Πέτρα Ιορδανίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 30°19′44″N 35°26′25″E / 30.32889°N 35.44028°E / 30.32889; 35.44028

Πέτρα(α)
Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ
Petra Jordan BW 22.JPG
Χώρα μέλος Ιορδανία Ιορδανία
Τύπος Πολιτισμικό
Κριτήρια i, iii, iv
Ταυτότητα #326
Περιοχή(β) Αραβικές Χώρες

Ιστορικό εγγραφής

Εγγραφή: 1985 (9η συνεδρίαση)

α) Επίσημο όνομα στον κατάλογο μνημείων της Π.Π.Κ.
β) Επίσημη καταχώριση από την ΟΥΝΕΣΚΟ

Πέτρα, για αυτή την πόλη που είναι λαξευμένη μέσα στο βράχο ο Τζον Μπέργκον έδωσε το χαρακτηρισμό «Η ροδοκόκκινη πόλη που είναι αρχαία σαν το μισό το χρόνου.»

Το όνομα της πόλης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα που χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι της πόλης, οι Ναβαταίοι ή Ναμπάτου όπως τους αποκαλούσαν οι Μεσοποτάμιοι λαοί, ήταν Ράκμου που σημαίνει «Βράχος με χρωματιστές ραβδώσεις». Σύμφωνα με τον αρχαίο Έλληνα ιστορικό του 4ου αιώνα π.Χ., τον Ιερώνυμο από την Καρδία, το όνομα Πέτρα δόθηκε από τους Έλληνες εμπόρους επειδή οι κάτοικοι της πόλης γιόρταζαν την εποχή της άνοιξης μια θεότητα στην οποία προσέφεραν διάφορα αγαθά, ως θυσία, πάνω σε μια μεγάλη πέτρα. Η μεγάλη αυτή πέτρα βρίσκεται νοτιοδυτικά της αρχαίας πόλης και σήμερα ονομάζεται Ουμ-αλ-Μπιγιάρα.

Οι εξερευνητές της Πέτρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρώτος δυτικός εξερευνητής που είδε την πόλη Πέτρα, μετά την εγκατάλειψη της από τους κατοίκους της, ήταν ο Ελβετός Γίοχαν Λούντβιχ Μπούρκχαρντ, ο οποίος έφυγε τον Αύγουστο του 1812 από τη Δαμασκό και μέσω της πόλης Αμμάν και της Οδού των Βασιλέων ταξίδεψε προς το νότο. Φτάνοντας στην κοιλάδα Ουάντι Μούσα ζήτησε να προσφέρει θυσία στο Τζεμπέλ Χαρούν, πάνω στο όρος Ααρών εκεί που βρίσκεται ο τάφος του αδερφού του Μωυσή. Για να φτάσει στο όρος πέρασε μέσα από την εγκαταλελειμμένη πόλη της Πέτρας όπου κατέγραψε όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία για αυτήν στο ταξιδιωτικό του ημερολόγιο το οποίο εκδόθηκε το 1822. Το 1818 δυο Άγγλοι περιηγητές, ο Τσάρλς Λέοναρντ Άιρμπι και ο Τζέιμς Μανγκλς από το όρος Ααρών, από 1510 υψόμετρο είδαν το ναό της Πέτρας το Εντ-Ντεΐρ, που σημαίνει το Μοναστήρι. Το 1828 ο Γάλλος Λεόν ντε Λαμπόρντ έφτασε στην Πέτρα με ασφάλεια και έμεινε οκτώ μερόνυκτα εκεί για να σχεδιάσει διάφορα εικονογραφικά ντοκουμέντα για την πόλη τα οποία δημοσίευσε με την επιστροφή του στο Παρίσι. Το 1835 ο Γάλλος Κατρμέρ επισκέφθηκε την πόλη και υποστήριξε ότι την έκτισαν οι Ναβαταίοι. Το 1883 ο Γερμανός Γιούλιους Όιτινγκ και ο Γάλλος Σαρλ Ιμπέρ μελέτησαν εκτενέστερα τα ερείπια της περιοχής και υποστήριξαν τη θεωρία του Κατρμέρ. Το 1896 οι Δομινικανοί ιερείς Λαγκράνς και Βενσάν οργάνωσαν ανασκαφικές αποστολές έως το 1907 μαζί με τη βοήθεια του Γκούσταφ Ντάλμαν.

Η ιστορία της Πέτρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άποψη από το Μοναστήρι

Γύρω από την περιοχή της Πέτρας κατοικούσαν διάφοροι λαοί, τροφοσυλλέκτες και κυνηγοί, ενώ η πρώτη μόνιμη εγκατάσταση έγινε την 9η χιλιετία π.Χ.. Από το 4500 π.Χ. μέχρι το 2000 π.Χ., δηλαδή κατά την Εποχή του Χαλκού, έχουμε παράλληλα στην περιοχή μόνιμους γεωργικούς οικισμούς, αλλά και καταυλισμούς κτηνοτροφικών νομαδικών πληθυσμών. Από την Έξοδο της Παλαιάς Διαθήκης, η οποία τοποθετείται από τους μελετητές στον 13ο αιώνα π.Χ., μαθαίνουμε ότι η περιοχή κατοικείτο εκείνο τον καιρό από τους Εδωμίτες, τους απογόνους του Ησαύ γιου του Ισαάκ. Μέχρι τον 7ο αιώνα π.Χ. οι Εδωμίτες κατοικούσαν σε όλη τη γύρω περιοχή, γνωστή ως Εδώμ, ώσπου έκαναν την εμφάνισή τους οι Ναβαταίοι από την αραβική χερσόνησο. Η εγκατάστασή τους στην περιοχή έγινε με πολύ αργούς ρυθμούς και συγκεκριμένα τελείωσε τον 3ο αιώνα π.Χ., ενώ η πόλη της Πέτρας πήρε τη μορφή που έχει σήμερα τον 1ο αιώνα μ.Χ. Την πρώτη μαρτυρία για την ύπαρξη των Ναβαταίων αποτελούν ευρήματα του 3ου αιώνα π.Χ. από την πόλη της Πέτρας και συγκεκριμένως όπλα ελληνικής και αραβικής τεχνοτροπίας, που πιθανότατα δηλώνουν κάποια σύγκρουση Ελλήνων και Ναβαταίων. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, ο Ιώσηπος Φλάβιος και ο Ιερώνυμος της Καρδίας αναφέρουν ότι ο Αντίγονος ο Μονόφθαλμος, επίγονος του Μεγάλου Αλεξάνδρου και βασιλέας της Συρίας, έστειλε ένα Έλληνα στρατηγό, τον Αθηναίο από τη Σάμο, να επιτεθεί στην Πέτρα. Ο Αθηναίος, επικεφαλής 4000 πεζών και 600 ιππέων, επιτέθηκε και λεηλάτησε την Πέτρα, η λεία του ήταν 500 τάλαντα ασημένια και μεγάλη ποσότητα λιβανιού την οποία φέρνανε οι Ναβαταίοι μαζί με άλλα αρωματικά από την περιοχή της «Ευδαίμονος Αραβίας» όπως την αποκαλούσαν οι Έλληνες, αλλά δεν χάρηκε για πολύ τη νίκη του καθώς οι Ναβαταίοι επιτέθηκαν νύχτα στο ελληνικό στρατόπεδο, στο δρόμο επιστροφής των Ελλήνων για τη Συρία και συνέτριψαν το στράτευμά του. Ο πρώτος ηγεμόνας των Ναβαταίων, με έδρα του την Πέτρα, ήταν ο Αρέτας ο Α΄ που μνημονεύεται και στην Παλαιά Διαθήκη. Οι περισσότεροι ηγεμόνες των Ναβαταίων επηρεάστηκαν από τον ελληνιστικό πολιτισμό, με πρώτο τον Αρέτα Γ΄ τον Φιλάδελφο (87 π.Χ.-62 π.Χ.) και εν συνεχεία τον Οβόδα τον Γ΄ (30 π.Χ.9 π.Χ.) αλλά και τον τελευταίο ηγεμόνα των Ναβαταίων τον Ραβέλ Β΄ (70 π.Χ.106 π.Χ.). Επιρροές από τον ελληνισμό είχε δεχθεί και ο Εβραίος μέγας ιερέας Ιάσων, ο οποίος βρήκε καταφύγιο όταν εξορίστηκε στην Πέτρα διαδίδοντας τον ελληνικό πολιτισμό ακόμα περισσότερο. Το 24 π.Χ. ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αύγουστος έστειλε τον στρατηγό Αίλιο Γάλλο να κατακτήσει την Ευδαίμονα Αραβία. Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας ήθελε να αποφύγει να πληρώνει δασμούς στους Ναβαταίους για τα εμπορεύματα που μεταφέρονταν από τους χερσαίους εμπορικούς δρόμους. Με 10000 στρατιώτες ο Γάλλος ξεκίνησε την εκστρατεία του αλλά συνετρίβη στην πόλη Μαρίμπ, πρωτεύουσα του βασιλείου του Σαβά. Μετά την αποτυχημένη εκστρατεία, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας ακολουθούσε μια προστατευόμενη θαλάσσια οδό για τη μεταφορά των αγαθών, παρακάμπτοντας την Πέτρα. Αυτό σήμανε την αρχή του τέλους για τους Ναβαταίους. Το 106 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Τραϊανός προσάρτησε το βασίλειο των Ναβαταίων και ίδρυσε την επαρχία της Αραβίας με πρωτεύουσα την Πέτρα. Το 3ο αιώνα μ.Χ., όταν ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός άλλαξε την πρωτεύουσα της επαρχίας και ταυτόχρονα άρχισαν οι εισβολές των Σασσανιδών Περσών, ο πληθυσμός της Πέτρας άρχισε να την εγκαταλείπει με αποτέλεσμα στον επόμενο αιώνα να είναι ήδη μια πόλη φάντασμα.

Η θρησκεία των κατοίκων της Πέτρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτοι Ναβαταίοι κάτοικοι της Πέτρας προέρχονταν από την Αραβία και ήταν στενά συνδεδεμένοι με τη λατρεία των βράχων και των πνευμάτων που κατοικούσαν σε αυτούς. Γι' αυτό το λόγο είχαν ανοίξει πολυάριθμες κόγχες στους βράχους της Πέτρας και τοποθετούσαν μια λαξευμένη στήλη στο εσωτερικό. Οι στήλες αυτές ονομάζονταν βαίτυλοι, που σημαίνει το σπίτι του Θεού, στα αραμαϊκά μπετ-ελ. Με αυτό τον τρόπο τιμούσαν τον Αλ-Ούτσα και την κυρίαρχη θεότητα της θρησκείας τους, τον Ντουσχάρα, προστάτη της οικογενείας και του εμπορίου και σύμβολο σταθερότητας. Οι Ναβαταίοι επηρεάστηκαν από τους γειτονικούς πολιτισμούς και ασπάσθηκαν πολλές θεότητές τους: από τους Εδωμίτες τον θεό Κάους, από τους Έλληνες τον Ηρακλή, το Δία, τον Ήφαιστο και τη Δήμητρα, από τους Αιγυπτίους τον Θοτ. Επίσης δανείσθηκαν πολλά στοιχεία από τη λατρεία του Ζαρατούστρα, των Περσών. Αλλά κατά βάση παρέμεναν πιστά προσκολλημένοι στη λατρεία των βράχων. Το πολυθεϊκό σύστημα λατρείας εγκαταλείφθηκε εντελώς με την έλευση του χριστιανισμού.

Τα μνημεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όλη η πόλη της Πέτρας με τα κτίσματα της είναι λαξευμένη πάνω σε μαλακά ψαμμιτικά πετρώματα και αποτελεί ένα ζωντανό μνημείο ενός αξιοθαύμαστου πολιτισμού. Η αρχιτεκτονική της πόλης έχει έντονη την επίδραση των Ελλήνων και των Ρωμαίων, ειδικά των τελευταίων που αφού την κατέκτησαν ήθελαν να αφήσουν το στίγμα της εξουσίας τους και σε αυτή τη γωνία της αυτοκρατορίας τους. Τα καλύτερα διατηρημένα κτίρια είναι το θησαυροφυλάκιο ή αλλιώς Χαζνέ Φαραούν με μια πρόσοψη ύψους 40 μέτρων, το Μοναστήρι, το ρωμαϊκό θέατρο χωρητικότητας 15000 ατόμων, τα λουτρά, ο εμπορικός δρόμος, ο βασιλικός τάφος της Υδρίας, ο τάφος του Ρωμαίου στρατιώτη, η πέτρα Ουμ-αλ-Μπιγιάρα που τοποθετούσαν τις προσφορές τους οι Ναβαταίοι για να λατρέψουν την άνοιξη, το δρόμο Σικ που αποτελεί το πέρασμα για να μπει κανείς στην πόλη της Πέτρας με τοίχους ύψους 50 μέτρων και τέλος τη μεγάλη τελετουργική πλατεία Ζιμπ Ατούφ με δυο οβελίσκους ύψους 6 μέτρων αφιερωμένους στους Αλ-Ούτσα και Ντουσχάρα που ταυτίζονταν με την Αφροδίτη και το Δια αντίστοιχα.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Περιοδικό Αρχαίοι Πολιτισμοί, τεύχος 3, Ο αρχαίος πολιτισμός της Πέτρας, εκδόσεις DeAgostini Hellas, 2001
  • Περιοδικό National Geographic Ελλάδας, τεύχος Δεκεμβρίου 1998, Πέτρα: πόλη λαξευμένη στο βράχο

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα