Μονή Παμμακάριστου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 41°01′45″N 28°56′47″E / 41.02917°N 28.94639°E / 41.02917; 28.94639

Μονή Παμμακάριστου
Pammakaristos Church facade.jpg
Η Μονή Παμμακάριστου όπως ήταν το 2008.
Είδοςεκκλησία, τζαμί, μουσείο και αρχιτεκτονική κατασκευή
ΑρχιτεκτονικήΒυζαντινή αρχιτεκτονική
Γεωγραφικές συντεταγμένες41°1′45″N 28°56′47″E
Διοικητική υπαγωγήΦατίχ[1]
ΧώραΤουρκία[1]
Έναρξη κατασκευής11ος αιώνας
Ιστότοπος
Επίσημος ιστότοπος
Commons page Πολυμέσα

Η Μονή Παμμακάριστου, γνωστή και ως Εκκλησία της Θεοτόκου Παμμακάριστου[α] ή Θεοτόκου μονή, είναι μια από τις πιο γνωστές ελληνικές ορθόδοξες βυζαντινές εκκλησίες και σημαντικό μνημείο στην Κωνσταντινούπολη. Από το 1601 ο κυρίως ναός λειτουργεί ως Φετιγιέ Τζαμί (τουρκ.: Fethiye Camii[β]) και το παρεκκλήσιο ως μουσείο. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα δείγματα Παλαιολόγειας αρχιτεκτονικής της Κωνσταντινούπολης και είναι το τελευταίο προ-οθωμανικό κτήριο που στέγασε το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Έχει επίσης τα περισσότερα βυζαντινά ψηφιδωτά στην Πόλη μετά την Αγία Σοφία και την Μονή της Χώρας.

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μονή Παμμακάριστου βρίσκεται στη γειτονιά Τσαρσαμπά (Çarşamba) της συνοικίας Φατίχ (Fatih), εντός των Τειχών της Κωνσταντινούπολης. Είναι στον πέμπτο λόφο της πόλης πάνω από το Φανάρι και την Μεγάλη του Γένους Σχολή και έχει θέα στον Κεράτιο Κόλπο.

Ιστορική αναδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τους περισσότερους μελετητές, ο ναός κτίστηκε μεταξύ του 11ου και του 12ου αιώνα. Πολλοί ιστορικοί και αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι η αρχική κατασκευή μπορεί να αποδοθεί στον Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα (1071-1078), άλλοι θεωρούν ότι θεμελιώθηκε στην εποχή των Κομνηνών[3], όταν ο μέγας δομέστικος και κουροπαλάτης Ιωάννης Κομνηνός έχτισε ένα αντρικό μοναστήρι αφιερωμένο στην Παναγία[4]. Ο Ελβετός μελετητής και βυζαντινολόγος Ernest Mamboury υποστήριξε ότι το αρχικό κτίριο ανεγέρθηκε τον 8ο αιώνα[5].

Το παρεκκλήσιο στο νότιο τμήμα του ναού προστέθηκε κατά την πρώιμη Παλαιολόγεια περίοδο και αφιερώθηκε στον Λόγο του Θεού[6]. Το ναΰδριο ανεγέρθηκε περί το 1294 από τον Μιχαήλ Γκλαβά Δούκα Ταρχανιώτη, πρωτοστράτορα του Αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β' Παλαιολόγου και τη σύζυγό του Μαρία, αδελφή του Αλέξιου Α΄ Κομνηνού[7]. Κατ' άλλη άποψη ολοκληρώθηκε από την σύζυγό του μετά τον θάνατο και την ταφή του εκεί, η οποία τότε εκάρη μοναχή και πήρε το όνομα Μάρθα[8]. Την ίδια εποχή ανακαινίστηκε και ο κυρίως ναός, όπως έδειξε μελέτη του τέμπλου[8]. Μια κομψή αφιερωματική επιγραφή στον Χριστό, γραμμένη από τον ποιητή Μανουήλ Φιλή, εκτείνεται κατά μήκος του παρεκκλησίου, εντός και εκτός του.

Στους μεσοβυζαντινούς χρόνους λειτούργησε ως γυναικείο μοναστήρι[2]. Στη μονή και πιο συγκεκριμένα στο ναό της Παναγίας βρισκόταν η ονομαστή ψηφιδωτή φορητή εικόνα της Παναγίας της Παμμακαρίστου, η οποία σήμερα βρίσκεται στο Πατριαρχείο στο Φανάρι[9].

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης παρέμεινε στα χέρια των Ελλήνων. Σύμφωνα με τον Μιχαήλ Κριτόβουλο, εκεί συναντήθηκε ο Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος με τον Μωάμεθ τον Πορθητή, προκειμένου να παραχωρηθούν προνόμια στο Πατριαρχείο[4]. Εκεί μετακινήθηκε και η έδρα του Πατριαρχείου το 1456, μετά από σύντομη παραμονή στον Ναό των Αγίων Αποστόλων (1453-1456). Εκεί εκτίθεντο πολύτιμα σκεύη και ιερά λείψανα ως το 1597, οπότε το Πατριαρχείο εκδιώθηκε και μετεγκαταστάθηκε στο Ναό της Θεοτόκου Παραμυθίας στο Βλαχ Σεράι, όπου μεταφέρθηκαν και τα ιερά σκεύη και λείψανα.

Σχέδιο της μονής το 1877
Ο Άγιος Γρηγόριος, Φωτιστής των Αρμενίων
Στον κεντρικό τρούλο, ο Χριστός Παντοκράτωρ περιστοιχιζόμενος από προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης
Ο Χριστός Υπεράγαθος, ψηφιδωτό της κόγχης του παρεκκλησίου
Τμήματα της διακόσμησης του ναού στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης

Το 1602, ο Σουλτάνος Μουράτ Γ' μετέτρεψε την Παμμακάριστο σε μουσουλμανικό τέμενος και το ονόμασε «Φετχιέ Τζαμί»[β]. Για τις ανάγκες της προσευχής, κατεδαφίστηκαν οι περισσότεροι εσωτερικοί τοίχοι προκειμένου να δημιουργηθεί μεγαλύτερος χώρος.

Το συγκρότημα, το οποίο είχε παραμεληθεί, αποκαταστάθηκε το 1949 από το Βυζαντινό Ινστιτούτο Αμερικής και το Dumbarton Oaks που το επανέφεραν στην αρχική του λαμπρότητα του[3]. Τότε ήλθαν στο φως άριστης τέχνης ενδιαφέροντα μωσαϊκά, μεταξύ των οποίων και η λεγόμενη «Δέηση». Επίσης στο τέμενος έγιναν και πολλές εργασίες και παρεμβάσεις αρχιτεκτονικής υποστήριξης και συντήρησης. Σήμερα ο κυρίως Ναός λειτουργεί ως τέμενος, ενώ το παρεκκλήσιο με τα εξαιρετικά μωσαϊκά έχει μετατραπεί σε Μουσείο.

Στην Μονή Παμμακαρίστου είχαν ταφεί ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Α' Κομνηνός, η κόρη του Άννα Κομνηνή και πολλά από τα μέλη της δυναστείας των Παλαιολόγων, αλλά σήμερα δεν υπάρχουν κάποια ίχνη από τους βυζαντινούς αυτούς τάφους[7].

Αρχιτεκτονική και διακόσμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μοναστικό σύμπλεγμα αποτελούνταν από δύο ναούς, οι οποίοι είχαν οικοδομηθεί στη βόρεια πλευρά ενός τειχισμένου προαυλίου, καθώς επίσης και από κελιά, χώρους υποδοχής, γραφεία, κλπ. Το σωζόμενο έως σήμερα καθολικό της Μονής και το παρεκκλήσι, που μετά τα έργα του Αμερικανικού Βυζαντινού Ινστιτούτου έχει επανέλθει στην προ-οθωμανική του μορφή, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς πρόκειται για αντιπροσωπευτικά δείγματα της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής του 13ου αιώνα[2]. Ανήκει στο σύνθετο σταυροειδή εγγεγραμμένο τύπο με τρούλο και νάρθηκα και αποτελεί το πλέον αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της υστεροβυζαντινής τάσης για επιμήκυνση των αρχιτεκτονικών μορφών[2].

Ο ναός ανήκει στον τύπο του μονόχωρου τρουλαίου ναού με περιμετρικό διάδρομο. Ο κεντρικός τρούλος στηρίζεται σε τέσσερις πεσσούς και στα δυτικά υπάρχει ναρθηκας. Η τοιχοποιία ήταν χαρακτηριστική της εποχής των Κομνηνών και υιοθέτησε την τεχνική του τούβλου. Σε αυτή την τεχνική, εναλλάσσονται σειρές από τούβλα που τοποθετούνται πίσω από τη γραμμή του τοίχου και βυθίζονται σε στρώμα κονιάματος, το οποίο είναι και σήμερα ορατό στην δεξαμενή κάτω και στον ναό[3]. Η μετατροπή της εκκλησίας σε τέμενος άλλαξε σημαντικά το αρχικό κτήριο. Οι αψίδες που συνέδεαν τον κεντρικό διάδρομο με τους περιμετρικούς αφαιρέθηκαν και αντικαταστάθηκαν από ευρείς χώρους για να διευρυνθεί ο χώρος προσευχής. Η κόγχη του ιερού καταστράφηκε, οι τρεις αψίδες αφαιρέθηκαν και στη θέση τους προς τα ανατολικά χτίστηκε ένα μεγάλο θολωτό δωμάτιο, λοξά σε σχέση με τον προσανατολισμό του κτιρίου.

Από την άλλη πλευρά, το παρεκκλήσιο αποτελεί το πιο όμορφο κτήριο της ύστερης βυζαντινής περιόδου που σώζεται σήμερα στην Κωνσταντινούπολη. Ανήκει και αυτό στον σταυροειδή εγγεγραμμένο τύπο με πέντε θόλους, αλλά η αναλογία κάθετων και οριζόντιων διαστάσεων είναι πολύ μεγαλύτερη από ό,τι συνήθως (αν και όχι τόσο μεγάλη όσο στις σύγχρονες βυζαντινές εκκλησίες που χτίστηκαν στα Βαλκάνια). Στο εσωτερικό του παρεκκλησίου υπήρχαν τοιχογραφίες αγίων και πατέρων της Εκκλησίας. Αν και η εσωτερική έγχρωμη μαρμάρινη επένδυση έχει καταστραφεί σε μεγάλο βαθμό, το παρεκκλήσι εξακολουθεί να περιέχει τα διάφορα αποκατεστημένα ψηφιδωτά, τα οποία, αν και όχι τόσο ποικίλα και καλά διατηρημένα όπως αυτά της Μονής της Χώρας, μας παρέχουν πολύτιμη συμβολή για την κατανόηση της όψιμης βυζαντινής τέχνης.

Στην κόγχη του ιερού εικονίζεται ο «Χριστός Υπεράγαθος» (φωτογρ. δεξιά), ένθρονος, κρατώντας με το αριστερό χέρι Ευαγγέλιο και ευλογώντας με το δεξί. Δεξιά και αριστερά Του, η Θεοτόκος και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος σχηματίζουν τη «Δέηση», ενώ εκατέρωθεν αυτής εικονίζονται οι Αρχάγγελοι Γαβριήλ και Μιχαήλ. Στον τρούλο απεικονίζεται ο Χριστός Παντοκράτορας (φωτογρ. δεξιά), περιβαλόμενος από δώδεκα προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης (Μωυσής, Ιερεμίας, Σοφονίας, Μιχαίας, Ιωήλ, Ζαχαρίας, Αβδιού, Αββακούμ, Ιωνάς, Μαλαχίας, Ιεζεκιήλ και Ησαΐας).

Στο δεξιό χορό, από τις σκηνές του Δωδεκάορτου που υπήρχαν εκεί, διασώζεται μόνο η Βάπτιση. Τέλος, σε μια εσοχή του νάρθηκα απεικονίζονται οι Τρεις Μάγοι να προσφέρουν τα δώρα τους στον νεογέννητο Χριστό.

Φωτογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την κυρίως είσοδο του κτηρίου (δίπλα στην είσοδο του παρεκκλησίου/μουσείου) μπορεί κανείς να εισέλθει στον χώρο που λειτουργεί ως τζαμί.

Υποσημειώσεις και παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Παμμακάριστος είναι προσωνύμιο της Θεοτόκου (εκ του παν + μακαριστός)
  2. 2,0 2,1 Το Fethiye Camii μεταφράζεται ως «το τέμενος της κατάκτησης», ως ανάμνηση της κατάκτησης της Γεωργίας και του Αζερμπαϊτζάν στους πολέμους του 1601)[2]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 archINFORM. 12803. Ανακτήθηκε στις 31  Ιουλίου 2018.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 «Μεγάλη διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια της Κωνσταντινούπολης». constantinople.ehw.gr. Ανακτήθηκε στις 4 Αυγούστου 2017. 
  3. 3,0 3,1 3,2 Mathews (1976), σελ. 346
  4. 4,0 4,1 ix8ys. «Ορθόδοξος Συναξαριστής :: Σύναξη της Παναγίας της Παμμακάριστου στην Κωνσταντινούπολη». www.saint.gr. Ανακτήθηκε στις 4 Αυγούστου 2017. 
  5. Mamboury, (1933)
  6. Mathews (1976), σελ. 347
  7. 7,0 7,1 Εγκυκλοπαίδεια Νέα Δομή. Αθήνα: Τεγόπουλος - Μανιατέας. Αθήνα: Τεγόπουλος - Μανιατέας. 1996. σελ. 297, τομ. 26. 
  8. 8,0 8,1 Mathews (1976), σελ. 347.
  9. «Η ΨΗΦΙΔΩΤΗ ΕΙΚΩΝ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΑΜΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ». www.ec-patr.org. Ανακτήθηκε στις 4 Αυγούστου 2017. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Σοφίας Ν. Σφυρόερα, Κωνσταντινούπολη, Πόλη της Ιστορίας, Αθήνα 2006, ISBN 960-442-233-2, σελ. 222-225
  • Οδηγοί του Κόσμου - Κωνσταντινούπολη, Εκδόσεις Explorer, 2004, ISBN 960-8303-86-9, σελ. 110-111
  • Mathews, Thomas F. (1976). The Byzantine Churches of Istanbul: A Photographic Survey. University Park: Pennsylvania State University Press. ISBN 0-271-01210-2. 
  • Mamboury, Ernest (1933). Byzance - Constantinople - Istanbul (3 έκδοση). Istanbul: Milli Neşriyat Yurdu.  (Γαλλικά)

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]