Πόλεμος της Πολωνικής Διαδοχής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η πολιορκία του Ντάντσιχ από τον Ρωσο-Σαξονικό στρατό το 1734.

Ο Πόλεμος της Πολωνικής Διαδοχής, πολωνικά: Wojna o sukcesję polską‎, (1733 – 35) ήταν μια μεγάλη ευρωπαϊκή σύγκρουση, που πυροδότησε έναν πολωνικό εμφύλιο πόλεμο για τη διαδοχή του Αυγούστου Β΄ της Πολωνίας, τον οποίο οι άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις διεύρυναν επιδιώκοντας τα δικά τους εθνικά συμφέροντα. Η Γαλλία και η Ισπανία, οι δύο δυνάμεις των Βουρβόνων, προσπάθησαν να δοκιμάσουν τη δύναμη των Αυστριακών Αψβούργων στη δυτική Ευρώπη, όπως και το βασίλειο της Πρωσίας, ενώ η Σαξονία και η Ρωσία κινητοποιήθηκαν για να υποστηρίξουν τον τελικό νικητή της Πολωνίας. Οι μάχες στην Πολωνία είχαν ως αποτέλεσμα την ανάρρηση του Αυγούστου Γ΄, ο οποίος εκτός από τη Ρωσία και τη Σαξονία, υποστηρίχθηκε πολιτικά από τους Αψβούργους.

Οι μεγάλες στρατιωτικές εκστρατείες και μάχες του πολέμου έγιναν εκτός Πολωνίας. Οι Βουρβόνοι, υποστηριζόμενοι από τον Κάρολο-Εμμανουήλ Γ΄ της Σαρδηνίας, κινήθηκαν εναντίον απομονωμένων εδαφών των Αψβούργων. Στη Ρηνανία, η Γαλλία κατέλαβε με επιτυχία το δουκάτο της Λωρραίνης και στην Ιταλία, η Ισπανία ανέκτησε τον έλεγχο στα βασίλεια της Νάπολης και της Σικελίας που είχε χάσει στον Πόλεμο της Ισπανικής Διαδοχής, ενώ τα εδαφικά κέρδη στη βόρεια Ιταλία ήταν περιορισμένα, παρά τις αιματηρές εκστρατείες. Η απροθυμία της Βρετανίας να υποστηρίξει την Αψβουργική Αυστρία απέδειξε την αδυναμία της Αγγλο-Αυστριακής Συμμαχίας.

Παρόλο που επετεύχθη προκαταρκτική ειρήνη το 1735, ο πόλεμος έληξε επίσημα με τη Συνθήκη της Βιέννης (1738), στην οποία ο Αύγουστος Γ΄ επιβεβαιώθηκε ως βασιλιάς της Πολωνίας και ο αντίπαλός του Στανισλάος Α΄ έλαβε το δουκάτο της Λωρραίνης και το δουκάτο του Μπαρ από τη Γαλλία. Ο Φραγκίσκος Α΄, ο δούκας της Λωρραίνης, έλαβε το μεγάλο δουκάτο της Τοσκάνης ως αποζημίωση για την απώλεια της Λωρραίνης. Το δουκάτο της Πάρμας πήγε στην Αυστρία, ενώ ο Κάρολος της Πάρμας πήρε τα στέμματα της Νάπολης και της Σικελίας. Τα περισσότερα εδαφικά κέρδη ήταν υπέρ των Βουρβόνων, καθώς τα δουκάτα της Λωρραίνης και του Μπαρ μετατράπηκαν από φέουδο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε φέουδο της Γαλλίας, ενώ οι Βουρβόνοι της Ισπανίας απέκτησαν δύο νέα βασίλεια, της Νάπολης και της Σικελίας. Οι Αυστριακοί Αψβούργοι, από την πλευρά τους, έλαβαν δύο ιταλικά δουκάτα σε αντάλλαγμα, την Πάρμα (αν και η Πάρμα θα επανέλθει σύντομα στον έλεγχο των Βουρβόνων) και την Τοσκάνη (θα κρατείτο από τους Αψβούργους μέχρι την εποχή του Ναπολέοντα Α΄).

Ο πόλεμος αποδείχθηκε καταστροφικός για την ανεξαρτησία της Πολωνίας και επιβεβαίωσε εκ νέου, ότι οι υποθέσεις της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας, συμπεριλαμβανομένης της εκλογής του ίδιου του βασιλιά, θα ελέγχοντο από τις άλλες Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης. Μετά τον Αύγουστο Γ΄ θα υπήρχε μόνο ένας ακόμη βασιλιάς της Πολωνίας, ο Στανίσλαος Β΄ Αύγουστος, ο ίδιος μαριονέτα των Ρώσων, και τελικά η Πολωνία θα διαμελιζόταν από τους γείτονές της και θα έπαυε να υπάρχει ως κυρίαρχο κράτος μέχρι τα τέλη του 18ου αι. Η Πολωνία επίσης παρέδωσε τις αξιώσεις στη Λιβονία και τον άμεσο έλεγχο του δουκάτου της Κουρλάνδης-Σεμιγαλλίας, το οποίο, αν και παρέμενε πολωνικό φέουδο, δεν ενσωματώθηκε στην ίδια την Πολωνία και τέθηκε υπό ισχυρή ρωσική επιρροή, η οποία έληξε μόνο με την πτώση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας το 1917.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αύγουστος Β΄ της Πολωνίας: το τέλος του τον Φεβρουάριο του 1733 πυροδότησε τον πόλεμο.

Μετά το τέλος του Σιγισμούνδου Β΄ Αυγούστου Α΄ το 1572, ο βασιλιάς της Πολωνίας εκλεγόταν από τους ευγενείς (slachta), ένα σώμα που αποτελείτο από τους πολωνικούς γαιοκτήμονες, σε μία ειδικά ονομαζόμενη εκλογική Συνέλευση (Sejm). Η βασιλική εξουσία περιοριζόταν όλο και περισσότερο από τη Συνέλευση, το νομοθετικό σώμα της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας. Με τη σειρά της, η Συνέλευση παρέλυε συχνά από το Liberum Veto, το δικαίωμα οποιουδήποτε μέλους να εμποδίζει τις αποφάσεις του. Οι γείτονες της Πολωνίας επηρέαζαν συχνά τη Συνέλευση, και στις αρχές του 18ου αι. το δημοκρατικό σύστημα βρισκόταν σε παρακμή.

Το 1697 ο Αύγουστος Β΄ έγινε βασιλιάς, με την υποστήριξη της Αυστρίας και της Ρωσίας, αλλά καθαιρέθηκε από τον Στανίσλαο Α΄ Λεστσίνσκι το 1705. Επέστρεψε τέσσερα χρόνια αργότερα και ο Στανίσλαος Α΄ κατέφυγε στη Γαλλία, όπου η κόρη του Μαρία Λεστσίνσκα παντρεύτηκε τον Λουδοβίκο ΙΕ΄ της Γαλλίας το 1725. Ο Αύγουστος Β΄ απέτυχε σε μια προσπάθεια να διευθετήσει το Πολωνικό στέμμα στον γιο του, Αύγουστο Γ΄, οδηγώντας σε έναν ανταγωνισμό για τον θρόνο, όταν απεβίωσε το 1733. Στη μυστική Συνθήκη των Τριών Μαύρων Αετών του 1732, η Ρωσία, η Αυστρία και η Πρωσία συμφώνησαν να αντιταχθούν στην εκλογή είτε του Στανισλάου Α΄ είτε του Αυγούστου Γ΄ και να υποστηρίξουν τον Εμμανουήλ των Μπραγκάνσα πρίγκιπα της Πορτογαλίας. [1]

Η διαμάχη συνέπεσε με την κατάρρευση της Αγγλο-Γαλλικής Συμμαχίας, η οποία κυριαρχούσε στην Ευρώπη από το 1714. Η συμφωνία στην Ουτρέχτη για να διασφαλιστεί ότι η Γαλλία και η Ισπανία θα παρέμειναν χωριστές, σήμαινε -παρά τη στενή σχέση μεταξύ του Λουδοβίκου ΙΕ΄ και του θείου του Φίλιππου Ε΄ της Ισπανίας- ότι οι δύο χώρες ήταν αντίπαλοι στον Πόλεμο της Τετραπλής Συμμαχίας 1718-1720 . Όταν ο καρδινάλιος Φλερύ έγινε επικεφαλής της Γαλλίας το 1726, επιδίωξε μια στενότερη σχέση με την Ισπανία, βοηθούμενος από τη γέννηση του Λουδοβίκου δελφίνου της Γαλλίας το 1729, κάτι που φαινόταν να διασφαλίζει, ότι οι χώρες θα παρέμεναν χωριστές. [2]

Ο Φλερύ υποστήριξε τον Στανίσλαο Α΄, ελπίζοντας να αποδυναμώσει την Αυστρία και να εξασφαλίσει το δουκάτο της Λωρραίνης, μια στρατηγική περιοχή που κατείχε η Γαλλία για μεγάλα διαστήματα του προηγούμενου αιώνα. Ο σημερινός δούκας Φραγκίσκος αναμενόταν να νυμφευτεί την κληρονόμο του αυτοκράτορα Καρόλου ΣΤ΄, Μαρία-Θηρεσία, φέρνοντας την Αυστρία επικίνδυνα κοντά στη Γαλλία. Ταυτόχρονα, ο Φίλιππος Ε΄ ήθελε να ανακτήσει εδάφη στην Ιταλία, που είχαν παραχωρηθεί στην Αυστρία το 1714, γεγονός που οδήγησε στη Σύμβαση του Οίκου του 1733 μεταξύ Γαλλίας και Ισπανίας. [3]

Τέλος του Αυγούστου Β΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στανίσλαος Α΄ Λεστσύνσκι, έργο του Ζαν-Μαρκ Νατιέ.
Αύγουστος Γ΄ της Πολωνίας.

Ο Αύγουστος Β΄ απεβίωσε την 1η Φεβρουαρίου 1733. Κατά τη διάρκεια της άνοιξης και του καλοκαιριού του 1733, η Γαλλία άρχισε να δημιουργεί δυνάμεις κατά μήκος των βόρειων και ανατολικών συνόρων της, ενώ ο αυτοκράτορας συγκέντρωσε στρατεύματα στα πολωνικά σύνορα, μειώνοντας τις φρουρές στο δουκάτο του Μιλάνου για το σκοπό αυτό. Ενώ ο ηλικιωμένος Ευγένιος πρίγκιπας της Σαβοΐας είχε συστήσει στον αυτοκράτορα μια πιο πολεμική στάση ενάντια σε πιθανές ενέργειες της Γαλλίας στην κοιλάδα του Ρήνου και στη βόρεια Ιταλία, έγιναν ελάχιστα μόνο βήματα για τη βελτίωση της αυτοκρατορικής άμυνας στον Ρήνο.

Ο μαρκήσιος του Μόντι, πρεσβευτής της Γαλλίας στη Βαρσοβία, έπεισε τις αντίπαλες οικογένειες Ποτότσκι και Τσαρτορύσκι να ενωθούν πίσω από τον Στανίσλαο Α΄. Ο Tέοντορ Ποτότσκι, προκαθήμενος της Πολωνίας και μεσοβασιλιάς μετά το τέλος του Αυγούστου Β΄, συγκάλεσε Συνέλευση τον Μάρτιο του 1733. Οι αντιπρόσωποι σε αυτή τη Συνέλευση ενέκριναν ψήφισμα, που απαγόρευε την υποψηφιότητα αλλοδαπών. Αυτό θα απέκλειε ρητά τόσο τον Εμμανουήλ της Πορτογαλίας, όσο και τον γιο του Αυγούστου Β', Φρειδερίκο-Αύγουστο Β΄, εκλέκτορα της Σαξονίας.

Ο Φρειδερίκος-Αύγουστος Β΄ διαπραγματεύτηκε συμφωνίες με την Αυστρία και τη Ρωσία τον Ιούλιο του 1733. Σε αντάλλαγμα για τη Ρωσική υποστήριξη, συμφώνησε να εγκαταλείψει οποιεσδήποτε εναπομείνασες πολωνικές αξιώσεις στη Λιβονία και υποσχέθηκε στην Άννα της Ρωσίας να έχει τη διαδοχή του δουκάτου της Κουρλάνδης, ενός πολωνικού φέουδου (του οποίου ήταν δούκισσα -ως σύζυγος του δούκα της Κουρλάνδης- πριν από την άνοδό της στον Ρωσικό θρόνο), το οποίο διαφορετικά θα είχε τεθεί υπό την άμεση πολωνική κυριαρχία, μετά το τέλος του τότε δούκα, Φερδινάνδου Κέτλερ, ο οποίος δεν είχε κληρονόμους. Στον Αυστριακό αυτοκράτορα υποσχέθηκε την αναγνώριση της Πραγματικής Κύρωσης του 1713, ενός εγγράφου που σχεδιάστηκε για να εγγυηθεί τη διαδοχή του αυστριακού θρόνου στη Μαρία-Θηρεσία, τη μεγαλύτερη κόρη του Καρόλου ΣΤ΄ (ο οποίος είχε επιζόντα τέκνα μόνο δύο κόρες).

Τον Αύγουστο, οι Πολωνοί ευγενείς συγκεντρώθηκαν για την εκλογική Συνέλευση. Στις 11 Αυγούστου, 30.000 Ρώσοι στρατιώτες υπό τον στρατάρχη Πήτερ Λάισι εισήλθαν στην Πολωνία, σε μια προσπάθεια να επηρεάσουν την απόφαση της Συνέλευσης. Στις 4 Σεπτεμβρίου, η Γαλλία δήλωσε ανοιχτά την υποστήριξή της στον Στανίσλαφ Α΄, ο οποίος εξελέγη βασιλιάς από μια βουλή 12.000 αντιπροσώπων στις 12 Σεπτεμβρίου. Μια ομάδα ευγενών, με επικεφαλής τους Λιθουανούς μεγιστάνες, συμπεριλαμβανομένου του δούκα Mιχαήλ Βισνιοβιέσκι (πρώην μεγάλου καγκελάριου της Λιθουανίας που είχε οριστεί από τον Αύγουστο Β΄), διέσχισε τον ποταμό Βιστούλα προς την Πράγα και την προστασία των ρωσικών στρατευμάτων. Αυτή η ομάδα, που αριθμούσε περίπου 3.000, εξέλεξε τον Φρειδερίκο-Αύγουστο Β΄ γισ βασιλιά της Πολωνίας ως Αύγουστο Γ΄ στις 5 Οκτωβρίου. Παρά το γεγονός ότι αυτή η ομάδα ήταν μειοψηφία, η Ρωσία και η Αυστρία, με σκοπό να διατηρήσουν την επιρροή τους στην Πολωνία, αναγνώρισαν τον Αύγουστο Γ΄ ως βασιλιά.

Στις 10 Οκτωβρίου η Γαλλία κήρυξε τον πόλεμο στην Αυστρία και τη Σαξονία. Ο Λουδοβίκος ΙΕ΄ αργότερα ενώθηκε με τον θείο του, Φίλιππο Ε΄ της Ισπανίας, ο οποίος ήλπιζε να εξασφαλίσει εδάφη στην Ιταλία για τους γιους του με τον δεύτερο γάμο του με την Ελισάβετ Φαρνέζε. Συγκεκριμένα, ήλπιζε να εξασφαλίσει τη Μάντοβα για τον μεγαλύτερο γιο, τον δον Κάρολο, ο οποίος ήταν ήδη δούκας της Πάρμας και είχε την προσδοκία του μεγάλου δουκάτου της Τοσκάνης, και τα βασίλεια της Νάπολης και της Σικελίας για τον μικρότερο γιο, τον δον Φίλιππο. Οι δύο Βουρβόνοι μονάρχες ενώθηκαν επίσης από τον Κάρολο-Εμμανουήλ Γ΄ της Σαβοΐας, ο οποίος ήλπιζε να εξασφαλίσει κέρδη από τα Αυστριακά δουκάτα του Μιλάνου και της Μάντοβας.

Αυστριακή απομόνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γάλλοι έφιπποι γρεναδιέροι του Λουδοβίκου ΙΕ΄.

Όταν τελικά ξεκίνησαν οι εχθροπραξίες, οι Αυστριακοί ήλπιζαν σε βοήθεια από τις θαλάσσιες δυνάμεις, τη Βρετανία και την Ολλανδική Δημοκρατία. Ήταν απογοητευμένοι σε αυτό, αφού τόσο οι Ολλανδοί, όσο και οι Βρετανοί επέλεξαν να ακολουθήσουν μια πολιτική ουδετερότητας. Ο Βρετανός πρωθυπουργός σερ Ρόμπερτ Γουόλπολ δικαιολόγησε τη μη παρέμβαση της Βρετανίας, επιμένοντας ότι η Αγγλο-Αυστριακή Συμμαχία που είχε συμφωνηθεί στη συνθήκη της Βιέννης το 1731, ήταν μια καθαρά αμυντική συμφωνία, ενώ η Αυστρία ήταν σε αυτή την περίπτωση η επιτιθέμενη. Αυτή η θέση δέχτηκε επίθεση από Άγγλους Αυστρόφιλους, που ήθελαν να βοηθήσουν τους Αυστριακούς ενάντια στη Γαλλία, αλλά η δεσπόζουσα θέση του Γουόλπολ εξασφάλισε ότι η Βρετανία θα μείνει έξω από τη σύγκρουση. Οι Γάλλοι, μη θέλοντας να προκαλέσουν τη Βρετανία, επέλεξαν προσεκτικά να μην εκστρατεύσουν στις Αυστριακές Κάτω Χώρες και απέφυγαν να εκστρατεύσουν σε μέρη της Γερμανίας, που θα μπορούσαν να τραβήξουν οποιαδήποτε δύναμη στη σύγκρουση.

Στα νότια σύνορα της Αυστρίας, η Γαλλία τον Νοέμβριο του 1733 διαπραγματεύτηκε τη μυστική συνθήκη του Τορίνο με τον Κάρολο-Εμμανουήλ Γ΄ και προετοιμάστηκε για στρατιωτικές επιχειρήσεις στη βόρεια Ιταλία. Συνήψε την (επίσης μυστική) συνθήκη του Εσκοριάλ με την Ισπανία, η οποία περιλάμβανε υποσχέσεις για γαλλική βοήθεια στην ισπανική κατάκτηση της Νάπολης και της Σικελίας. Η Γαλλία έκανε επίσης διπλωματικές προσεγγίσεις στη Σουηδία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε μια άκαρπη προσπάθεια να τους παρασύρει στη σύγκρουση για την υποστήριξη του Στανισλάου Α΄.

Οι Αυστριακοί έμειναν έτσι σε μεγάλο βαθμό χωρίς αποτελεσματικούς εξωτερικούς συμμάχους στα νότια και δυτικά σύνορά τους. Οι Ρώσοι και Σάξονες σύμμαχοί τους ασχολήθηκαν με την πολωνική εκστρατεία και ο αυτοκράτορας δεν εμπιστευόταν τον Φρειδερίκο-Γουλιέλμο Α΄ της Πρωσίας, ο οποίος ήταν πρόθυμος να παράσχει κάποια βοήθεια. Οι διαιρέσεις εντός της αυτοκρατορίας επηρέασαν επίσης τη συγκέντρωση στρατευμάτων το 1733, καθώς ο Κάρολος-Αλβέτος δούκας της Βαυαρίας, ο οποίος έτρεφε φιλοδοξίες να γίνει ο επόμενος αυτοκράτορας της Γερμανίας, υπέγραψε μυστική συμφωνία με τη Γαλλία τον Νοέμβριο του 1733 και προσπάθησε, με περιορισμένη επιτυχία, να αποτρέψει άλλοι ηγεμόνες εντός της αυτοκρατορίας από την οικογένεια Βίττελσμπαχ από την παροχή στρατευμάτων στον αυτοκράτορα, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις τους από τη συνθήκη. Ενώ η ίδια η Βρετανία δεν παρείχε υποστήριξη, το Εκλογικό Σώμα του Ανόβερου, όπου ο Γεώργιος Β΄ κυβερνούσε επίσης ως αυτοκρατορικός Εκλέκτορας, αποδείχθηκε πρόθυμος να βοηθήσει. Στις 9 Απριλίου 1734, κηρύχθηκε αυτοκρατορικός πόλεμος (reichskrieg) κατά της Γαλλίας, υποχρεώνοντας όλα τα αυτοκρατορικά κράτη να συμμετάσχουν.

Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Πολωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ρώσος γρεναδιέρος το 1732

Οι Ρώσοι, με διοικητή τον Πέτερ Λάσυ, κατέλαβαν γρήγορα την πρωτεύουσα της Βαρσοβίας και εγκατέστησαν τον Aύγουστο Γ΄ ως πιθανό διάδοχο, αναγκάζοντας τον Στανίσλαο Α΄ να καταφύγει στο Ντάντσιχ (σημερινό Γκντανσκ), το οποίο πολιορκήθηκε για κάποιο διάστημα από έναν Ρωσο-Σαξωνικό στρατό που ήρθε, υπό τη γενική διοίκηση του στρατάρχη Μπούκχαρντ Κρίστοφ φον Μύνιχ. Το Ντάντσιχ συνθηκολόγησε τον Ιούνιο του 1734 και ο Στανίσλαος αναγκάστηκε να φύγει για άλλη μια φορά, αυτή τη φορά πρώτα στην πόλη Κένιγκσμπεργκ και τελικά στη Γαλλία. Αυτό τερμάτισε τη μεγάλη στρατιωτική δραστηριότητα στην ίδια την Πολωνία, αν και συνέχισε να καταλαμβάνεται από ξένα στρατεύματα, καθώς ο Aύγουστος Γ΄ αντιμετώπιζε πατριώτες υποστηρικτές του Στανίσλαου Α΄. Μια ομάδα ευγενών και αριστοκρατών που υποστήριζαν τον Στανίσλαο Α΄ σχημάτισαν τη Συνομοσπονδία του Τζίκουφ στα τέλη του 1734 και υπό τον διοικητή τους Άνταμ Τάρλο προσπάθησαν να πολεμήσουν τα ρωσικά και τα σαξονικά στρατεύματα, αλλά οι προσπάθειές τους ήταν αναποτελεσματικές. Σε αυτό που έγινε γνωστό ως Sejm Ειρήνευσης, που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο-Ιούλιο 1736, ο Αύγουστος Γ΄ επιβεβαιώθηκε ως βασιλιάς της Πολωνίας και μέγας δούκας της Λιθουανίας.

Στη Ρηνανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την κήρυξη πολέμου της 10ης Οκτωβρίου από τη Γαλλία, η χώρα αυτή άρχισε στρατιωτικές επιχειρήσεις τρεις ημέρες αργότερα, εισβάλλοντας στο δουκάτο της Λωρραίνης και πολιορκώντας το αυτοκρατορικό φρούριο στο Kελ, στην άλλη μεριά του ποταμού Ρήνου, απέναντι από το Στρασβούργο, αποκτώντας τον έλεγχο και των δύο στόχων σε λίγες εβδομάδες. Ανίκανη να επιτεθεί απευθείας στην Αυστρία και απρόθυμη να εισβάλει στα παρεμβαίνοντα γερμανικά κράτη, από φόβο μήπως παρασύρει τη Βρετανία και την Ολλανδία στη σύγκρουση, η Γαλλία εδραίωσε τη θέση της στη Λωρραίνη και απέσυρε τα στρατεύματά της πέρα από τον Ρήνο για το χειμώνα.

Ο αυτοκράτορας κινητοποίησε τις ενεργές δυνάμεις του ως απάντηση στις γαλλικές επιθέσεις και ξεκίνησε τη διαδικασία κλήσης στρατευμάτων από τα κράτη της αυτοκρατορίας, εγκαθιστώντας μια αμυντική γραμμή στο Έτινγκεν, κοντά στην Καρλσρούη. Την άνοιξη του 1734 γαλλικοί ελιγμοί πλαισίωσαν με επιτυχία αυτή τη γραμμή και ο Ευγένιος πρίγκιπας της Σαβοΐας αναγκάστηκε να αποσύρει αυτές τις δυνάμεις στο αυτοκρατορικό στρατόπεδο στο Χάιλμπρον. Αυτό άνοιξε τον δρόμο για τον γαλλικό στρατό υπό τον δούκα του Μπέργουικ να πολιορκήσει το αυτοκρατορικό οχυρό στο Φίλιπσμπουργκ, το οποίο έπεσε μετά από πολιορκία δύο μηνών τον Ιούλιο του 1734. Ο Ευγένιος, ο οποίος συνοδευόταν από τον διάδοχο του θρόνου Φρειδερίκο (Β΄) της Πρωσίας, έκανε κάποιες προσπάθειες να ανακουφίσει την πολιορκία, αλλά ποτέ δεν έκανε αποφασιστικές επιθέσεις εναντίον του πολιορκητικού στρατού, λόγω του μεγέθους του και της σχετικά κακής ποιότητας των στρατευμάτων που είχε υπό τις διαταγές του. Ο Μπέργουικ σκοτώθηκε από οβίδα στο Φίλιπσμπουργκ.

Οι γαλλικοί στρατοί συνέχισαν να προελαύνουν κατά μήκος του Ρήνου, φτάνοντας μέχρι το Μάιντς, αλλά ο αυξανόμενος αυτοκρατορικός στρατός, ο οποίος περιλάμβανε στρατεύματα από τη Ρωσία που είχαν βοηθήσει στην κατάληψη του Ντάντσιγκ, μπόρεσε να αποτρέψει τη Γαλλία από την πολιορκία εκεί, και ο Ευγένιος πήγε στην επίθεση. Μια δύναμη 30.000 υπό τον Φρειδερίκο-Ερρίκο φον Σέκεντορφ διέσχισε τον Ρήνο και άρχισε να απωθεί τους Γάλλους πίσω προς το Tρηρ, νικώντας τους στο Κλάουζεν τον Οκτώβριο του 1735, σε μια από τις τελευταίες μάχες πριν από την επίτευξη των προκαταρκτικών όρων ειρήνης.

Στην Ιταλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γαλλικά στρατεύματα και στρατεύματα της Σαβοΐας που αριθμούσαν πάνω από 50.000, υπό τη διοίκηση του Καρόλου-Εμμανουήλ Γ΄, εισήλθαν στο έδαφος του Μιλάνου ήδη από τις 24 Οκτωβρίου, ενάντια στην ελάχιστη αντίσταση, καθώς οι αυστριακές δυνάμεις στο δουκάτο αριθμούσαν μόνο περίπου 12.000. Μέχρι τις 3 Νοεμβρίου, η ίδια η πόλη του Μιλάνου είχε παραδοθεί, αν και ο Αυστριακός κυβερνήτης, κόμης Βίριχ-Φίλιπ φον Ντάουν, κρατούσε ακόμα το φρούριο. Ο μεγάλος στρατηγός της Γαλλίας, ο δούκας του Βιλάρ, ενώθηκε με τον Κάρολο-Εμμανυήλ Γ΄ στο Μιλάνο στις 11 Νοεμβρίου. Ενώ ο Βιλάρ ήθελε να κινηθεί αμέσως εναντίον της Μάντοβας για να εξασφαλίσει τα αλπικά περάσματα ενάντια στις αυστριακές ενισχύσεις, ο Κάρολος-Εμμανουήλ Γ΄, που δεν είχε εμπιστοσύνη στους Γάλλους συμμάχους του και τις συναλλαγές τους με την Ισπανία, προσπάθησε να εξασφαλίσει το Μιλάνο. Ο στρατός πέρασε τους επόμενους τρεις μήνες εξαλείφοντας την αυστριακή αντίθεση από τις υπόλοιπες οχυρωμένες πόλεις στο δουκάτο. Ο Βιλάρ προσπάθησε να ελκύσει το ενδιαφέρει τον δον Καρόλου της Πάρμας για να συμμετάσχει στην αποστολή εναντίον της Mάντουα, αλλά ο Κάρολος επικεντρώθηκε στην εκστρατεία στη Νάπολη. Ο Βιλάρ άρχισε να κινείται ενάντια στη Μάντοβα, αλλά ο Κάρολος-Εμμανουήλ Β΄ αντιστάθηκε και ο στρατός έκανε μικρή πρόοδο. Στις αρχές Μαΐου, ένας αυστριακός στρατός 40.000 υπό τον κόμη Κλωντ-Φλοριμόντ ντε Μερσύ διέσχισε τις Άλπεις και απείλησε να κλείσει τα μετόπισθεν του γαλλικού στρατού με πλευρικό ελιγμό. Ο Βιλάρ απάντησε υποχωρώντας από τη Μάντοβα και προσπάθησε χωρίς επιτυχία να διακόψει τη διέλευση του αυστριακού στρατού από τον ποταμό Πάδο. Ο Βιλάρ, απογοητευμένος από την τακτική καθυστέρησης του Καρόλου-Εμμανουήλ Γ΄, εγκατέλειψε τον στρατό στις 27 Μαΐου. Αρρώστησε στο δρόμο της επιστροφής στη Γαλλία και απεβίωσε στο Τορίνο στις 17 Ιουνίου.

Ο Κάρολος-Εμμανουήλ Γ' της Σαρδηνίας, χαρακτικό του 18ου αι.

Οι δυνάμεις του ντε Mερσύ έκαναν επανειλημμένες προσπάθειες να διασχίσουν τον ποταμό Πάρμα τον Ιούνιο, αλλά μόλις αργά εκείνον τον μήνα κατάφεραν να διασχίσουν τον ποταμό και να πλησιάσουν την πόλη της Πάρμα, όπου οι συμμαχικές δυνάμεις, τώρα υπό τη διοίκηση των Γάλλων στραταρχών ντε Μπρολί και Κοϊνύ, ήταν εδραιωμένοι. Σε μια μάχη του Κολόρνο πριν και σε μια αιματηρή μάχη κοντά στο χωριό Κροτσέτα στις 29 Ιουνίου, οι Αυστριακοί νικήθηκαν, ο Μερσύ σκοτώθηκε και ο Φρειδερίκος φον Βύρτεμπεργκ, ο δεύτερος διοικητής, τραυματίστηκε. Ο Κάρολος-Εμμανουήλ Γ΄ επέστρεψε την επόμενη ημέρα για να αναλάβει εκ νέου τη διοίκηση και συνέχισε τις τακτικές καθυστερήσεων, αποτυγχάνοντας να καταδιώξει αμέσως τους Αυστριακούς που υποχωρούσαν. Οι Αυστριακοί υποχώρησαν στον Πάδο, όπου ενισχύθηκαν με επιπλέον στρατεύματα και τέθηκαν υπό τη διοίκηση του στρατάρχη Kένιγκσεγκ. Μετά από δύο μήνες αδράνειας, κατά τη διάρκεια των οποίων οι στρατοί αντιμετώπιζαν ο ένας τον άλλον πέρα από τον ποταμό Σέκια, ο Kένιγκσεγκ στις 15 Σεπτεμβρίου εκμεταλλεύτηκε τη χαλαρή ασφάλεια και πραγματοποίησε μια επιδρομή στα κεντρικά γραφεία του Κοϊνύ στο Κουιστέλο, σχεδόν αιχμαλωτίζοντας τον Κοϊνύ και λαμβάνοντας μεταξύ άλλων βραβεία πορσελάνες του Καρόλου-Εμμανουήλ Γ΄. Δύο ημέρες αργότερα οι Γάλλοι αποσύρθηκαν σε μια θέση κοντά στη Γκουαστάλα ως απάντηση στους αυστριακούς ελιγμούς, αλλά ένα απόσπασμα σχεδόν 3.000 ανδρών περικυκλώθηκε και αιχμαλωτίστηκε από τους προελαύνοντες Αυστριακούς. Στις 19 Σεπτεμβρίου, ο Kένιγκσεγκ επιτέθηκε στη συμμαχική θέση στη Γκουαστάλα, και σε μια άλλη αιματηρή συνάντηση, νικήθηκε, χάνοντας μεταξύ άλλων τον Φρειδερίκο της Βυρτεμβέργης. Ο Kένιγκσεγκ υποχώρησε πέρα από τον Πάδο, υιοθετώντας μια αμυντική θέση μεταξύ του Πάδου και του Όλιο, ενώ ο Κάρολος-Εμμανουήλ Γ΄ και πάλι δεν εκμεταλλεύτηκε τη νίκη του. Όταν τελικά απέσυρε το μεγαλύτερο μέρος του συμμαχικού στρατού στην Κρεμόνα, οι Αυστριακοί προχώρησαν στη βόρεια όχθη του Πάδου μέχρι την Άντα, πριν και οι δύο στρατοί εισέλθουν στις χειμερινές διαμονές τους τον Δεκέμβριο του 1734.

Στη νότια Ιταλία, οι Αυστριακοί, επιλέγοντας μια στρατηγική υπεράσπισης μεγάλου αριθμού φρουρίων, ηττήθηκαν βαθιά. Ο δον Κάρολος συγκέντρωσε έναν στρατό, που αποτελείτο κυρίως από Ισπανούς, αλλά και μερικά στρατεύματα από τη Γαλλία και τη Σαβοΐα. Προχωρώντας νότια μέσα από το Παπικό Κράτος, ο στρατός του πλαισίωσε την πρώτη γραμμή της αυστριακής άμυνας στο Mινιάνο, αναγκάζοντάς τους να υποχωρήσουν στο φρούριο στην Κάπουα. Στη συνέχεια έγινε πρακτικά δεκτός στη Νάπολη από τους πατρίκιους της πόλης, καθώς ο Αυστριακός αντιβασιλιάς είχε καταφύγει προς το Μπάρι και τα φρούρια που κρατούσαν οι Αυστριακοί στην πόλη καταλήφθηκαν γρήγορα. Ενώ διατηρούσε αποκλεισμό των μεγαλύτερων αυστριακών εγκαταστάσεων στην Κάπουα και τη Γαέτα, μια μεγάλη μερίδα του συμμαχικού στρατού καταδίωξε τις υπόλοιπες αυστριακές δυνάμεις. Αυτοί τελικά επιχείρησαν να σταθούν στα τέλη Μαΐου και ηττήθηκαν στο Μπιτόντο. Η Κάπουα και η Γαέτα πολιορκήθηκαν στη συνέχεια, ενώ τα αυστριακά φρούρια στη Σικελία υποτάχθηκαν γρήγορα. Η Γαέτα παραδόθηκε τον Αύγουστο και η Κάπουα άντεξε μέχρι τον Νοέμβριο, όταν ο διοικητής του, Όθων-Φερδινάνδος φον Άμπενσμπεργκ ουντ Τράουν, διαπραγματεύτηκε τελικά τους όρους παράδοσης, αφού του τελείωσαν τα πυρομαχικά. Ο Ιακωβίτης διεκδικητής των θρόνων του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας, Κάρολος-Εδουάρδος Στιούαρτ, ο οποίος ήταν κάτω των 14 ετών τότε, συμμετείχε επίσης στη γαλλική και ισπανική πολιορκία της Γκαέτα, κάνοντας την πρώτη του εμφάνιση σε μάχη.

Οι στρατοί στη βόρεια Ιταλία υπέφεραν σημαντικά τον χειμώνα, με σημαντικές απώλειες από ασθένειες και λιποταξία. Για την εκστρατεία του 1735, οι συμμαχικές δυνάμεις στη βόρεια Ιταλία τέθηκαν υπό τη διοίκηση του δούκα ντε Νοάιγ, που ανυψώθηκε σε στρατάρχη μετά την επιτυχημένη συνεισφορά του στην εκστρατεία του Ρήνου. Μαζί τους προστέθηκαν και ισπανικές δυνάμεις τον Μάιο, τώρα διαθέσιμες μετά τις επιτυχίες στο νότο. Σε απάντηση αυτής της απειλής, ο Kένιγκσεγκ υποχώρησε στην επισκοπή του Tρεντ, αλλά αφήνοντας καλά αμυνόμενη την πόλη-φρούριο της Μάντοβα. Σε αυτό το σημείο οι διαιρέσεις μεταξύ των συμμάχων έγιναν σαφείς, καθώς η Ισπανία διεκδίκησε τη Μάντοβα και αρνήθηκε επίσης να εγγυηθεί το Μιλάνο στον Κάρολο-Εμμανουήλ Γ΄. Σε απάντηση, ο Κάρολος-Εμμανουήλ Γ΄ αρνήθηκε να επιτρέψει τη χρήση του πολιορκητικού του εξοπλισμού κατά της Μάντοβα. Ως αποτέλεσμα, ο γαλλο-ισπανικός στρατός δεν μπόρεσε να κάνει περισσότερα από τον αποκλεισμό της πόλης. Όταν ο Κάρολος-Εμμανουήλ Γ΄ απέσυρε τις δυνάμεις του από την περιοχή, οι σύμμαχοι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν και οι πολιορκημένοι Αυστριακοί ανασυντάχθηκαν, ανακτώντας τελικά το μεγαλύτερο μέρος του Μιλάνου έναντι μικρής αντίστασης τον Νοέμβριο.

Διακανονισμός ειρήνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ευρώπη μετά τη Συνθήκη της Βιέννης του 1738, η οποία ολοκλήρωσε τον πόλεμο.

Ήδη από τον Φεβρουάριο του 1734 οι Βρετανοί και οι Ολλανδοί είχαν προσφερθεί να μεσολαβήσουν στις ειρηνευτικές συνομιλίες μεταξύ των διαφόρων μερών της σύγκρουσης. Στις αρχές του 1735, οι προτάσεις κυκλοφόρησαν. Καθώς το 1735 προχωρούσε με τους Αυστριακούς να μην ήταν σε πραγματική θέση να συνεχίσουν τον αγώνα, και τους Γάλλους που ανησυχούσαν για την πιθανή άφιξη ρωσικών ενισχύσεων στον Ρήνο (η οποία τελικά συνέβη), οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν μέχρι το καλοκαίρι του 1735.

Μια προκαταρκτική ειρήνη συνήφθη τελικά τον Οκτώβριο του 1735 και επικυρώθηκε με τη συνθήκη της Βιέννης τον Νοέμβριο του 1738. Ο Αύγουστος Γ΄ επιβεβαιώθηκε επίσημα ως βασιλιάς της Πολωνίας, ο Στανίσλαος Α΄ αποζημιώθηκε με τη Λωρραίνη (η οποία θα περνούσε με το τέλος του, μέσω της κόρης του, στους Γάλλους), ενώ ο πρώην δούκας της Λωρραίνης Φραγκίσκος-Στέφανος έγινε διάδοχος του μεγάλου δουκάτου της Τοσκάνης.

Ο Κάρολος της Πάρμας εγκατέλειψε την Πάρμα, η οποία περιήλθε στην άμεση αυστριακή κυριαρχία, αλλά αποζημιώθηκε πλουσιοπάροχα με το ότι έγινε βασιλιάς της Νάπολης και της Σικελίας. Ο Κάρολος-Εμμανουήλ Γ΄ της Σαρδηνίας έλαβε εδάφη από το δυτικό τμήμα του δουκάτου του Μιλάνου δυτικά του Τιτσίνο, συμπεριλαμβανομένων της Νοβάρα και της Τορτόνα.

Αν και οι μάχες σταμάτησαν μετά την προκαταρκτική ειρήνη το 1735, η τελική ειρηνευτική διευθέτηση έπρεπε να περιμένει μέχρι το τέλος του τελευταίου μεγάλου δούκα των Μεδίκων της Τοσκάνης, Τζιαν-Γκαστόνε το 1737, για να επιτραπεί η έναρξη ισχύος των εδαφικών ανταλλαγών, που προέβλεπε η ειρηνευτική συμφωνία.

Οι Γάλλοι (και οι σύμμαχοί τους), ελπίζοντας σε ύφεση και καλές σχέσεις με τους Αυστριακούς, αναγνώρισαν τώρα επίσης την Πραγματική Κύρωση, που θα επέτρεπε στην κόρη του αυτοκράτορα Καρόλου ΣΤ΄, Μαρία-Θηρεσία, να τον διαδεχθεί. Ωστόσο αυτό αποδείχτηκε μια φρούδα εγγύηση, καθώς οι Γάλλοι αποφάσισαν να παρέμβουν στην Αυστριακή Διαδοχή για να διαμελίσουν τη μοναρχία των Αψβούργων μετά το τέλος του Καρόλου ΣΤ΄ το 1740. Η απόκτηση της Λωρραίνης για τον πρώην βασιλιά της Πολωνίας, ωστόσο, αποδείχθηκε διαρκές όφελος για τη Γαλλία, καθώς πέρασε υπό άμεση γαλλική κυριαρχία με το τέλος του Στανισλάου Α΄ το 1766.

Ο Στανίσλαος Α΄ υπέγραψε την πράξη της παραίτησης το 1736, ενώ ο Αύγουστος Γ΄ εξήγγειλε γενική αμνηστία. Ο Mιχαήλ Σερβάτσυ Βισνιοβιέσκι ανταμείφθηκε αφειδώς: ο βασιλιάς τον έκανε μεγάλο χέτμαν και αρχιστράτηγο του μεγάλου δουκάτου της Λιθουανίας.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Chisholm, Hugh, ed. (1911). "Polish Succession War" . Encyclopædia Britannica. Vol. 21 (11th ed.). Cambridge University Press. pp. 981–982.
  • Lewinski-Corwin, Edward H (1917). The Political History of Poland. Polish Book Imports.
  • Lodge, Richard (1931). "English Neutrality in the War of the Polish Succession". Transactions of the Royal Historical Society. 14: 141–173. doi:10.2307/3678511. JSTOR 3678511.
  • Ward, AW; Prothero, GW, eds. (1909). The Cambridge Modern History; Volume VI The 18th century. Cambridge University Press.
  • 978-0-8131-1417-0
  • 978-1-85728-106-4
  • Austrian-Hungarian Monarchy. Kriegsarchiv (1891). Geschichte des Kämpfe Österreichs: Feldzüge des Prinzen Eugen von Savoyen: Nach den Feldacten und anderen authentischen Quellen [History of Austrian Battles: Campaigns of Prince Eugene of Savoy: from the field records and other authentic sources] (in German). Verlag des K.K. Generalstabes, in Commission bei C. Gerold's Sohn.
  • Colletta, Pietro; Horner, Ann Susan (translator) (1858). History of the kingdom of Naples, 1734–1825, with a suppl, Parts 1825–1856.
  • 978-0-521-04545-2
  • Pajol, Charles Pierre (1881). Les guerres sous Louis XV [The Wars of Louis XV] (in French). Paris: Librairie de Firmin-Didot et Cie. p. 288. Clausen Coigny.
  • Navarro i Soriano, Ferran (2019). Harca, harca, harca! Músiques per a la recreació històrica de la Guerra de Successió (1794-1715). Εκδοτικό ΔΕΝΕΣ.(ISBN 978-84-16473-45-8)ISBN 978-84-16473-45-8 .

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]