Συμβούλιο Εργασίας και Άμυνας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το Συμβούλιο Εργασίας και Άμυνας (ΣΕΑ) (ρωσικά: Совет труда и обороны), που καθιερώθηκε για πρώτη φορά ως Συμβούλιο Άμυνας Εργατών και Αγροτών τον Νοέμβριο 1918, ήταν ένας οργανισμός υπεύθυνος για την κεντρική διαχείριση της οικονομίας και παραγωγής στρατιωτικού υλικού στην Ρωσική Σοβιετική Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία και στο διάδοχο κράτος, την Σοβιετική Ένωση. Κατά τον Ρωσικό Εμφύλιο Πόλεμο του 1917 – 1922 το συμβούλιο χρησίμευσε ως “εθνικό οικονομικό μικρό υπουργικό συμβούλιο” έκτακτης ανάγκης, εκδίδοντας έκτακτα διατάγματα σε μια προσπάθεια να διατηρήσει την βιομηχανική παραγωγή για τον Ερυθρό Στρατό εν μέσω οικονομικής κατάρρευσης.

Το Συμβούλιο, η επιτροπή του Συμβουλίου Λαϊκών Επιτρόπων, περιλάμβανε ανάμεσα στο εκτελεστικό του όργανο κορυφαίους Μπολσεβίκους ηγέτες όπως οι Β.Ι. Λένιν, Λέον Τρότσκι και Ιωσήφ Στάλιν, οι οποίοι επέβλεπαν τον αναπτυσσόμενο επαγγελματικό μηχανισμό. Μετά το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου το συμβούλιο μετονομάστηκε και ο οικονομικός σχεδιασμός του και ο ρυθμιστικός του ρόλος επεκτάθηκαν για να συμπεριλάβουν ολόκληρη την χώρα. Ως η πρώτη κεντρική αρχή οικονομικού σχεδιασμού στην Σοβιετική Ρωσία, το Συμβούλιο Εργασίας και Άμυνας χρησίμευσε ως θεσμικός πρόδρομος για την γνωστή Σοβιετική αρχή σχεδιασμού των μετέπειτα χρόνων, την Γκοσπλάν, που ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1923 ως υποεπιτροπή του ΣΕΑ.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οικονομικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ρωσική Επανάσταση του 1917 ολοκληρώθηκε το φθινόπωρο με την Οκτωβριανή Επανάσταση, που οργανώθηκε και επιτεύχθηκε με την διεύθυνση της ριζοσπαστικής Μπολσεβίκικης φατρίας του Β. Ι. Λένιν του Ρωσικού Σοσιαλ-Δημοκρατικού Εργατικού Κόμματος. Με την χώρα ήδη αποδεκατισμένη και αποδιοργανωμένη από τα τρία βάρβαρα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το νεαρό σοσιαλιστικό κράτος πάλευε να κρατηθεί και να επιβιώσει του εμφυλίου πολέμου, της πολυεθνικής ξενικής στρατιωτικής επέμβασης και της κατάρρευσης της οικονομίας, περιλαμβανομένης της ευρείας μείωσης του πληθυσμού των μεγάλων πόλεων και την έναρξη του υπερπληθωρισμού.

Η επαναστατική κυβέρνηση αντιμετώπισε τα διπλά καθήκοντα της οικονομικής διοργάνωσης και της κατεύθυνσης των πλουτοπαραγωγικών πηγών προς τον Ερυθρό Στρατό. Ένα νέο όργανο γνωστό ως το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Οικονομίας (VSNKh - Βεσένκα) ιδρύθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1917 ως ο πρώτος κυβερνητικός φορέας για τον συντονισμό της κρατικής χρηματοδότησης και της οικονομικής παραγωγής και διανομής στην Ρωσική Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Σοβιετική Δημοκρατία (ΡΣΟΣΔ).[1] Η Βεσένκα προσαρτήθηκε με το de facto υπουργικό συμβούλιο της ΡΣΟΣΔ, το Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων (Σοβναρκόμ), και επίσημα απολογούνταν σε αυτό το όργανο.[1]

Καθώς η γραφειοκρατία της Βεσένκα αναπτυσσόταν, άρχισε η ίδια να δημιουργεί ειδικευμένες υπηρεσίες, φορείς γνωστούς ως γκλάβκι (από την ρίζα γκλαβ-, "κύριο, επικεφαλής"), την καθεμιά υπεύθυνη για την λειτουργία ενός συγκεκριμένου οικονομικού τομέα.[1] Αυτοί οι δευτερεύοντες φορείς ήταν γνωστοί από περιγραφικές συλλαβικές συντομεύσεις, όπως για παράδειγμα, Τσεντροτεξτίλ για την κεντρική υπηρεσία την υπεύθυνη για την παραγωγή κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, και Γκλάβνεφτ και Γκάβλες για τις κεντρικές υπηρεσίες υπεύθυνες για πετρέλαιο και ξυλεία, αντίστοιχα.[2] Αυτοί οι οργανισμοί συχνά αντιστοιχούσαν σε οικονομικές κοινοπραξίες ιδρυμένες πριν από τον πόλεμο και τις οποίες είχε αναλάβει η προεπαναστατική Τσαρική κυβέρνηση σαν μέρος του συντονισμού της οικονομίας της για την δική της πολεμική προσπάθεια.[3] Το προσωπικό που εργαζόταν σε αυτούς τους γκλάβκι ήταν συχνά τα ίδια άτομα που υπηρέτησαν με μια παρόμοια ιδιότητα υπό το παλαιό καθεστώς.[4]

Αν και υπήρχαν λιγότερες από 500 εθνικοποιημένες εταιρίες πριν από τον Ιούνιο του 1918, μέχρι το τέλος αυτού του μήνα η ένταση του Εμφυλίου Πολέμου και η χειροτέρευση της οικονομικής κατάστασης οδήγησαν στην έκδοση ενός διατάγματος εθνικοποίησης όλων των εργοστασίων της χώρας.[5] Προϊόντα όλων των ειδών εξαφανίστηκαν από την αγορά και το δελτίο επεκτάθηκε.[5] Μη μπορώντας να πάρουν σωστή τιμή για το πλεόνασμα σιταριού από το κρατικό μονοπώλιο αγοράς σιταριού, οι αγρότες παρακρατούσαν την παραγωγή τους από την επίσημη αγορά, και γίνονταν αίτιοι να εμφανιστεί μια παράλληλη μαύρη αγορά.[6] Η κρατική Προντραζβιόρστκα, που περιλάμβανε την συστημική χρήση βίας κατά των αγροτών για την επίταξη των σιτηρών βάθαινε παραπέρα την κρίση.[7] Την νέα συγκεντρωτική και καταναγκαστική οικονομία, που έφερε η οικονομική κατάρρευση και οι ανάγκες του εμφυλίου πολέμου, την θυμούνται οι ιστορικοί της οικονομίας ως Στρατιωτικό Κομμουνισμό.

Ίδρυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπολσεβίκος ηγέτης Αλεξέι Ρίκοφ διορίστηκε πληρεξούσιος του Συμβουλίου Άμυνας Εργατών και Αγροτών το καλοκαίρι του 1919, βοηθώντας να παγιωθεί η θέση του οργανισμού ως κορυφαίας οικονομικής εξουσίας της Σοβιετικής Ένωσης.

Λόγω της απουσίας μιας βιώσιμης οικονομίας της αγοράς, το Σοβιετικό κράτος χρειαζόταν έναν μηχανισμό για τον συντονισμό παραγωγής και διανομής για να εξυπηρετήσει τις άμεσες ανάγκες του στρατού. Στις 30 Νοεμβρίου 1918 η Πανρωσική Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή (εκτελεστική αρχή του Συνεδρίου των Σοβιέτ) δημιούργησε έναν γραφειοκρατικό φορέα σχεδιασμένο γι’ αυτόν τον σκοπό, που αρχικά λεγόταν Συμβούλιο Άμυνας Εργατών και Αγροτών.[8] Αυτή η δημόσια υπηρεσία επιφορτίστηκε με το καθήκον της συγκέντρωσης και πληρωμής των πόρων που απαιτούνταν για την πολεμική προσπάθεια.[9]

Το Συμβούλιο Άμυνας Εργατών και Αγροτών είχε αρχικά σχεδιαστεί σαν όργανο έκτακτης ανάγκης αφιερωμένο αποκλειστικά στην επιστράτευση των πόρων της Ρωσίας για την σύγκρουση του εμφυλίου πολέμου.[8] Ο ίδιος ο Λένιν ορίστηκε πρόεδρος, ο Λέον Τρότσκι έγινε μέλος ως Λαϊκός Επίτροπος Πολέμου, ο Λεονίντ Κράσιν ως επικεφαλής της έκτακτης επιτροπής εφοδιασμού, και ο Ιωσήφ Στάλιν ως εκπρόσωπος της Πανρωσικής Εκτελεστικής Επιτροπής.[8]

Ο οργανισμός γρήγορα προέκυψε σαν αυτό που ο ιστορικός Άλεκ Νοβ έχει ονομάσει το “αποτελεσματικό οικονομικό μικρό υπουργικό συμβούλιο” του έθνους, με την εξουσία να εκδίδει νόμιμα δεσμευτικά διατάγματα.[10] Λόγω του εμφυλίου πολέμου, που διαρκεί μέχρι τις αρχές του 1921, το Συμβούλιο Άμυνας Εργατών και Αγροτών υπήρχε σε μια ad hoc (συγκεκριμένη) βάση, εκδίδοντας τα διατάγματά του με βασική αρχή ότι υπήρχε εθνική έκτακτη ανάγκη και σε μεγάλο βαθμό αδιάφορο gia τις μακροπρόθεσμες διαδικασίες σχεδιασμού.[8] Το συμβούλιο αντίθετα συγκεντρωνόταν στις από μέρα σε μέρα ανάγκες που σχετίζονταν με την ζωή ή τον θάνατο της στρατιωτικής εκστρατείας.

Όπως συνέβη με τον παράλληλο κυβερνητικό οργανισμό σχεδιασμού Βεσένκα και τους γκλάβκι της, έτσι και το Συμβούλιο Άμυνας Εργατών και Αγροτών είχε έναν όμιλο ειδικευμένων υποεπιτροπών αφοσιωμένων σε συγκεκριμένες πλευρές των στρατιωτικών βιομηχανιών.[9] Σε πολλές περιπτώσεις οι δύο οργανισμοί προσπάθησαν να επεκτείνουν την επιρροή τους και τις αντζέντες τους μέσα στις ίδιες βιομηχανίες.[9] Η παραγωγική βιομηχανία παρέμεινε σε κρίση καθώς οι αρχές έριχναν το ανθρώπινο δυναμικό και τους πόρους από το ένα κρίσιμο εμπόδιο στο επόμενο, δημιουργώντας νέες ελλείψεις κατά την διαδικασία της προσπάθειας να λύσουν μακροχρόνια προβλήματα.[9]

Από το 1919 η εξουσία της Βεσένκα άρχισε να φθίνει, με το Λαϊκό Επιτροπάτο Γεωργίας (Ναρκομπρόντ) να είναι υπεύθυνο για τις επιτάξεις σιτηρών και το Συμβούλιο Άμυνας Εργατών και Αγροτών να αποκτά δύναμη στην σφαίρα της βιομηχανίας.[11] Η επιστράτευση της ανειδίκευτης εργασίας, περιλαμβανομένης της εργατικής απασχόλησης των αγροτών που απαιτούσαν οι τοπικές κυβερνητικές αρχές για την μεταφορά καυσίμων, τροφίμων και στρατιωτικών προμηθειών, έγινε ο τομέας δράσης του Λαϊκού Επιτροπάτου Εργασίας (Ναρκομτρούντ).[12] Η Βεσένκα υποβιβάστηκε σε μια από τις πολλές κεντρικές οικονομικές αρχές, και σε καμιά περίπτωση η ανώτερη.[11]

Κάποιος που ωφελήθηκε από την θεσμική ατροφία που υπέστη η Βεσένκα, ήταν το Συμβούλιο Άμυνας Εργατών και Αγροτών. Η δικαιοδοσία του οργανισμού ενισχύθηκε το καλοκαίρι του 1919 με τον διορισμό του κορυφαίου Μπολσεβίκου Αλεξέι Ρίκοφ ως “έκτακτου εκπροσώπου”, τονίζοντας παραπέρα την θέση του οργανισμού σαν πρώτου ανάμεσα σε ίσους στο στερέωμα του σχεδιασμού.[13] Λόγω της διάρκειας του εμφυλίου πολέμου ένα μεγάλο ποσοστό της παραγωγής της Σοβιετικής βιομηχανίας έπρεπε να αφιερώνεται στις ανάγκες του Ερυθρού Στρατού, η προμήθεια του οποίου χαρακτηρίστηκε ως “ο ακρογωνιαίος λίθος της οικονομικής μας πολιτικής” από έναν κορυφαίο οικονομικό αξιωματούχο.[14] Στο Συμβούλιο Άμυνας Εργατών και Αγροτών δόθηκε η ευθύνη όλων των προμηθειών προς τον Ερυθρό Στρατό εκτός των γεωργικών προϊόντων και ήταν ο κύριος ελεγκτής και χρήστης της εθνικής βιομηχανικής παραγωγής, όσο περιορισμένη κι αν ήταν. [13]

Νέο όνομα, νέος ρόλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τον εμφύλιο πόλεμο να πλησιάζει σε επιτυχημένο τέλος, τον Μάρτιο του 1920 στο συμβούλιο δόθηκε νέο όνομα Συμβούλιο Εργασίας και Άμυνας (ρωσ. Совет труда и обороны, σαβιέτ τρουντά ι αμπαρόνι).[9] Ο οργανισμός αναγνωρίστηκε επίσημα ως μεγαλύτερη προτεραιότητα από την γραφειοκρατική αντίπαλό της Βεσένκα στην απόκτηση μεριδίων των σπάνιων πόρων.[10] Αντί να περιοριστεί στην βιομηχανική παραγωγή και στον αναγκαίο καταμερισμό για τον Ερυθρό Στρατό σε καιρό πολέμου, το ΣΕΑ πήρε ευρύτερη πρόσβαση στον σχεδιασμό από αυτή που είχε παλαιότερα.

Το νέο όνομα και η λειτουργία του ΣΕΑ επικυρώθηκε τον Δεκέμβριο του 1920 από το 8ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ, την επίσημη νομοθετική αρχή της Σοβιετικής Ρωσίας.[15] Το ΣΕΑ αναγνωρίστηκε ως η επιτροπή του Σοβναρκόμ, για να διευθύνεται από τους ίδιους τους κορυφαίους Λαϊκούς Επιτρόπους, έναν εκπρόσωπο των Ρωσικών συνδικάτων και τον επικεφαλής της Κεντρικής Στατιστικής Υπηρεσίας.[15] Η ΣΕΑ διατάχθηκε να επιβάλει ένα ενιαίο οικονομικό σχέδιο για την Σοβιετική Ρωσία, που να κατευθύνει το έργο των επιμέρους Λαϊκών Επιτροπάτων προς την εκπλήρωση αυτού του σχεδίου, και να κάνει εξαιρέσεις στο σχέδιο όταν απαιτείται, μεταξύ άλλων λειτουργιών.[15] Με τον τρόπο αυτό “για πρώτη φορά η ΡΣΟΣΔ είχε ένα όργανο γενικού σχεδιασμού με σαφώς καθορισμένα καθήκοντα”, παρατήρησε ο ιστορικός Ε.Χ. Καρ.[15]

Στην διάρκεια της βασισμένης στην αγορά Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝΕΠ), η οποία ακολούθησε την οικονομία της εποχής του πολέμου, του Στρατιωτικού Κομμουνισμού, το ΣΕΑ αναδείχθηκε σε μηχανισμό διοικητικού ελέγχου, συντονίζοντας τον σχηματισμό των “ειδικών ενώσεων” επιχειρήσεων σε έναν δεδομένο κλάδο της βιομηχανίας στην βάση της αυτο-χρηματοδότησης (κοζραστσέτ) και δίνοντας το πράσινο φως του χωρισμού των μεμονωμένων επιχειρήσεων από τα συγκεντρωτικά τραστ της ίδιας βασικής αρχής.[16]

Έγινε μια προσπάθεια τον Μάιο του 1922 να γίνει το ΣΕΑ το ρυθμιστικό όργανο του εθνικού εμπορίου, όταν το Σοβναρκόμ δημιούργησε μια νέα επιτροπή που συνδεόταν με το ΣΕΑ, με εξουσία να εκδίδει οικονομικά διατάγματα.[17] Αυτή η επιτροπή, ωστόσο, στην οποία δόθηκε ελευθερία κινήσεων να ερμηνεύει και να τροποποιεί τους υπάρχοντες κανονισμούς εμπορίου και να προτείνει νέους νόμους για επικύρωση από το Σοβναρκόμ, δεν φαίνεται ότι προσπάθησε με κάποιο ουσιαστικό τρόπο, και οι δυνάμεις της αγοράς παρέμειναν υψίστης σημασίας στο πλαίσιο της ΝΕΠ.[17]

Παρά τους πραγματικούς περιορισμούς στην δικαιοδοσία του κεντρικού σχεδιασμού σε μια οικονομία που σε μεγάλο βαθμό βασίζεται στην αγορά, το ΣΕΑ αναδείχθηκε σε αυτό που ο ιστορικός Μωρίς Ντομπ έχει χαρακτηρίσει ως “το ανώτατο εκτελεστικό όργανο στην οικονομική σφαίρα, καταλαμβάνοντας τον ρόλο του Οικονομικού Γενικού Επιτελείου τον οποίο είχε στόχο η Βεσένκα, αλλά απέτυχε να εκπληρώσει την προηγούμενη περίοδο”.[18]

Σχέσεις με Γκοσπλάν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κρατική Επιτροπή Σχεδιασμού (Государственная Комиссия по Планированию, Γκασουντάρστβιναγια Καμίσιγια πα Πλανιροβάνιγιου), κοινώς «Γκοσπλάν», αργότερα πανίσχυρη στο σοβιετικό οικονομικό στερέωμα, ξεκίνησε ως μόνιμη συμβουλευτική υποεπιτροπή του ΣΕΑ, στην οποία είχε ανατεθεί το καθήκον να διενεργεί λεπτομερείς οικονομικές έρευνες και να παρέχει συμβουλές ειδικών στο ΣΕΑ, που έπαιρνε τις αποφάσεις.[18]

Σε όλη της περίοδο της ΝΕΠ η γραφειοκρατία οικονομικού σχεδιασμού πολλαπλασιάστηκε, με αυτούς που παίρνουν τις αποφάσεις των οικονομικών τραστ, μερικές φορές να αναγκάζονται να διαπραγματεύονται με όχι λιγότερους από τέσσερις οργανισμούς – το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Οικονομίας (Βεσένκα), το Λαϊκό Επιτροπάτο Οικονομικών (Ναρκομφίν), την Γκοσπλάν και το ΣΕΑ.[19] Το σύστημα δεν ήταν αποτελεσματικό και μερικές φορές επέβαλε αντιφατικούς στόχους στους διευθυντές των επιχειρήσεων, αναγκάζοντας τις εταιρίες να παράγουν όγκους εγγράφων για να ικανοποιήσουν τους γραφειοκράτες επόπτες.[19] Σε περίπτωση θεμελιώδους διαφωνίας μεταξύ φορέων, η απόφαση του ΣΕΑ ήταν καθοριστική στα χρόνια στα τέλη της δεκαετίας του 1920.[19]

Περιοδικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Συμβούλιο Εργασίας και Άμυνας είχε την καθημερινή εφημερίδα Εκονομιτσέσκαγια Ζιζν (Οικονομική Ζωή).[20] Η εφημερίδα ιδρύθηκε τον Νοέμβριο του 1918 ως όργανο της Βεσένκα και έγινε η επίσημη φωνή του ΣΕΑ από την έκδοση της 2ας Αυγούστου 1921.[21] Από τον Ιανουάριο του 1935 η εφημερίδα έγινε το επίσημο όργανο του Λαϊκού Επιτροπάτου Οικονομικών και άλλων φορέων.[21] Η έκδοση συνεχίστηκε μέχρι το 1937.[21]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Alec Nove, An Economic History of the USSR. New Edition. London: Penguin Books, 1989; pg. 42.
  2. Nove, An Economic History of the USSR, pp. 42-43.
  3. Nove, An Economic History of the USSR, pp. 43-44.
  4. Nove, An Economic History of the USSR, pg. 44.
  5. 5,0 5,1 Nove, An Economic History of the USSR, pg. 45.
  6. Nove, An Economic History of the USSR, pp. 45-46.
  7. Nove, An Economic History of the USSR, pg. 50.
  8. 8,0 8,1 8,2 8,3 E.H. Carr, A History of Soviet Russia: The Bolshevik Revolution, 1917-1923: Volume 2. London: Macmillan, 1952; pg. 369.
  9. 9,0 9,1 9,2 9,3 9,4 Nove, An Economic History of the USSR, pg. 60.
  10. 10,0 10,1 Nove, An Economic History of the USSR, pg. 61.
  11. 11,0 11,1 Carr, A History of Soviet Russia: The Bolshevik Revolution, vol. 2, pg. 196.
  12. A History of Soviet Russia: The Bolshevik Revolution, vol. 2, pg. 209.
  13. 13,0 13,1 Carr, A History of Soviet Russia: The Bolshevik Revolution, vol. 2, pg. 229.
  14. The phrase is that of Leonid Krassin. Quoted in Carr, A History of Soviet Russia: The Bolshevik Revolution, vol. 2, pg. 229.
  15. 15,0 15,1 15,2 15,3 Carr, A History of Soviet Russia: The Bolshevik Revolution, vol. 2, pg. 375.
  16. Carr, A History of Soviet Russia: The Bolshevik Revolution, vol. 2, pg. 304.
  17. 17,0 17,1 Carr, A History of Soviet Russia: The Bolshevik Revolution, vol. 2, pg. 344.
  18. 18,0 18,1 Maurice Dobb, Russian Economic Development Since the Revolution. New York: E.P. Dutton, 1928; pg. 241; fn. 1.
  19. 19,0 19,1 19,2 Dobb, Russian Economic Development Since the Revolution,pg. 390.
  20. E.H. Carr, A History of Soviet Russia: Volume 4: The Interregnum, 1923-1924. London: Macmillan, 1954; pg. 13.
  21. 21,0 21,1 21,2 Stanford University Library. «Ėkonomicheskai͡a zhiznʹ: Organ Vysshego soveta narodnogo khozi͡aĭstva i Narodnykh komissariatov--finansov, prodovolʹstvii͡a, torgovli i promyshlennosti». searchworks.stanford.edu. Ανακτήθηκε στις 3 Μαΐου 2016.