Ικέτιδες (Ευριπίδη)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Θησέας και η μητέρα του Αίθρα που απευθύνει παράκληση στη Δήμητρα για τις ικέτισσες του Άργους (1-41).

Οι «Ἱκέτιδες» (Οικέτιδες εκ του οίκου υπηρέτριες) είναι τραγωδία που έγραψε ο Ευριπίδης και διδάχτηκε (παίχτηκε) το 422 π.Χ. με διαφορετική υπόθεση από την ομώνυμη τραγωδία του Αισχύλου που γράφτηκε προγενέστερα το 461 π.Χ. Ερμηνεύτηκε από τους σύγχρονους μελητητές της εποχής μας τόσο ως ύμνος στην αθηναϊκή ανθρωπιά όσο και ως μαρτυρία μιας νέας, ορθολογιστικής θέσπισης κανόνων, που άλλοτε βασίζονταν αποκλειστικά στη θρησκευτική παράδοση.

Πίνακας περιεχομένων

Σύνοψη [Επεξεργασία]

«Και τον πόλεμο που λες δεν τον αρχίζω εγώ ούτε μαζί τους ήρθα στην Καδμεία·
μόνο τους νεκρούς ζητώ να θάψω.
Ούτε την πόλη σας βλάπτω
ούτε σε σκοτωμούς σας προσκαλώ να παραβγούμε.
Μόνο το πανελλήνιο νόμο υπερασπίζουμε. Τι άνομο λέω;
[1]

Το 424 π.Χ., δύο χρόνια πριν τη δημιουργία των Ικέτιδων, οι Θηβαίοι -σύμμαχοι της Σπάρτης- νίκησαν τους Αθηναίους στο Δήλιο και δεν άφηναν για μέρες και μέρες να πάρουν και να θάψουν τους νεκρούς τους. Το έργο αποτελεί εγκώμιο των Αθηναίων και στιγματισμό των Θηβαίων που δεν επέτρεψαν τη ταφή των επτά στρατηγών που φονεύθηκαν εκεί. Παρά ταύτα οι μητέρες των πεσόντων στρατηγών με τη συνδρομή του Βασιλιά Αδράστου του Άργους και με τη Βοήθεια του Θησέα κατορθώνουν να παραλάβουν και να μεταφέρουν τους νεκρούς στην Ελευσίνα όπου και τους έκαψαν. Ο μεν Άδραστος ορκίζεται αιώνια φιλία του Άργους προς την Αθήνα, η δε Ευάδνη, Βασίλισσα των Μυκηνών μέσα σε μια δραματική σκηνή ρίπτεται στη πυρά του καιγόμενου συζύγου της Καπανέα.[2]

Θεματολογία [Επεξεργασία]

Το έργο αποτελείται από 1.240 στίχους, που περιγράφουν την εξής υπόθεση: Μετά τον θάνατο των Αργείων, οι οποίοι έπεσαν μπροστά στις πύλες της Θήβας κατά την εκστρατεία του Πολυνείκη, γιου του Οιδίποδα, και του πεθερού του, βασιλιά του Άργους, Άδραστου, οι μητέρες των σκοτωμένων αγωνιστών κάθονται ως ικέτιδες στο βωμό της Δήμητρας στην Ελευσίνα, μαζί με τον Αργείο βασιλιά. Διεκδικούν με αυτό τον τρόπο την ταφή των παιδιών τους με τη βοήθεια του Θησέα. Αυτός, έπειτα από πολλούς διασταγμούς, πείθεται από τις ικεσίες τους και αποφασίζει να στείλει κήρυκα στη Θήβα, για να ζητήσει από τον βασιλιά Κρέοντα να τους επιτρέψει την ταφή των νεκρών στ. 380-394.

Η αποστολή αυτή ματαιώνεται από την άφιξη ενός Θηβαίου κήρυκα. Αυτός αναγγέλλει την απαίτηση του Κρέοντα να διωχθεί ο Άδραστος από την πόλη της Αθήνας πριν από τη δύση του ήλιου, απειλώντας μάλιστα με πόλεμο τους Αθηναίους σε περίπτωση παράβασης της διαταγής του στ. 395-403.

Ο Θησέας, αγανακτισμένος, δηλώνει ότι αποχωρεί με σκοπό να εκστρατεύσει ο ίδιος ενάντια στους Θηβαϊους, προκειμένου να του αποδοθούν για ταφή οι νεκροί Αργείοι. Ενώ οι μητέρες ικέτιδες θρηνούν και επικαλούνται τη βοήθεια του Δία για τη νικηφόρα έκβαση της συμπλοκής, αγγελιαφόρος από το πεδίο της μάχης κάνει γνωστή τη νίκη του αθηναϊκού στρατού, ο οποίος θα είχε καταλάβει και την ίδια την πόλη της Θήβας, αν ο Θησέας δεν επεδείκνυε αυτοσυγκράτηση. Ο Αθηναίος ήρωας θάβει τους νεκρούς κοντά στον Κιθαιρώνα και φέρνει μαζί του μόνο τους σορούς των επτά στρατηγών, για να τους αποδοθούν ιδιαίτερες τιμές από τους συγγενείς τους. Αυτοί τους καίνε σε μεγάλη πυρά και ο Θησέας προσφέρει την υδρία με τη στάχτη τους στον Άδραστο και στις Αργείες μητέρες· νωρίτερα, ο βασιλιάς του Άργους ορκίζεται με εντολή της Αθηνάς ότι δεν θα πολεμήσει ποτέ ενάντια στος Αθηναίους, αλλά αντίθετα θα συμμαχήσει μαζί τους.

Βιβλιογραφία [Επεξεργασία]

  • Ευριπίδης, Ικέτιδες, εκδ. ΚΟΑΝ, μτφ. Μιχαήλ Μαρμαρινός
  • Ευριπίδης, Ικέτιδες, εκδ. Κάκτος
  • Ευριπίδης, Ικέτιδες, εκδ. Επικαιρότητα, 1993 ISBN 960-205-247-3

Παραστασιογραφία [Επεξεργασία]

Οι Ικέτιδες είναι από τις τραγωδίες εκείνες που παίζονται ελάχιστα με δυο παραστάσεις στο Εθνικό Θέατρο «Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου» (1966) και Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος σε μετάφραση Τάσου Ρούσσου (1985). Ωστόσο πρέπει να επισημανθεί το ανέβασμα του «σχετικού μονολόγου» της τραγωδίας από το Δραματικό Σύλλογο «Ευριπίδης» την Κυριακή 30 Μαϊου 1926 στον ιερό χώρο της Ελευσίνας.[3]

Παραπομπές-Σημειώσεις [Επεξεργασία]

  1. (Λόγος Θησέα) στιχ. 523-527
  2. Σύμφωνα με τη Βιβλιοθήκη Απολλοδώρου, όταν έκαιγαν τη σορό του Καπανέως, έπεσε και η Ευάδνη στη νεκρική πυρά και κάηκε μαζί του, πράξη που την ανύψωσε σε σύμβολο συζυγικής αφοσιώσεως.
  3. Ιωάννης Σιδέρης, Το αρχαίο θέατρο στη Νέα Ελληνική Σκηνή (1817- 1932), εκδ. Ίκαρος, 1976 σελ. 314-315