Αραβική κατάκτηση της Συρίας και Παλαιστίνης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η σκηνή του θεάτρου της Παλμύρας. Ταντμόρ Συρίας.

Η Αραβική κατάκτηση της Συρο-Παλαιστίνης (αραβικά: اَلْـفَـتْـحُ الْـعَـرَبِيُّ لِـلـشَّـامِ‎, Al-Fatḥ ul-ʿArabiyyu lish-Sham), ξεκίνησε στο πρώτο μισό του 7ου αι. [1] ως μέρος του επεκτατικού πολέμου του πρώτου αραβικού χαλιφάτου. Αραβικές δυνάμεις είχαν εμφανιστεί στα νότια σύνορα, ακόμη και πριν από το θάνατο του Μωάμεθ το 632, με αποκορύφωμα την Μάχη του Μουτάχ, το 629. Η οργανωμένη κατάκτηση ωστόσο, άρχισε το 634 από τους διαδόχους του Μωάμεθ, Αμπού Μπακρ και Ουμάρ ιμπν αλ-Χαττάμπ, υπό την στρατιωτική ηγεσία Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ

Βυζαντινή Συρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ευρύτερη περιοχή της Συρίας βρισκόταν επί επτά αιώνες υπό την κυριαρχία των Ρωμαίων πρώτα, (με τα διαλείμματα κατά τον 3ο, 6ο και 7ο αιώνα, όταν είχε καταληφθεί από τους Σασσανίδες) των Βυζαντινών κατόπιν. Είχε επίσης υποστεί επιδρομές από τους Άραβες συμμάχους των Σασσανιδών, τους Λακμίδες. Τις παραμονές των αραβικών κατακτήσεων, οι Βυζαντινοί βρίσκονταν ακόμη στη διαδικασία ανασυγκρότησης της εξουσίας τους σε αυτά τα εδάφη, τα οποία σε ορισμένες περιοχές είχαν χαθεί γι' αυτούς για σχεδόν είκοσι χρόνια. Ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος, αφού κατέλαβε εκ νέου τη Συρία από τους Σασσανίδες, δημιούργησε νέες αμυντικές γραμμές από τη Γάζα μέχρι το νότιο άκρο της Νεκράς Θάλασσας. Αυτές οι γραμμές σχεδιάστηκαν μόνο για να προστατεύουν τις επικοινωνίες από ληστές· το μεγαλύτερο μέρος της Βυζαντινής άμυνας ήταν συγκεντρωμένο στη Βόρεια Συρία, για να αντιμετωπίσει τους παραδοσιακούς εχθρούς, τους Σασσανίδες Πέρσες. Το μειονέκτημα αυτής της γραμμής άμυνας ήταν, ότι επέτρεψε στους Άραβες, προχωρώντας από την έρημο στον νότο, να φτάσουν βόρεια ως τη Γάζα, πριν συναντήσουν τακτικά Βυζαντινά στρατεύματα.

Διοικητικά, η συριακή περιοχή αποτελείτο από δύο επαρχίες: η ίδια η Συρία εκτεινόταν από την Αντιόχεια και το Χαλέπιο στα βόρεια μέχρι την κορυφή της Νεκράς Θάλασσας. Στα δυτικά και νότια της Νεκράς Θάλασσας βρισκόταν η επαρχία της Παλαιστίνης. Η Συρία αποτελείτο κυρίως από Αραμαίους και Ελληνόφωνους αλλά και αραβικό πληθυσμό, ειδικά στο ανατολικό και νότιο τμήμα της. Οι Άραβες της Συρίας ήταν άνθρωποι χωρίς επιρροή, μέχρι τη μετανάστευση της ισχυρής φυλής των Γασσανιδών από την Υεμένη στη Συρία, η οποία φυλή ασπάστηκε τον Χριστιανισμό και στη συνέχεια κυβέρνησε ένα ημιαυτόνομο κράτος με δικό της βασιλιά, υπό Ρωμαϊκή υποτέλεια. Η δυναστεία των Γασανιδών έγινε μία από τις τιμημένες πριγκιπικές δυναστείες της Αυτοκρατορίας, με τον βασιλιά των Γασανιδών να κυβερνά τους Άραβες στην Ιορδανία και τη Νότια Συρία από την πρωτεύουσά του στη Μπόσρα. Ο τελευταίος από τους Γασανίδες βασιλείς, που κυβέρνησε την εποχή των αραβικών εισβολών, ήταν ο Τζαμπαλά ιμπν αλ-Αΐάμ.

Δημογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν από την αραβική κατάκτηση, η δημογραφική δομή της Μείζονος Συρίας αποτελείτο από Αραμαίους, Φοίνικες, Άραβες, Έλληνες, Εβραίους και Σαμαρείτες. Κατά τον 2ο αι. μ.Χ., η αραμαϊκή άρχισε να αντικαθιστά τις προηγουμένως ομιλούμενες σημιτικές γλώσσες σε όλη την περιοχή, ενσωματώνοντας τοπικά χαρακτηριστικά από προηγούμενες τοπικές γλώσσες, όπως τη φοινικική και την ακκαδική. Τα Κοινά Ελληνικά ομιλούντο στα εξελληνισμένα αστικά κέντρα και τις παράκτιες πόλεις, ενώ τα λατινικά μόνο στη ρωμαϊκή Βηρυτό. Τα αραβικά ομιλούντο επίσης στην ενδοχώρα και οι Άραβες αποτελούσαν σημαντικό μέρος των πληθυσμών στην Πέτρα, τη Μπόσρα και τη Χαουράν στον νότο, την Παλμύρα και την Έμεσα, στο κέντρο και τη Χαλκίδα και το Χαλέπιο στα βόρεια.

Άνοδος του Χαλιφάτου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι στρατιωτικές αντιπαραθέσεις με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ξεκίνησαν κατά τη διάρκεια της ζωής του Μωάμεθ. Η μάχη του Mουτάχ διεξήχθη τον Σεπτέμβριο του 629 κοντά στο χωριό Μουτάχ, στην σημερινή Ιορδανία μεταξύ των δυνάμεων του προφήτη Μωάμεθ και των δυνάμεων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και των Αράβων Χριστιανών Γασσανιδών υποτελών. Στις ισλαμικές ιστορικές πηγές, η μάχη περιγράφεται συνήθως ως η προσπάθεια των Μουσουλμάνων να εκδικηθούν τους Γασανίδες, επειδή ένας αξιωματούχος των Γασσανιδών είχε εκτελέσει τον απεσταλμένο του Μωάμεθ, που ήταν καθ' οδόν προς τη Μπόσρα. [2] Κατά τη διάρκεια της μάχης ο αραβικός στρατός κατατροπώθηκε. Αφού σκοτώθηκαν τρεις Άραβες διοικητές, η εντολή δόθηκε στον Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ, ο οποίος επέτυχε να σώσει τις υπόλοιπες δυνάμεις. Οι μουσουλμανικές δυνάμεις που επέζησαν, υποχώρησαν στη Μεδίνα.

Μετά το Αποχαιρετιστήριο Προσκύνημα το 632, ο Μωάμεθ διόρισε τον Ουσάμα ιμπν Ζαΰντ ως διοικητή μίας εκστρατευτικής δύναμης, που επρόκειτο να εισβάλει στην περιοχή Μπάλκα της Πετραίας Αραβίας. Στόχος της εκστρατείας ήταν να εκδικηθεί τις απώλειες των μουσουλμάνων στη μάχη του Mουτάχ, κατά την οποία ο πατέρας του Ουσάμα και ο υιοθετημένος γιος του Mωάμεθ, Zαΰντ ιμπν Χαριτά, είχαν σκοτωθεί. [3] Η εκστρατεία του Ουσάμα τον Μάιο/Ιούνιο του 632 ήταν επιτυχής και ο στρατός του ήταν η πρώτη ισλαμική δύναμη, που εισέβαλε και επιτέθηκε σε Βυζαντινό έδαφος.

Ο Μωάμεθ απεβίωσε τον Ιούνιο του 632 και ο Αμπού Μπακρ διορίστηκε χαλίφης και πολιτικός διάδοχος στη Μεδίνα. Λίγο μετά τη διαδοχή του Αμπού Μπακρ, αρκετές αραβικές φυλές επαναστάτησαν εναντίον του στους Πολέμους της Αποστασίας (αραβ.: Ribba). Οι αποστάτες κατπολεμήθηκαν και εξουδετερώθηκαν κατά το 11ο έτος Εγίρας (Hijri). Το έτος 12 Εγίρας, ξημέρωσε στις 18 Μαρτίου 633 με την Αραβία ενωμένη υπό την κεντρική εξουσία του χαλίφη στη Μεδίνα.

Ο Αμπού Μπακρ έθεσε σε κίνηση μία ιστορική τροχιά, που σε λίγες μόλις δεκαετίες θα οδηγούσε σε μία από τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες στην ιστορία, ξεκινώντας με μία αντιπαράθεση με την Περσική Αυτοκρατορία υπό τον στρατηγό Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ.

Εκστρατεία στη Συρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης με λεπτομέρειες για την εισβολή του χαλιφάτου Ρασιντούν στη Συρο-Παλαιστίνη.

Μη γνωρίζοντας την ακριβή θέση του Βυζαντινού στρατού, ο Αμπού Μπακρ διέταξε όλα τα σώματα να παραμείνουν σε επαφή μεταξύ τους, ώστε να μπορούν να παρέχουν βοήθεια, εάν οι Βυζαντινοί ήταν σε θέση να συγκεντρώσουν τον στρατό τους σε οποιοδήποτε επιχειρησιακό τομέα. Σε περίπτωση που το σώμα έπρεπε να συγκεντρωθεί για μία μεγάλη μάχη, ο Aμπού Ουμπαϊντά θα ήταν ο Γενικός Διοικητής ολόκληρου του στρατού. Την πρώτη εβδομάδα του Απριλίου 634 οι Μουσουλμανικές δυνάμεις άρχισαν να μετακινούνται από τα στρατόπεδά τους έξω από τη Μεδίνα. Το πρώτο στρατιωτικό σώμα που έφυγε ήταν αυτό του Γιαζίντ, και ακολούθησαν αυτά των Σουραχμπίλ, Αμπού Ουμπάιντα και Αμρ, ο καθένας μία μέρα πορεία από τον άλλον. Ο Αμπού Μπακρ περπάτησε για μία μικρή απόσταση στο πλευρό κάθε διοικητή σώματος. Τα αποχαιρετιστήρια λόγια του που επανέλαβε σε καθέναν από τους διοικητές του σώματος ήταν τα εξής:

"Στην πορεία σας μην είστε σκληροί με τον εαυτό σας ή τον στρατό σας. Μην είσαι σκληρός με τους άνδρες ή τους αξιωματικούς σου, τους οποίους πρέπει να συμβουλεύεσαι για όλα τα θέματα. Να είστε δίκαιοι και να αποκηρύξετε το κακό και την τυραννία, διότι κανένα έθνος που είναι άδικο δεν ευημερεί ή κερδίζει τους εχθρούς του. Όταν συναντάς τον εχθρό, μην του γυρίζεις την πλάτη. Διότι όποιος γυρίζει την πλάτη του -εκτός από την περίπτωση του να κάνει ελιγμούς για μάχη ή να ανασυνταχθεί- κερδίζει την οργή του Αλλάχ. Η κατοικία του θα είναι η κόλαση και τι τρομερό μέρος είναι αυτό! Και όταν κερδίσεις τους εχθρούς σου, μη σκοτώνεις γυναίκες ή παιδιά ή ηλικιωμένους και μη σφάζεις ζώα, παρά μόνο για να φας. Και μην παραβιάζετε τις συμφωνίες που κάνετε. Θα συναντήσετε έναν λαό που ζει σαν ερημίτες στα μοναστήρια, πιστεύοντας ότι τα έχει αφήσει όλα για τον Θεό. Ας είναι να μην καταστρέψουν τα μοναστήρια τους. Και θα συναντήσετε άλλους ανθρώπους, που είναι οπαδοί του Σατανά και λάτρεις του Σταυρού, που ξυρίζουν το κέντρο του κεφαλιού τους για να μπορείτε να δείτε το τριχωτό της κεφαλής. Επιτεθείτε τους με τα ξίφη σας, μέχρι να υποταχθούν στο Ισλάμ ή να πληρώσουν τη τζίζια [=φόρο υποτέλειας]. Σας εμπιστεύομαι στη φροντίδα του Αλλάχ.[εκκρεμεί παραπομπή]

Η κατάκτηση της Συρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ερείπια της Αρχαίας Πέτρας, μίας από τις πρώτες πόλεις που έπεσαν στους εισβολείς Μουσουλμανικούς στρατούς.

Αρχική φάση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προχωρώντας στον καθορισμένο στόχο τους πέρα από το Ταμπούκ, το σώμα του Γιαζίντ ήρθε σε επαφή με μία μικρή Χριστιανική Αραβική δύναμη, που υποχωρούσε μετά από μια αψιμαχία με τη μουσουλμανική προπορευόμενη φρουρά, μετά την οποία ο Γιαζίντ πήγε στην κοιλάδα της Αράμπαχ, όπου συναντά το νότιο άκρο της Νεκράς Θάλασσας. Καθώς η κύρια Βυζαντινή αμυντική γραμμή ξεκινούσε από τις παράκτιες περιοχές κοντά στην Γκαζάχ, ο Γιαζίντ έφτασε στην Κοιλάδα της Αράμπαχ την ίδια περίπου στιγμή που ο Αμρ μπιν Αλ Άας έφτασε στο Ελάτ. Τα δύο εμπρός αποσπάσματα, που στάλθηκαν από τον Βυζαντινό στρατό για να αποτρέψουν την είσοδο των σωμάτων του Γιαζίντ και του Αμρ αντίστοιχα στην Παλαιστίνη, ηττήθηκαν εύκολα από αυτούς, αν και εμπόδισαν τις δυνάμεις Ρασιντούν να φτάσουν στον στόχο τους. Ο Αμπού Ουμπαϊντά και ο Σουραμπίλ, από την άλλη πλευρά, συνέχισαν την πορεία τους και στις αρχές Μαΐου 634 έφτασαν στην περιοχή μεταξύ Μπόσρα και Τζαμπίγια. Ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος, έχοντας λάβει πληροφορίες για τις κινήσεις των Μουσουλμανικών στρατών από τους Άραβες πελάτες του, άρχισε να σχεδιάζει αντίμετρα. Κατόπιν διαταγής του Ηράκλειου, Βυζαντινές δυνάμεις από διάφορες φρουρές στο βορρά άρχισαν να κινούνται για να συγκεντρωθούν στο Αϊτζναδίν. Από εδώ μπορούσαν να εμπλακούν με το σώμα του Αμρ και να κάνουν ελιγμούς ενάντια στο πλευρό ή το πίσω μέρος του υπόλοιπου Μουσουλμανικού σώματος, που βρισκόταν στην Ιορδανία και τη Νότια Συρία. Η δύναμη των Βυζαντινών δυνάμεων, σύμφωνα με πρόχειρους υπολογισμούς, ήταν περίπου 100.000. [4] Ο Aμπού Ουμπαϊντά ενημέρωσε τον χαλίφη για τις προετοιμασίες που έκαναν οι Βυζαντινοί την τρίτη εβδομάδα του Μαΐου 634. Επειδή ο Aμπού Ουμπαϊντά δεν είχε εμπειρία ως διοικητής στρατιωτικών δυνάμεων σε τέτοιες μεγάλες επιχειρήσεις, ειδικά κατά του ισχυρού Ρωμαϊκού Στρατού, ο Aμπού Μπακρ αποφάσισε να στείλει τον Kαλίντ ιμπ Ουαλίντ για να αναλάβει τη διοίκηση. Σύμφωνα με τα πρώτα Μουσουλμανικά χρονικά, ο Αμπού Μπακρ είπε, «με τον Αλλάχ θα καταστρέψω τους Ρωμαίους και τους φίλους του Σατανά με τον Καλίντ ιμπν Αλ Ουαλίντ». [5]

Χάρτης με λεπτομέρειες της διαδρομής της εισβολής του Καλίντ ιμπν Ουαλίντ στη Συρία.

Ο Καλίντ ξεκίνησε αμέσως για τη Συρία από το Aλ-Χιρά, στο Ιράκ, στις αρχές Ιουνίου, παίρνοντας μαζί του τον μισό στρατό του, περίπου 8000 άτομα. Υπήρχαν δύο διαδρομές προς τη Συρία από το Ιράκ: η μία ήταν μέσω Νταουμάτ-ουλ-Τζαντάλ και η άλλη ήταν μέσω της Μεσοποταμίας, περνώντας από τη Ράκα. Οι Μουσουλμανικοί στρατοί στη Συρία χρειάζοντο επείγουσα ενίσχυση, έτσι ο Καλίντ απέφυγε τη συμβατική διαδρομή προς τη Συρία μέσω Νταουμάτ ουλ Τζαντάλ, καθώς ήταν η μεγαλύτερη διαδρομή και θα χρειαζόταν εβδομάδες για να φτάσει στη Συρία. Ο Καλίντ απέφυγε τη διαδρομή της Μεσοποταμίας λόγω της παρουσίας Ρωμαϊκών φρουρών εκεί και στη Βόρεια Συρία. Η εμπλοκή τους σε μία εποχή που οι Μουσουλμανικοί στρατοί περνούσαν από τη Συρία δεν ήταν σοφή ιδέα. Ο Καλίντ επέλεξε μία συντομότερη διαδρομή προς τη Συρία, μία ασυνήθιστη διαδρομή που όμως περνούσε από τη Συριακή έρημο. Είναι καταγεγραμμένο ότι οι στρατιώτες του προήλασαν για δύο ημέρες χωρίς να πιούν ούτε μία σταγόνα νερό, πριν φτάσουν σε μία προκαθορισμένη πηγή νερού σε μια όαση. Ο Καλίντ μπήκε έτσι στη Βόρεια Συρία και έπιασε τους Βυζαντινούς στο δεξί τους πλευρό. Σύμφωνα με τους σύγχρονους ιστορικούς, αυτός ο έξυπνος στρατηγικός ελιγμός ανέτρεψε τη Βυζαντινή άμυνα στη Συρία. [6]

Νότια Συρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Αΐν Ταμρ, το Κουρακίρ, το Σουβα, το Aράκ και η ιστορική πόλη Ταντμούρ ήταν οι πρώτες πόλεις που έπεσαν στον Kαλίντ. Το Σουκνά, το αλ-Kαργιατάγιν και το Χαβαρίν καταλήφθηκαν μετά τη μάχη του αλ-Καργιαταγιν και τη μάχη του Χαβαρίν. Αφού αντιμετώπισε όλες αυτές τις πόλεις, ο Καλίντ κινήθηκε προς τη Δαμασκό μέσω ενός ορεινού περάσματος, που είναι τώρα γνωστό ως Σανίτα-αλ-Ουκάμπ (Πέρασμα Ουκάμπ) από το όνομα του προτύπου του στρατού του Kαλίντ. Από εδώ απομακρύνθηκε από τη Δαμασκό, προς τη Μπόσρα, την πρωτεύουσα των Γασανιδών. Διέταξε άλλους Μουσουλμάνους διοικητές να συγκεντρώσουν τον στρατό τους, ακόμα κοντά στα Συρο-Αραβικά σύνορα, στη Μπόσρα. Στο Mαράτζ-αλ-Ραχάμπ, ο Καλίντ νίκησε έναν στρατό των Γασανιδών σε μία γρήγορη μάχη, που ονομάζεται μάχη του Μαρτζ-αλ-Ραχίτ. Εν τω μεταξύ, ο Aμπού Ουμπάιντα ιμπν αλ-Τζαράχ, ο ανώτατος διοικητής των Μουσουλμανικών στρατών στη Συρία, είχε διατάξει τον Σουραμπίλ ιμπν Χασανά να επιτεθεί στη Μπόσρα. Ο τελευταίος πολιόρκησε τη Μπόσρα με τον μικρό στρατό των 4.000 ανδρών. Η Ρωμαϊκή και Αραβική φρουρά των Γασανιδών, συνειδητοποιώντας ότι αυτή θα μπορούσε να είναι η προπορευόμενη φρουρά του μεγαλύτερου Μουσουλμανικού στρατού που θα ερχόταν, αποχώρησε από την οχυρωμένη πόλη και επιτέθηκε στον Σουραμπίλ, περικυκλώνοντάς τον από όλες τις πλευρές. Ωστόσο, ο Καλίντ έφτασε στο πεδίο με το ιππικό του και έσωσε τον Σουραμπίλ. Οι συνδυασμένες δυνάμεις των Kαλίντ, Σουραμπίλ και Aμπού Ουμπαϊντά επανέλαβαν έπειτα την πολιορκία της Μπόσρα, η οποία παραδόθηκε κάποια στιγμή στα μέσα Ιουλίου 634, τερματίζοντας ουσιαστικά τη Δυναστεία των Γασανιδών.

Γεωγραφικός χάρτης με λεπτομέρειες της διαδρομής της εισβολής του Καλίντ ιμπν Ουαλίντ στη Συρία.

Εδώ ο Kαλίντ ανέλαβε τη διοίκηση των Μουσουλμανικών στρατών στη Συρία από τον Aμπου Ουμπαϊντά, σύμφωνα με τις οδηγίες του Χαλίφη. Ογκώδεις Βυζαντινοί στρατοί συγκεντρώνονταν στο Aτζναντάυν για να ωθήσουν τους στρατούς εισβολής πίσω στην έρημο. Οι πρώτες μουσουλμανικές πηγές ισχυρίζονται ότι η Βυζαντινή δύναμη ήταν 90.000, αν και οι περισσότεροι σύγχρονοι ιστορικοί αμφιβάλλουν για τους αριθμούς, ωστόσο θεωρούν ότι αυτή η μάχη ήταν το κλειδί για να διαρραγεί η Βυζαντινή ισχύς στη Συρία. Κατόπιν εντολής του Καλίντ, όλα τα Μουσουλμανικά σώματα συγκεντρώθηκαν στο Ατζναντάγιν, όπου κέρδισαν μία αποφασιστική μάχη κατά των Βυζαντινών στις 30 Ιουλίου.

Αυτή η ήττα άφησε τη Συρία ευάλωτη στους Μουσουλμάνους εισβολείς. Ο Καλίντ αποφάσισε να καταλάβει τη Δαμασκό, το προπύργιο των Βυζαντινών. Στη Δαμασκό επικεφαλής ήταν ο Θωμάς, γαμπρός του Αυτοκράτορα Ηράκλειου. Έχοντας λάβει πληροφορίες για την πορεία του Καλίντ προς τη Δαμασκό, προετοιμάστηκε για την άμυνά της, γράφοντας στον Αυτοκράτορα Ηράκλειο στην Έμεσα για ενισχύσεις. Επιπλέον ο Θωμάς, για να έχει περισσότερο χρόνο για την προετοιμασία μίας πολιορκίας, έστειλε στρατούς να καθυστερήσουν ή, αν ήταν δυνατόν, να σταματήσουν την πορεία του Καλίντ στη Δαμασκό. Ένας από αυτούς τους στρατούς ηττήθηκε στη μάχη της Γιακούσα στα μέσα Αυγούστου κοντά στη λίμνη Τιβεριάδα, 145 χλμ. από τη Δαμασκό. Ένας άλλος ηττήθηκε στη μάχη του Mαράτζ αλ-Σαφέρ στις 19 Αυγούστου. Αυτές οι εμπλοκές είχαν το επιθυμητό αποτέλεσμα, καθυστερώντας αρκετά τον Καλίν,τ ώστε ο Θωμάς να προετοιμαστεί για μία πολιορκία. Ωστόσο όταν οι ενισχύσεις του Ηράκλειου έφτασαν στην πόλη, ο Καλίδ είχε αρχίσει την πολιορκία του, έχοντας φτάσει στη Δαμασκό στις 20 Αυγούστου. Για να απομονώσει την πόλη από την υπόλοιπη περιοχή, ο Καλίντ τοποθέτησε αποσπάσματα νότια στον δρόμο προς την Παλαιστίνη και στο βορρά στη διαδρομή Δαμασκού-Εμέσης, και πολλά άλλα μικρότερα αποσπάσματα σε διαδρομές προς τη Δαμασκό. Οι ενισχύσεις τού Ηράκλειου αναχαιτίστηκαν και καταστράφηκαν στη μάχη της Σανίτα-αλ-Ουκάμπ, 30 χλμ. από τη Δαμασκό. Οι δυνάμεις του Καλίντ άντεξαν τρεις Ρωμαϊκές μάχες, που προσπάθησαν να σπάσουν την πολιορκία. Ο Καλίντ τελικά επιτέθηκε και κατέκτησε τη Δαμασκό στις 18 Σεπτεμβρίου, μετά από 30 ημέρες, αν και -σύμφωνα με ορισμένες πηγές- η πολιορκία στην πραγματικότητα είχε διαρκέσει τέσσερις ή έξι μήνες. Ο Ηράκλειος, αφού έλαβε την είδηση της πτώσης της Δαμασκού, έφυγε για την Αντιόχεια από την Έμεσα. Στους πολίτες δόθηκε ειρήνη με την υπόσχεση για ετήσιο φόρο και στον Βυζαντινό στρατό δόθηκε τρεις ημέρες για να πάει όσο πιο μακριά μπορούσε. Μετά από τρεις ημέρες, ο Kαλίντ πήρε μια δύναμη ιππικού, πρόλαβε τους Ρωμαίους χρησιμοποιώντας μία άγνωστη συντόμευση και τους επιτέθηκε στη μάχη του Μαράτζ-αλ-Ντεμπάτζj, 305 χλμ. βόρεια της Δαμασκού.

Κατάκτηση υπό τον χαλίφη Ομάρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απόλυση του Χαλίντ από τη διοίκηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 22 Αυγούστου, ο Αμπού Μπακρ, ο πρώτος χαλίφης, απεβίωσε, έχοντας κάνει διάδοχό του τον Ουμάρ. Η πρώτη κίνηση του Ουμάρ ήταν να απαλλάξει τον Kαλίντ από τη διοίκηση και να διορίσει τον Aμπού Ουμπαϊντά ως νέο αρχιστράτηγο του Ισλαμικού στρατού. Ο Aμπού Ουμπαϊντά έλαβε την επιστολή που μνημονεύει αυτό κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, αλλά καθυστέρησε την ανακοίνωση, μέχρι να κατακτηθεί η πόλη. Αργότερα, ο Kαλίντ υποσχέθηκε την πίστη του στον νέο χαλίφη και συνέχισε να υπηρετεί ως απλός διοικητής υπό τον Aμπού Ουμπαϊντά. Αναφέρεται ότι είπε: «Εάν ο Αμπού Μπακρ είναι νεκρός και ο Ομάρ είναι χαλίφης, τότε ακούμε και υπακούμε». [7]

Ο Aμπού Ουμπαϊντά κινήθηκε πιο αργά και σταθερά, γεγονός που είχε παράλληλη επίδραση στις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία. Ο Aμπού Ουμπαϊντά, που θαύμαζε τον Kαλίντ, τον έκανε διοικητή του ιππικού και βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στις συμβουλές του καθ' όλη τη διάρκεια της εκστρατείας. [8]

Κατάκτηση του Κεντρικού Λεβάντε[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης που περιγράφει λεπτομερώς τη διαδρομή της Μουσουλμανικής εισβολής στην κεντρική Συρία.

Αμέσως μετά τον διορισμό του Aμπού Ουμπαϊντά ως αρχιστράτηγου, έστειλε ένα μικρό απόσπασμα στην ετήσια εορτή του Aμπού-αλ-Κουντάς, που πραγματοποιείτο στο Aμπλάχ, κοντά στο Ζάχλε, 50 χλμ. ανατολικά της Βηρυτού. Εκεί κοντά υπήρχε μια φρουρά Βυζαντινών, και Χριστιανών Αράβων, αλλά το μέγεθος της φρουράς υπολογίστηκε λάθος από τους Μουσουλμάνους πληροφοριοδότες. Η φρουρά περικύκλωσε γρήγορα το μικρό Μουσουλμανικό απόσπασμα, αλλά πριν αυτό καταστραφεί εντελώς, ο Χαλίντ ήρθε να σώσει τον Μουσουλμανικό στρατό. Ο Aμπού Ουμπαϊντά, έχοντας λάβει νέα στοιχεία, είχε στείλει τον Kαλίντ. Αυτός έφτασε στο πεδίο της μάχης και νίκησε τη φρουρά στις 15 Οκτωβρίου και επέστρεψε με τόνους λεηλατημένης λείας από το πανηγύρι και εκατοντάδες Ρωμαίους αιχμαλώτους. Καταλαμβάνοντας την κεντρική Συρία, οι Μουσουλμάνοι είχαν δώσει αποφασιστικό πλήγμα στους Βυζαντινούς. Η επικοινωνία μεταξύ της Βόρειας Συρίας και της Παλαιστίνης είχε πλέον διακοπεί. Ο Aμπού Ουμπαϊντά αποφάσισε να βαδίσει προς το Φαλ, το οποίο είναι περίπου 150 μ. κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, όπου ήταν παρούσα μία ισχυρή Βυζαντινή φρουρά και επιζώντες της μάχης του Aτζνανταςυν. Η περιοχή ήταν κρίσιμη, διότι από εδώ ο Βυζαντινός στρατός μπορούσε να χτυπήσει ανατολικά και να κόψει τις επικοινωνίες των Μουσουλμάνων με την Αραβία. Επιπλέον, με αυτή τη μεγάλη φρουρά στο πίσω μέρος τους, η Παλαιστίνη δεν μπορούσε να προσβληθεί. Ο Καλίντ, που διοικούσε την προπορευόμενη φρουρά, έφτασε πρώτος στο Φαλ (Fahl) και διαπίστωσε ότι οι Βυζαντινοί είχαν πλημμυρίσει τις πεδιάδες, αφού απέκλεισαν τον ποταμό Ιορδάνη. Ο Βυζαντινός στρατός τελικά ηττήθηκε στη μάχη του Φαλ στις 23 Ιανουαρίου 635. [9]


Στη συνέχεια, οι Μουσουλμανικοί στρατοί εδραίωσαν την κατάκτηση του Λεβάντε (Συρίας-Παλαιστίνης) καθώς ο Σουραμπίλ και ο Αμρ προχώρησαν βαθύτερα στην Παλαιστίνη. Η Μπετ Σεάν παραδόθηκε μετά από μία μικρή αντίσταση, ακολουθώντας την παράδοση της Τιβεριάδας τον Φεβρουάριο. Ο Ουμάρ, αφού έμαθε για τη θέση και τη δύναμη του Βυζαντινού στρατού στην Παλαιστίνη, έγραψε λεπτομερείς οδηγίες στους διοικητές των σωμάτων του εκεί και διέταξε τον Γιαζίντ να καταλάβει τις ακτές της Μεσογείου. Ο Αμρ και ο Σουραμπίλ βάδισαν κατά συνέπεια εναντίον της ισχυρότερης Βυζαντινής φρουράς και τους νίκησαν στη Δεύτερη Μάχη του Ατζναντύν. Στη συνέχεια, τα δύο σώματα χωρίστηκαν, με τον Αμρ να κινείται για να καταλάβει τη Ναμπλούς, την Αμάβας, τη Γιάφα, τη Χάιφα, τη Γάζα και τη Γιούμπνα προκειμένου να ολοκληρωθεί η κατάκτηση όλης της Παλαιστίνης, ενώ ο Σουραμπίλ κινήθηκε ενάντια στις παράκτιες πόλεις Άκρα και Τύρο. Ο Γιαζίντ προχώρησε από τη Δαμασκό για να καταλάβει τα λιμάνια της Σιδώνας, της Άρκα, της Βύβλου και της Βηρυτού. [10] Μέχρι το 635, η Παλαιστίνη, η Ιορδανία και η Νότια Συρία, με εξαίρεση την Ιερουσαλήμ και την Καισάρεια, ευρίσκοντο στα χέρια των Μουσουλμάνων. Κατόπιν εντολής του Ουμάρ, ο Γιαζίντ πολιόρκησε στη συνέχεια την Καισάρεια, η οποία, αποκλείοντας μία αναστολή κατά τη διάρκεια της Μάχης του Γιαρμούκ, κράτησε μέχρι την πτώση του λιμανιού το 640.

Σύμφωνα με τον λεξικογράφο Δαβίδ μπεν Αβραάμ αλ-Φασί (απεβίωσε πριν από το 1026), η Μουσουλμανική κατάκτηση της Παλαιστίνης έφερε ανακούφιση στους Εβραίους πολίτες της χώρας, στους οποίους οι Βυζαντινοί είχαν απαγορεύσει προηγουμένως να προσεύχονται στο Όρος του Ναού. [11]

Μάχες για την Έμεσα και Δεύτερη Μάχη της Δαμασκού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη μάχη, που αποδείχτηκε το κλειδί για την Παλαιστίνη και την Ιορδανία, οι Μουσουλμανικοί στρατοί χωρίστηκαν. Το σώμα του Σουραμπίλ και του Αμρ κινήθηκαν νότια για να καταλάβουν την Παλαιστίνη, ενώ ο Αμπού Ουμπαϊντά και ο Καλίντ, με ένα σχετικά μεγαλύτερο σώμα, κινήθηκαν βόρεια για να κατακτήσουν τη Βόρεια Συρία. Ενώ οι Μουσουλμάνοι ήταν κατειλημμένοι στο Φαλ, ο Ηράκλειος, διαισθανόμενος μία ευκαιρία, έστειλε γρήγορα στρατό υπό τον στρατηγό Θεόδρα για να ανακαταλάβει τη Δαμασκό, όπου είχε απομείνει μία μικρή μουσουλμανική φρουρά. Λίγο αργότερα οι Μουσουλμάνοι, έχοντας μόλις κερδίσει τη Μάχη του Φαχ, πήγαν προς την Έμεσα. Στο μεταξύ ο Βυζαντινός στρατός χωρίστηκε στα δύο: το ένα τμήμα αναπτύχθηκε στο Mαράτζ αλ Ρόμε (κοιλάδα Μπεκάα) με επικεφαλής τον Σχίνο, ενώ το άλλο, με διοικητή τον Θεόδρα, στάθμευσε στα δυτικά της Δαμασκού (περιοχή Αλ-Σαμπούρα). Κατά τη διάρκεια της νύχτας ο Θεόδρας προχώρησε στη Δαμασκό, για να εξαπολύσει αιφνιδιαστική επίθεση. Ο κατάσκοπος του Kαλίντ τον ενημέρωσε για την κίνηση και ο Kαλίντ, έχοντας λάβει άδεια από τον Aμπού Ουμπαϊντά, κάλπασε προς τη Δαμασκό με την κινητή φρουρά του. Ενώ ο Aμπού Ουμπαϊντά πολέμησε και νίκησε τον ρωμαϊκό στρατό στη μάχη του Mαράτζ-αλ-Ρόμε, ο Kαλίντ μετακόμισε στη Δαμασκό με το ιππικό του και επιτέθηκε και νίκησε τον Θεόδρα εκεί. Μία εβδομάδα αργότερα, ο ίδιος ο Aμπού Ουμπαϊντά κινήθηκε προς την Ηλιούπολη, όπου βρισκόταν ο μεγάλος ναός του Δία. Τον Μάιο του 636, η Ηλιούπολη παραδόθηκε στους Μουσουλμάνους μετά από μικρή αντίσταση και συμφώνησε να πληρώσει φόρο υποτέλειας. Ο Abu Ubaidah έστειλε τον Καλίντ κατευθείαν προς την Έμεσα. Η Έμεσα και η Χαλκίδα πρόσφεραν μία συνθήκη ειρήνης για έναν χρόνο. Ο Aμπού Ουμπαϊντά αποδέχτηκε την προσφορά και, αντί να εισβάλει στις περιοχές της Έμεσας και της Χαλκίδας, εδραίωσε την κυριαρχία του στην κατακτημένη γη και κατέλαβε τη Χάμα και το Mααράτ αλ-Νουμάν. Έχοντας συγκεντρώσει σημαντικούς στρατούς στην Αντιόχεια, ο Ηράκλειος τους έστειλε για να ενισχύσουν στρατηγικά σημαντικές περιοχές της Βόρειας Συρίας, όπως την Έμεσα και τη Χαλκίδα. Η Βυζαντινή ενίσχυση της Έμεσας παραβίασε τη συνθήκη και ο Aμπού Ουμπαϊντά και ο Kαλίντ προήλασαν ανάλογα. Ένας Βυζαντινός στρατός που σταμάτησε την προπορευόμενη φρουρά του Καλίντ, ηττήθηκε. Οι Μουσουλμάνοι πολιόρκησαν την Έμεσα, η οποία τελικά κατακτήθηκε τον Μάρτιο του 636 μετά από δύο μήνες.

Μάχη του Γιαρμούκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

 

Μετακινήσεις Μουσουλμανικών και Βυζαντινών στρατευμάτων πριν από τη μάχη του Γιαρμούκ.

Αφού κατέλαβε την Έμεσα, ο Καλίντ κινήθηκε βόρεια για να καταλάβει τη Βόρεια Συρία, χρησιμοποιώντας το ιππικό του ως προπορευόμενο και δύναμη επιδρομής. Στο Σαϊζάρ, ο Καλίντ αναχαίτισε μία συνοδεία, που έπαιρνε προμήθειες για τη Χαλκίδα. Οι αιχμάλωτοι ανακρίθηκαν και τον ενημέρωσαν για το φιλόδοξο σχέδιο του Αυτοκράτορα Ηράκλειου να πάρει πίσω τη Συρία με στρατό πιθανώς 200.000 ανδρών. Ο Καλίντ τερμάτισε αμέσως την επιδρομή.

Μετά τις προηγούμενες εμπειρίες του, ο Ηράκλειος απέφευγε πλέον να μάχεται με τον Μουσουλμανικό στρατό. Τα σχέδιά του ήταν να στείλει τεράστιες ενισχύσεις σε όλες τις μεγάλες πόλεις, να απομονώσει το Μουσουλμανικό σώμα το ένα από το άλλο και στη συνέχεια να περικυκλώσει και να καταστρέψει χωριστά τους Μουσουλμανικούς στρατούς.

Μέρος του σχεδίου του ήταν να συντονίσει τις επιθέσεις του με αυτές του Γιαζντγκέρντ/Ισδιγέρδη Γ΄, του σάχη των Σασσανιδών. Το 635 ο Ισδιγέρδης Γ΄ είχε επιδιώξει μία συμμαχία με τον Ηράκλειο, νυμφευόμενος τη Μανυάν, κόρη (ή εγγονή, σύμφωνα με την παράδοση) του τελευταίου. Ο Ηράκλειος προετοιμάστηκε για μία μεγάλη επίθεση στο Λεβάντε, ενώ ο Ισδιγέρδης Γ΄ υποτίθεται ότι θα πραγματοποιούσε μία καλά συντονισμένη αντεπίθεση στο μέτωπό του στο Ιράκ. Ωστόσο δεν ήταν γραφτό να γίνει έτσι. Ο Ουμάρ είχε πιθανώς πληροφορίες για αυτή τη συμμαχία και ξεκίνησε ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με τον Ισδιγέρδη Γ', προφανώς προσκαλώντας τον να ενταχθεί στο Ισλάμ. Όταν ο Ηράκλειος ξεκίνησε την επίθεσή του τον Μάιο του 636, ο Ισδιγέρδης Γ΄, πιθανότατα λόγω της εξάντλησης της κυβέρνησής του, δεν μπόρεσε να συντονιστεί με την επίθεση του Ηρακλείου, ματαιώνοντας το σχέδιο.

Πέντε τεράστιοι στρατοί ξεκίνησαν τον Ιούνιο για να ανακαταλάβουν τη Συρία. Ο Καλίντ, έχοντας αντιληφθεί το σχέδιο του Ηράκλειου, φοβήθηκε ότι οι Μουσουλμανικοί στρατοί θα απομονωθούν και στη συνέχεια θα καταστρέφονταν αποσπασματικά. Πρότεινε έτσι στον Aμπού Ουμπαϊντά σε ένα πολεμικό συμβούλιο να συγκεντρώσει όλους τους Μουσουλμανικούς στρατούς σε ένα μέρος, για να αναγκάσει μία αποφασιστική μάχη με τους Βυζαντινούς. Ο Aμπού Ουμπαιντά συμφώνησε και τους συγκέντρωσε στη Γιαμπίγια. Αυτός ο ελιγμός έδωσε ένα αποφασιστικό πλήγμα στο σχέδιο του Ηράκλειου, αφού ο τελευταίος δεν ήθελε να εμπλέξει τα στρατεύματά του σε ανοιχτή μάχη με το Μουσουλμανικό ελαφρύ ιππικό. Από τη Γιαμπίγια, και πάλι μετά από πρόταση του Kαλίντ, ο Aμπού Ουμπαϊντά διέταξε τα Μουσουλμανικά στρατεύματα να αποσυρθούν στην πεδιάδα του ποταμού γιαρμούκ, όπου το ιππικό μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά. Ενώ οι Μουσουλμανικοί στρατοί συγκεντρώνονταν στο Γιαρμούκ, ο Καλίντ αναχαίτισε και κατατρόπωσε τη Βυζαντινή προπορευόμενη φρουρά, εξασφαλίζοντας ένα ασφαλές μονοπάτι υποχώρησης.

Οι Μουσουλμανικοί στρατοί έφτασαν στην πεδιάδα τον Ιούλιο. Μία ή δύο εβδομάδες αργότερα, γύρω στα μέσα Ιουλίου, έφτασε ο Βυζαντινός στρατός. Ο Βυζαντινός αρχιστράτηγος Βαχάν, έστειλε δυνάμεις Γασανιδών υπό τον βασιλιά τους Τζαμπάλα, για να μετρήσουν τη μουσουλμανική δύναμη. Η κινητή φρουρά του Καλίντ τους νίκησε και τους κατατρόπωσε: ήταν η τελευταία ενέργεια πριν ξεκινήσει η μάχη. Για ένα μήνα συνεχίστηκαν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο στρατών και ο Καλίντ πήγε να συναντήσει προσωπικά τον Βαχάν στο Βυζαντινό στρατόπεδο. Εν τω μεταξύ, έφθασαν Μουσουλμανικές ενισχύσεις από τον Ουμάρ.

Ο Aμπού Ουμπαιντά, σε ένα άλλο συμβούλιο πολέμου, μετέφερε την επιτόπια διοίκηση του Μουσουλμανικού στρατού στον Kαλίντ. Τελικά, στις 15 Αυγούστου διεξήχθη η μάχη του Γιαρμούκ, η οποία διήρκεσε έξι ημέρες και κατέληξε σε μεγάλη ήττα των Βυζαντινών. Αυτή η μάχη και οι επακόλουθες επιχειρήσεις εκκαθάρισης τερμάτισαν για πάντα τη Βυζαντινή κυριαρχία στο Λεβάντε.

Εν τω μεταξύ, ο Ουμάρ κατέλαβε τον Ισδιγέρδη Γ με μία μεγάλη εξαπάτηση. Ο Ισδιγέρδης Γ' έχασε τον στρατό του στη Μάχη της Καντισίγια τον Νοέμβριο, τρεις μήνες μετά το Γιαρμούκ, τερματίζοντας τον έλεγχο των Σασσανιδών δυτικά της Περσίας.

Κατάληψη της Ιερουσαλήμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τον Βυζαντινό στρατό να κατατροπώνεται, οι Μουσουλμάνοι ανακατέλαβαν γρήγορα τα εδάφη που είχαν κατακτήσει πριν από το Γιαρμούκ. Ο Αμπού Ουμπαϊντά πραγματοποίησε συνάντηση με τους ανώτατους διοικητές του, συμπεριλαμβανομένου του Χαλίντ, και αποφάσισε να κατακτήσει την Ιερουσαλήμ. Η Πολιορκία της Ιερουσαλήμ διήρκεσε τέσσερις μήνες, μετά από τους οποίους η πόλη συμφώνησε να παραδοθεί, αλλά μόνο στον Ουμάρ προσωπικά. Ο Aμρ μπιν αλ-Αάς πρότεινε να σταλεί ο Kαλίντ υποδυόμενος τον χαλίφη, λόγω της πολύ έντονης ομοιότητάς του. Ωστόσο ο Καλίντ αναγνωρίστηκε από τον Πατριάρχη και ο Ουμάρ έπρεπε να έρθει ο ίδιος, για να δεχτεί την παράδοση της Ιερουσαλήμ τον Απρίλιο του 637. Μετά την Ιερουσαλήμ, οι Μουσουλμανικοί στρατοί διαλύθηκαν για άλλη μία φορά. Το σώμα του Γιαζίντ πήγε στη Δαμασκό και στη συνέχεια κατέλαβε τη Βηρυτό. Το σώμα του Aμρ και του Σουραμπίλ έφυγε για να κατακτήσει την υπόλοιπη Παλαιστίνη, ενώ ο Aμπού Ουμπαϊντά και ο Kαλίντ, επικεφαλής ενός στρατού 17.000 ατόμων, κινήθηκαν βόρεια για να κατακτήσουν τη Βόρεια Συρία.

Κατάκτηση της βόρειας Συρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης που περιγράφει λεπτομερώς τη διαδρομή της Mουσουλμανικής εισβολής στη βόρεια Συρία.

Με την έμεσα ήδη στο χέρι, ο Aμπού Ουμπαϊντά και ο Kαλίντ κινήθηκαν προς τη Χαλκίδα της Συρίας (Κινασρίν), που ήταν στρατηγικά το πιο σημαντικό Βυζαντινό οχυρό. Μέσω της Χαλκίδας οι Βυζαντινοί θα μπορούσαν να φυλάξουν τη Μ. Ασία, την πατρίδα του Ηράκλειου Αρμενία, και την πρωτεύουσα της περιοχής Αντιόχεια. Ο Aμπού Ουμπαϊντά έστειλε τον Kαλίντ με την κινητή φρουρά (ιππικό) του προς τη Χαλκίδα. Το σχεδόν απόρθητο οχυρό φυλασσόταν από ελληνικά στρατεύματα υπό τον Μηνά, που φέρεται να ήταν δεύτερος σε κύρος μετά τον Αυτοκράτορα. Ο Μηνάς, αποκλίνοντας από τις συμβατικές Βυζαντινές τακτικές, αποφάσισε να αντιμετωπίσει τον Καλίντ και να καταστρέψει τα ηγετικά στοιχεία του Μουσουλμανικού στρατού προτού το κύριο σώμα προλάβει να ενωθεί μαζί τους στο Χαζίρ 5 χκμ. ανατολικά της Χαλκίδας. Η Μάχη του Χαζίρ που προέκυψε μάλιστα φέρεται να ανάγκασε τον Ουμάρ να επαινέσει τη στρατιωτική ιδιοφυΐα του Καλίντ, λέγοντας ότι «ο Καλίντ είναι πραγματικά ο διοικητής. Είθε ο Αλλάχ να ελεήσει τον Αμπού Μπακρ. Ήταν καλύτερος κριτής ανδρών από μένα» [12]

Ο Aμπού Ουμπαϊντά σύντομα ενώθηκε με τον Kαλίντ στη Χαλκίδα, ο οποίος παραδόθηκε κάποια στιγμή τον Ιούνιο. Με αυτή τη στρατηγική νίκη, το έδαφος βόρεια της Χαλκίδας ήταν ανοιχτό στους μουσουλμάνους. Ο Kαλίντ και ο Aμπού Ουνταϊλά συνέχισαν την πορεία τους προς τα βόρεια και πολιόρκησαν το Χαλέπιο, το οποίο κατελήφθη μετά από σκληρή αντίσταση από τα απελπισμένα Βυζαντινά στρατεύματα τον Οκτώβριο. Πριν βαδίσουν προς την Αντιόχεια, ο Καλίντ και ο Aμπού Ουμπαϊντά αποφάσισαν να απομονώσουν την πόλη από τη Μ. Ασία. Ως εκ τούτου έστειλαν αποσπάσματα βόρεια, για να εξαλείψουν όλες τις πιθανές Βυζαντινές δυνάμεις και κατέλαβαν τη φρουρούμενη πόλη Aζάζ, 50 χλμ. από το Χαλέπιο· από εκεί οι Μουσουλμάνοι επιτέθηκαν στην Αντιόχεια από την ανατολική πλευρά, με αποτέλεσμα τη μάχη της Γέφυρας του Σιδήρου. Ο Βυζαντινός στρατός, αποτελούμενος από τους επιζώντες του Γιαρμούκ και άλλων Συριακών εκστρατειών, ηττήθηκε, υποχωρώντας στην Αντιόχεια, οπότε οι Μουσουλμάνοι πολιόρκησαν την πόλη. Έχοντας ελάχιστες ελπίδες για βοήθεια από τον Αυτοκράτορα, η Αντιόχεια παραδόθηκε στις 30 Οκτωβρίου, με την προϋπόθεση ότι όλα τα Βυζαντινά στρατεύματα θα είχαν ασφαλή διέλευση στην Κωνσταντινούπολη. Ο Aμπού Ουμπαϊντά έστειλε τον Καλίντ προς τα βόρεια και ο ίδιος βάδισε προς τα νότια και κατέλαβε τη Λατάκια, την Τζαμπλά, την Tαρτούς και τις παράκτιες περιοχές δυτικά των βουνών Aντιλιβάνου. Ο Καλίντ κινήθηκε βόρεια και επιτέθηκε σε εδάφη μέχρι τον ποταμό Kιζιλρμάκ στη Μ. Ασία. Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος είχε ήδη φύγει από την Αντιόχεια για την Έδεσσα, πριν φτάσουν οι Μουσουλμάνοι. Στη συνέχεια κανόνισε τις απαραίτητες άμυνες στη Τζαζίρα και την Αρμενία και έφυγε για την Κωνσταντινούπολη. Στον δρόμο, είχε μία διαφυγή, όταν ο Kαλίντ, που μόλις είχε καταλάβει το Mαράς, κατευθυνόταν νότια προς το Mανμπίζ. Ο Ηράκλειος πήρε βιαστικά το ορεινό μονοπάτι και, περνώντας από τις πύλες της Κιλικίας, αναφέρεται ότι είπε: «Αντίο, μακρινό αντίο στη Συρία, την όμορφη επαρχία μου. Είσαι άπιστη τώρα. Ειρήνη μαζί σου, Συρία. Τι όμορφη γη θα είσαι για τα χέρια του εχθρού» [13]

Η Βυζαντινή αντεπίθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ναός του Δία στον Λίβανο.

Μετά την καταστροφική ήττα στο Γιαρμούκ, το υπόλοιπο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας έμεινε ευάλωτο. Με λίγους στρατιωτικούς πόρους που είχαν απομείνει, δεν ήταν πλέον σε θέση να επιχειρήσει στρατιωτική επιστροφή στη Συρία. Για να κερδίσει χρόνο και να προετοιμάσει την άμυνα της υπόλοιπης Αυτοκρατορίας του, ο Ηράκλειος χρειαζόταν τους Μουσουλμάνους που κατείχαν στη Συρία. Έτσι ζήτησε βοήθεια από τους χριστιανούς Άραβες της Τζαζίρα (Jazirah, Άνω Μεσοποταμίας), κυρίως από το Κιρκέσιο και το Χιτ, οι οποίοι συγκέντρωσαν μεγάλο στρατό και βάδισαν εναντίον της Έμεσα, του αρχηγείου του Αμπού Ουμπαϊντά. Ο Aμπού Ουμπαϊντά απέσυρε όλες τις δυνάμεις του από τη βόρεια Συρία στην Έμεσα και οι Χριστιανοί πολιορκήθηκαν. Ο Kαλίντ ήταν υπέρ μίας ανοιχτής μάχης έξω από το οχυρό, αλλά ο Aμπού Ουμπαϊντά παρέπεμψε το θέμα στον Ουμάρ, ο οποίος έστειλε ένα απόσπασμα από το Ιράκ για να εισβάλει στη Τζαζίρα από τρεις διαφορετικές διαδρομές. Ένα άλλο απόσπασμα στάλθηκε στην έμεσα από το Ιράκ υπό τον Κα'κά ιμπν Αμρ, έναν βετεράνο του Γιαρμούκ, ο οποίος είχε αρχικά σταλεί στο Ιράκ για τη μάχη του αλ-Καντισίγια. Ο ίδιος ο Ουμάρ βάδισε από τη Μεδίνα με 1.000 άνδρες.

Το 638 οι Μουσουλμάνοι επιτέθηκαν στο Χιτ, το οποίο βρήκαν καλά οχυρωμένο. Έτσι, άφησαν ένα τμήμα του στρατού, για να κάνει μία πολιορκία στην πόλη, ενώ οι υπόλοιποι ακολούθησαν στο Κιρκέσιον. [14] Όταν οι Χριστιανοί έλαβαν την είδηση της Μουσουλμανικής εισβολής στην πατρίδα τους, εγκατέλειψαν την πολιορκία και αποσύρθηκαν βιαστικά εκεί. Σε αυτό το σημείο ο Καλίντ και η κινητή φρουρά (ιππικό) του βγήκαν από το οχυρό και κατέστρεψαν τον στρατό τους επιτιθέμενοι σε αυτούς από την οπισθοφυλακή.

Με εντολή του Ουμάρ, ο Σαντ ιμπν Αμπί Βακάς, διοικητής του μουσουλμανικού στρατού στο Ιράκ, έστειλε στρατό υπό τον Iγιάντ ιμπν Γκανμ για να κατακτήσει την περιοχή μεταξύ του Τίγρη και του Ευφράτη μέχρι την Ούρφα. Το 639–640, η Ράκα έπεσε στα χέρια των Μουσουλμάνων [15] και ακολούθησε το μεγαλύτερο μέρος της Τζαζίρα, η τελευταία βάση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην περιοχή, η οποία παραδόθηκε ειρηνικά και συμφώνησε να πληρώσει τον φόρο υποτέλειας (jizya).

Εκστρατείες στην Αρμενία και τη Μ. Ασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης με λεπτομέρειες της διαδρομής των επιδρομών του Kαλίντ ιμπν Ουαλίντ και του Iγιάντ ιμπν Γκανμ στη Μ. Ασία.

Η κατάκτηση της Τζαζίρα ολοκληρώθηκε το 640 Κ.Χ., μετά την οποία ο Αμπού Ουμπάιντα έστειλε τον Χαλίντ και τον Ιιάντ ιμπν Γκανμ (κατακτητής της Τζαζίρα) να εισβάλουν στο βυζαντινό έδαφος βόρεια από εκεί. Βάδισαν ανεξάρτητα και κατέλαβαν την Έδεσσα, την Αμίδα, τη Μαλάτια και ολόκληρη την Αρμενία μέχρι το Αραράτ και έκαναν επιδρομές στη βόρεια και κεντρική Ανατολία. Ο Ηράκλειος είχε ήδη εγκαταλείψει όλα τα οχυρά μεταξύ Αντιόχειας και Ταρτούς για να δημιουργήσει μια ουδέτερη ζώνη μεταξύ των μουσουλμανικών ελεγχόμενων περιοχών και της Ανατολίας.

Ο Ουμάρ τότε διέκοψε την αποστολή και διέταξε τον Αμπού Ουμπάιντα, τώρα κυβερνήτη της Συρίας, να εδραιώσει την κυριαρχία του εκεί. Αυτή η απόφαση μπορεί να εξηγηθεί από την απόλυση του Khalid από το στρατό, που έληξε τη στρατιωτική του σταδιοδρομία, και μια ξηρασία που ακολούθησε μια πανούκλα τον επόμενο χρόνο.

Υπό τη βασιλεία του Χαλίφη Ουθμάν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αυτοκρατορία Ρασιντούν στο αποκορύφωμά της υπό τον 3ο χαλίφη Ουθμάν (654).

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του χαλίφη Ουθμάν, ο Κωνσταντίνος Γ' αποφάσισε να ανακαταλάβει το Λεβάντε (Συρία-Παλαιστίνη), το οποίο είχε χαθεί από τους Μουσουλμάνους κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ουμάρ. [1] Σχεδιάστηκε μία πλήρους κλίμακας εισβολή και μία μεγάλη δύναμη στάλθηκε για να ανακαταλάβει τη Συρία. Ο Mουαβίγια Α΄ κυβερνήτης της Συρίας, κάλεσε για ενισχύσεις και ο Ουθμάν διέταξε τον κυβερνήτη της Κούφα να στείλει ένα απόσπασμα, το οποίο μαζί με την τοπική φρουρά νίκησε τον Βυζαντινό στρατό στη Βόρεια Συρία.

Το 645–646, ο Σουφγιάν μπιν Μπουτχιμπ αλ-Αζντί, διορισμένος από τον Mουαβίγια, κατάφερε να καταλάβει την Τρίπολη και τελικά να πάρει το τελευταίο Βυζαντινό οχυρό στις ακτές του Λεβάντε. [16]

Ο Οθμάν έδωσε άδεια στον Mουαβίγια να κατασκευάσει ένα ναυτικό. Από τη βάση τους στη Συρία, οι Μουσουλμάνοι χρησιμοποίησαν αυτόν τον στόλο για να καταλάβουν την Κύπρο το 649, την Κρήτη και τη Ρόδο. Οι ετήσιες επιδρομές στη δυτική Μ. Ασία απέτρεψαν τους Βυζαντινούς από περαιτέρω προσπάθειες ανακατάληψης της Συρίας. Το 654–655 ο Ουθμάν διέταξε την προετοιμασία μίας εκστρατείας για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, αλλά, λόγω αναταραχών στο χαλιφάτο, που οδήγησαν στη δολοφονία του το 655, η εκστρατεία καθυστέρησε για δεκαετίες, για να επιχειρηθεί από τους Ομμεϋάδες ανεπιτυχώς.

Διοίκηση υπό το Χαλιφάτο Ρασιντούν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  Οι νέοι ηγεμόνες χώρισαν τη Συρία σε τέσσερις περιφέρειες (junds): Τζουντ Ντιμάσκ (Δαμασκός), Τζουντ Χιμς, Τζουντ αλ-Ουρντούν (Ιορδανία) και Τζουντ Φιλαστίν (Παλαιστίνη) (στην οποία προστέθηκε αργότερα μία πέμπτη, Γιουντ Κινασρίν , ενώ οι αραβικές φρουρές κρατήθηκαν χωριστά σε στρατόπεδα και η ζωή συνεχίστηκε όπως πριν για τον τοπικό πληθυσμό. [1] Οι Μουσουλμάνοι ανέχοντο τους Εβραίους και τους Χριστιανούς. Πράγματι οι Νεστοριανοί και οι Ιακωβίτες Χριστιανοί είχαν καλύτερη μεταχείριση από τους Μουσουλμάνους, παρά από τους Βυζαντινούς. [1] Οι φόροι που θεσπίστηκαν ήταν το χαράτσι (kharaj), το οποίο πλήρωναν οι γαιοκτήμονες και οι αγρότες ανάλογα με την παραγωγικότητα των χωραφιών τους, και η υποτέλεια (jizya), που πλήρωναν οι μη μουσουλμάνοι σε αντάλλαγμα για την κρατική προστασία και την απαλλαγή από τη στρατιωτική θητεία. Η Βυζαντινή δημόσια υπηρεσία διατηρήθηκε μέχρι να θεσπιστεί ένα νέο σύστημα. Ως εκ τούτου, η ελληνική παρέμεινε η διοικητική γλώσσα στα νέα μουσουλμανικά εδάφη για περισσότερα από 50 χρόνια μετά τις κατακτήσεις.

Άνοδος των Ομεγιαδών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ξέσπασε ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος στη Μουσουλμανική αυτοκρατορία ως αποτέλεσμα της δολοφονίας του Οθμάν και τού διορισμού τού Αλί ως χαλίφη, το χαλιφάτο Ρασιντούν διαδέχθηκε η δυναστεία των Ομμεϋαδών, με πυρήνα τη Συρία, και τη Δαμασκό πρωτεύουσά της για τον επόμενο αιώνα. [1]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 "Syria." Encyclopædia Britannica. 2006. Encyclopædia Britannica Online. 20 October 2006 Syria – Britannica Online Encyclopedia
  2. El Hareir & M'Baye 2011, σελ. 142.
  3. Razwy, Sayed Ali Asgher. A Restatement of the History of Islam & Muslims. σελ. 283. 
  4. Tabari: Vol. 2, p. 601
  5. Akram, Agha Ibrahim (13 Φεβρουαρίου 2016). Islamic Historical General Khalid Bin Waleed (στα Αγγλικά). Lulu Press, Inc. ISBN 9781312233713. 
  6. Tabari: Vol. 2, p. 609
  7. Waqidi: p. 62.
  8. Akram, chapter 31.
  9. Jann Tibbetts (2016). «50 Great Military Leaders of All Time». Vij Books India Pvt. ISBN 978-9385505669. https://books.google.com/books?id=lsHLDAAAQBAJ&q=abla&pg=PT328. 
  10. Gil, Moshe; Ethel Broido (1997). A History of Palestine. Cambridge University Press, pp. 634–1099. (ISBN 978-0-521-59984-9).
  11. Al-Fasi, D. (1936). Solomon L. Skoss, επιμ. The Hebrew-Arabic Dictionary of the Bible, Known as 'Kitāb Jāmiʿ al-Alfāẓ' (Agron) (στα Εβραϊκά). 1. New Haven: Yale University Press. σελ. xxxix–xl (Introduction). 
  12. Tabari: Vol. 3, p. 98.
  13. Regan 2003, p. 167
  14. Tabari: Vol. 4, pp. 37–38.
  15. Meinecke 1995, σελ. 410.
  16. سيد بن حسين العفاني (2005). فرسان النهار من الصحابة الأخيار – ج5 (στα Αραβικά). مكتبة الكيان. σελίδες 309–311. 

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]