Μάχη της Σιδηράς Γέφυρας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Μάχη της Σιδηράς Γέφυρας (Jisr al-Hadid = σιδηρά γέφυρα) διεξήχθη μεταξύ του Μουσουλμανικού στρατού Ρασιντούν (Ρασιντούν = οι πρώτοι 4 σωστά καθοδηγούμενοι χαλίφηδες) και του Βυζαντινού στρατού το 637. Η μάχη πήρε το όνομά της από μία κοντινή, πέτρινη γέφυρα με εννέα τόξα (επίσης γνωστή ως Γέφυρα της Συρίας) που εκτείνεται στον ποταμό Oρόντη και είχε πύλες διακοσμημένες με σίδηρο. [1] Ήταν μία από τις τελευταίες μάχες που διεξήχθησαν μεταξύ των Βυζαντινών και του χαλιφάτου Ρασιντούν στην επαρχία της Συρίας . Οι συνέπειες της μάχης σημάδεψαν τη σχεδόν πλήρη προσάρτηση της επαρχίας στο χαλιφάτο Ρασιντούν με την πτώση της πρωτεύουσάς της Αντιόχειας.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο στρατός Ρασιντούν είχε επιτύχει μία αποφασιστική νίκη στη μάχη του Γιαρμούκ. Μετά από αυτή τη νίκη, κατάφερε να αποκτήσει τον έλεγχο της Ανατολής (Λεβάντε). Η Ιερουσαλήμ κατακτήθηκε λίγο αργότερα. Ο στρατός του Ρασιντούν βάδισε στη συνέχεια βόρεια, κατακτώντας άλλα τμήματα του Λεβάντε. Διείσδυσε στη βόρεια Συρία, κοντά στα σύνορά της με τη Μ. Ασία με σκοπό να καταλάβει την Αντιόχεια και να εξασφαλίσοει τα κατακτημένα εδάφη από κάθε πιθανή απειλή από τον βορρά. Μετά την κατάκτηση του Χαλεπίου, ο Aμπού Ουμπάιντα ιμπν αλ-Τζάρα έστειλε μία φάλαγγα υπό τον Mαλίκ αλ-Αστάρ, για να καταλάβει την πόλη Aζάζ (40 χλμ. βόρεια του Χαλεπίου) στη Βόρεια Συρία, ανατολικά των βουνών του Ταύρου. Η σύλληψη και η εκκαθάριση του Aζάζ ήταν ουσιαστικής σημασίας, για να διασφαλιστεί, ότι δεν θα παρέμεναν μεγάλες Βυζαντινές δυνάμεις βόρεια του Χαλεπίου, από όπου θα μπορούσαν να χτυπήσουν στα πλευρά και το πίσω μέρος του στρατού Ρασιντούν κατά τη διάρκεια της επιχείρησης κατά της Αντιόχειας. Μόλις ο Mαλίκ επέστρεψε στον στρατό στο Χαλέπιο, ο Αμπού Ουμπαϊντά βάδισε προς τα δυτικά, για να καταλάβει την Αντιόχεια, με τον Kαλίντ ιμπν Ουαλίντ να ηγείται της προπορευόμενης φρουράς με την κινητή φρουρά (ιππικό) του. Ο στρατός βάδισε δυτικά απευθείας από το Χαλέπιο μέσω Χαρίμ (50 χλμ. δυτικά του Χαλεπίου, 35 χλμ. πριν την Αντιόχεια) και πλησίασε την Αντιόχεια από τα ανατολικά. [2]

Η μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είκοσι χιλιόμετρα πριν από την πόλη, κοντά στη σύγχρονη Μαχρούμπα, μία σιδερένια γέφυρα εκτείνονταν στον ποταμό Ορόντη. Εδώ δόθηκε η μάχη μεταξύ του στρατού Ρασιντούν και της Βυζαντινής φρουράς, που υπερασπιζόταν την Αντιόχεια. Δόθηκε μεγάλη μάχη, τα στοιχεία της οποίας δεν καταγράφονται. Ο Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ έπαιξε έναν εξέχοντα ρόλο με την κινητή φρουρά του, όπως είχε κάνει κατά τη Μάχη του Γιαρμούκ. Οι Βυζαντινές δυνάμεις υπέστησαν μεγάλες απώλειες και ηττήθηκαν. Οι απώλειες των Βυζαντινών σε αυτή τη μάχη ήταν οι τρίτες υψηλότερες στη Μουσουλμανική κατάκτηση της Συρίας: τις ξεπέρασαν μόνο οι μάχες του Aζνανταΰν και του Γιαρμούκ. [3] Τα υπολείμματα της Βυζαντινής δύναμης κατέφυγαν στην Αντιόχεια. Ο στρατός Ρασιντούν αργότερα προχώρησε και πολιόρκησε την Αντιόχεια. Η πόλη παραδόθηκε στις 30 Οκτωβρίου 637. Κατά τη συμφωνία που υπογράφτηκε, επετράπη στους ηττημένους Βυζαντινούς στρατιώτες να αναχωρήσουν ειρηνικά.

Συνέπεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την παράδοση της Αντιόχειας, οι φάλαγγες του στρατού Ρασιντούν κινήθηκαν νότια κατά μήκος της ακτής της Μεσογείου και κατέλαβαν τη Λαττάκεια, τη Τζαμπλά και τη Tαρτούς (στη Συρία), καταλαμβάνοντας έτσι το μεγαλύτερο μέρος της βορειοδυτικής Συρίας. Άλλες φάλαγγες στάλθηκαν, για να υποτάξουν την αντίσταση, που είχε απομείνει στη βόρεια Συρία. Ο Καλίντ ιμπν Ουαλίντ στάλθηκε με το ιππικό του σε μία επιδρομή προς τα ανατολικά, μέχρι τον Ευφράτη στην περιοχή της Mανμπίτζ, αλλά βρήκε μικρή αντίσταση. Η εκστρατεία έληξε στις αρχές Ιανουαρίου 638. Μετά την ήττα των φιλοβυζαντινών χριστιανών Αράβων στην Αλ Τζαζίρα (Άνω Μεσοποταμία), που πολιόρκησαν την Έμεσσα τον Μάρτιο του 638, ο Αμπού Ουμπάιντα έστειλε περισσότερες φάλαγγες υπό τον Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ και τον Ιγιάντ ιμπν Γκανμ, για να υποτάξουν τη Τζαζίρα κοντά στα συριακά σύνορα και στη Μ. Ασία. Αυτές οι φάλαγγες πήγαν βόρεια μέχρι την πεδιάδα του Αραράτ και δυτικά προς τα βουνά του Ταύρου. Έτσι τα βουνά του Ταύρου στην Μ. Ασία σημάδεψαν τα δυτικότερα σύνορα του χαλιφάτου Ρασιντούν στη Μ. Ασία. [4]

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Byzantine Battles: Battle of Iron Bridge». 
  2. al-Tabari, Muhammad ibn Jarir.
  3. al-Tabari, Muhammad Ibn Jarir.
  4. Akram, A.I. (1970). The Sword of Allah: Khalid bin al-Waleed, His Life and Campaigns. Nat. Publishing. House, Rawalpindi. ISBN 0-7101-0104-X.