Γνωστικισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μέρος της σειράς λημμάτων
Γνωστικισμός
Simple crossed circle.svg

Περσικός Γνωστικισμός
Μανδαϊσμός
Μανιχαϊσμός

Συροαιγυπτιακός γνωστικισμός
Σηθιανοί
Βαλεντιανισμός
Βασιλιδιανοί

Πατέρες του χριστιανικού γνωστικισμού
Σίμων ο Μάγος
Κήρινθος
Μαρκίων
Βαλεντίνος

Πρώιμος Γνωστικισμός
Οφίτες
Καϊνίτες
Καρποκρατιανοί
Βορβορίτες

Μεσαιωνικός Γνωστικισμός
Παυλικιανισμός
Βογόμιλοι
Καθαροί

Σύγχρονος γνωστικισμός

Γνωστικά κείμενα
Βιβλιοθήκη Ναγκ Χαμαντί
Γνωστικά Ευαγγέλια
Codex Tchacos

Σχετικά λήμματα
Πυθαγορισμός
Νεοπλατωνισμός
Εύα (Γνωστικισμός)

Με τον όρο γνωστικισμός εννοείται ένα προχριστιανικής καταγωγής φιλοσοφικό και θρησκευτικό κίνημα, δείγμα του σύντονου συγκρητισμού της ρωμαϊκής εποχής ο οποίος είχε τις ρίζες του στα μεσογειακά ήθη της ελληνιστικής περιόδου. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε επίσης για να περιγράψει διάφορες θρησκευτικές ομάδες των πρώτων τεσσάρων μεταχριστιανικών αιώνων. Ο γνωστικισμός αποτελούσε ένα σωτηριολογικό θρησκευτικό σύστημα, βασισμένο στην ημιδιαισθητική μυστικιστική έννοια της Γνώσης, το οποίο στις περισσότερες περιπτώσεις αποδεχόταν ως λυτρωτική θεότητα τον χριστιανικό Ιησού Χριστό, προσδίδοντάς του όμως διαφορετικές ιδιότητες απ' ότι ο χριστιανισμός. Οι γνωστικοί, διεσπαρμένοι σε διάφορες αυτόνομες κοινότητες και χωρίς κεντρικό συντονισμό ή συγκεντρωτικό ιερατείο, ουσιαστικά εκριζώθηκαν ως τον πέμπτο αιώνα από την επίσημη χριστιανική Εκκλησία και τον ρωμαϊκό Στρατό (αν και γνωστικά συστήματα επέζησαν μέχρι και τα τέλη του Μεσαίωνα[1]), καθώς η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είχε θεσπίσει πλέον ως κρατική και μόνη αποδεκτή θρησκεία τον χριστιανισμό. Εξίσου σημαντικός λόγος για την εξάλειψή τους απέβη η συστηματική περιφρόνηση του φυσικού κόσμου, με την ιδιαίτερη μετάθεση του βάρους της διδασκαλίας τους προς την αρχή και δημιουργία του Σύμπαντος, καθώς και ο συνήθως αυστηρός ασκητικός βίος που δίδασκαν, συνοδευόμενος από περιφρόνηση του σώματος.[2] Η έρευνα για τον γνωστικισμό βρίσκεται σε μεγάλη άνοδο μετά την ανακάλυψη της γνωστικής βιβλιοθήκης του Ναγκ Χαμαντί και την εύρεση του γνωστικού Ευαγγελίου του Ιούδα.[3]

Ο γνωστικισμός εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια μίας ιστορικής περιόδου με μεγάλη έξαρση του θρησκευτικού αισθήματος και των μυστικιστικών πρακτικών στον ρωμαϊκό κόσμο, από τον πρώτο αιώνα π. Χ. ως τον τέταρτο αιώνα. Παράλληλα με την ανάδυσή του στην ανατολική Μεσόγειο γνώρισαν άνθιση οι μυστηριακές λατρείες, ο ερμητισμός, ο μιθραϊσμός, ο νεοπλατωνισμός κλπ, ενώ αναπτύχθηκε και τελικά εδραιώθηκε ο χριστιανισμός. Ο γνωστικισμός περιελάμβανε στοιχεία ελληνικά, ιρανικά, ιουδαϊστικά και χριστιανικά. Η διερεύνηση της πρώιμης μορφής του γνωστικισμού έγινε από τους εχθρούς του, τους πρώτους διαμορφωτές του επίσημου ("ορθόδοξου") χριστιανικού δόγματος της εποχής όπως ο Κλήμης, ο Ωριγένης και ο Ειρηναίος. Οι συγκεκριμένοι καταδίκασαν αυτό που οι ίδιοι αποκάλεσαν «γνωστική αίρεση» και η πολεμική τους εναντίον του γνωστικισμού αποτέλεσε την πρωταρχική τους ώθηση για τη συγγραφή των θεολογικών συγγραμμάτων τους. Η γνωστική θρησκεία, αναγνωρίζοντας ότι ούτε ο Σίμων ούτε η Ελένη, αλλά ίσως ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ να είναι ο ταπεινωμένος θεϊκός Μεσσίας έθετε σε κίνδυνο τον χριστιανισμό εν τη γενέσει του με εντελώς διαφορετικό τρόπο απ' ότι ο ιουδαϊσμός ο οποίος, παρά τα δικά του γνωστικίζοντα ρεύματα, δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει κανενός είδους παραχωρήσεις.Στο έργο Οι Γνωστικοί: Το όνειρο της αυτολύτρωσης του ανθρώπου, Micha Brumlik, Εκδόσεις Νήσος, σελ. 53</ref> Ο Γνωστικισμός και ο Χριστιανισμός είτε αναπτύχθηκαν παράλληλα, βασισμένοι σε κοινές πηγές, είτε ο γνωστικισμός προηγήθηκε με κάποια πρώιμη μορφή του.[4]

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αποκαλούμενος γνωστικός σταυρός, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε από αρκετές γνωστικές σέκτες, ιδιαίτερα τους Καθαρούς.

Η λέξη γνωστικισμός προέρχεται από την ελληνική λέξη γνώσις, και αναφέρεται στην αντίληψη ότι υπάρχει μια ιδιαίτερη εσωτερική γνώση, ένα κλειδί στην υπερβατική κατανόηση που μόνον ορισμένοι κατέχουν. Η απόκρυφη φύση της γνωστικής διδασκαλίας και το γεγονός ότι τα περισσότερα στοιχεία μας για αυτήν έρχονται παραδοσιακά από τις επιθέσεις των ορθόδοξων χριστιανών συγγραφέων, δυσκολεύουν την προσπάθειά μας να είμαστε ακριβείς για το περιεχόμενο των πρώιμων γνωστικών συστημάτων, ιδιαίτερα για τα προχριστιανικά. Ο Ειρηναίος στο Κατά των Αιρέσεων περιέγραψε αρκετές διαφορετικές σχολές του γνωστικισμού του δευτέρου αιώνα, αντιπαραθέτοντας -ενίοτε με σαρκαστικό τρόπο- τις διαφορές τους με τον χριστιανισμό. Ωστόσο, η ανακάλυψη της βιβλιοθήκης του Ναγκ Χαμαντί στην Αίγυπτο το 1945 βοήθησε τους ερευνητές να μελετήσουν τα κείμενά του από πρώτο χέρι.

Η λέξη "γνωστικισμός" εμφανίζεται σε αρκετές σύγχρονες σέκτες, στις οποίες μόνον οι μυημένοι έχουν πρόσβαση στις μυστικές του διδασκαλίες. Έτσι και ο αρχαίος γνωστικισμός διέθετε στάδια μύησης με την ανώτερη βαθμίδα ("πνευματικοί γνωστικοί") να οδηγεί στην ατομική λύτρωση, αλλά κατά τ' άλλα πολύ λίγο ομοιάζει με τις σύγχρονες γνωστικές δοξασίες. Πολλά στοιχεία του γνωστικισμού είναι προχριστιανικά και είναι γενικά αποδεκτό σήμερα ότι ο χριστιανισμός και τα κανονικά του κείμενα δεν είναι πρότερα του γνωστικού κινήματος αλλά αναπτύχθηκαν παράλληλα, χρησιμοποιώντας ενίοτε τις ίδιες πηγές. Αρκετοί σύγχρονοι ερευνητές είναι πεπεισμένοι ότι το Κατά Θωμάν Ευαγγέλιο χρησιμοποιείτο από τους γνωστικούς του πρώτου αιώνα. Κάποια γνωστικά κείμενα δεν περιέχουν καμία αναφορά στον Ιησού ή άλλες χριστιανικές μορφές.

Πολλές γνωστικές σέκτες ήταν χριστιανικές ομάδες που αγκάλιασαν τις μυστηριακές αντιλήψεις περί της αληθινής φύσης του Ιησού, αυτές που βρίσκονταν πέρα από το πλαίσιο της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης. Για παράδειγμα οι γνωστικοί δίδασκαν τον δοκητισμό, την πίστη δηλαδή ότι ο Ιησούς Χριστός δεν είχε φυσικό σώμα, ότι η φυσική του υπόσταση ήταν μια απάτη και συνεπώς η σταύρωσή του δεν ήταν υλική. Αυτές οι θεωρήσεις βασίζονταν στην υποτιμητική αντίληψη για τη σάρκα που έτρεφαν οι γνωστικοί και την άποψη ότι ένας θεός ποτέ δεν θα φυλακιζόταν στην "ποταπή" ύλη. Ο χριστιανικός γνωστικισμός αποπειράθηκε να λύσει ορισμένα από τα μεγάλα προβλήματα τα οποία κληροδότησε η υιοθέτηση της ελληνιστικής μεταφυσικής από τον χριστιανισμό.[5]

Δοξασίες και πρακτικές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με βάση τα διαθέσιμα γνωστικά κείμενα και τις αναφορές των εχθρών του γνωστικισμού —των εκκλησιαστικών Πατέρων που εναντιώνονταν στους γνωστικούς— οι βασικές γνωστικές δοξασίες μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:

  1. Ο Κόσμος. Οι περισσότεροι γνωστικοί διαχώριζαν την «ύλη», η οποία ήταν κακή και απόλυτα απομακρυσμένη από τον Θεό, και το «πνεύμα», το οποίο θεωρούνταν αγαθό και προσκείμενο στο θείο. Ο φυσικός κόσμος, ως υλική επικράτεια, θεωρούνταν κακός.
  2. Η θεϊκή επικράτεια. Ο αληθινός και αγαθός Θεός δεν δημιούργησε, κατά συνέπεια, αυτόν τον κόσμο. Σύμφωνα με τους μύθους[6] που αφηγούνταν οι γνωστικοί, στο απώτατο παρελθόν ο αληθινός Θεός απέκτησε θεϊκούς απογόνους (οι οποίοι αποκαλούνταν «Αιώνες»), διαδοχικές εκπορεύσεις του στο πλαίσιο μίας μεταφυσικής ιεραρχίας οι οποίες κατά ζεύγη, παρήγαγαν δικούς τους απογόνους. Μία καταστροφή έλαβε χώρα στη θεϊκή επικράτεια όταν ένας κατώτατος Αιώνας (συχνά ονομάζεται «Σοφία») ξέπεσε και αποχωρίστηκε από τους υπολοίπους, ενώ ταυτόχρονα απέκτησε έναν δικό του θεϊκό απόγονο. Αυτός ο απόγονος, όντας γεννημένος έξω από τη θεϊκή επικράτεια, ήταν Κακός (ή "πλανημένος", κατ' άλλες παραδόσεις) και σε συνεργασία με τους δικούς του θεϊκούς απογόνους (οι οποίοι τότε ήρθαν σε ύπαρξη), τους "Άρχοντες", δημιούργησε τον υλικό κόσμο, το κατώτατο στην ιεραρχία μεταφυσικό επίπεδο, ως τόπο φυλάκισης για την έκπτωτη Σοφία. Με αυτό τον τρόπο έγινε γνωστός ως ο «Δημιουργός».
  3. Άνθρωποι. Ο Αιώνας Σοφία που είχε εκπέσει από τη θεϊκή επικράτεια αιχμαλωτίστηκε και φυλακίστηκε στον δικό μας υλικό κόσμο μέσα σε σώματα ανθρώπων. Έτσι οι άνθρωποι, έχοντας τη θεϊκή σπίθα μέσα τους, επιθυμούν διακαώς να διαφύγουν από αυτόν τον κόσμο και να αγγίξουν τα ανώτερα μεταφυσικά επίπεδα, να βυθιστούν στον ίδιο τον Θεό. Δεν είναι απλώς ζωντανά πλάσματα, όπως τα υπόλοιπα ζώα, προορισμένα να πεθαίνουν και να παύσουν να υπάρχουν.
  4. Σωτηρία. Η θεϊκή σπίθα μέσα στους ανθρώπους είναι δυνατόν να διαφύγει μόνο μέσω της απόκτησης γνώσης όσον αφορά το μέρος από όπου προήλθε, πώς βρέθηκε εκεί και πώς μπορεί να επιστρέψει εκεί. Η απελευθέρωση από αυτόν τον υλικό κόσμο, με άλλα λόγια, μπορεί να επέλθει μόνο μέσω απελευθερωτικής, μυστικιστικής Γνώσης.
  5. Ο Θεϊκός Λυτρωτής. Αυτή η Γνώση, όμως, δεν μπορεί να αποκτηθεί με μέσα αυτού του κόσμου καθώς ο κόσμος είναι κακός · πρέπει συνεπώς να προέλθει από εξωτερική πηγή. Σε χριστιανικούς τύπους γνωστικισμού (καθώς υπήρχαν και μορφές που δεν εμφανίζουν δεσμούς με τον χριστιανισμό), ο Ιησούς Χριστός είναι εκείνος που φέρει αυτή τη γνώση και έρχεται από ψηλά για να τη μεταδώσει ως απαραίτητη για την ατομική πνευματική σωτηρία. Εφόσον, όμως, δεν είναι πράγματι δυνατό να ανήκει σε αυτόν τον κόσμο, ο Χριστός δεν γεννήθηκε στην πραγματικότητα στη Γη. Κάποιοι γνωστικοί είχαν την άποψη ότι ο Ιησούς φαινόταν μόνο ως άνθρωπος ενώ στην πραγματικότητα το σώμα του ήταν φάντασμα, σάρκινο μόνο στην εμφάνιση ("δοκητισμός"). Άλλοι ισχυρίζονταν ότι ο Χριστός ήταν θεϊκός Αιώνας ο οποίος για λίγο ενσαρκώθηκε στο πραγματικό σάρκινο σώμα του Ιησού, ξεκινώντας από τη βάπτισή του και φτάνοντας λίγο πριν το σταυρικό τέλος της ζωής του, οπότε και τον εγκατέλειψε. Στη συνέχεια, τον ανέστησε από τους νεκρούς και κατέλαβε το σώμα του και πάλι, έτσι ώστε να μπορεί να μεταδίδει τη μυστική του Γνώση μετά την ανάστασή του. Και οι δύο αυτές απόψεις βασίζονται στη μυθολογική / συμβολική ερμηνεία της χριστιανικής Βίβλου, εκλαμβάνοντάς την ως μυητική αλληγορία και όχι ως κυριολεκτική ιστορική καταγραφή.
  6. Η Εκκλησία. Πολλοί γνωστικοί είχαν την άποψη ότι οι χριστιανοί που είχαν πίστη στον Χριστό ως κυριολεκτικό ιστορικό πρόσωπο και διήγαγαν ενάρετο βίο θα μπορούσαν να αποκτήσουν κάποιο ίχνος σωτηρίας μετά τον θάνατό τους. Η πραγματική, όμως, και ένδοξη μεταθανάτια ζωή πρόκειται να αποκτηθεί μόνον από τους γνωστικούς, από εκείνους που αναζητούν τη θεϊκή σπίθα μέσα τους και φτάνουν ως το σημείο να αποκτήσουν την πλήρη Γνώση των μυστικών της σωτηρίας. Αυτοί ήταν οι εκλεκτοί "πνευματικοί".
  7. Ηθική. Ως κανόνα, οι γνωστικοί φαίνεται πως πίστευαν ότι εφόσον το ανθρώπινο σώμα είναι υλικό και κακό θα έπρεπε να το μεταχειρίζονται με αυστηρότητα, έτσι ώστε να πετύχουν την απελευθέρωση του πνεύματος από το σώμα αλλά και την απαλλαγή από το σαρκικό φρόνημα. Επομένως οι γνωστικοί αυτοί προωθούσαν έναν ιδιαιτέρως ασκητικό τρόπο ζωής.

Ορισμένοι γνωστικοί, από κοινού με νεοπλατωνικούς φιλοσόφους όπως ο Πλωτίνος, θεωρούσαν την ύλη βδελυρή προκειμένου να απεικονίσουν με ενάργεια την εξαιρετική της απόσταση από την μοναδική πηγή του σύμπαντος, το υπέρτατο Καλό. Η ύλη δεν είναι κακή per se, αλλά μόνον γιατί είναι απομακρυσμένη, ως αντίθετη, από την πηγή της μονάδας, τον Θεό.

Θα ήταν ορθότερο να χαρακτηρίσουμε τη σχέση των γνωστικών με την ύλη ως αμφιταλαντευόμενη. Οι απόψεις τους ήταν μια προσπάθεια να ερμηνεύσουν και να ξεκαθαρίσουν τη σχέση του θείου με το ατελές Σύμπαν και να δημιουργήσουν ένα πλαίσιο αναφοράς που θα ερμήνευε το αίσθημα αποξένωσης του ατόμου μέσα σε ένα τέτοιο Σύμπαν, φτιαγμένο φαινομενικά για την ευδαιμονία των ανώτερων κοινωνικών τάξεων και, κατ' αυτούς, κυβερνούμενου από το Κακό.

Οι περισσότεροι γνωστικοί ασκούσαν την αγαμία και τον ασκητισμό, θεωρώντας ότι οι ηδονές της σάρκας συνδέονταν με το Κακό. Ωστόσο, ορισμένοι ασκούσαν επίσης ένα είδος λιμπερτινισμού (ελευθεριασμού), αν και ο όρος είναι νεόδμητος στην ιστορία της φιλοσοφίας, θεωρώντας ότι αφού το σώμα είναι κακό χρειάζεται κανείς να το διαφθείρει, ή αφού το σώμα είναι κακό δεν έχει σημασία τι κάνει ο άνθρωπος μέσω αυτού. Οι αντιλήψεις τους αυτές οδήγησαν σε μεγαλύτερη ακόμη καχυποψία από τους χριστιανούς και έγινε γενική επίκριση ακόμα και σε ομάδες που δεν ακολουθούσαν τη συγκεκριμένη πρακτική. Για παράδειγμα, παρουσιάζεται η μαρτυρία του Επιφανίου και άλλων εκκλησιαστικών συγγραφέων ότι οι γνωστικοί συμμετείχαν σε σεξουαλικά όργια με χαρακτήρα λατρευτικών ακολουθιών.

Θεολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δημιουργία του γνωστικού μεταφυσικού συστήματος σήμερα χαρακτηρίζεται ως πολύπλοκη, με επιρροές από τον νεοπυθαγορισμό, τον ζωροαστρισμό και τον στωικισμό. Ο γνωστικισμός δίδασκε γενικά ότι η Γη κυβερνιόταν από έναν κατώτερο θεό, τον Ιαλδαβαώθ, τον Δημιουργό του Πλάτωνα. Ο Δημιουργός βρισκόταν επικεφαλής των Αρχόντων, κυβερνητών του φυσικού κόσμου. Τα ανθρώπινα σώματα, αν και περιέχουν το κακό στην ύλη τους, περιείχαν επίσης και έναν θείο σπινθήρα ή πνεύμα που προερχόταν από την Πηγή, ή το Τίποτα, τη θεϊκή πηγή εκπόρευσης όλων των πραγμάτων. Η Γνώσις είναι εκείνη που σύμφωνα με τις αντιλήψεις των γνωστικών βοηθά τον θείο σπινθήρα να επιστρέψει στην πηγή από την οποία προήλθε.

Πολλοί γνωστικοί (ιδιαίτερα οι οπαδοί του Βαλεντίνιου ή Βαλεντίνου) δίδασκαν πως υπήρχε ο Ένας, ο αρχικός, άγνωστος Θεός (Βυθός, η Μονάδα, ο πρώτος Αιών). Ως προς τη φύση του θεωρούνταν υπερβατικός, άρρητος και άγνωστος. Από αυτόν τον Έναν εκπορεύθηκαν άλλοι Αιώνες, ζεύγη των κατώτερων υπάρξεων κατ' ακολουθίαν (ο Βαλεντίνιος αναφέρει 30 τέτοια ζεύγη). Όλοι μαζί οι Αιώνες σχημάτιζαν το Πλήρωμα ή πληρότητα του Θεού. Το κατώτατο από αυτά τα ζεύγη ήταν η Σοφία και ο Χριστός.

Στον βαλεντίνειο μύθο της δημιουργίας, η Σοφία αναζητούσε τον άγνωστο Έναν. Σε μία αφήγηση είδε ένα μακρινό φως, το οποίο όμως ήταν αντανάκλαση και έτσι οδηγήθηκε ακόμα μακρύτερα από το Πλήρωμα. Ο φόβος της Σοφία να μη χάσει τη ζωή της, όπως έχασε το φως του Ενός, της προκάλεσε σύγχυση και την επιθυμία να επιστρέψει. Εξαιτίας αυτών των επιθυμιών ήλθαν σε ύπαρξη η ύλη και η ψυχή μέσω των τεσσάρων κλασικών στοιχείων φωτιά, νερό, γη και αέρας. Η δημιουργία του λεοντόμορφου Δημιουργού κατά τη διάρκεια της εξορίας ήταν επίσης λανθασμένη σύμφωνα με ορισμένες γνωστικές πηγές, ως αποτέλεσμα της προσπάθειας της Σοφίας να εκπορευθεί αφ' εαυτής, χωρίς το αρσενικό της αντίστοιχο. Ο Δημιουργός προχώρησε στη δημιουργία του φυσικού κόσμου, στον οποίον ζούμε, αγνοώντας την ύπαρξη της Σοφίας, η οποία εντούτοις κατόρθωσε να ενσταλάξει τον σπινθήρα της στην πλάση του Δημιουργού. Αυτός ο σπινθήρας είναι το πνεύμα.

Κατόπιν τούτου ο σωτήρας Χριστός επέστρεψε και της επέτρεψε να δει ξανά το φως παρέχοντάς της τη γνώση του πνευματικού φωτός. Ο Χριστός στάλθηκε στη Γη με τη μορφή ενός ανθρώπου, του Ιησού, για να δώσει στους ανθρώπους τη Γνώση που χρειάζονται για να λυτρωθούν από τον φυσικό κόσμο και να επιστρέψει το πνεύμα τους στο Πλήρωμα.

Οι τρεις αισθήσεις που βίωσε η Σοφία δημιουργούν τρεις τύπους ανθρώπων:

  • Τους υλικούς (δεμένους με την ύλη, την πηγή του Κακού)
  • Τους ψυχικούς (δεμένους με την ψυχή και εν μέρει λυτρωμένους από το Κακό)
  • Τους πνευματικούς, (που μπορούν να επιστρέψουν στο Πλήρωμα εάν επιτύχουν τη Γνώση και κατορθώσουν να δουν το φως). Οι γνωστικοί δημιούργησαν το δικό τους σωτηριολογικό περιεχόμενο στις απόψεις τους θεωρώντας εαυτούς μέλη της τελευταίας ομάδας.

Οι γνωστικοί ταύτιζαν τον Δημιουργό με τον Ιεχωβά, τον Θεό της Παλαιάς Διαθήκης. Απέρριπταν την τελευταία και τον ιουδαϊσμό, ενώ συχνά τιμούσαν εκείνους που απορρίπτονταν από τον Θεό της Παλαιάς Διαθήκης. Ορισμένοι γνωστικοί φέρεται ότι θεωρούσαν πως ο κατώτερος Δημιουργός ταυτιζόταν με τον Σατάν. Όπως είναι φυσικό μια τέτοια πίστη συνεισέφερε τα μέγιστα στην καχυποψία με την οποία τους αντιμετώπιζαν οι χριστιανοί, για τους οποίους ο αγαθός και μοναδικός Θεός ήταν ταυτόχρονα και ο Δημιουργός και ο Ιεχωβά.

Άλλες γνωστικές ομάδες αντιμετώπιζαν τον Όφι στον Κήπο της Εδέμ ως ηρωική μορφή, γιατί επιθυμούσε να βοηθήσει την Ανθρωπότητα να απελευθερωθεί από τις αλυσίδες του Ιαλδαβαώθ. Μετά την άφιξη του Δημιουργού για να κυβερνήσει τον φυσικό κόσμο, η Σοφία στέλνει ένα μήνυμα μέσω του Όφεως. Παρέχει τη Γνώση στους ανθρώπους με αυτόν τον τρόπο, γεγονός που προκαλεί την οργή του Δημιουργού ο οποίος πιστεύει ότι είναι ο μόνος δημιουργός του Σύμπαντος και ο αποκλειστικός κυβερνήτης του. Το "πρωταρχικό αμάρτημα" στο εννοιολογικό πλαίσιο του γνωστικισμού δεν είναι αμάρτημα αλλά ένας "πρωταρχικός διαφωτισμός". Στα γνωστικά κείμενα, επίσης, αναφέρεται ότι ο Σηθ, ο τρίτος γιος του Αδάμ γνώρισε τις γνωστικές διδασκαλίες από τον πατέρα του και τη μητέρα του και ότι η Γνώση διατηρήθηκε έτσι σε όλη τη δημιουργία. Οι γνωστικοί αντιλαμβάνονταν την Παλαιά Διαθήκη ως μύθο, και συνεπώς τη θεωρούσαν υποκείμενη σε πολλαπλές ερμηνείες.

Γνωστικές ομάδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γνωστικές ομάδες διαιρούνται συχνά στην ανατολική ή περσική σχολή και τη συροαιγυπτιακή σχολή. Η συροαιγυπτιακή σχολή είναι η πρώτη που εμφανίστηκε ιστορικά κατά τον πρώτο αιώνα π.Χ. και άκμασε ως τα τέλη του δευτέρου αιώνα μ.Χ. Ακολούθησε μία υποχώρηση του γνωστικισμού στην ανατολική Μεσόγειο [7] προς όφελος άλλων θρησκευτικών κινημάτων, ώσπου κατά τα τέλη του τρίτου αιώνα εμφανίστηκε με νέα ορμή η περσική σχολή (μανδαϊσμός και μανιχαϊσμός). Αυτή εμφάνιζε έναν καθοριστικό διαχωρισμό ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, το Καλό και το Κακό, ως αποτέλεσμα των επιδράσεων του ζωροαστρικού δυαρχικού δυϊσμού, ενώ αντιθέτως η συροαιγυπτιακή σχολή, η συνδεόμενη συνήθως με τον χριστιανικό γνωστικισμό, ήταν περισσότερο πλατωνική ως προς τον χαρακτήρα της. Η ομάδα των οφιτών φαίνεται πως είχε δεχθεί επιδράσεις και από τις δύο σχολές. Περί τα μέσα του Μεσαίωνα έλαβαν χώρα διαδοχικές αναγεννήσεις του γνωστικισμού στη χριστιανική Ευρώπη (παυλικιανοί, βογόμιλοι, Καθαροί) οι οποίες χτυπήθηκαν συντονισμένα από κοσμικές και εκκλησιαστικές Αρχές.

  • Συροαιγύπτιοι γνωστικοί
  • Πέρσες γνωστικοί
    • Μανδαϊσμός, που υφίσταται ακόμη και σήμερα, αλλά δεν έχει χριστιανικό χαρακτήρα.
    • Μανιχαϊσμός, πλήρης θρησκεία που έχει πλέον εκλείψει.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν δύο ιστορικές πηγές για τον γνωστικισμό:

Καμία από τις δύο πηγές δεν είναι αρκούντως ικανοποιητική. Οι επιθέσεις στον γνωστικισμό από τους ορθόδοξους χριστιανούς θεωρείται από πολλούς ότι πάσχει από προκατάληψη. Φαίνεται πως υπήρχαν πολύ περισσότερες γνωστικές γραφές, για τις οποίες οι ίδιοι θεολόγοι κάνουν αναφορά, αλλά δεν διασώθηκαν. Επίσης είναι πιθανό να μην περιγράφονται όλοι οι τύποι γνωστικισμού ώστε να αποκομίσει κανείς μια πλήρη ιδέα μόνο από τα γραπτά των χριστιανών συγγραφέων.

Το σίγουρο είναι ότι πρέπει να είχαν γραφεί πολλά γνωστικά κείμενα και έργα, αλλά μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα κανένα από αυτά δεν ήταν διαθέσιμο, εκτός από μεμονωμένες παραπομπές των χριστιανών συγγραφέων. Πολλοί λόγιοι του 19ου αιώνα έκαναν σημαντική προσπάθεια να συλλέξουν τις σκόρπιες αναφορές και να ανασυνθέσουν το γνωστικό υλικό. Από τότε έγιναν σημαντικές ανακαλύψεις χειρογράφων με κυριότερη εκείνη των κωδίκων του Ναγκ Χαμαντί. Παρόλο, όμως, που έχουμε στη διάθεσή μας μια αρκετά καλή συλλογή γνωστικών κειμένων, η ερμηνεία τους είναι συχνά δύσκολη, εξαιτίας της εσωτερικής και συμβολικής φύσης της γνωστικής διδασκαλίας. Επίσης, υπάρχει σημαντική δυσκολία αναγνώρισης του ποιες ομάδες ή διδάσκαλοι έγραψαν αυτά τα κείμενα. Η Βιβλιοθήκη του Ναγκ Χαμαντί, διαθέσιμη πλέον σε αγγλική μετάφραση, είναι αναμφίβολα η σημαντικότερη συλλογή κειμένων για την έρευνα του γνωστικισμού, εύκολα αναγνώσιμη, αν γνωρίζει κανείς τις βασικές αρχές του γνωστικισμού.

Όπως ό,τι αφορά τον γνωστικισμό, ο χαρακτηρισμός ενός κειμένου ως γνωστικού ή μη γνωστικού είναι πιθανώς θέμα συζήτησης, όμως οι περισσότεροι κώδικες του Ναγκ Χαμαντί θεωρούνται κατ' ουσίαν γνωστικοί, εκτός από το αντίγραφο του Πλάτωνα και το Κατά Θωμάν Ευαγγέλιο. Ακολουθούν τα σπουδαιότερα εναπομείναντα γνωστικά κείμενα:

Τελετουργίες του γνωστικισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Ακόμη και μετά την ανακάλυψη των κειμένων στο Ναγκ Χαμαντί οι πληροφορίες που έχουμε για τις τελετουργίες των γνωστικών είναι περιορισμένες. Μόνο περιστασιακά είμαστε σε θέση να αντιληφθούμε την ενδεχόμενη τελετή που μπορεί να υπονοεί κάποιο από τα κείμενα. Το πιο ενδιαφέρον κείμενο από αυτήν την άποψη είναι το "Κατά Φίλιππον" Ευαγγέλιο. Από την εποχή της δημοσίευσής του οι μελετητές εντυπωσιάστηκαν από τις πολυάριθμες αναφορές του σε τελετές και τις περίπλοκες ερμηνείες που δίνει όσον αφορά το νόημα και τον στόχο τους. Οι ειδικοί δεν έχουν ακόμη συμφωνήσει για τις λεπτομέρειες του τελετουργικού συστήματος που κρύβεται από πίσω, αφού το κείμενο αναφέρεται περισσότερο στο συμβολικό νόημα των τελετών και όχι τόσο στην πρακτική μορφή τους.

Οι γνωστικοί μοιράζονταν με τον πλατωνισμό την ιδέα ότι η σωτηρία του ατομικού πνεύματος, της "θείας σπίθας", συνίσταται στην απελευθέρωσή του από τον υλικό κόσμο και την άνοδό του στον τόπο καταγωγής του (το γνωστικό Πλήρωμα ή τον πλατωνικό χώρο των ιδεών). Πολλοί πλατωνιστές ως την εποχή του Πλωτίνου και του Πορφυρίου χρησιμοποιούσαν την ορολογία της μυστικής θέασης που συνδεόταν με τις μυστηριακές λατρείες για την περιγραφή της ανόδου του πνεύματος, αλλά δεν έχουμε ενδείξεις ότι είχαν αναπτύξει κάποια σχετική τελετουργία ως βοηθητικό μέσο για την επίτευξη αυτής της ανόδου. Μετά την εποχή του Πλωτίνου, εντούτοις, πολλοί νεοπλατωνιστές υιοθέτησαν έναν τύπο μυστικιστικής και μαγικής τελετουργίας που είναι γνωστός ως θεουργία. Ο θεουργός έρχονταν σε συμπαθητικό συντονισμό με τους θεϊκούς Λόγους που σχηματοποιούν τον φυσικό κόσμο. Θεϊκές δυνάμεις καλούνταν να εισέλθουν στον υλικό χώρο με σκοπό να αποκαλύψουν τη θεϊκή τους πηγή στο σώμα και σε άλλα υλικά αντικείμενα και να βοηθήσουν στη μεταφυσική άνοδο του πνεύματος του θεουργού, τόσο κατά τη διάρκεια της ζωής του όσο και κατά τη μεταθανάτια άνοδό του προς το θείο.

Σε αντίθεση με την ύστερη αυτή πρακτική, οι γνωστικές πηγές φαίνονται να υπονοούν μια σειρά τελετουργιών ως συμβολικών αναπαραστάσεων του πιο τυπικού νεοπυθαγόρειου και πλωτινικού στόχου της λύτρωσης του πνεύματος από τον φυσικό κόσμο στο σύνολό του. Οι τελετουργίες των γνωστικών, πολλές από τις οποίες τις μοιράζονταν με τους χριστιανούς, είναι το αποτέλεσμα της μεταφοράς στο συμβολικό επίπεδο απλών, καθημερινών πράξεων, όπως το πλύσιμο, η αλλαγή ρούχων κλπ. Η κύρια μέριμνα των γνωστικών φαίνεται ότι ήταν η υπέρβαση της αίσθησης αποξένωσης και απομόνωσης μέσω της επίτευξης ενός αισθήματος μεταμόρφωσης και ενσωμάτωσης σε ένα ευρύτερο Όλον. Σε σύγκριση με τους πλατωνιστές οι γνωστικοί χρησιμοποίησαν μια ευρύτερη κλίμακα τέτοιων απλών συμβολικών πράξεων, επειδή άντλησαν από πολλαπλά θρησκευτικά κινήματα, όπως ο ιουδαϊσμός, ο χριστιανισμός και τα Μυστήρια. Πολλοί γνωστικοί μπορεί να ήταν ήδη οπαδοί τέτοιων συστημάτων και απλώς να τους έδωσαν μια γνωστική χροιά.

Πολλές από τις τελετουργίες των γνωστικών φαίνεται πως στηρίζονται σε δύο βασικούς και αρχετυπικούς μύθους: πρώτον, στον μύθο της πτώσης του πνεύματος στον υλικό κόσμο, πτώση που έχει ως αποτέλεσμα να μη θυμάται πια την καταγωγή του και να χάσει την επαφή με το θείο κόσμο. Δεύτερον, στον μύθο του πρωταρχικού ανδρόγυνου, του απώτατου γεννήτορα όλης της Ανθρωπότητας, ο οποίος διαχωρίστηκε στα δύο (διασπώντας την αρχική εικόνα του Θεού) και έκτοτε δημιούργησε την ανάγκη της επανένωσης των φύλων. Αυτός ο μύθος ήταν εξαιρετικά διαδεδομένος και απαντά ήδη στο πλατωνικό Συμπόσιο (189D-191A) εκφρασμένος από τον Αριστοφάνη, ενώ οι ιουδαϊστές και οι χριστιανοί γνώριζαν από τη Γένεση ότι η Εύα προήλθε από τον Αδάμ. Οι δύο αυτοί μύθοι διαφαίνονται ιδιαίτερα στις γνωστικές τελετές του βαπτίσματος και του ιερού γάμου, οι οποίες έχουν ως στόχο την αναστροφή της πτώσης και της διάσπασης σε φύλα. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η επανόρθωση της αρχικής ενιαίας εικόνας του Θεού. Το βάπτισμα ως τελετή φαίνεται ότι γινόταν στις περισσότερες γνωστικές ομάδες μόνο μια φορά. Σήμανε την οριστική απάρνηση του παρελθόντος και την είσοδο σε μια νέα κατάσταση επανένωσης. Το βάπτισμα καθώς και μια άλλη βασική γνωστική τελετή, το χρίσμα, αποκαλούνται συχνά σφραγίδες, επειδή σημαδεύουν την αναγέννηση κάποιου και το γεγονός ότι ανήκει στον Θεό. Ενώ αυτές οι τελετές ήταν γενικά μοναδικές, ο ιερός δείπνος, η θεία ευχαριστία, φαίνεται ότι επαναλαμβανόταν.

Ο ιερός γάμος (ή "Μυστήριο του Νυμφώνος"), του οποίου η καταγωγή ανάγεται σε μια βιβλική μεταφορά, είχε ειδική γνωστική σημασία και εσχατολογικό περιεχόμενο (αποκατάσταση της διασπασμένης εικόνας του Θεού). Φαίνεται ότι μπορούσε να επαναληφθεί, ιδιαίτερα όταν είχε τη μορφή πραγματικής σεξουαλικής συνεύρεσης. Μια άλλη βασική τελετή ήταν η επανένδυση του ανθρώπου μετά την απογύμνωση στη διάρκεια του βαπτίσματος. Εδώ εννοείται συμβολικά η αποποίηση του υλικού σώματος και η ένδυση του φορέματος του φωτός που αποκαθιστά την εικόνα του Θεού. Πέρα από αυτές τις βασικές τελετές οι γνωστικοί είχαν στη διάθεσή τους και τελετουργικές μορφές λόγου: προσευχές, δοξολογίες, ύμνους και εκστατικές ρήσεις (π.χ. γλωσσολαλιά ή ξόρκια). Τέλος, σ’ αυτό το πλαίσιο μπορούν να αναφερθούν και πρακτικές τελετουργικής συμπεριφοράς που δεν σχετίζονται τόσο με συγκεκριμένες τελετές, αλλά στοχεύουν στο να ξεχωρίσουν έναν άνθρωπο ή μια κοινότητα από τον υπόλοιπο κόσμο. Πρόκειται κυρίως για τύπους εγκρατούς βίου, όπως νηστεία, παρθενία, ασκητισμός. Συνοψίζοντας, μπορεί κανείς να πει ότι ο στόχος των γνωστικών τελετουργιών ήταν η αποκατάσταση της πρωταρχικής ενότητας του ανθρώπου. Αυτή η διαδικασία μπορεί να εννοηθεί σε πιο βιβλική βάση ως η ένωση αρσενικού και θηλυκού στον πρωταρχικό ανδρόγυνο, είτε σε πιο πλατωνική βάση ως αποκατάσταση του πνεύματος στην αρχική του κατάσταση.

Προέλευση του γνωστικισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Η προέλευση του γνωστικισμού αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας μεταξύ των μελετητών από τις αρχές του εικοστού αιώνα: ορισμένοι θεωρούν ότι ο γνωστικισμός είναι πλήρως παγανιστικός ως προς την προέλευσή του και ότι στην εξελικτική του πορεία υιοθέτησε ένα χριστιανικό ένδυμα. Άλλοι ανιχνεύουν την προέλευσή του στον ιουδαϊσμό και άλλοι θεωρούν ότι προήλθε από τον ίδιο τον Ιησού και είναι ανάπτυξη της διδασκαλίας του, το ίδιο έγκυρη όσο και η χριστιανική. Φαίνεται πάντως σαφές ότι ο γνωστικισμός, τουλάχιστον σε κάποιες από τις θεολογικά αναπτυγμένες διατυπώσεις του, επηρεάστηκε πολύ από τον πλατωνισμό, τον νεοπλατωνισμό, τον στωικισμό, τις σημιτικές θρησκείες και τον χριστιανισμό.

Η Αίγυπτος, και ειδικά η Αλεξάνδρεια, έπαιξε σπουδαίο ρόλο, ανάλογο με της Ιερουσαλήμ και της Ρώμης, στη διαμόρφωση τόσο του χριστιανισμού όσο και του γνωστικισμού, ο οποίος φαίνεται να δανείστηκε εκεί στοιχεία από την προχριστιανική αιγυπτιακή παράδοση. Η ελληνική και ρωμαϊκή κατοχή εισήγαγαν το ελληνορωμαϊκό πάνθεον στην Αίγυπτο, ενώ ισχυρές ήταν και οι ιουδαϊστικές επιρροές λόγω της πολυάνθρωπης εκεί εβραϊκής κοινότητας. Υπήρχε, λοιπόν, μια ατμόσφαιρα ανταγωνιστικών διανοητικών παραδόσεων που πολλοί Αλεξανδρινοί δεν τις θεωρούσαν κατ’ ανάγκην αμοιβαία αποκλειόμενες. Στην ελληνιστική και ρωμαϊκή Αίγυπτο ανθούσαν η μαγεία και οι μυστηριακές λατρείες, στις οποίες η μύηση ή η μετάδοση απόκρυφης γνώσης ήταν απαραίτητη για να γίνει κανείς δεκτός ή να προχωρήσει σε ανώτερες βαθμίδες. Επίσης, οι Αιγύπτιοι ήταν εξοικειωμένοι με την ιδέα του μυστικισμού ή της δυνατότητας να γίνουν οι θεοί γνωστοί μέσω εκστατικών οραμάτων. Έλληνες φιλόσοφοι στην Αλεξάνδρεια αντλούσαν ελεύθερα από κάθε είδους πηγές: τον ιουδαϊσμό, τον ερμητισμό, τον πλατωνισμό. Έτσι, κατά τη ρωμαϊκή εποχή, η Γνώση ήταν σημαντικό στοιχείο της αιγυπτιακής διανόησης και είχε δεχθεί ισχυρή ελληνική επίδραση, γεγονός που παρέχει ενδείξεις για την αιγυπτιακή καταγωγή του γνωστικισμού.

Ορισμένοι μελετητές εντυπωσιάστηκαν από το γεγονός ότι στα κείμενα του Ναγκ Χαμαντί εμφανίζονται ιουδαϊστικά στοιχεία, όπως η εκτενής χρήση της Παλαιάς Διαθήκης και διάφορες μιδρασικές ερμηνείες. Έτσι, θεωρούν ότι υπήρξε προχριστιανικός ιουδαϊστικός γνωστικισμός, ο οποίος αναπτύχθηκε εντός του ιουδαϊσμού. Κατά την άποψη του Friedländer η εβραϊκή Διασπορά βρέθηκε κατά την ελληνιστική εποχή σε ένα νέο περιβάλλον, στο οποίο η ελληνική φιλοσοφία ήρθε να προστεθεί στην παραδοσιακή θρησκευτική αντίληψή τους για τον κόσμο. Η συμβολική ανάγνωση των Γραφών, την οποία χρησιμοποίησαν κατά κόρον και οι γνωστικοί, μαρτυρεί για την επίδραση του ελληνικού τρόπου σκέψης στον ιουδαϊσμό. Ο Μωσαϊκός Νόμος ερμηνευόταν αλληγορικά από ιουδαϊστές εμποτισμένους με την ελληνική φιλοσοφία και ο Μωυσής θεωρούνταν ένα είδος φιλοσόφου πριν από τους Έλληνες φιλοσόφους. Υπήρξε μέχρι και μυστηριακή λατρεία η οποία έβλεπε τον Μωυσή ως μυθολογική λυτρωτική φιγούρα ("Μυστήρια του Μωυσή").

Η Διασπορά φαίνεται ότι χωρίστηκε σε δύο μερίδες, τους συντηρητικούς Εβραίους και τους ριζοσπάστες ελληνιστές που έτειναν προς την αλληγορική ερμηνεία των Γραφών. Ο Φίλων κατηγορεί τους τελευταίους ότι αντλούσαν από τη Βίβλο μόνο «πνευματικές αλήθειες» και δεν λάμβαναν υπόψη το γράμμα του Νόμου. Τους κατηγορεί δηλαδή για ένα είδος αντινομικής συμπεριφοράς. Σύμφωνα με την άποψη αυτή «χριστιανικές αιρέσεις» όπως οι οφίτες, οι καϊνίτες και οι σηθιανοί έλκουν στην πραγματικότητα την καταγωγή τους από αυτόν τον ιουδαϊστικό γνωστικισμό. Οι ομάδες αυτές δεν είναι χριστιανικές, επειδή τα θρησκευτικά τους δόγματα προκύπτουν από διαφορετικές αναγνώσεις της Παλαιάς Διαθήκης. Έτσι, για τον Friedländer ο ιουδαϊστικός γνωστικισμός γεννήθηκε προ Χριστού και μάλιστα στην κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια. Κατά τον Rudolph, πάλι, ο γνωστικισμός προέκυψε εν μέρει από τη σκεπτική και κυνική ιουδαϊστική σοφιολογική παράδοση του Εκκλησιαστή, ο οποίος με τη σειρά του φέρει την επίδραση του ελληνικού ορθολογισμού και της πρώιμης ελληνιστικής φιλοσοφίας. Ο γνωστικισμός, σύμφωνα με αυτή την άποψη, γεννήθηκε σε παλαιστινιακό έδαφος.

Ωστόσο, μια σημαντική δυσκολία που πρέπει να υπερνικήσει αυτή η άποψη είναι το γεγονός ότι οι περισσότεροι γνωστικοί χρησιμοποίησαν αυτά τα στοιχεία με αντιιουδαϊστική διάθεση, ενώ και η περιφρόνηση των γνωστικών για τον κόσμο και την ύλη δεν φαίνεται να μπορεί εύκολα να συμβιβαστεί με την ιουδαϊστική πίστη ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και τον θεώρησε "λίαν καλό". Στην πραγματικότητα είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό πώς θα μπορούσε κανείς σε ένα καθαρά εβραϊκό περιβάλλον, έστω και επηρεασμένο από τον ελληνικό πολιτισμό, να καταλήξει στη δαιμονοποίηση του Θεού του Ισραήλ, όπως αυτή που παρουσιάζουν ορισμένα βασικά γνωστικά συστήματα. Είναι, επομένως, πιο ασφαλές να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ο γνωστικισμός επηρεάστηκε από τον ιουδαϊσμό, αλλά δεν γεννήθηκε αποκλειστικά εντός του.

Από το έργο [8] θεωρείται ο γνωστικισμός εβραϊκή παραλλαγή των αρχαίων μεσογειακών μυστηριακών λατρειών. Σύμφωνα με την άποψη αυτή ο γνωστικισμός έχει καθαρά παγανιστική καταγωγή και απλώς υιοθέτησε έναν ελαφρύ ιουδαϊστικό μανδύα.

Επίδραση του γνωστικισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Ο γνωστικισμός αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θρησκευτικά φαινόμενα της ρωμαϊκής εποχής και εξαπλώθηκε ταχύτατα από την Ανατολή προς τη Δύση, με την υπόσχεση της σωτηρίας μέσω της «Γνώσεως». Οι αρχικοί θηρευτές αιρέσεων της χριστιανικής Εκκλησίας (Ειρηναίος, Ιππόλυτος, Επιφάνιος κλπ.) θεωρούσαν τον γνωστικισμό μια επάρατη χριστιανική αίρεση και έγραψαν δεκάδες τόμους πολεμικής ρητορικής εναντίον του. Οι Έλληνες φιλόσοφοι από την άλλη ήταν διχασμένοι όσον αφορά τον γνωστικισμό. Για παράδειγμα, ο Πλωτίνος στο βιβλίο του «Προς Γνωστικούς» θα πολεμήσει τις αντιλήψεις τους και γενικά τη θεοσοφία των γνωστικών, που τη θεωρεί διαστροφή τής πλατωνικής διδασκαλίας. Άλλοι νεοπλατωνιστές όμως, όπως ο Πορφύριος και ο Ιουλιανός, ευθυγραμμίζονται με τους γνωστικούς στην πολεμική τους κατά των χριστιανών και ιδιαίτερα στην απόκρουση της ιδέας ότι ο υπέρτατος Θεός μπορεί να είναι ο ίδιος δημιουργός του υλικού κόσμου.

Ο Κλήμης έγραψε βιβλίο κατά των γνωστικών. Σύγχυση προκαλεί  η αναφορά του περί θεϊκού Λόγου που καθοδηγεί τον πνευματικό άνθρωπο, μέσα από διαδοχικές φωτίσεις, στην τελείωση, μια διαδικασία που δεν τελειώνει με τον θάνατο. Ο Κλήμης είχε δεχτεί ισχυρές επιδράσεις από τον στωικισμό και την πλατωνική μεταφυσική. Ο Ωριγένης, όπως και ο Πλωτίνος, είχε μαθητεύσει κοντά στον περίφημο Αλεξανδρινό δάσκαλο της φιλοσοφίας Αμμώνιο Σακκά. Πίστευε ότι αλήθειες μπορεί να κρύβονταν στον πλατωνισμό και άλλες παγανιστικές πηγές, αλλά και ότι η Βίβλος ήταν η μόνη ασφαλής πηγή της θείας αποκάλυψης. Ο Ωριγένης πολέμησε τους γνωστικούς αλλά φέρει ίχνη της επίδρασής τους. Πίστευε ότι το πρόσωπο του Χριστού είχε διαφορετική σημασία ανάλογα με την πνευματική πρόοδο του καθενός. Μετά θάνατον η Κόλαση εξάγνιζε τις ακάθαρτες ψυχές: η τιμωρία του Θεού ήταν εξαγνιστική και όχι μόνιμη. Μια ακάθαρτη ψυχή θα είχε και άλλες ευκαιρίες για να σωθεί. Ακόμη και ο Διάβολος, σύμφωνα με τον Ωριγένη, θα λυτρωνόταν κάποτε. Αυτή η αντίληψη ήταν σύμφωνη με νεοπλατωνικές και γνωστικές ιδέες για τη σταδιακή τελείωση του κόσμου στο σύνολό του.

Στην Αίγυπτο εμφανίστηκαν και χριστιανικές αιρέσεις με γνωστικά χαρακτηριστικά, όπως οι μελετιανοί και οι αρειανοί. Οι μελετιανοί πίστευαν ότι οι μάρτυρες της πίστης είχαν τη δυνατότητα μετά θάνατον να γίνουν φορείς θείων αποκαλύψεων. Έστηναν μαντεία στους τάφους των μαρτύρων και θεωρούσαν ότι τα πνεύματά τους καταλάμβαναν τους πιστούς και προφήτευαν μέσω αυτών. Αυτή η πίστη σε μια διαρκώς εξελισσόμενη θεία αποκάλυψη ήταν καθαρά γνωστική, ενώ οι μελετιανοί διέθεταν και απόκρυφα βιβλία που προορίζονταν μόνο για λίγους διανοητικά ανώτερους χριστιανούς. Ο Άρειος, ο πατέρας του αρειανισμού, είχε δεχτεί νεοπλατωνικές επιρροές και πίστευε ότι απώτατος στόχος του κάθε ανθρώπου ήταν να γίνει, μέσω της καθοδήγησης προικισμένων ανθρώπων, ένας Χριστός. Θεωρούσε τον εαυτό του έναν ακόμη κρίκο σε μια μακρά αλυσίδα σοφών ή λάτρεων της Γνώσης οι οποίοι καθοδηγούνταν από τον Θεό.

Με την ανανέωση του ενδιαφέροντος κατά την Αναγέννηση για τον ερμητισμό και την ερμηνεία του, γνωστικές ιδέες κέρδισαν δημοτικότητα και έπαιξαν σημαντικό ρόλο σε μυστικιστικές, νεοκαββαλιστικές, αλχημικές και άλλες πρακτικές και θεωρίες. Τα αποτελέσματα αυτής της αναβίωσης ξεκινούν από κοσμολογικές, ανθρωπολογικές, σωτηριολογικές και εσχατολογικές αναζητήσεις και φτάνουν μέχρι τη ριζοσπαστική ιδεολογία ψυχολογικών και φιλοσοφικών συστημάτων. Μια ποικιλία σύγχρονων ομάδων έχουν τις ρίζες τους στον γνωστικισμό, καθώς κατά τα νεώτερα χρόνια πολλοί φιλοσοφικοί και θρησκευτικοί κύκλοι δεν είδαν στους γνωστικούς τους διαστροφείς της αληθινής πίστης ή διαφθορείς του χριστιανικού ήθους, αλλά αντίθετα μύστες και συνεχιστές των ανατολικών και μεσογειακών Μυστηρίων. Για παράδειγμα η Θεοσοφική Εταιρεία, σύμφωνα με την οποία όλες οι θρησκείες κατέχουν ένα μέρος από τη μοναδική θεία αλήθεια που έχει γίνει γνωστή ανά τους αιώνες στους μεγάλους μύστες, έβλεπε τον γνωστικισμό ως πρόδρομο του σύγχρονου αποκρυφισμού και φορέα εσώτερων διδασκαλιών δια μέσου των χρόνων. Η θεοσοφία και τα παρακλάδια της, όπως η ανθρωποσοφία και άλλες ομάδες εσωτερισμού, όπως λ.χ. οι Ροδόσταυροι, χρησιμοποιούν βασικές γνωστικές έννοιες, όπως η απόκρυφη γνώση, η θεϊκή φύση του ανθρώπου, η ύπαρξη ανώτερων οντοτήτων που αποκαλούνται «διδάσκαλοι» κλπ.

Στη σκέψη του εικοστού αιώνα η μορφή που συνδέθηκε πιο στενά με τον γνωστικισμό είναι ο Καρλ Γιουνγκ. Ο Γιουνγκ όχι μόνο ενδιαφερόταν για τους γνωστικούς, αλλά τους θεωρούσε προδρόμους της ψυχολογίας του βάθους. Πίστευε ότι οι γνωστικές διδασκαλίες και οι γνωστικοί μύθοι προέρχονταν από την εσωτερική ψυχική εμπειρία των γνωστικών σοφών. Ο Γιουνγκ πήρε τον γνωστικισμό, ιδιαίτερα τον γνωστικό δυϊστικό μύθο, και τον μετέτρεψε σε ψυχολογική θεωρία. Κατά τη γνώμη του η ανάδυση του Δημιουργού από την ενιαία και αδιαφοροποίητη πηγή του πνευματικού κόσμου μέσω διαδοχικών σταδίων, όπως παρουσιάζεται σε γνωστικούς μύθους, αντιστοιχεί στην ανάδυση του Εγώ από το ασυνείδητο. Ένας άλλος μαθητής του Γιουνγκ, ο Γκιλς Κουίσπελ (Gilles Quispel), είδε στον γνωστικισμό μια βαθιά επίγνωση του εαυτού και, επομένως, μια αναλογία με την ψυχολογία του βάθους. Στο κυριότερο έργο του (Gnosis als Weltreligion) όχι μόνον εξηγεί τη σχέση του μοντέλου του Γιουνγκ με τις γνωστικές διδαχές, αλλά ζητά να χρησιμοποιηθεί αντίστροφα η ψυχολογία του βάθους για την κατανόηση του γνωστικισμού.

Έρευνα του γνωστικισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Η ιστορία της έρευνας του γνωστικισμού έχει αναζωογονήσει το σχετικό ενδιαφέρον για το κίνημα αυτό. Οι πρώτες σύγχρονες μελέτες για τον γνωστικισμό έγιναν από τον Baur, ενώ σημαντική είναι και η προσφορά του Von Harnack. Και οι δύο μελέτησαν τον γνωστικισμό στο πλαίσιο της ιστορίας της χριστιανικής Εκκλησίας και του δόγματος της πίστης και είδαν σ’ αυτόν ένα είδος «εξελληνισμού» του χριστιανισμού και την πρώτη μορφή θρησκευτικής φιλοσοφίας του τελευταίου. Οι ερμηνείες αυτές φαίνεται ότι είναι ιδιαίτερα επηρεασμένες από ένα είδος αντιρωμαιοκαθολικού ρομαντισμού. Εντούτοις, με τη Σχολή της Ιστορίας των Θρησκειών γύρω στα 1900 ξεπεράστηκε η θεώρηση του γνωστικισμού μόνο μέσα στο πλαίσιο της ιστορίας της Εκκλησίας και δόθηκε έμφαση στις μη χριστιανικές ρίζες του (Bousset, Reitzenstein, Wrede). Η σχολή αυτή αναζήτησε τις ρίζες του γνωστικισμού στις προχριστιανικές ιρανικές, μεσοποτάμιες και ινδικές θρησκείες, ενώ ενδιαφέρθηκε για την καταγωγή της χριστολογίας των γνωστικών και ιδιαίτερα για τον γνωστικό μύθο του Λυτρωτή.

Στην ίδια παράδοση κινούνται και τα έργα του Bultmann, o οποίος προσπάθησε να αποδείξει ότι ο χριστιανισμός δημιουργήθηκε από τη σύνθεση καθαρά χριστιανικών στοιχείων με τις ιδέες ενός προϋπάρχοντος γνωστικισμού. Νέα ώθηση στη μελέτη έδωσαν οι μελέτες του W. Bauer και του Jonas. Ο Bauer προσπάθησε να αποδείξει ότι μορφές του χριστιανισμού που αργότερα αποκηρύχτηκαν ως αιρέσεις ήταν θεμελιώδεις σε περιοχές όπως η μεσοποτάμια Έδεσσα και η Αίγυπτος. Κατά την άποψή του το ορθόδοξο δόγμα και οι εκκλησιαστικές δομές αναπτύχθηκαν αργά και εν μέσω διαφωνιών. Ο Bauer αμφισβήτησε την υπόθεση ότι η ορθοδοξία προηγείται της αίρεσης και θεώρησε ότι η έννοια της κανονικότητας οφείλεται σε άλλους, εξωτερικούς της θρησκείας παράγοντες. Ο Jonas, μαθητής του Heidegger, έθεσε το ζήτημα σε άλλη βάση: προσπάθησε να δώσει έμφαση σε μια φαινομενολογική κατανόηση της ουσίας του γνωστικισμού. Για τον Jonas η αναζήτηση της καταγωγής του τελευταίου πρέπει να διαχωριστεί από τη γενεαλογική ιστορία που προσπάθησε να επιβάλλει η Σχολή της Ιστορίας των Θρησκειών και να αναζητηθεί σε μια επιθυμία της εποχής για νόημα μέσα σε ένα περιβάλλον υπαρξιακής αποξένωσης από την κοινωνία. Ο Jonas έδωσε υπερβολική έμφαση στην ψυχολογική πλευρά του γνωστικού μύθου, συγκεντρώνοντας την προσοχή σχεδόν αποκλειστικά στο αίσθημα της αποξένωσης που εκφράζει. Αυτή η μονομερής έμφαση έγινε σε βάρος της πλευράς του γνωστικισμού που μπορεί να αποτελούσε ένα είδος κοινωνικής κριτικής.

Η ανακάλυψη των κειμένων του Ναγκ Χαμαντί προκάλεσε ένα κύμα νέων μελετών. Ωστόσο, αντί να ξεκαθαρίσει το πρόβλημα του ορισμού του γνωστικισμού, το περιέπλεξε ακόμη περισσότερο. Τα νέα στοιχεία δεν ταιριάζουν στο πλαίσιο της αντιμετώπισης του γνωστικισμού ως μιας απλής αίρεσης του χριστιανισμού. Τα κείμενα παρουσιάζουν τέτοια διαφοροποίηση θεολογικών προσανατολισμών, ώστε δεν μπορούν να ενταχθούν όλα μαζί σε ένα ερμηνευτικό πρότυπο. Ακόμη και τα χαρακτηριστικά εκείνα που θεωρούνταν πάντα βασικά στο γνωστικισμό, όπως ο δυϊσμός, η τάση για περιφρόνηση του υλικού στοιχείου και ο δοκητισμός, έγινε φανερό ότι δεν απαντούν όλα μαζί ταυτόχρονα στα διάφορα κείμενα.

Γνωστικοί διδάσκαλοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαίοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά χρονολογική σειρά:

Σύγχρονοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Όπως και ο μανιχαϊσμός
  2. Βλασίου Φειδά, Εκκλ. Ιστορία, Τόμος Α΄, σελίδα 169
  3. «Gnosticism: Ancient and modern» στο Religious Tolerance
  4. Εντούτοις, μπορεί με κάθε επιφύλαξη να αναφερθεί μία σειρά από ενδείξεις οι οποίες τουλάχιστον συνηγορούν στην ύπαρξη γνωστικίζοντων ρευμάτων μέσα στον προχριστιανικό ιουδαϊσμό και καθιστούν έτσι τη γένεσή τους ιστορικά εύλογη...", Οι Γνωστικοί: Το όνειρο της αυτολύτρωσης του ανθρώπου, Micha Brumlik, Εκδόσεις Νήσος, σελ. 37
  5. Scott Ernest, The Kingdom of God in the New Testament, The Macmillan Company, 1931, σελ. 181.
  6. Οι μύθοι που περιέχονται σε γνωστικά συγγράμματα προφανώς χρησιμοποιούνταν ποιητική αδεία μάλλον παρά ως πραγματικές αλήθειες ή εξιστορήσεις γεγονότων όσων συνέβησαν στο μυθικό παρελθόν. Πολλοί από αυτούς αποτελούν ερμηνείες των εβραϊκών Γραφών, ειδικά των πρώτων κεφαλαίων της Γένεσης, οι οποίες παρείχαν την πρώτη ύλη για τη μυθολογική φαντασία. Άλλα κείμενα αποτελούν ποιητικές αναπαραστάσεις της θεϊκής επικράτειας, της ανάγκης για απελευθερωτική γνώση και τη φύση του κόσμου ή τη θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο. (Bart D. Erhman, Jesus: Apocalyptic Prophet of the New Millennium, Oxford University Press, σελ. 75)
  7. "...[οι νεοπλατωνιστές]... είχαν ανορθώσει το απειλούμενο προπύργιο της ελληνικής σοφίας. Στα τέλη του τρίτου αιώνα είχαν απωθήσει για τα καλά αυτόν τον βάρβαρο επιδρομέα του πνεύματος ---τον γνωστικισμό. Ο ζοφερός, πλαστός πλατωνισμός των γνωστικών είχε βρει απήχηση σε διανοούμενους μίας προηγούμενης γενιάς, αλλά αντί να γίνουν ακόμα πιο απαισιόδοξοι και να απορρίψουν ριζικότερα το φυσικό κόσμο, οι άνθρωποι του τέλους του τρίτου αιώνα αποτίναξαν αυτή τη σκοτεινή διάθεση και δεν ξαναγύρισαν να κοιτάξουν πίσω τους. Η ήττα του γνωστικισμού στους κύκλους της διανόησης είναι ένα εντυπωσιακό παράδειγμα της ικανότητας της αριστοκρατικής κουλτούρας κατά την ύστερη Αρχαιότητα να αναχαιτίσει ένα κίνημα που έναν αιώνα νωρίτερα φαινόταν να οδηγεί στην πλήρη προδοσία των διανοούμενων." Ο Κόσμος της Ύστερης Αρχαιότητας, Peter Brown, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελίδα 76
  8. Τα Μυστήρια του Ιησού, Timothy Freke και Peter Gandy, Εκδόσεις Ενάλιος

Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ν. Ματσούκα, Ιστορία της Φιλοσοφίας, έκδοση 7η, ΠΟΥΡΝΑΡΑΣ, (Θεσ/νίκη 2001)
  • Σ. Αγουρίδη, Ιστορία των Χρόνων της Καινής Διαθήκης, Δ΄έκδοση, ΠΟΥΡΝΑΡΑΣ, (Θεσ/νίκη 1985)
  • Ι. Καραββιδόπουλου, Απόκρυφα Χριστιανικά Κείμενα» Τόμος Α΄, ΠΟΥΡΝΑΡΑΣ, (Θεσ/νίκη 1999)
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ, Τόμος ΣΤ'
  • The Westminster Dictionary of Christian Spirituality, Gordon S. Wakefield, Westminster John Knox Press, 1983.
  • Εκκλησιαστική Ιστορία, 6η εκδ., Βασίλειος Στεφανίδης, 1959, Εκδόσεις Παπαδημητρίου.
  • Οι Γνωστικοί: Το όνειρο της αυτολύτρωσης του ανθρώπου, Micha Brumlik, Εκδόσεις Νήσος

Πρόσθετη ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]