Αραμαίοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η θέση και έκταση του Βασιλείου των Αραμαίων

Οι Αραμαίοι ήταν αρχαίος νομαδικός Βιβλικός λαός με σημιτική γλώσσα και πολύ συγγενικός με τους Εβραίους, τους αρχαίους Ισραηλίτες, που απλώνονταν μέσα σε ολόκληρη τη Μεσοποταμία και τη βόρεια Συρία γύρω από την Χαράν κατά το τελευταίο μέρος της 2ης χιλιετίας π.Χ..
Έτσι στην αρχή της 1ης χιλιετηρίδας οι Αραμαίοι βρέθηκαν να κατέχουν πολλές συριακές περιοχές και πόλεις όπως η Δαμασκός και η Αιμάθ. Πρόκειται γα τους «Αριμού» των σφηνοειδών επιγραφών και τους «Αρλαμί» των πινακίδων της Αμάρνας.

Γενάρχης του λαού αυτού φέρεται ο «περιπτότοκος» γιος του Σημ, ο Αράμ.

Όνομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εβραϊκό όνομα «Αράμ» (= υψηλός και υψηλή χώρα, οροπέδιο), που σήμερα φέρεται επίσης και ως μουσουλμανικό κύριο όνομα, μεταφράζεται ως «Συρία», πλην όμως η ονομασία Συρία είναι ελληνική που εμφανίζεται και στη Καινή Διαθήκη. Το όνομα Αράμ, ως γεωγραφικός όρος, αντιδιαστέλλεται με το όνομα Χαναάν (= χαμηλή χώρα, βαθύπεδο).

Χώρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χώρα των Αραμαίων κατά τους χρόνους της μεγαλύτερης εξάπλωσής τους οριζόταν από μεν προς βορρά από την οροσειρά του Ταύρου, ΝΔ. από έρημο, δυτικά από την Παλαιστίνη και τον σημερινό Λίβανο και ανατολικά από την Χαμπούρ (Μεσοποταμία).
Επιμέρους τμήματα αυτής που αναφέρονται στη Παλαιά Διαθήκη είναι η «Αράμ Ναχαρείμ» (= Αράμ των δύο ποταμών), που ήταν η ανατολικότερη επαρχία, η «Αράμ Μοαχά», η «Αράμ Νταμέσσεκ» (= Αράμ της Δαμασκού), η «Αράμ Μπεθ Ρεχόμπ» και η «Αράμ Σομπά».

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θρησκεία των Αραμαίων προσδιορίζεται ως συμβολική φυσιολατρεία. Ανώτερη θεότητα αυτών ήταν ο Χαντάντ, με αντίστοιχη θεά την Αταρατά την οποία οι αρχαίοι Έλληνες την αποκαλούσαν Ατάργατις και που αργότερα ταυτιζόταν με την Αστάρτη.

Σύγχρονοι Αραμαίοι - Νεο-Αραμαϊκές διάλεκτοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σήμερα οι περισσότεροι Αραμαίοι έχουν αφομοιωθεί από τος Άραβες. Υπάρχουν όμως και κοινωνικές ομάδες που έχουν κρατήσει την αραμαϊκή τους ταυτότητα. Στη Δυτική Συρία, στην οροσειρά του Αντιλιβάνου,οι κάτοικοι του χωριού Μαλούλα είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι και μιλάνε Δυτικά Νεο-Αραμαϊκά. Επίσης στο βοροιο-ανατολικό άκρο της Συρίας, στα σύνορα με την Τουρκία και το Ιράκ, στο Αλ Καμισλί και στο Μαρντίν της Τουρκίας η φυλή Τουρ Αμπντίν μιλάει μια Νεο-Αραμαΐκή διάλεκτο, την Τουρόγιο και υπάγεται στη Συριακή Ορθόδοξη Εκκλησία. Επίσης άλλοι λαοί που μιλάνε Νεο-Αραμαϊκές διαλέκτους είναι οι στενα συνδεδεμένοι με τους Αραμαίους, Ασσύριοι, οι Καθολικοί Χαλδαίοι και οι Εβραίοι της Μεσοποταμίας. Συνολικά υπολογίζεται ότι τα Νεο-Αραμαϊκά ομιλούνται σήμερα από μισό εκατομμύριο ανθρώπους παγκοσμίως.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

(*) Δευτερονόμιο 26:5.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica» τομ.10ος, σελ.296.
  • David and Patt Alexander «Το εκπληκτικό Εγχειρίδιο της Βίβλου», Εκδόσεις Πέργαμος, Αθήνα 1993, σελ.660.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • A. Dupont-Sommer, «Les Arameens» (1949)