Διόνυσος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Βάκχος)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο θεός Διόνυσος. Γλυπτό του 2ου αιώνα.

Ο Διόνυσος, επίσης Διώνυσος, γιος του θεού Δία, ανήκει στις ελάσσονες πλην όμως σημαντικές θεότητες του αρχαιοελληνικού πανθέου, καθώς η λατρεία του επηρέασε σημαντικά τα θρησκευτικά δρώμενα της ελλαδικής επικράτειας. Παρόλο που δεν είναι ολύμπιος θεός και ο Όμηρος δείχνει να τον αγνοεί[1], ήδη από τον 6ο π.Χ. αι., αναπαρίσταται μαζί με τους Ολυμπίους, αν και εμφανίζεται σχετικά απόμακρος[2]. Ενίοτε απεικονίζεται να κάθεται δεξιά του πατρός του στα ολύμπια δώματα. Ο Διόνυσος ως μυθολογική οντότητα «δεν είναι μήτε παιδί ούτε άντρας, αλλά αιώνιος έφηβος, καταλαμβάνοντας μια θέση ανάμεσα στα δύο»[3]. Με αυτή τη μορφή, αντιπροσωπεύει «το πνεύμα της ενέργειας και της μεταμορφωτικής δύναμης του παιχνιδιού»[4] γεμάτο πονηριά, εξαπάτηση και στρατηγικές που υποδεικνύουν είτε τη θεϊκή σοφία ή το αρχέτυπο του Κατεργάρη, παρόν σε όλες σχεδόν τις μυθολογίες του κόσμου.

Στην ελληνική μυθολογία, ο Διόνυσος γεννιέται από τον μηρό του πατέρα του, στη νήσο Ικαρία, και παραδίδεται σε δώδεκα νύμφες ή υδάτινα πνεύματα, τις Υάδες, οι οποίες γίνονται τροφοί του θεϊκού παιδιού. Αργότερα, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης την υπηρεσία τους, οι Υάδες εξυψώθηκαν στο ουράνιο στερέωμα όπου λάμπουν ως αστερισμός των Υάδων. Είναι Πυριγενής, και Λιμναίος, φέροντας εγγενώς την ποιότητα της 'λίμνης ή του έλους'. Ο Διόνυσος είναι επίσης Διθύραμβος, δηλαδή διγενής, γεννημένος πρώτα από τη φωτιά και κατόπιν από το νερό, ακολουθώντας την παράδοση ανάλογων αρχέγονων θεοτήτων[5].

Ο Διόνυσος, επίσης, συνδέεται με τη γονιμότητα, μέσω του εκπληρωμένου έρωτα και το επίγραμμα του Ανακρέοντα στον θεό αρχίζει με τις λέξεις «Ω Κύριε, που σύντροφοί σου στο παιχνίδι είναι ο ισχυρός Έρως, οι μαυρομάτες νύμφες και η Αφροδίτη!»[6].

Γέννηση και περιπλανήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γιος του Δία και της Σεμέλης κόρης του Κάδμου ο Διόνυσος διασώζεται από τις φλόγες που έζωσαν το παλάτι του πατέρα της -μετά από την εμφάνιση του Δία σε όλο του το μεγαλείο- χάρη στην παρέμβαση της Γης, που άφησε τον κισσό να τυλίξει τους κίονες του ανακτόρου και να διασώσει το θείο βρέφος. Ο Δίας τοποθέτησε το βρέφος στον μηρό του εν αγνοία της Ήρας και το έβγαλε στο φως την κατάλληλη στιγμή, όταν ολοκληρώθηκε η κύησή του. Εξαιτίας του γεγονότος ότι γεννήθηκε ανάμεσα στα αστροπελέκια του Δία και την πυρκαγιά του ανακτόρου, ο Διόνυσος έφερε την επωνυμία πυριγενής και εξαιτίας του γεγονότος ότι συνέχισε την κύησή του στον μηρό του πατέρα του μηρορραφής, διμήτωρ και δισσότοκος[7].

Ο θεός περιπλανάται στην Αίγυπτο και τη Συρία, τρελός από το μίσος της Ήρας. Θεραπεύεται από τη Ρέα στη Φρυγία. Η Ρέα, επίσης, είναι εκείνη που τον διδάσκει την τελετουργική λατρεία και ορίζει το ένδυμα του θεού και των Μαινάδων ακολούθων του[8]. Η ακολουθία του θεού συμπληρώνεται με τους Σατύρους και τους Σειληνούς. Θεός εκπολιτιστής ο Διόνυσος συνέχισε την περιπλάνησή του, διδάσκοντας ανά τον κόσμο τις ιδιαίτερες τελετές του και την καλλιέργεια της αμπέλου. Αλλού έγινε δεκτός ως θεός, αλλού ως τυχοδιώκτης άνθρωπος, γεγονός που προκάλεσε σύμφωνα με τον μύθο και ανάλογες αντιδράσεις εκ μέρους του, ευνοώντας τους φίλους και τιμωρώντας τους εχθρούς, όπως φαίνεται στο παράδειγμα του Προίτου, βασιλέα της Τίρυνθας, των τριών θυγατέρων του βασιλέα Μινύα στον Ορχομενό ή τις κόρες του αττικού δήμου των Ελευθερών.

Θεός του δράματος και του παιχνιδιού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αρχαία Ελλάδα αυτή η στενή σχέση μεταξύ δράματος και μυθολογίας συνοψιζόταν στο προσωπείο, τη μάσκα που συμβόλιζε τον ίδιο τον Διόνυσο και μια διαδικασία ταυτόχρονα μέσω της οποίας οι συμμέτοχοι αντιλαμβάνονταν μια αναλαμπή των άγριων παράδοξων που συσχετίζονταν σε μύθους και θεσπίζονταν ως ιεροτελεστίες ή μυστηριακά δρώμενα. Τέτοιες μυστηριακές παραδόσεις ήταν κοινός τόπος στον αρχαίο κόσμο και μερικές είναι γνωστό ότι διήρκεσαν επί χιλιάδες έτη. Ο Γνωστικός χριστιανισμός είναι ένα σχετικά πρόσφατο παράδειγμα των μυητικών μυστηρίων και ακόμη και σήμερα οι ανατολικοί ορθόδοξοι και ρωμαιοκαθολικοί ναοί διατηρούν συγκεκριμένα τελετουργικά στοιχεία, συνεχίζοντας τη γραμμή παράδοσης των μυστηριακών θρησκειών με δρώμενα όπως η μετουσίωση του σώματος και του αίματος του Χριστού.

Για τους αρχαίους Έλληνες το προσωπείο ή persona ήταν ένα σύμβολο της ενότητας στη δυαδικότητα. Εκείνος που τη φορούσε ήταν ταυτόχρονα ο ίδιος και κάποιος άλλος, ή γινόταν προσωρινά η persona (που στα Ελληνικά σημαίνει ηχώ μέσω, δηλαδή μιλώ μέσω της μάσκας), ένας από τους χαρακτήρες του δράματος (dramatis personae). Το προσωπείο 'κρατούσε ενωμένες' τις δύο ταυτότητες[9] και φυσικά έπαιζε το ρόλο της πύλης ανάμεσα σε διαφορετικά βασίλεια ή κόσμους εμπειρίας. Τούτη η μετάβαση στην επικίνδυνη, σκιώδη σφαίρα του κάτω κόσμου, του χάους και του θανάτου είναι βασικό θέμα στη διονυσιακή λατρεία. Όπως παρατηρεί ο Godwin, είναι χαρακτηριστικό των θεών που κατεβαίνουν στον κάτω κόσμο για να λυτρώσουν τις περιπλανώμενες ψυχές[10].

Ο Διόνυσος, επίσης, συνδέεται πολύ με τον εκπληρωμένο έρωτα και το επίγραμμα του Ανακρέοντα στον θεό αρχίζει με τις λέξεις «Ω Κύριε, που σύντροφοί σου στο παιχνίδι είναι ο ισχυρός Έρως, οι μαυρομάτες νύμφες και η Αφροδίτη!»[11].

Διονυσιακή λατρεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πληροφορίες που προσλαμβάνουμε από την Γραμμική Β΄ μας οδηγούν στην υπόθεση πως ο Διόνυσος ως αρχαία θεότητα ήταν ήδη γνωστός στον 12ο αιώνα Π.Κ.Ε. Η λατρεία του σχετίζεται με τους εορτασμούς της βλάστησης, της ιερής τρέλας που προκαλεί η πόση του οίνου και της γονιμότητας. Κοινό στοιχείο στις λατρευτικές πρακτικές του είναι το στοιχείο της έκστασης, ενίοτε της οργιαστικής φρενίτιδας, που απελευθερώνει από τις φροντίδες της καθημερινότητας, προσδίδοντάς του την προσωνυμία Λύσιος[12].

Πέραν του γεγονότος λοιπόν ότι το όνομά του συνδέθηκε με μία από τις αρτιότερες μορφές του ελληνικού λόγου, το δράμα, προς τιμήν του διοργανώνονταν μεγαλοπρεπείς γιορτές, όπως τα Κατ' αγρούς Διονύσια, τα Λήναια, τα Ανθεστήρια και τα Μεγάλα Διονύσια.

Τρεις είναι οι κύριες μορφές, με τις οποίες εμφανίζεται ο Διόνυσος στη λατρεία του. Με έμβλημα τον φαλλό, το δένδρο -εξ ου και η προσωνυμία δενδρίτης- ή τον ταύρο είναι θεός της γονιμότητας και προστάτης των καλλιεργειών, κυρίως της αμπέλου. Στη δεύτερη μορφή του είναι ο ενθουσιαστικός Διόνυσος, με εμβλήματα τον θύρσο και τη δάδα, όπως επίσης την ακολουθία, των Μαινάδων, των Βακχών, των Θυιάδων, των Ληνών και των Βασσαριδών, όπως τις μετέφερε η μυθολογική αφήγηση. Στην τρίτη και αρχαιότερη μορφή του είναι οντότητα του Κάτω Κόσμου και φέρει την προσωνυμία Ζαγρεύς (ο μέγας κυνηγός). Είναι γιος του καταχθόνιου Δία και της Περσεφόνης. Σε αυτή την τρίτη μορφή οι Ορφικοί τον ενσωμάτωσαν ως κυριότερη θεότητά τους, ερχόμενοι σε αντίθεση με τους διονυσιαστές, τους οπαδούς του ενθουσιαστικού Διονύσου[13]

Με τον Διόνυσο θεό των δένδρων και των φυτών πραγματοποιείται η επιστροφή στο «ζωώδες πάθος» της φύσης, μακριά από τους περιορισμούς και τις αποκρυσταλλώσεις που επιβάλλει ο εξορθολογισμός[14], κάτι που διακρίνεται άμεσα στις Βάκχες του Ευριπίδη. Με την προσωνυμία βρόμιος λατρεύτηκε κυρίως ως θεός γεννημένος από το δημητριακό βρόμος και το οινοπνευματώδες ποτό που παράγεται, χωρίς να είμαστε σίγουροι ποιο ακριβώς είναι αυτό το δημητριακό (βρώμη;)[15].

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές - σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Παρόλο που η πρώτη φιλολογική μαρτυρία για τον Διόνυσο προέρχεται από τον Όμηρο, η μοναδικότητα του αποσπάσματος οδηγεί τους φιλόλογους στην υποψία ότι είναι μεταγενέστερη πρόσθεση τοπικής προέλευσης. Βλ. Ιλιάδα Ζ' 129.
  2. Βερολίνο, Cat. 1704 Mon. d. Inst. τομ. ix DI. LV. Β. Χέλμπιχ (W. Helbig), 1873. Αναφέρεται στο Harrisson J. E. 2003, Προλεγόμενα στη μελέτη της ελληνικής θρησκείας: Ο θεός Διόνυσος, Ιάμβλιχος, Αθήνα, 141, σημ. 2
  3. Segal, Charles, 1982, 12.
  4. Segal, Charles, 1982, 343.
  5. Ο Alain Danielou επισύρει την προσοχή μας σε μια σημαντική σύγκριση του Διόνυσου με τον αντίστοιχο θεό Μουρούκαν του ινδουϊστικού πάνθεου παραθέτοντας τα εξής: ο «Μουρούκαν, ο γεννημένος στον καλαμιώνα, αναθρεμμένος από τις νύμφες, ονομάζεται αλλού Διόνυσος». Βλ. επίσης Danielou, Alain, 1982, 27.
  6. Otto, Walter F. 1965, 33.
  7. Κακριδής Ι. Θ. 1986, 200.
  8. Κακριδής Ι. Θ. 1986, 202.
  9. Otto, Walter F. 1965, 201
  10. Godwin, Joscelyn 1981, 26-28.
  11. Otto, Walter F. 1965, 33
  12. Κακριδής Ι. Θ. 1986, 204.
  13. Παπαχατζής N. 1989, 133.
  14. Harrisson J. E. 2003, 129.
  15. Από διασωθέν επίγραμμα του Ιουλιανού προς τον Διόνυσο πιθανώς πρόκειται για το κριθάρι. Βλ. «Εις οίνον από κριθής» Antol. Pal. ix, 386

Ο Διόνυσος πρωτοαναφέρεται σε μυκηναϊκή πινακίδα, γραμμικής B' γραφής ως Divonuso.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Danielou, Alain, 1982, Shiva and Dionysus, trans. K.F. Hurry, Inner Traditions International, New York.
  • Godwin, Joscelyn, 1981, Mystery Religions in the Ancient World, Thames and Hudson, London.
  • Harrisson J. E. 2003, Προλεγόμενα στη μελέτη της ελληνικής θρησκείας: Ο θεός Διόνυσος, (μτφρ. Ε. Παπαδοπούλου), Ιάμβλιχος, Αθήνα.
  • Κακριδής Ι. Θ. (επιμ.) 1986, Ελληνική μυθολογία, τομ. Β', Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα.
  • Otto, Walter F., 1965, Dionysus: Myth and Cult, trans. Robert Palmer, Indiana University Press, Bloomington and London.
  • Παπαχατζής N. 1989, «Διόνυσος» στο Παγκόσμια Μυθολογία, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα.
  • Segal, Charles 1982, Dionysiac Poetics and Euripides' Bacchae, Princeton University Press, Princeton.

Στάθης Βαλλάς ΜΙΝΩΜΥΚΗΝΑΙΚΟΣ ΔΙΟΝΥΣΟΣ Εκδ.ΛΙΒΑΝΗ 1993

Προτεινόμενη βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γιάγκος Ανδρεάδης, Ο Διόνυσος: Ιστορία της λατρείας του Βάκχου, Τα Ιστορικά, τομ.3, τ/χ.5 (Ιούνιος 1986),σελ.183-195

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα