Μοναστήρι του Χριστού Φιλανθρώπου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το Μοναστήρι του Χριστού Φιλανθρώπου ήταν, κατά την παλαιολόγεια περίοδο, σημαντικό κωνσταντινουπολίτικο μοναστήρι, το οποίο βρισκόταν εντός της συνοικίας των Μαγγάνων.

Πίνακας περιεχομένων

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1308, η Ειρήνη Χούμναινα, κόρη του Νικηφόρου Χούμνου και σύζυγος του δεσπότη Ιωάννη Παλαιολόγου, τρίτου υιού του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄, έγινε χήρα και επιθυμούσε να γίνει μοναχή. Το 1312, έγινε μοναχή ως Ευλογία, ενώ, με τη βοήθεια των γονέων της, αφιέρωσε μέρος της προσωπικής περιουσίας της στην αναστήλωση, επέκταση και εξωραϊσμό μοναστηριού εντός της πρώτης συνοικίας της Κωνσταντινούπολης, το οποίο αφιέρωσε στον Χριστό Φιλάνθρωπο. Ουδεμία πληροφορία είναι γνωστή σχετικά με το συγκεκριμένο μοναστήρι προ των παρεμβάσεων της Ειρήνης.

Το μοναστήρι σχεδιάστηκε ως διπλό μοναστήρι, φιλοξενώντας, ταυτόχρονα, μοναχούς και μοναχές, ωστόσο οι δύο κοινότητες ήσαν χωρισμένες μεταξύ τους. Ο Νικηφόρος Χούμνος και η σύζυγός του αποσύρθηκαν, από κοινού, στο συγκεκριμένο μοναστήρι το 1320, ενώ ο ευνοούμενος του Ανδρόνικου Β΄ απεβίωσε εντός των τειχών του, στις 16 Ιανουαρίου 1327, καθώς και ετάφη στη συγκεκριμένη τοποθεσία.

Το γυναικείο μοναστήρι του Χριστού Φιλανθρώπου, σύντομα, άκμασε, ξεπερνώντας, κατά τη διάρκεια της ζωής της ιδρύτριάς του, τον αριθμό των εκατό μοναχών. Η Ειρήνη-Ευλογία διετέλεσε ηγούμενή του έως τον θάνατό της, το 1360, συμμετέχοντας, παράλληλα, στις θρησκευτικές και πολιτικές διαμάχες οι οποίες, κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου, δίχαζαν την αυτοκρατορία, ενώ ο ίδια υποστήριζε την παράταξη των Παλαιολόγων εναντίον του Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού. Το μοναστήρι αποτέλεσε σημαντικό κέντρο προσκυνήματος, ενώ, πιθανώς, η λειτουργία του συνεχίστηκε έως την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, το 1453. Ωστόσο, το ανδρικό μοναστήρι δεν άκμασε αναλόγως, με συνέπεια οι διασωθείσες πληροφορίες σχετικά με αυτό να είναι ελάχιστες.

Η εκκλησία, καθώς και τα κτίρια του μοναστηριού καταστράφηκαν, πιθανότατα, το 1458, όταν ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ ξεκίνησε την ανέγερση του νέου σαραγιού του.

Το αγίασμα (ή ιερή κρήνη) του μοναστηριού, αναφερόμενης ως θαυματουργός, ωστόσο, δεν καταστράφηκε, αποτέλεσε αντικείμενο σεβασμού και διατηρήθηκε, αποτελώντας, έως τον 19ο αιώνα, προσκυνηματικό προορισμό για την ελληνική κοινότητα της πόλης (μεταξύ άλλων, στις 6 Αυγούστου, ημερομηνία εορτασμού της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος). Η συγκεκριμένη λατρεία έπαυσε ολοκληρωτικά, πιθανώς, παρά μόνον προς το 1871, όταν εργασίες για την κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής οδήγησαν στην καταστροφή της κρήνης, καθώς και τμήματος εκ των καταλοίπων του μοναστηριού.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μοναστήρι είναι, έως σήμερα, ιδιαιτέρως γνωστό, μεταξύ άλλων, χάρη στις περιγραφές Ρώσων προσκυνητών.

Ο Νικηφόρος Γρηγοράς αναφέρει πως η Ειρήνη επιθυμούσε ένα μεγαλοπρεπές οικοδόμημα, όχι λόγω κάποιας αγάπης προς την πολυτέλεια, αλλά προς διέγερση της αγνότητας.

Βάσει αποσπασμάτων περιηγητικών κειμένων Ρώσων προσκυνητών, είναι γνωστό πως το μοναστήρι φιλοξενούσε τα λείψανα του Αγίου Αβέρκιου, καθώς και μία θαυματουργό αναπαράσταση του Χριστού (ο οποίος φέρεται να εμφανίστηκε εντός του μοναστηριού). Η ιερή κρήνη, επίσης, αναφέρεται αρκετά συχνά εντός των συγκεκριμένων κειμένων.

«Σε εκείνο το σημείο (πλησίον του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων), όπισθεν του τείχους, επί της θαλάσσης, εμφανίστηκε αυτοπροσώπως ο Χριστός, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη εκκλησία να είναι γνωστή ως του Χριστού Στάντετ. Εκεί, φιλοξενείται αριθμός αρρώστων, οι οποίοι προέρχονται από διάφορες πόλεις και οι οποίοι θεραπεύονται. Επίσης, εκεί φιλοξενείται το σκήνωμα του Αγίου Αβέρκι, το οποίο και προσκυνήσαμε. Η συγκεκριμένη τοποθεσία μοιάζει με την κολυμβήθρα του Σιλωάμ, στα Ιεροσόλυμα.»

— Στέφανος του Νόβγκοροντ (1348 ή 1349)

«από εκεί (το Μέγα Παλάτιον)μεταβήκαμε στην ακτή της θάλασσας, όπου υπάρχει άμμος με θεραπευτικές ιδιότητες, ενώ, επί αυτής, βρίσκεται η Εκκλησία του Χριστού Σωτήρος, όπου, εντός αυτής, βρίσκονται η θαυματουργός εικόνα του Κυρίου και, εντός ανοιχτής λειψανοθήκης, τα λείψανα του Αγίου Αβέρκι».

— Ιγνάτιος του Σμολένσκ (μεταξύ 1389-1405)

«Πλησίον της Αγίας Σοφίας ευρίσκεται το γυναικείο μοναστήρι του Φιλανθρώπου. Εκεί, υπό την εκκλησία, βρίσκεται ιερή κρήνη, ενώ οι λεπροί και ασθενείς οι οποίοι βυθίζουν τα πόδια τους στην άμμο της, στην πλειονότητά τους θεραπεύονται».

— Ζώσιμος (μεταξύ 1419-1421)

Σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σήμερα, ορισμένα ερείπια, ακόμη, διασώζονται από το μοναστήρι, ωστόσο ουδεμία εις βάθος έρευνα δεν έχει πραγματοποιηθεί, με συνέπεια οι ακριβείς διαστάσεις του να μην είναι γνωστές. Η εκκλησία βρισκόταν στο ύψος των τειχών, ενώ πιστεύεται πως το διαστάσεις της ήταν, δίχως τον υπολογισμό του νάρθηκα, περίπου 17 × 15 μέτρα. Τα δύο μοναστήρια (ανδρικό και γυναικείο) ήσαν χτισμένα μεταξύ του θαλάσσιου τείχους, από την μία πλευρά, και του κτιριακού συμπλέγματος των Μαγγάνων, από την άλλη πλευρά.

Μία μεγάλη πύλη, ύψους, περίπου, δέκα μέτρων, φέρεται να ήταν ορατή στα τείχη, καθώς και μία επιγραφή, τα οποία φέρεται να ήσαν κατάλοιπα του μοναστηριού.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]