Βλαντίμιρ Λένιν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Λένιν)
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Βλαντίμιρ Λένιν
Влади́мир Ильи́ч Ленин
Vladimir Lenin.jpg
Ο Λένιν τον Ιούλιο του 1920
Πρόεδρος του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτροπών της Σοβιετικής Ένωσης
Περίοδος
6 Ιουλίου 1923 – 21 Ιανουαρίου 1924
ΠροκάτοχοςΗ θέση δημιουργήθηκε
ΔιάδοχοςΑλεξέι Ρίκοφ
Πρόεδρος του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτροπών της Ρωσίας
Περίοδος
9 Νοεμβρίου 1917 – 21 Ιανουαρίου 1924
ΠροκάτοχοςΗ θέση δημιουργήθηκε
ΔιάδοχοςΑλεξέι Ρίκοφ
1ος Πρόεδρος του Συμβουλίου Εργασίας και Άμυνας
Περίοδος
17 Ιουλίου 1923 – 21 Ιανουαρίου 1924
ΠροκάτοχοςΗ θέση δημιουργήθηκε
ΔιάδοχοςΛεβ Κάμενεφ
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση22 Απριλίου 1870, Ουλιάνοφσκ, Ρωσική Αυτοκρατορία
Θάνατος21 Ιανουαρίου 1924 (53 ετών)
Γκόρκι Λένινσκιε, Ρωσική Σοβιετική Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία, Ε.Σ.Σ.Δ.
Πολιτικό κόμμαΡωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα (Μπολσεβίκοι (1898-1912)
Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης (1912-1924)
ΣύζυγοςΝαντέζντα Κρούπσκαγια
ΣυγγενείςΙλιά Ουλιάνοφ (πατέρας)
Μαρία Αλεξάντροβνα Ουλιάνοβα (μητέρα)
Αλέξανδρος Ουλιάνοφ (αδελφός)
Άννα Ουλιάνοβα (αδελφή)
Ντμίτρι Ιλίτς Ουλιάνοφ (αδελφός)
Μαρία Ιλίνιτσνα Ουλιάνοβα (αδελφή)
και τρία άλλα αδέλφια
ΣπουδέςΚρατικό Πανεπιστήμιο Αγίας Πετρούπολης
Θρήσκευμααθεϊσμός
ΠαρωνύμιοΚ. Τούλιν (ψεδώνυμο των πρώτων επαναστατικών χρόνων)
Βλαντίμιρ Ιλίν (συγγραφικό ψευδώνυμο των πρώτων του έργων) [1]
Ν. Λένιν (δημοσιογραφικό ψευδώνυμο των πρώτων του άρθρων)[2]
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν (ρωσ. Влади́мир Ильи́ч Ленин, γεννηθείς Ουλιάνοφ (ρωσ. Ульянов), 22 Απριλίου 187021 Ιανουαρίου 1924) ήταν Ρώσος κομμουνιστής επαναστάτης, πολιτικός και πολιτικός θεωρητικός. Ήταν ηγέτης της Ρωσικής Επανάστασης και επικεφαλής της Ε.Σ.Σ.Δ. (1922-1924), ηγέτης της Κομμουνιστικής Διεθνούς και του μπολσεβικικού κόμματος.

Λόγω της συμβολής του στην Οκτωβριανή επανάσταση, Σοβιετικοί αλλά και μη κομμουνιστές μελετητές ονομάζουν τον Λένιν σαν τον μεγαλύτερο επαναστάτη της ιστορίας.[3]

Όνομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πραγματικό όνομα του Λένιν ήταν Βλαντίμιρ Ιλίτς Ουλιάνοφ (ρωσ. Владимир Ильич Ульянов). Υπάρχουν πολλές θεωρίες για την προέλευση του επαναστατικού ψευδωνύμου Λένιν, το οποίο επισημοποιήθηκε ως επώνυμο μετά την επανάσταση. Ο πατέρας του Λένιν, σύμφωνα με επιστολή της αδερφής του που αποχαρακτηρίστηκε, ήταν Εβραίος ο οποίος έγινε χριστιανός για να αυξήσει τις μορφωτικές του προοπτικές και να μπορεί να εγκαταλείψει τα όρια εγκατάστασης όπου ζούσαν οι περισσότεροι ρωσοεβραίοι.[4]

Μεταξύ άλλων, λέγεται πως ήθελε να παρουσιάσει την αντίθεσή του με τον Γκεόργκι Πλεχάνοφ που χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Βόλγκιν, παρμένο από τον ποταμό Βόλγα. Έτσι, επέλεξε τον ποταμό Λένα, ο οποίος είναι μακρύτερος και ρέει στην αντίθετη κατεύθυνση, μιας και διαφωνούσαν σε ορισμένα θέματα οικονομικής κυρίως φύσης. Για λόγους καλύτερης επικοινωνίας μεταξύ των μελών, ο Λένιν είχε πολλά ψευδώνυμα με το Λένιν να είναι το δημοφιλέστερο από αυτά. Παράλληλα, η ανιψιά του Όλγα Ουλιάνοβα υποστηρίζει ότι ο Λένιν χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Λένιν για να μην χρησιμοποιήσει το Βόλγκιν, που το χρησιμοποιούσαν οι Πλεχάνοφ και άλλοι. Άλλοι υποστηρίζουν ότι το Λένιν προέρχεται από το όνομα ενός χαρακτήρα σε βιβλίο του Τολστόι ή από το διαβατήριο ενός Κοζάκου που δεν βρισκόταν πια στην ζωή.[5]

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οικογένεια Ουλιάνοφ

Ο Βλαδίμηρος Ίλιτς Λένιν, γιος του Ιλιά Νικολάγεβιτς Ουλιάνοφ και της Μαρίας Αλεξαντρόβνα Ουλιάνοφ (το γένος Μπλανκ) γεννήθηκε στο Σιμπίρσκ (σημ. Ουλιάνοφσκ) στις όχθες του ποταμού Βόλγα, στις 10 / 22 Απριλίου 1870, το τρίτο από τα συνολικά έξι (6) παιδιά της οικογένειας Ουλιάνοφ.

Ο πατέρας του, καλμουχικής καταγωγής, ήταν ανώτερος κρατικός υπάλληλος, διευθυντής και αργότερα επιθεωρητής των δημοτικών σχολείων του κυβερνείου του Σιμπίρσκ, και από το 1882 Σύμβουλος του Κράτους. Ο προβιβασμός του σε Σύμβουλο του Κράτους τον κατέτασσε αυτόματα -αν και στην πιο χαμηλή βαθμίδα - στην τάξη της Αριστοκρατίας, ενώ συνοδεύτηκε και με την απονομή του παρασήμου του Αγίου Βλαδιμήρου, 3ης τάξης. [6] Η μητέρα του, προερχόταν από εύπορη οικογένεια, κόρη του δόκτορα Αλεξάντερ Μπλανκ. Οι περισσότεροι μελετητές της απώτερης καταγωγής του Λένιν, υποστηρίζουν ότι οι Μπλανκ, ήταν Εβραίοι που μεταστράφηκαν στον Ορθόδοξο Χριστιανισμό.[7] Ο μικρός Λένιν ήταν ένα παιδί που είχε χαρίσματα, και ήταν φιλομαθής από μικρός. Αποφοίτησε πρώτος στην τάξη του στο λύκειο.

Ο μεγαλύτερος αδελφός του, Αλέξανδρος Ουλιάνοφ, (γεννημένος το 1866) ήταν μέλος της Ναρόντναγια Βόλια (μιας επαναστατικής τρομοκρατικής οργάνωσης) και λόγω της συμμετοχής του στην ανεπιτυχή απόπειρα δολοφονίας κατά του τσάρου Αλεξάνδρου Γ΄ εκτελέσθηκε (1887). Το γεγονός αυτό υπήρξε καθοριστικό στη ζωή του Λένιν.

Βλαντίμιρ Λένιν, περίπου το 1887

Ο Λένιν ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο γυμνάσιο του Σιμπίρσκ το 1887, όπου κέρδισε χρυσό μετάλλιο για τις επιδόσεις του. Παρά το γεγονός ότι ήταν παιδί μιας κάπως ευκατάστατης οικογένειας, ο ίδιος αλλά και τα αδέρφια του εντάχθηκαν στο ρωσικό επαναστατικό κίνημα. Καθοριστικό γεγονός για τον Λένιν ήταν και ο πρόωρος θάνατος του πατέρα του, ο οποίος είχε απειληθεί λίγο πριν τον θάνατο του με πρόωρη συνταξιοδότηση από μια κυβέρνηση που φοβόταν όλο και περισσότερο την εξάπλωση της παιδείας.[8]

Τον Αύγουστο του 1887 μπήκε στη Νομική Σχολή του πανεπιστημίου του Καζάν, αλλά αποβλήθηκε το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, λόγω της συμμετοχής του σε διαμαρτυρία φοιτητών. Το φθινόπωρο του 1889 έλαβε την άδεια να επιστρέψει στο Καζάν, όπου άρχισε τη συστηματική μελέτη του Καρλ Μαρξ και συνδέθηκε με μέλη του τοπικού μαρξιστικού κύκλου. Συνέχισε μόνος του τις σπουδές του και το 1891 πήρε άδεια εξάσκησης του νομικού επαγγέλματος.

Εισαγωγή στο Μαρξισμό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1891 ο Λένιν πέρασε τις εξετάσεις της Νομικής του πανεπιστημίου της Αγίας Πετρούπολης και το 1892 άρχισε την πρακτική εξάσκηση ως δικηγόρος στη Σαμάρα, όπου ανέλαβε την υπεράσπιση σε διάφορες δίκες. Τη ζωή του, εντούτοις, γέμιζαν κυρίως η μελέτη του μαρξισμού και η προσήλωσή του στην οικονομική και πολιτική ανάπτυξη της Ρωσίας και στη συνέχεια ολόκληρου του κόσμου. Παράλληλα όσο σπούδαζε έκανε εντατικές μελέτες στην ιδεολογία του Μαρξ δημιουργώντας επαφές και με μαρξιστές από άλλες περιοχές της Ρωσίας.[9]

Η μαρξιστική του δράση άρχισε κυρίως από το 1894, όταν έφτασε στην Αγία Πετρούπολη και ήρθε σε επαφή με τους μαρξιστικούς ομίλους της πόλης. Σ' αυτή την περίοδο ανήκουν τα πρώτα πολεμικά μανιφέστα του Λένιν, με τα οποία επιτέθηκε στο λαϊκό κόμμα και που διακινήθηκαν από χέρι σε χέρι με τη μορφή χειρογράφων. Αμέσως μετά, ο Λένιν άρχισε από τον Τύπο ένα θεωρητικό αγώνα ενάντια στους διαστρεβλωτές της μαρξιστικής θεωρίας.

Σοσιαλδημοκρατική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λένιν με μέλη της «Ένωσης για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης»
Η σύζυγος του Λένιν, Ναντέζντα Κρούπσκαγια

Την άνοιξη του 1895 ο Λένιν μετέβη στην Ελβετία (όπου συνάντησε τον "πατριάρχη" του ρωσικού μαρξισμού Γκεόργκι Πλεχάνοφ), στο Παρίσι και στο Βερολίνο. Με την επιστροφή του στην Αγία Πετρούπολη, ο Λένιν ενοποίησε τους μαρξιστικούς κύκλους της πόλης σε ενιαία πολιτική οργάνωση, η οποία αργότερα έγινε γνωστή με το όνομα «Ένωση της Πάλης για τη Χειραφέτηση της Εργατικής Τάξης». Δύο μήνες αργότερα όμως η οργάνωση εξαρθρώθηκε και ο Λένιν μαζί με τους στενότερους συνεργάτες του συνελήφθησαν. Πέρασε το 1896 στη φυλακή και τον Φεβρουάριο του 1897 εξορίστηκε για τρία χρόνια στο χωριό Σουσένγσκογιε στην ανατολική Σιβηρία (ως τις 29 Ιανουαρίου του 1900).

Το 1898 παντρεύτηκε τη Ναντέζντα Κονσταντίνοβνα Κρούπσκαγια, συνεργάτιδά του στην εργατική Ένωση της Αγίας Πετρούπολης και πιστή σύντροφο για τα υπόλοιπα 26 χρόνια της ζωής του. Κατά τη διάρκεια της εξορίας τελείωσε τη σημαντικότερη οικονομική εργασία του «Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία», βασισμένη σε έναν τεράστιο όγκο στατιστικού υλικού (1899).

Στις 16 Ιουλίου του 1900 ο Λένιν εγκατέλειψε τη Ρωσία, λόγω των διωγμών από την τσαρική αστυνομία, και μετέβη στη Γερμανία, όπου εξέδωσε την ανατρεπτική εφημερίδα Ίσκρα (Σπίθα), η οποία διανεμήθηκε παράνομα στη Ρωσία, με το σύνθημα «Από τη σπίθα στη φλόγα». Στόχος του ήταν να δώσει μια μαρξιστική ερμηνεία των προβλημάτων της επανάστασης και να διαμορφώσει ένα συγκεντρωτικό «υπόγειο» επαναστατικό σοσιαλδημοκρατικό κίνημα, το οποίο ως καθοδηγητής του προλεταριάτου θα ξεκινούσε τον αγώνα εναντίον του τσαρικού καθεστώτος. Η ιδέα μιας συγκροτημένης κομματικής ηγεσίας στον αγώνα του προλεταριάτου σε όλες τις μορφές και τις εκδηλώσεις του, που είναι μια από τις κεντρικές αρχές του λενινισμού, συνδέεται με την αντίληψη της ηγεμονίας της εργατικής τάξης μέσα στη δημοκρατική μετεξέλιξη της χώρας. Αυτή η ιδέα βρήκε την άμεση έκφρασή της στο πρόγραμμα της δικτατορίας του προλεταριάτου όταν η ανάπτυξη της επαναστατικής κίνησης προετοίμασε τις συνθήκες για την επανάσταση του Οκτωβρίου.

Τον Απρίλιο του 1902 ο Λένιν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Μόναχο και να μεταβεί στο Λονδίνο, ενώ την άνοιξη του 1903 μετακινήθηκε στη Γενεύη.

Ηγέτης των Μπολσεβίκων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το καλοκαίρι του 1903 ο Λένιν πήρε ενεργό μέρος στο 2ο συνέδριο του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος, τις αρχές του οποίου είχε ασπαστεί από τα χρόνια της εξορίας του στη Σιβηρία. Το συνέδριο αυτό άρχισε τον Ιούλιο του 1903 στις Βρυξέλλες, αλλά μετά τις πρώτες του συνεδριάσεις υποχρεώθηκε να μεταφερθεί τον Αύγουστο στο Λονδίνο, λόγω των παρενοχλήσεων της βελγικής αστυνομίας. Το συνέδριο αυτό ενέκρινε το πρόγραμμα που επεξεργάστηκαν ο Πλεχάνοφ και ο Λένιν, όμως έληξε με την ιστορική διάσπαση του κόμματος σε Μπολσεβίκους, υπό την ηγεσία του Λένιν, και Μενσεβίκους. Οι διαφορές αφορούσαν την τακτική και τελικά το πρόγραμμα του κόμματος. Οι Μενσεβίκοι προσπάθησαν να εναρμονίσουν την πολιτική του ρωσικού προλεταριάτου με αυτήν της φιλελεύθερης αστικής τάξης. Ο Λένιν είδε στους αγρότες τον πιο στενό σύμμαχο του προλεταριάτου. Οι περιστασιακές συμφωνίες και οι στενότερες σχέσεις με τους Μενσεβίκους απέτυχαν να σταματήσουν τη σταθερή απομάκρυνση των δύο γραμμών —επαναστατικής και οπορτουνιστικής— προλεταριακής και αστικής. Ο αγώνας με τους Μενσεβίκους σφυρηλάτησε την πορεία που οδήγησε στην απόσχιση από τη Δεύτερη Διεθνή (1914), στην επανάσταση του Οκτωβρίου (1917) και στην αλλαγή του ονόματος του κόμματος από σοσιαλδημοκρατικό σε κομμουνιστικό (1918).

Η Επανάσταση του 1905 και τα επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Ρωσία δημιουργήθηκε επαναστατική κατάσταση από την ήττα του στρατού και του ναυτικού στο ρωσο-ιαπωνικό πόλεμο, τους πυροβολισμούς εναντίον των εργαζομένων στις 9 Ιανουαρίου του 1905 και από τις αγροτικές ταραχές και τις πολιτικές απεργίες. Το πρόγραμμα του Λένιν ήταν η προετοιμασία ενός ένοπλου ξεσηκωμού των μαζών κατά του τσαρικού καθεστώτος και η δημιουργία μιας προσωρινής κυβέρνησης για να οργανώσει την επαναστατική δημοκρατική δικτατορία των εργατών και των αγροτών. Το τρίτο συνέδριο του κόμματος, που αποτελούταν αποκλειστικά από Μπολσεβίκους (Μάιος 1905), πέρασε ένα νέο αγροτικό πρόγραμμα που περιέλαβε την κατάσχεση της ιδιοκτησίας των γαιοκτημόνων. Τον Οκτώβριο του 1905 ξεκίνησε μία πανρωσική απεργία. Στις 17 του μήνα ο τσάρος δημοσίευσε τη διακήρυξή του για «Σύνταγμα». Αρχές Νοεμβρίου ο Λένιν επέστρεψε στη Ρωσία από τη Γενεύη και απευθύνθηκε στους Μπολσεβίκους για να προσελκύσει στο κόμμα ευρύτερες μάζες εργαζομένων, αλλά και για να διατηρήσει τους παράνομους μηχανισμούς τους σε αναμονή για αντιεπαναστατικά χτυπήματα. Στα γεγονότα του 1905 ο Λένιν διέκρινε τρία κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα:

  1. την προσωρινή αντίληψη από τους ανθρώπους της πραγματικής πολιτικής ελευθερίας
  2. τη δημιουργία νέας, αν και μόνο δυνητικής, επαναστατικής δύναμης (με τη μορφή των Σοβιέτ) των αντιπροσώπων των εργαζομένων, των στρατιωτών και των αγροτών
  3. τη χρήση της δύναμης από τα άτομα ενάντια σε εκείνους που την είχαν χρησιμοποιήσει προηγουμένως εναντίον τους.

Αυτά τα συμπεράσματα, από τα γεγονότα του 1905, έγιναν οι κατευθυντήριες αρχές της πολιτικής του Λένιν το 1917 και οδήγησαν στη δικτατορία του προλεταριάτου, την οποία επρόκειτο να ασκήσει το σοβιετικό κράτος.

Η εξέγερση στη Μόσχα στο τέλος Δεκεμβρίου, χωρίς την υποστήριξη του στρατού, χωρίς ταυτόχρονες εξεγέρσεις σε άλλες πόλεις και ικανοποιητική συμμετοχή σε άλλες περιοχές της χώρας, καταστάλθηκε γρήγορα. Η φιλελεύθερη αστική τάξη ήρθε στο προσκήνιο. Η εποχή των πρώτων δύο Δουμών άρχισε. Τότε ο Λένιν διατύπωσε τις αρχές της επαναστατικής εκμετάλλευσης των κοινοβουλευτικών μεθόδων ως μέσο νέας επίθεσης. Το Δεκέμβριο του 1907 ο Λένιν έφυγε για δέκα χρόνια από τη Ρωσία, για να επιστρέψει το 1917, συμμετέχοντας εν τω μεταξύ ενεργά στον ιδεολογικό και πολιτικό αγώνα των μπολσεβίκων. Άρχιζε η εποχή της αντεπανάστασης, των διώξεων, της εξορίας, των εκτελέσεων και της αποδημίας.

Πορεία προς την Οκτωβριανή Επανάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λένιν το 1916 στην Ελβετία

Ο Λένιν μετακόμισε στη Φινλανδία για λόγους ασφάλειας. Συνέχισε να ταξιδεύει στην Ευρώπη και συμμετείχε σε πολλά σοσιαλιστικά συνέδρια και δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της Διάσκεψης του Τσίμμερβαλντ το 1915. Όταν η Ινέσσα Αρμάντ εγκατέλειψε τη Ρωσία και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, συνάντησε το Λένιν και άλλους εξόριστους μπολσεβίκους και εξελίχθηκε σε άμεση συνεργάτιδά του.

Τον Απρίλιο του 1917 μετά την πτώση του τσάρου Νικόλαου Β΄ ο Λένιν επέστρεψε στην Αγία Πετρούπολη από την Ελβετία με το περιβόητο σφραγισμένο τρένο, το οποίο διέσχισε τη γερμανική επικράτεια μέσα σε απόλυτη απομόνωση με την ανοχή της γερμανικής αυτοκρατορικής κυβέρνησης. Χιλιάδες οπαδοί του, μεταξύ αυτών ένοπλοι στρατιώτες και ναύτες, τον περίμεναν στο σιδηροδρομικό σταθμό της Φινλανδίας, στην Αγία Πετρούπολη, προς τους οποίους μίλησε ανεβασμένος σε τεθωρακισμένο όχημα. Την επομένη ο Λένιν παρουσίασε σε συγκέντρωση των μπολσεβίκων τις περιβόητες «Θέσεις του Απρίλη». Ήταν το πρόγραμμα της κομμουνιστικής εξέγερσης ανατροπής της Προσωρινής Κυβέρνησης με κεντρικό σύνθημα «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ!». Τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς η Προσωρινή Κυβέρνηση, η οποία είχε αναρριχηθεί στην εξουσία μετά την εξέγερση του Φεβρουαρίου, έβγαλε για τελευταία φορά τον Λένιν στην παρανομία. Ο Λένιν διέφυγε στη Φινλανδία για ασφάλεια. Στις 7 Οκτωβρίου επέστρεψε στην Αγία Πετρούπολη, πεισμένος ότι έφτασε η ώρα της επανάστασης ενάντια στην Προσωρινή κυβέρνηση του Κερένσκι. Οι ιδέες του για τη διακυβέρνηση εκφράστηκαν στο δοκίμιό του «Κράτος και επανάσταση», όπου απαίτησε μια νέα μορφή διακυβέρνησης βασισμένη στα συμβούλια των εργαζομένων, τα Σοβιέτ.

Στην ηγεσία της Επανάστασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 25 Σεπτεμβρίου 1917 ο Κερένσκι προσπάθησε να ανακτήσει την αριστερή του στήριξη με τη διαμόρφωση ενός νέου συνασπισμού που περιελάμβανε περισσότερους Μενσεβίκους και Σοσιαλεπαναστάτες. Έχοντας όμως οι Μπολσεβίκοι στη διάθεσή τους ένοπλη πολιτοφυλακή 25.000 ατόμων και ελέγχοντας τα Σοβιέτ η εξουσία του Κερένσκι έμοιαζε ετοιμόρροπη.

Οι Μπολσεβίκοι χρησιμοποίησαν ως έδρα τους το ίδρυμα Σμόλνι. Το μοναστικό οικοτροφείο θηλέων έγινε έδρα του Σοβιέτ της Πετρούπολης. Στις 10 Οκτωβρίου ο Λένιν έπεισε την Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος των μπολσεβίκων να υιοθετήσει απόφαση υπέρ της ένοπλης εξέγερσης. Πιεζόμενος από την αριστοκρατία και τους βιομήχανους ο Αλέξανδρος Κερένσκι πείστηκε να ληφθούν αποφασιστικά μέτρα. Στις 22 Οκτωβρίου διέταξε τη σύλληψη της μπολσεβικικής στρατιωτικής επαναστατικής Επιτροπής. Την επόμενη ημέρα έκλεισε τις μπολσεβικικές εφημερίδες και έκοψε τα τηλέφωνα στο ίδρυμα Σμόλνι.

Ο Λέων Τρότσκι πρότεινε τη συντριβή της Προσωρινής κυβέρνησης. Ο Λένιν συμφώνησε και το βράδυ της 24ης Οκτωβρίου του 1917 δόθηκαν οι σχετικές διαταγές. Οι Μπολσεβίκοι άρχισαν να καταλαμβάνουν τους σιδηροδρομικούς σταθμούς, την τηλεφωνική υπηρεσία και την κρατική τράπεζα. Τη νύχτα της 25ης Οκτωβρίου οι ερυθρές φρουρές περικύκλωσαν τα Χειμερινά Ανάκτορα, έδρα της Προσωρινής Κυβέρνησης. Μέσα ήταν το μεγαλύτερο μέρος της κυβέρνησης της χώρας, αν και ο Κερένσκι είχε κατορθώσει να δραπετεύσει από την πόλη.

Τα χειμερινά ανάκτορα τα υπερασπίστηκαν οι Κοζάκοι, μερικοί αξιωματικοί και το Τάγμα Γυναικών. Στις 9 μ.μ. κανονιοβολισμοί από το φρούριο Πέτρου και Παύλου είχαν ως αποτέλεσμα να πάρει φωτιά το παλάτι. Έγιναν ελάχιστες ζημιές αλλά αυτή η πράξη έπεισε τους περισσότερους υπερασπιστές το κτιρίου να παραδοθούν. Οι επαναστάτες καθοδηγούμενοι από το Βλαντίμιρ Αντόνοφ-Οβσέγενκο εισήλθαν στα ανάκτορα και συνέλαβαν τους περισσότερους υπουργούς της Προσωρινής Κυβέρνησης.

Στις 26 Οκτωβρίου 1917, το πανρωσικό συνέδριο των Σοβιέτ παρέδωσε την εξουσία στο Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων. Ο Λένιν εξελέγη πρόεδρος του Συμβουλίου ενώ σ΄ αυτό περιλαμβάνονταν ο Λέων Τρότσκι (εξωτερικές υποθέσεις), ο Αλεξέι Ρίκωφ (εσωτερικές υποθέσεις), ο Ανατόλι Λουνατσάρσκι (εκπαίδευση), η Αλεξάνδρα Κολλοντάι (κοινωνική πρόνοια), ο Φέλιξ Ντζερζίνσκι (εσωτερικές υποθέσεις), ο Ιωσήφ Στάλιν (μειονότητες), ο Πετέρις Στούτσκα (δικαιοσύνη) και ο Βλαντίμιρ Αντόνοφ-Οβσέγενκο (στρατιωτικές υποθέσεις). Την ίδια ημέρα, η νέα σοβιετική ηγεσία υιοθέτησε το «Διάταγμα για την Ειρήνη» με τη Γερμανία. Έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από τους Ρώσους στρατιώτες στο μέτωπο, καθώς το Δεκέμβριο έγινε ανακωχή.

Σαν πρόεδρος του Συμβουλίου των Επιτρόπων του Λαού ο Λένιν κατήργησε την ατομική ιδιοκτησία στη γη και άρχισε τη διανομή της στους αγρότες. Οι τράπεζες εθνικοποιήθηκαν και εισήχθη ο έλεγχος της παραγωγής στα εργοστάσια. Κατήργησε τη Συντακτική Συνέλευση του 1918 και κήρυξε παράνομα πολιτικά κόμματα όπως το Δημοκρατικό Κόμμα των Καντέτ, τους Μενσεβίκους και τους Σοσιαλεπαναστάτες.

Η σοβιετική κυριαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λένιν προχώρησε σε αποστράτευση και ανήγγειλε ότι προγραμμάτιζε να συνάψει ανακωχή με τη Γερμανία. Τον Δεκέμβριο του 1917 ο Λέων Τρότσκι οδήγησε τη ρωσική αντιπροσωπεία στο Μπρεστ-Λιτόφσκ όπου θα διαπραγματευόταν με τους αντιπροσώπους της Γερμανίας και της Αυστρίας.

Ο Τρότσκι ανέλαβε το δύσκολο στόχο να βγάλει τη Ρωσία από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο χωρίς να παραχωρήσει εδάφη στις Κεντρικές δυνάμεις. Με την υιοθέτηση μιας τακτικής καθυστερήσεων ήλπιζε ότι η επανάσταση θα επεκτεινόταν από τη Ρωσία στη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία προτού υπογράψει τη συνθήκη.

Μετά από εννέα εβδομάδες διαπραγματεύσεων χωρίς να καταλήξουν σε συμφωνία, ο γερμανικός στρατός διατάχτηκε να επαναλάβει την προέλασή του στο ρωσικό έδαφος. Στις 3 Μαρτίου 1918, με τα γερμανικά στρατεύματα να κινούνται προς την Πετρούπολη, ο Λένιν διέταξε τον Τρότσκι να δεχτεί τους όρους των Κεντρικών δυνάμεων. Η Συνθήκη του Μπρεστ - Λιτόφσκ ανάγκασε τους Ρώσους να παραδώσουν την Ουκρανία, τη Φινλανδία, τις Βαλτικές χώρες, τον Καύκασο και την Πολωνία.

Η απόφαση της ανακωχής αύξησε τη λαϊκή αντίθεση προς τη Μπολσεβικική κυβέρνηση. Ο Λαβρ Κορνίλοφ οργάνωσε ένα στρατό εθελοντών. Κατά τη διάρκεια των επόμενων μηνών διάφορες ομάδες που αντιτάσσονταν στο σοβιετικό καθεστώς ένωσαν τις δυνάμεις τους. Οι ένοπλοι που πάλεψαν ενάντια στον Κόκκινο Στρατό κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου ονομάστηκαν Λευκοί. Ο Λευκός Στρατός περιελάμβανε διάφορες ετερόκλητες ομάδες. Τους «Καντέτ», οι οποίοι επιθυμούσαν να συνεχίσουν τον πόλεμο ενάντια στις Κεντρικές δυνάμεις, Μενσεβίκους και Σοσιαλεπαναστάτες που αντιτάχθηκαν στη δικτατορική πολιτική του νέου καθεστώτος, γαιοκτήμονες που είχαν χάσει τη γη τους, ιδιοκτήτες εργοστασίων που εθνικοποιήθηκαν καθώς και αφοσιωμένα μέλη της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας οι οποίοι αντιτάχθηκαν στον κυβερνητικό αθεϊσμό μαζί με βασιλόφρονες που ήλπιζαν να αποκαταστήσουν τη μοναρχία.

Ο Λευκός Στρατός είχε πρόσκαιρη επιτυχία στην Ουκρανία όπου οι Μπολσεβίκοι δεν ήταν λαοφιλείς. Η κύρια αντίσταση προήλθε από το Νέστορ Μαχνό, ηγέτη ενός σώματος αναρχικών της περιοχής. Οι Λέων Τρότσκι και Βλαντίμιρ Αντόνοφ-Οβσέγενκο ανέλαβαν την ηγεσία του Κόκκινου Στρατού και βαθμιαία απέκτησαν τον έλεγχο της Ουκρανίας. Μέχρι τον Φεβρουάριο του 1918 οι Λευκοί δεν κατείχαν καμία σημαντική περιοχή στη Ρωσία αλλά ο εμφύλιος διήρκεσε έως τα τέλη του 1920.

Η πολιτική του Λένιν κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου δημιούργησε κοινωνική αναστάτωση και οδήγησε σε ταραχές, απεργίες και διαδηλώσεις. Μετά από την εξέγερση της Κρονστάνδης εισήγαγε τη νέα οικονομική πολιτική (ΝΕΠ). Οι αγρότες είχαν την άδεια να πωλούν τα προϊόντα τους στην ελεύθερη αγορά και να απασχολούν άτομα ως εργάτες. Οι αγρότες που επέκτειναν το μέγεθος των αγροκτημάτων τους έγιναν γνωστοί ως Κουλάκοι. Τα εργοστάσια που απασχολούσαν λιγότερο από είκοσι άτομα μπορούσαν να τα απαιτήσουν πίσω οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες τους.

Απόπειρα δολοφονίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 30 Αυγούστου 1918 η Φάνια Καπλάν, μέλος του Σοσιαλιστικού Επαναστατικού Κόμματος, πλησίασε το Λένιν μετά από μία ομιλία του σε κάποια συνεδρίαση και ενώ βρισκόταν στο δρόμο για το αυτοκίνητό του. Τον φώναξε και όταν αυτός γύρισε τον πυροβόλησε τρεις φορές με σφαίρες εμβαπτισμένες σε δηλητήριο. Δύο από τις σφαίρες τον βρήκαν στον ώμο και τον πνεύμονα. Ο Λένιν οδηγήθηκε στο διαμέρισμά του στο Κρεμλίνο και αρνήθηκε την εισαγωγή του σε νοσοκομείο, πιστεύοντας πως άλλοι δολοφόνοι θα τον περίμεναν εκεί. Οι γιατροί κλήθηκαν, αλλά αποφάσισαν ότι ήταν πάρα πολύ επικίνδυνο να αφαιρεθούν οι σφαίρες. Ο Λένιν δε συνήλθε ποτέ εντελώς από την απόπειρα αυτή, η οποία επιβάρυνε σοβαρότατα τον οργανισμό του και κλόνισε ανεπανόρθωτα την υγεία του.

Η 3η Διεθνής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μάρτιο του 1919, ο Λένιν και άλλοι μπολσεβίκοι ηγέτες από όλο τον κόσμο συναντήθηκαν και ίδρυσαν την Κομμουνιστική Διεθνή. Τα μέλη της Κομμουνιστικής Διεθνούς, συμπεριλαμβανομένου του Λένιν και των Μπολσεβίκων, διέκοψαν τις επαφές τους με το ευρύτερο σοσιαλιστικό κίνημα. Από εκείνο το σημείο και μετά, θα ήταν γνωστοί ως κομμουνιστές. Στη Ρωσία, το μπολσεβίκικο κόμμα μετονομάστηκε σε «Ρωσικό Κομμουνιστικό Κόμμα», το οποίο οδήγησε στο Κ.Κ.Σ.Ε.

Η μάχη της επιγόνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γράμμα προς το Συνέδριο

Με τον Στάλιν στο Γκόρκι το 1922

Ο θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Γκόρκι το 1923

Ο Λένιν πέθανε στις 21 Ιανουαρίου του 1924 στη Γκόρκι (συνοικισμός κοντά στη Μόσχα). Η επίσημη αιτία θανάτου που δόθηκε ήταν εγκεφαλική αρτηριοσκλήρωση ή εγκεφαλικό επεισόδιο (το τέταρτό του).

Σύμβολο της Ε.Σ.Σ.Δ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αγία Πετρούπολη μετονομάστηκε σε Λένινγκραντ προς τιμήν του. Αυτό παρέμεινε το όνομα της πόλης μέχρι την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, όταν έλαβε ξανά το αρχικό όνομά της.

Σε προσωπικό επίπεδο ο Λένιν ήταν μετριόφρων και αποδοκίμαζε την κολακεία. Αλλά μετά το θάνατό του έγινε αντικείμενο προσωπολατρίας, που διήρκεσε μέχρι τα τελευταία χρόνια του σοβιετικού συστήματος.

Μέχρι σήμερα η σορός του φυλάσσεται στο μαυσωλείο όπου επιστήμονες - συντηρητές ελέγχουν το σώμα του δύο φορές την εβδομάδα για τυχόν φθορά. Κάθε 18 μήνες μεταφέρεται σε ένα εργαστήριο κάτω από το μαυσωλείο του, εξετάζεται και βυθίζεται σε χημικές ουσίες για συντήρηση. Ήταν ο πρώτος Ρώσος που φυγαδεύτηκε από τη Μόσχα το 1941, περνώντας την περίοδο του πολέμου στη Σιβηρία.

Ο Λένιν ως θεωρητικός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λένιν, εκτός από μεγάλος επαναστάτης και στρατηγικός νους, ήταν σημαντικός επιστήμονας και στοχαστής. Βασιζόμενος στις ανακαλύψεις των θεμελιωτών του Μαρξισμού, έδωσε ρηξικέλευθες απαντήσεις, οι οποίες έχουν επίδραση και σήμερα, σε καίρια ζητήματα της σύγχρονης εποχής. Κατ' αυτόν τον τρόπο προέκυψε μια νέα θεωρία, οργανικά και αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την προηγουμένη, με την οποία συνιστά ενιαίον όλο, ο Λενινισμός. Μελέτησε, συν τοις άλλοις, επιστημονικά τον ιμπεριαλισμό και ανέπτυξε κι εμπλούτισε τη θεωρία και την πρακτική της ταξικής πάλης, της δημοκρατικής και της σοσιαλιστικής επανάστασης και της δικτατορίας του προλεταριάτου, καθώς και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και της μετάβασης στον Κομμουνισμό. Η επιστημονική μελέτη των αιτίων που οδήγησαν τη Σοβιετική Ένωση στην καπιταλιστική παλινόρθωση και, συνακόλουθα, στη διάλυση εδράζεται στο Λενινισμό.

Στο χώρο της φιλοσοφίας, ο Λένιν υπερασπίστηκε το διαλεκτικό υλισμό, διατύπωσε τη θεωρία της αντανάκλασης, κατέδειξε με ανάγλυφο τρόπο τον κομματικό χαρακτήρα της πάλης των διαφόρων τάσεων και ομάδων κι εμβάθυνε στη μελέτη των νόμων της διαλεκτικής (ιδίως του βασικότερου: του νόμου της ενότητας και πάλης των αντιθέτων). Η κριτική στο νεοθετικισμό είναι αδιανόητη έξω από το πνεύμα της φιλοσοφικής συνεισφοράς του Λένιν.

Στον πολιτικό μύθο της Σοβιετικής Ένωσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λένιν είχε σημαντική θέση στην πολιτική ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης. Η θέση αυτή επιβλήθηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα με σκοπό τη δημιουργία μιας κοινής σοβιετικής εθνικής ταυτότητας που θα ένωνε τις πολυάριθμες εθνικές ομάδες της ΕΣΣΔ. Η ηγεσία καλλιέργησε την εικόνα του Λένιν ως του σημαντικότερου προσώπου που έφερε τη νίκη του λαού επί των «καταπιεστών» του. Μετά το θάνατό του δημιουργήθηκε μια λατρεία σχεδόν θρησκευτική και το πρόσωπό του έπρεπε να τιμάται χωρίς να εγείρονται ερωτήσεις. Σε ένα κράτος με μεγάλο αριθμό αγράμματων που δε μπορούσαν να αντιληφθούν εύκολα τα αφηρημένα ιδεολογικά σχήματα, χρησιμοποιήθηκαν πολύ πορτραίτα, αγάλματα, βιβλία, ταινίες κτλ γύρω από το Λένιν. Το έργο του αναβαθμίστηκε ώστε να εμφανίζεται ως βελτίωση των ιδεών του Μαρξ και του Έγκελς για το σοσιαλισμό. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκε πολύ ο όρος «επιστημονικός» σαν προσδιοριστικό του Μαρξισμού-Λενινισμού.

Άγαλμα του Λένιν στο κυβερνητικό μέγαρο του Μινσκ

Το 1970 οι Σοβιετικοί εόρτασαν την 100ή επέτειο από τη γέννηση του Λένιν με εξαιρετική λαμπρότητα και με τη συμμετοχή εκπροσώπων κομμουνιστικών και σοσιαλιστικών κομμάτων από ολόκληρη την υφήλιο[10].

Όταν κατά την εποχή της Γκλασνόστ κάποιοι ιστορικοί άρχισαν να θέτουν ερωτηματικά για το μύθο του Λένιν, προκάλεσαν σοκ. Ο Selyunin, ένας από τους πρώτους ιστορικούς που είδαν με σκεπτικισμό το Λένιν, ομολογούσε ότι η απομυθοποίηση ήταν δύσκολη και για τον ίδιο, όπως π.χ. στην περίπτωση όπου φάνηκε να προκύπτει ότι ο Λένιν είχε ξεκινήσει τη διαδικασία που οδήγησε στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας του Στάλιν.[11]

Συγγραφικό έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα σημαντικότερα έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

[12]

  • 1900: Τα άμεσα καθήκοντα του κινήματός μας
  • 1905: Η Έναρξη της Επανάστασης στη Ρωσία
  • 1905: Σοσιαλισμός και θρησκεία
  • 1905: Μικροαστικός και προλεταριακός σοσιαλισμός
  • 1907: Μέσα σε 12 χρόνια (εισαγωγή)
  • 1908: Τα διδάγματα της κομμούνας
  • 1909: Σχετικά με τη στάση του Εργατικού Κόμματος απέναντι στη θρησκεία
  • 1909: Γράμμα προς το Ζηνόβιεφ
  • 1911: Ερύθημα αιδούς του υποκριτή και ταρτούφου Τρότσκι
  • 1911: Στη μνήμη της Κομμούνας
  • 1911: Από το στρατόπεδο του "εργατικού" κόμματος του Στολίπιν
  • 1912: Προς τη συντακτική επιτροπή της εφημερίδας "Πράβντα"
  • 1913: Τα 3 Συστατικά Μέρη και οι 3 Πηγές του Μαρξισμού
  • 1913: Ο Βαλκανικός Πόλεμος και ο σοβινισμός των αστών
  • 1914: Η Εθνική Ισοτιμία
  • 1915: Το Σύνθημα για τις Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης
  • 1917: Κράτος κι Επανάσταση
  • 1917: Οι Θέσεις του Απρίλη
  • 1917: Για μια Προλεταριακή Πολιτοφυλακή
  • 1917: Συμβουλές ενός θεατή
  • 1917: Γράμμα προς τα Μέλη της Κεντρικής Επιτροπής
  • 1921: Η 4η Επέτειος της Οχτωβριανής Επανάστασης
  • 1922: Γράμμα πρός τον Ι.Β. Στάλιν
  • 1922: Για τον μαχόμενο υλισμό
  • 1922: Γράμμα προς το συνέδριο (Η Διαθήκη)
  • 1923: Η Επανάστασή μας
  • 1923: Προς τον Λ.Ν. Τρότσκυ
  • 1923: Καλύτερα λιγότερα, αλλά καλύτερα
  • 1923: Προς το σύντροφο Στάλιν

Τα Άπαντα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Άπαντα του Λένιν, αποτελούνται από 55 τόμους υλικού και 2 τόμους ευρετηρίου. Η πρώτη πλήρη έκδοσή τους έγινε με ευθύνη του «Ινστιτούτου Μαρξισμού - Λενινισμού» της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης το 1971.
Στα ελληνικά μεταφράστηκε από ομάδα μαρξιστών επιστημόνων και εκδόθηκε τμηματικά από τον εκδοτικό οίκο «Σύγχρονη Εποχή», από το 1985 και εξής.[13]

Τα βιβλία είναι πλέον διαθέσιμα και σε ψηφιακή μορφή.[14]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βλαντίμιρ Λένιν, Άπαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1987
  • Νετέζνα Κρούπσκαγια, Αναμνήσεις για τον Λένιν, 1933 (στα Αγγλικά)
  • Λέων Τρότσκι, Λένιν
  • Ρόμπερτ Σέρβις (Robert Service), Λένιν: μια βιογραφία, εκδ. Κούριερ, Αθήνα, 2004 ISBN 960-7851-36-6
  • Helene Carrere d' Encausse, Λένιν, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2004 ISBN 960-05-1123-3
  • Downing David, Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα, 2003 ISBN 960-460-969-6
  • Carr Edward Hallett, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης 1917 - 1923, εκδ. Υποδομή, Αθήνα, 1977
  • Polan A. J., Lenin and the end of politics, εκδ. Methuen, Λονδίνο, 1984 ISBN 0-416-37010-1
  • Ι.Β. Στάλιν: «Ζητήματα Λενινισμού», μετάφραση υπό επιτροπής, Αθήνα, χ.χ.
  • Deborin, Abram Moiseyevich, «Ἡ διαλεχτικὴ φιλοσοφία τοῦ Λένιν», Ἀναγέννηση, 8 (1927), σσ. 445-452
  • Lars T. Lih, Βλαντίμιρ Λένιν, εκδ. Μεταίχμιο, 2016

Σημειώσεις - παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Faulkner, Neil. Η ανώνυμη Ρωσική επανάσταση. Οξύ. ISBN 9604365703. 
  2. Κρουπσκαια, Ναντεζδα. Memories of Lenin. 
  3. «Vladimir Lenin | Biography, Facts, & Ideology | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 2022. 
  4. Team, ΤοΒΗΜΑ (25 Μαΐου 2011). «Εβραϊκή καταγωγή είχε ο Λένιν». Ειδήσεις - νέα - Το Βήμα Online. Ανακτήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 2022. 
  5. «Why did Vladimir Lenin adopt the name 'Lenin'?». rbth.com. 9 Οκτωβρίου 2020. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 30 Σεπτεμβρίου 2022. Ανακτήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 2022. 
  6. Albert Resis (23 Αυγούστου 2022). «Vladimir Lenin». Britannica. Ανακτήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 2022. 
  7. Yohanan Petrovsky-Shtern (2010). «Lenin's Jewish Question». Yale University Press. 
  8. «Vladimir Lenin | Biography, Facts, & Ideology | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 2022. 
  9. «Λένιν, ο ηγέτης της επανάστασης». m.tvxs.gr. Ανακτήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 2022. 
  10. Τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Λένιν, Ιστορικό Λεύκωμα 1970, σελ. 130-131, Καθημερινή (1998)
  11. Carol Barner-Barry & Cynthia Hody (1994) Soviet Marxism-Leninism as Mythology, Political Psychology, vol. 15, No 4, pp 609-612, 615, 621.
  12. https://www.marxists.org/ellinika/archive/lenin/works/index.htm
  13. https://drive.google.com/file/d/0B7-PRrt0i0x8U2hyYUxFaUlzZjA/view?resourcekey=0-qQK6JxVsfeIo_aSnelv4RQ
  14. https://www.rovespieros.gr/ta-apanta-tou-lenin-pdf/



Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΙΛΙΤΣ ΛΕΝΙΝ - VLADIMIR LENINE [1]