μεταξύ Καρχηδονίων και Ελλήνων μετά την μάχη της Ιμέρας. Ο δυσκίνητος και πολυεθνικός στρατός της φοινικικής μεγαλούπολης, στην προσπάθειά του να διασχίσει το ποτάμι, συνετρίβη. Την πανωλεθρία ολοκλήρωσε μια καλοκαιρινή καταιγίδα με καταρρακτώδη βροχή και χαλάζι, που ξέσπασε ξαφνικά, χτυπώντας τους «βαρβάρους» κατά πρόσωπο ενώ τους Έλληνες στην πλάτη. Οι απώλειες του καρχηδονιακού στρατεύματος ήταν βαριές: 10.000 νεκροί, μεταξύ αυτών και το σύνολο σχεδόν του Ιερού Λόχου, πάρα πολλοί ακόμη πνίγηκαν στον φουσκωμένο Κρίμησο και 15.000 αιχμαλωτίστηκαν. Τα λάφυρα, επίσης ήταν ανεκτίμητης αξίας, από τη στιγμή, μάλιστα που κατελήφθη και το στρατόπεδο των Καρχηδονίων. Μεγάλο μέρος των λαφύρων στάλθηκε ως αναθήματα σε ναούς της Σικελίας και της Ελλάδας, ενώ τα ωραιότερα κόσμησαν τους ναούς της Κορίνθου, ώστε σε μια εποχή που η μητροπολιτική Ελλάδα σπαρασσόταν ξανά από σφοδρές εμφύλιες διενέξεις, μόνον η Κόρινθος να καυχιέται ότι φέρει αναθήματα-τρόπαια από μάχες εναντίον βαρβάρων.

Τελευταίοι Αγώνες κατά τυράννων και Καρχηδονίων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χωρίς ισχυρό στόλο, ο Τιμολέων δεν μπορούσε να δώσει το τελειωτικό χτύπημα στους Καρχηδονίους. Επιπλέον, οι τύραννοι Μάμερκος και Ικέτης σύνηψαν συμμαχία με τους Καρχηδονίους γιατί μετά την ήττα των τελευταίων στον Κριμησό, θεωρούσαν τον Τιμολέοντα πολύ πιο επικίνδυνο. Ο Κορίνθιος ηγέτης επέστρεψε στις Συρακούσες και εκστράτευσε κατά της Καμαρίνας (κατά της Καλαύριας κατά τον Πλούταρχο). Εν τω μεταξύ στον συνασπισμό Καρχηδονίων – τυράννων προσχώρησε και ο Ίππων που ήλεγχε τη Μεσσήνη όταν ο αφρικανικός στόλος εμφανίστηκε στο λιμάνι της πόλης. Οι σύμμαχοι ακολούθως εξολόθρευσαν ένα απόσπασμα 400 μισθοφόρων που ο Τιμολέων έστειλε εσπευσμένα εναντίον τους. Με την επιτυχία αυτή, οι εχθροί του Τιμολέοντα αναθάρρησαν. Ο Ικέτης επέδραμε και λεηλάτησε τη χώρα των Συρακουσών, εκμεταλευόμενος την απουσία του Τιμολέοντα. Στη συνέχεια εκστράτευσε εναντίον του τελευταίου με μεγάλες δυνάμεις αλλά ηττήθηκε κατά κράτος κοντά στον ποταμό Δαμυρία. Τελικά, μετά από καταδίωξη, συνελήφθη στους Λεοντίνους όπου κατάφυγε μετά τη μάχη και θανατώθηκε μαζί με τον γιο του, Ευπόλεμο. Αμέσως μετά ο Τιμολέων εκστράτευσε κατά του Μάμερκου και των Καρχηδονίων συμμάχων του και τους συνέτριψε στις όχθες του ποταμού Αβόλου.

Ερείπια του ναού του Ηρακλή στον Ακράγαντα. Πόλεις της δυτικής Σικελίας, όπως ο Ακράγας και η Γέλα, είχαν ερημωθεί από τους Καρχηδονίους. Ο Τιμολέων τις ανασύστασε κατά το πρότυπο των Συρακουσών.

Η τελευταία αυτή συντριπτική ήττα έπεισε τους Καρχηδονίους για το μάταιο των επίμονων αγώνων τους στη Σικελία. Το οικονομικό βάρος του αγώνα είχε γίνει δυσβάστακτο και χωρίς κάποιο αντίκρισμα, ο δε φόρος αίματος που είχαν πληρώσει οι πολίτες της φοινικικής πόλης (ιδίως κατά τη μάχη του Κριμησού) ήταν τεράστιος. Ζήτησαν λοιπόν, τη σύναψη ειρήνης με ευνοϊκούς προς τους Έλληνες όρους και αποχώρησαν από το μέτωπο. Σύμφωνα με την συνθήκη (338 π.Χ.), τα όρια μεταξύ καρχηδονιακής και ελληνικής επικράτειας επανήλθαν στον ποταμό Άλυκο, οι Έλληνες που διαβιούσαν στην καρχηδονιακή Σικελία ήταν ελεύθεροι να μετοικήσουν στην ελληνική περιοχή αν το επιθυμούσαν[4] και οι Καρχηδόνιοι ανέλαβαν την υποχρέωση να μην ξαναυποστηρίξουν τυραννικά καθεστώτα.

Η αποχώρηση των Καρχηδονίων από το θέατρο του πολέμου ήταν καταλυτική για την εξέλιξη των επιχειρήσεων. Χωρίς εξωτερικούς συμμάχους, οι τύραννοι έγιναν φυγάδες μέσα στις ίδιες τις πατρίδες τους. Ο Μάμερκος κατάφυγε στην Μεσσήνη στον Ίππωνα, αφού στην Κατάνη οι στρατιώτες του στασίασαν και έπειτα παρέδοσαν την πόλη στον Τιμολέοντα. Η καταδίωξη του τυράννου συνεχίστηκε και η Μεσσήνη πολιορκήθηκε από ξηράς και θαλάσσης. Οι Μεσσήνιοι όμως συνέλαβαν τον Ίππωνα και τον υπέβαλαν σε ατιμωτικό θάνατο, ενώ παρέδωσαν τον Μάμερκο στον Τιμολέοντα. Ο τύραννος της Κατάνης οδηγήθηκε στις Συρακούσες όπου με τη σειρά του, θανατώθηκε ατιμωτικά, κατόπιν δίκης. Μέχρι το τέλος του έτους απαλλάχθηκαν και οι τελευταίες μικρές πόλεις από τους τυράννους τους.

Γηρατειά και Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά από αυτά τα σχεδόν μυθιστορηματικά έξι χρόνια ο Τιμολέων προτίμησε, όπως και στην Κόρινθο, να μην αναμειχθεί στην πολιτική. Οι Συρακούσιοι εις ένδειξη ευγνωμοσύνης παραχώρησαν στον ελευθερωτή της Σικελίας ένα αγρόκτημα όπου αυτός αποσύρθηκε με την οικογένειά του που έφερε από την Κόρινθο. Εκεί έζησε ήρεμα τα τελευταία του χρόνια και σπάνια επισκεπτόταν τις Συρακούσες. Οι Συρακούσιοι, πάντως, επιζητούσαν τις συμβουλές του Τιμολέοντα και τον καλούσαν στην πόλη όποτε ανάκυπτε κάποιο σοβαρό ζήτημα. Στη περίπτωση αυτή ακολουθούσαν σχεδόν πάντοτε τη γνώμη του τυφλού, πλέον, Κορινθίου. Η εκτίμηση των Σικελιωτών Ελλήνων αλλά και των ιθαγενών Σικελών προς το πρόσωπο του Τιμολέοντα συνεχίστηκε και μετά τον θάνατό του, που ήρθε λίγα χρόνια αργότερα. Πλήθη από όλη τη Σικελία κατέφθασαν για να παρευρεθούν στην κηδεία του η οποία έγινε με μεγάλες τιμές, ενώ το όνομά του δόθηκε σε πολλά δημόσια κτίρια των Συρακουσών. Τα επιτεύγματα του Τιμολέοντα συνοψίζονται από τον Πλούταρχο ως εξής: «Τὰς μὲν οὖν τυραννίδας ὁ Τιμολέων τοῦτον τὸν τρόπον ἐξέκοψε καὶ τοὺς πολέμους ἔλυσε· τὴν δ' ὅλην νῆσον, ἐξηγριωμένην ὑπὸ κακῶν καὶ διαμεμισημένην ὑπὸ τῶν οἰκητόρων παραλαβών, οὕτως ἐξημέρωσε καὶ ποθεινὴν ἐποίησε πᾶσιν, ὥστε πλεῖν οἰκήσοντας ἑτέρους ὅθεν οἱ πολῖται πρότερον ἀπεδίδρασκον.» [5]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Η Κόρινθος ως ναυτική πόλη, είχε ιδρύσει πολλές αποικίες κυρίως στη Δύση με σημαντικότερες τις Συρακούσες, την Κέρκυρα, την Απολλωνία κ.ά.
  2. Σύμφωνα με άλλη άποψη, ο Μάγων συμμετείχε στο κίνημα του στρατηγού Άννωνα και στο λόγο αυτό οφείλεται η ξαφνική επιστροφή του στην Αφρική. Πάντως, δεν είχε ανάλογη εντολή από την Καρχηδόνα και η απόφαση αυτή υπήρξε δική του.
  3. 12.000 κατά τον Διόδωρο τον Σικελιώτη, 6000 κατά τον Πλούταρχο.
  4. Με τον τρόπο αυτό ο Τιμολέων ήλπιζε να αναζωογονήσει τις πάλαι ακμάζουσες πόλεις Ακράγαντα και Γέλα που είχαν δηωθεί από τους Καρχηδονίους. Τελικά, κατά το πρότυπο των Συρακουσών, κατέφθασαν άποικοι και από τον ελλαδικό χώρο και οι πόλεις αυτές εξελίχθησαν πάλι σε πολυάνθρωπες κοινότητες.
  5. Πλουτάρχου, Βίοι Παράλληλοι-Τιμολέων 35,1-2

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους", Τόμος Γ'2 (Κλασσικοί Χρόνοι), Εκδοτική Αθηνών
  • Πλουτάρχου, Βίοι Παράλληλοι - Τιμολέων
  • Νίκου Κ. Κυριαζή, Τιμολέων ο Τυραννομάχος, περιοδικό Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ 200, Φεβρουάριος 1985
  • Λυκούργου Αρεταίου, Δίων-Τιμολέων, οι σωτήρες των Συρακουσών, περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία, τχ 80, Απρίλιος 2003

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]