Τύρας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Για το ποτάμι που λεγόταν Τύρας στα αρχαία Ελληνικά, δείτε, δείτε Δνείστερος.
Τύρας
Tyras4.jpg
Ερείπια της Ρωμαϊκής Τύρας
Τύρας βρίσκεται στο τόπο Ουκρανία
Τύρας
ΤοποθεσίαΠεριφέρεια Οδησσού, Ουκρανία
Συντεταγμένες46°12′3″N 30°21′6″E / 46.20083°N 30.35167°E / 46.20083; 30.35167Συντεταγμένες: 46°12′3″N 30°21′6″E / 46.20083°N 30.35167°E / 46.20083; 30.35167
ΕίδοςΑρχαία οικιστική περιοχή
Ιστορία
ΚατασκευαστήςΆποικοι από την Μίλητο
Ίδρυση6ος αιώνας π.Χ
Εγκατάλειψη4ος αιώνας μ.Χ
ΠερίοδοιΑρχαϊκή εποχή μέχρι Ρωμαϊκή εποχή
ΠολιτισμοίΕλληνική, Ρωμαϊκή
Σημειώσεις
ΚατάστασηΚατεστραμμένη
ΙδιοκτησίαΔημόσια
Πρόσβαση κοινούΝαι

Ο Τύρας ήταν αρχαία Ελληνική πόλη στη νότια όχθη του ποταμού Δνείστερου, στη θέση της σύγχρονης πόλης Μπιλχορόντ-Ντιστρόβσκι, στην περιοχή της Οδησσού της σημερινής Ουκρανίας. Η πόλη κατοικούταν από τα τέλη του 6ου αι. π.Χ. μέχρι τα τέλη του 4ου αι. μ.Χ. Μετά την καταστροφή της αρχαίας πόλης Τύρας, η θέση κατοικήθηκε ξανά το 13ο αιώνα. Σήμερα μεγάλο μέρος της περιοχής της καταλαμβάνεται από το μεσαιωνικό κάστρο του Άκερμαν, ενώ ένα άλλο μέρος της βρίσκεται κάτω από τη σύγχρονη πόλη. Τμήμα της αρχαίας πόλης έχει βυθιστεί στα νερά του δέλτα του Δνείστερου.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ίδρυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ίδρυση του Τύρα αποδίδεται σε αποικιστές από τη Μίλητο και χρονολογείται στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ.[1][2] Σύμφωνα με τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο και τον Στέφανο Βυζάντιο, η πόλη αρχικά ήταν γνωστή ως Οφιούσα, όνομα το οποίο απαντά σε αρκετές πηγές. Οι προσπάθειες να παρουσιαστούν η Οφιούσα και ο Τύρας ως δύο διαφορετικοί οικισμοί δεν είναι πειστικές.[3] Κρίνοντας από σχετικές επιγραφές και νομίσματα, τουλάχιστον από τον 4ο αι. π.Χ. στην ίδια την πόλη χρησιμοποιείται αποκλειστικά το όνομα Τύρας, ενώ το όνομα Οφιούσα δεν αναφέρεται καθόλου.

Αρχαϊκή και Κλασική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρωιμότερη αναφορά στον Τύρα θεωρείται ότι βρίσκεται στο έργο του Ηροδότου, ο οποίος, ωστόσο, δεν αναφέρεται απευθείας στην πόλη, αλλά γράφει για τους Έλληνες «οι οποίοι αυτοαποκαλούνται Τυρίται». Στον Τύρα δεν έχουν εντοπιστεί αρχαιολογικά στρώματα με χρονολόγηση στον 6ο-5ο αι. π.Χ., και η συγκεκριμένη περίοδος αντιπροσωπεύεται από πολλά διάσπαρτα ευρήματα. Βάσει της αποκατάστασης του ονόματος «Τύρας» σε ένα θραύσμα του αθηναϊκού καταλόγου εισφορών, θεωρείται ότι η πόλη ήταν μέλος της Δηλιακής Συμμαχίας, καταβάλλοντας φόρο ύψους δύο ταλάντων.[4]

Αρχαίο οχυρό του Τύρα

Ύστερη Κλασική και Ελληνιστική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τύρας άρχισε να κόβει δικά του νομίσματα (αργυρά και χάλκινα) κατά το δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ. χρησιμοποιώντας το σύστημα σταθμών που είχε καθιερωθεί στο νησί της Αίγινας. Διάφορα ψηφίσματα της πόλης του 3ου αι. π.Χ μαρτυρούν ότι το πολιτικό καθεστώς του Τύρα την εποχή εκείνη ήταν δημοκρατικό και ότι η πόλη κυβερνούνταν από ένα εκλεγμένο συμβούλιο αρχόντων. Αυτά τα ψηφίσματα αναφέρουν επίσης τους αγωνοθέτες, οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι για την οργάνωση και τη διεξαγωγή αθλητικών αγώνων.

Στο δεύτερο μισό του 3ου αι. π.Χ., η περίοδος ακμής στην ιστορία του Τύρα δίνει τη θέση της, όπως και σε άλλες πόλεις της περιοχής, σε μια εποχή κρίσης. Σε σημαντικό βαθμό αυτό οφειλόταν στην αλλαγή των συνθηκών στο βαρβαρικό κόσμο που περιέβαλλε την πόλη. Οι Σαρμάτες που είχαν αφιχθεί προερχόμενοι από περιοχές πέρα από τον ποταμό Ντον απωθούσαν τους Σκύθες από τις στέπες και άρχισαν να διαδραματίζουν ενεργότερο ρόλο στην περιοχή του βόρειου Πόντου. Ταυτόχρονα οι ελληνικές πόλεις απειλούνταν στα δυτικά από τους Βαστάρνες και τους Γαλάτες. Το 2ο αι. π.Χ. ισχυρά "υστεροσκυθικά" βασίλεια αναπτύσσονται στην Δοβρουτσά και στην περιοχή της Κριμαίας. Στα τέλη του 3ου αι. π.Χ., η πόλη Νικώνιον, κοντά στον Τύρα, καταστράφηκε και εγκαταλείφθηκε.[5] Ο Τύρας αντιστάθηκε, ωστόσο οι αγροτικοί οικισμοί στην ενδοχώρα του μαράζωσαν, με ολέθρια αποτελέσματα για την οικονομία της πόλης.

Ρωμαϊκή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τις πρώτες δεκαετίες του 1ου αι. π.Χ., ο Τύρας, όπως και οι γειτονικές του πόλεις, ενσωματώθηκαν στο βασίλειο του Πόντου επί βασιλεία του Μιθριδάτη Στ΄ Ευπάτωρα.[6] Στα μέσα του 1ου αι. π.Χ., η πόλη καταστράφηκε ολοσχερώς από τους Γέτες. Η πόλη επανιδρύθηκε όχι αργότερα από τις αρχές του 1ου αι. μ.Χ., καθώς αρχαιολογικά παρατηρείται ισοπέδωση της θέσης και εφαρμογή νέου χωροταξικού σχεδίου.

Μετά την ανοικοδόμηση, ο Τύρας διατήρησε την ανεξαρτησία του για λίγο, αλλά το έτος 56 ή 57 μ.Χ ενσωματώθηκε στη ρωμαϊκή επαρχία της Μοισίας.[6] Από τη στιγμή αυτή μια νέα εποχή εγκαινιάζεται στην ιστορία της πόλης. Παρά τη μακροχρόνια παρουσία ρωμαϊκής φρουράς στον Τύρα, δεν παρατηρείται σημαντικός εκρωμαϊσμός του πληθυσμού της πόλης. Η Λατινική χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά από τους στρατιώτες, ενώ ο πληθυσμός και οι αρχές της πόλης χρησιμοποιούσαν την ελληνική γλώσσα, ακόμα και στην επίσημη αλληλογραφία τους με τις αρχές της επαρχίας.

Στα μέσα του 3ου αιώνα, ολόκληρη η πόλη καταστράφηκε από φωτιά που ξεκίνησε κατά τη διάρκεια βαρβαρικής επιδρομής. Όχι αργότερα από τη δεκαετία του 270, ο Τύρας είχε κατοικηθεί εκ νέου και η πόλη συνέχισε να υφίσταται μέχρι την επόμενη καταστροφή της, στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα. Την εποχή εκείνη μόλις ένα μέρος του αρχικού οικισμού ανοικοδομήθηκε με πρόχειρα κτίσματα. Οι κατοικημένες οικίες ήταν τοποθετημένες δίπλα δίπλα σε παλαιότερα ερείπια. Το καθεστώς του Τύρα και η πληθυσμιακή του σύνθεση την περίοδο αυτή δεν είναι γνωστά, πιθανόν πλέον ελέγχονταν και κατοικούνταν από βαρβάρους και όχι από Έλληνες. Μετά την τελική καταστροφή της πόλης, ο τόπος άρχισε να κατοικείται εκ νέου το 13ο αιώνα.

Ανασκαφές και αρχαιολογικά ευρήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης που απεικονίζει της Ελληνικές αποικίες στον Εύξεινο Πόντο, επάνω αριστερά μπορούμε να διακρίνουμε τον Τύρα

Η θέση του Τύρα εντοπίστηκε πρώτη φορά από τον I.A. Stempkovskii βάσει των ευρημάτων (χάλκινα νομίσματα) που έφεραν το όνομα της πόλης.[7] Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, βρέθηκαν στον Τύρα και τις γύρω περιοχές πάμπολλα ευρήματα μεταξύ των οποίων θραύσματα αρχαίων γλυπτών, νομίσματα και ορισμένες σημαντικές επιγραφές.

Οι πρώτες συστηματικές αρχαιολογικές ανασκαφές στον Τύρα ξεκίνησαν το 1900 και συνεχίστηκαν μέχρι το 1912.[8] Μολονότι ουσιαστικά αυτές οι ανασκαφές συνίσταντο σε λίγες τομές σε διάφορα σημεία του αρχαιολογικού χώρου, κατορθώθηκε να οριστεί το γενικό περίγραμμα της στρωματογραφίας του Τύρα και προέβη σε σειρά παρατηρήσεων σχετικά με την τοπογραφία του. Στα 1919, 1927-1930, 1932, 1935 και 1940, όταν το Μπέλγκοροντ ανήκε στη Ρουμανία, πραγματοποιήθηκαν νέες ανασκαφές στον αρχαιολογικό χώρο. Το 1945 νέες ανασκαφές ξεκίνησαν από Ουκρανούς αρχαιολόγους του Κιέβου και της Οδησσού, οι οποίες συνεχίζονται, με κάποια μικρά διαλείμματα, μέχρι τις ημέρες μας. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ανασκαφές πραγματοποίησαν και αρχαιολόγοι από το Πανεπιστήμιο του Ιασίου.

Το μεγαλύτερο μέρος της ανασκαμμένης περιοχής εντοπίζεται ανάμεσα στο ανατολικό τείχος του μεσαιωνικού κάστρου και της απόκρημνης βουνοπλαγιάς στο άκρο του δέλτα. Τα στρώματα κατοίκησης που βρέθηκαν εκεί χρονολογούνται από τα τέλη του 5ου αι. π.Χ. μέχρι τον 4ο αι. μ.Χ. Αυτά περιλαμβάνουν απομεινάρια οικιστικών περιοχών και ένα τείχος με πύργους. Στα υπόλοιπα τμήματα, συμπεριλαμβανομένου του μεσαιωνικού κάστρου, έχουν πραγματοποιηθεί ανασκαφές περιορισμένης έκτασης.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Латышев, B.B., “О календарях Ольвии, Тиры и Херсониса Таврического”, в Латышев, В.В., PONTIKA (Санкт-Петербург 1909), σελ. 37-45
  2. Pyotr Karyshkovsky, П.О., “Из истории Тиры вв. н.э.”, Материалы по археологии Северного Причерноморья 7 (1971), σελ. 152-154
  3. βλ. Pyotr Karyshkovsky, П.О. – Клейман, И.Б., Древний город Тира (Киев 1985), σελ. 7-18
  4. Meritt, B.D. – Wade-Gery, H.T. – McGregor, M.F., The Athenian Tribute Lists I (Cambridge – Princeton 1939-1949), σελ. 157, A-9, τόμ. 2, σελ. 43.
  5. Секерская, Н.М., Античный Никоний и его округа в VI-IVвв. до н.э. (Киев 1989).
  6. 6,0 6,1 Шелов, Д.Б., “Тира и Митридат Евпатор”, ВДИ (1962), σελ. 95-102.
  7. Ivan Oleksiyovych Stempkovsky, И.А., Исследования о местоположении древних греческих поселений на берегах Понта Евксинского между Тирасом и Борисфеном (Санкт-Петербург 1826), σελ. 19-23.
  8. Grigori Shtern, Э.Р., “О последних раскопках в Аккермане”, ЗООИД 23 (1901), σελ. 33-61