Αλεξέι Ρίκοφ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αλεξέι Ρικόφ
Alexei Rykov.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Алексей Рыков (Ρωσικά)
Γέννηση 25  Φεβρουαρίου 1881[1]
Σαράτοβ
Θάνατος 15  Μαρτίου 1938[1]
Μόσχα
Αιτία θανάτου τυφεκισμός
Συνθήκες θανάτου θάνατος από μη φυσικά αίτια
Τόπος ταφής Communarka shooting ground
Χώρα πολιτογράφησης Ρωσική Αυτοκρατορία
Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών
Θρησκεία αθεϊσμός
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσες Ρωσικά
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα πολιτικός[2]
Πολιτική τοποθέτηση
Πολιτικό κόμμα/Κίνημα Ρωσικό Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα των Εργαζομένων και Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμα μέλος της Συντακτικής Συνέλευσης της Ρωσίας το 1918
Βραβεύσεις Τάγμα του Κόκκινου Λαβάρου
Υπογραφή
Alexei Rykov signature.svg
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Αλεξέι Ιβάνοβιτς Ρίκοφ (ρωσικά: Алексе́й Ива́нович Ры́ков, 25 Φεβρουαρίου 188115 Μαρτίου 1938) ήταν Ρώσος Μπολσεβίκος επαναστάτης και Σοβιετικός πολιτικός, σύζυγος και πατέρας. Είχε μια κόρη, την Ναταλία Αλεξέεβνα Ρίκοβα, γεννημένη το 1917.[3] Ήταν περισσότερο γνωστός ως Πρωθυπουργός της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης από το 1924 ως το 1929 και από το 1924 ως το 1930 αντίστοιχα.[4]

Ο Ρίκοφ εντάχθηκε στο Ρωσικό Σοσιαλ-Δημοκρατικό Εργατικό Κόμμα το 1898, και μετά την διάσπασή του σε Μπολσεβίκους και Μενσεβίκους το 1903, εντάχθηκε στους Μπολσεβίκους – με ηγέτη τον Βλαντιμίρ Λένιν. Έπαιξε ενεργό ρόλο στην επανάσταση του 1905.[4] Μήνες πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, έγινε μέλος των Σοβιέτ Πετρούπολης και Μόσχας, και εξελέγη στην Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος των Μπολσεβίκων τον Ιούλιο – Αύγουστο του ίδιου χρόνου, κατά την διάρκεια του 6ου Συνεδρίου του Κόμματος των Μπολσεβίκων.[4] Ο Ρίκοφ, ως μετριοπαθής, ήρθε συχνά σε πολιτική σύγκρουση με τον Λένιν και τους περισσότερο ριζοσπαστικούς Μπολσεβίκους, αλλά παρ’ όλα αυτά αποδείχθηκε ισχυρός όταν η Οκτωβριανή Επανάσταση τελικά ανέτρεψε την Προσωρινή Κυβέρνηση, και ως τέτοιος υπηρέτησε σε πολλές θέσεις στην νέα κυβέρνηση, αρχίζοντας τον Οκτώβριο – Νοέμβριο (παλαιό ημερολόγιο) ως Λαϊκός Επίτροπος Εσωτερικών στο πρώτο Συμβούλιο Λαϊκών Επιτρόπων (Σόβναρκομ), στο οποίο προήδρευε ο Λένιν.[4]

Κατά τον Ρωσικό Εμφύλιο Πόλεμο (1918 – 20), ο Ρίκοφ επέβλεπε την εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής του “Πολεμικού Κομμουνισμού”, και βοήθησε στην επίβλεψη της διανομής τροφίμων στον Ερυθρό Στρατό και Στόλο.

Αφού ο Λένιν κατέστη ανίκανος από το τρίτο εγκεφαλικό τον Μάρτιο του 1923, ο Ρίκοφ – μαζί με τον Λεβ Κάμενεφ – εξελέγη από το Σόβναρκομ να υπηρετήσει ως Αναπληρωτής Πρόεδρος του Λένιν. Ενώ, τόσο ο Ρίκοφ όσο και ο Κάμενεφ ήταν αντικαταστάτες του Λένιν, ο Κάμενεφ ήταν ο αναπληρωτής Πρωθυπουργός της Σοβιετικής Ένωσης.

Ο Λένιν πέθανε από τέταρτο εγκεφαλικό στις 21 Ιανουαρίου 1924 και στις 2 Φεβρουαρίου ο Ρίκοφ επελέγη από το Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων ως Πρωθυπουργός τόσο της Ρωσικής Σοβιετικής Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας, όσο και της Σοβιετικής Ένωσης, θέσεις στις οποίες παρέμεινε μέχρι 18 Μαΐου 1929 και 19 Δεκεμβρίου 1930, αντίστοιχα.[4] Στις 21 Δεκεμβρίου 1930 απομακρύνθηκε από το Πολιτικό Γραφείο (Πολιτμπιρό).[4]

Από το 1931 ως το 1937 υπηρέτησε ως Λαϊκός Επίτροπος Επικοινωνιών στο Συμβούλιο που προηγούμενα προήδρευε. Στις 17 Φεβρουαρίου 1937 – σε μια συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής – συνελήφθη με τον Νικολάι Μπουχάριν.[4] Τον Μάρτιο του 1938 και οι δύο βρέθηκαν ένοχοι προδοσίας και εκτελέστηκαν. [4]

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα χρόνια (1881 – 1900)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αλεξέι Ιβάνοβιτς Ρίκοφ γεννήθηκε στις 25 Φεβρουαρίου 1881 στο Σαράτοφ της Ρωσίας.[4] Οι γονείς του ήταν αγρότες από το χωριό Κουκάρκα (που βρίσκεται στην επαρχία Βιάτκα). Ο πατέρας του Αλεξέι, Ιβάν Ίλιτς Ρίκοφ, ένας αγρότης του οποίου η δουλεία είχε οδηγήσει την οικογένεια να εγκατασταθεί στο Σαράτοφ, πέθανε το 1889 από χολέρα, ενώ δούλευε στην Μερβ. Η χήρα μητριά του δεν μπορούσε να τον φροντίζει, οπότε τον ανέθρεψε η μεγαλύτερη αδελφή του, Κλαβδίγια Ιβάνοβνα Ρίκοβα, μια υπάλληλος γραφείου στους σιδηροδρόμους Ριαζάνσκαγια – Ουράλ. Το 1892 άρχισε το πρώτο έτος του γυμνασίου στο Σαράτοφ. Εξαιρετικός μαθητής, άρχισε το λύκειο στα 13. Διακρίθηκε σε μαθηματικά, φυσική και θετικές επιστήμες. Στα 15 ο Ρίκοφ σταμάτησε να πηγαίνει εκκλησία και στην εξομολόγηση, και απαρνήθηκε την πίστη του. Αποφοίτησε από το λύκειο το 1900 και εγγράφηκε στο Πανεπιστήμιο του Καζάν για να σπουδάσει νομικά, τα οποία δεν ολοκλήρωσε.

Προεπαναστατική πολιτική δραστηριότητα (1898 – 1917)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρίκοφ εντάχθηκε στο Ρωσικό Σοσιαλ-Δημοκρατικό Εργατικό Κόμμα (ΡΣΔΕΚ) το 1898 και υποστήριξε την Μπολσεβίκικη φράξια όταν το κόμμα διασπάστηκε σε Μπολσεβίκους και Μενσεβίκους στο Δεύτερο Συνέδριό του το 1903.[4] Εργάσθηκε ως στέλεχος των Μπολσεβίκων σε Μόσχα και Αγία Πετρούπολη και έπαιξε ενεργό ρόλο στην Ρωσική επανάσταση του 1905. Εξελέγη μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος στο 3ο Συνέδριο (από το οποίο απείχαν οι Μενσεβίκοι) στο Λονδίνο το 1905 και στο 4ο Συνέδριο στην Κοπεγχάγη το 1906. Εξελέγη δόκιμο μέλος (χωρίς ψήφο) της Κεντρικής Επιτροπής στο 5ο Συνέδριο το Λονδίνο.

Αρχικά υποστηρικτής του ηγέτη των Μπολσεβίκων Βλαντιμίρ Λένιν στην πάλη με τον Αλεξάντερ Μπογκντάνοφ το 1908 – 1909 για την ηγεσία της φράξιας των Μπολσεβίκων, ο Ρίκοφ ψήφισε να διαγραφεί ο δεύτερος στο μίνι-συνέδριο του Ιουνίου 1910 στο Παρίσι. Πέρασε το 1910 – 11 εξόριστος στην Γαλλία, και το 1912 εξέφρασε μομφή κατά της πρότασης του Λένιν να γίνουν οι Μπολσεβίκοι ανεξάρτητο κόμμα.[4] Η διένεξη διακόπηκε από την εξορία του Ρίκοφ στη Σιβηρία για επαναστατική δράση.

Αλεξέι Ιβάνοβιτς Ρίκοφ

Επανάσταση και Εμφύλιος Πόλεμος (1917 – 20)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρίκοφ επέστρεψε από την Σιβηρία μετά την Φεβρουαριανή Επανάσταση του 1917 και επανεντάχθηκε στους Μπολσεβίκους, αν και παρέμενε δύσπιστος για τις πιο ριζοσπαστικές τους τάσεις. Έγινε μέλος του Σοβιέτ της Πετρούπολης και της Μόσχας. Στο 6ο Συνέδριο του Κόμματος των Μπολσεβίκων τον Ιούλιο – Αύγουστο 1917 εξελέγη στην Κεντρική Επιτροπή.[4] Στην διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917, ήταν μέλος της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής στην Μόσχα.

Μετά την Επανάσταση, ο Ρίκοφ τοποθετήθηκε Λαϊκός Επίτροπος Εσωτερικών. Στις 29 Οκτωβρίου 1917 (παλαιό ημερολόγιο), αμέσως μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους, η εκτελεστική επιτροπή του σωματείου εθνικών σιδηροδρόμων, η Βίκζελ, απείλησε με πανεθνική απεργία εκτός εάν οι Μπολσεβίκοι μοιράζονταν την εξουσία με τα άλλα σοσιαλιστικά κόμματα και άφηναν έξω από την κυβέρνηση τον Λένιν και τον Τρότσκι. Ο Γκριγκόρι Ζινόβιεφ, ο Λεβ Κάμενεφ και οι σύμμαχοί τους στην Κεντρική Επιτροπή των Μπολσεβίκων υποστήριξαν ότι οι Μπολσεβίκοι δεν είχαν άλλη επιλογή από το να αρχίσουν διαπραγματεύσεις, αφού μια απεργία στους σιδηροδρόμους θα παρέλυε την ικανότητα της κυβέρνησής τους να πολεμήσει τις δυνάμεις που ήταν ακόμη πιστές στην Προσωρινή Κυβέρνηση που είχε ανατραπεί. Παρόλο που οι Ζινόβιεφ, Κάμενεφ και Ρίκοφ είχαν για λίγο την στήριξη της πλειοψηφίας της Κεντρικής Επιτροπής και είχαν αρχίσει οι διαπραγματεύσεις, η γρήγορη κατάρρευση των αντι-Μπολσεβίκικων δυνάμεων έξω από την Πετρούπολη, επέτρεψε στον Λένιν και στον Τρότσκι να πείσουν την Κεντρική Επιτροπή να εγκαταλείψει την διαδικασία των διαπραγματεύσεων. Σε απάντηση οι Ρίκοφ, Ζινόβιεφ, Κάμενεφ, Βλαντιμίρ Μιλιούτιν και Βίκτορ Νογκίν παραιτήθηκαν από την Κεντρική Επιτροπή και από την Κυβέρνηση στις 4 Νοεμβρίου 1917 (παλαιό ημερολόγιο).[4]

Στις 3 Απριλίου 1918 ο Ρίκοφ τοποθετήθηκε Πρόεδρος του Ανωτάτου Συμβουλίου (Σοβιέτ) Εθνικής Οικονομίας και υπηρέτησε με την ιδιότητα αυτή σε όλο τον Ρωσικό Εμφύλιο Πόλεμο. Στις 5 Ιουλίου 1919, έγινε μέλος επίσης του αναδιοργανωμένου Επαναστατικού Στρατιωτικού Συμβουλίου, όπου παρέμεινε μέχρι τον Οκτώβριο του 1919. Από τον Ιούλιο του 1919 και μέχρι τον Αύγουστο του 1921, ήταν επίσης ειδικός εκπρόσωπος του Συμβουλίου Εργασίας και Άμυνας για την προμήθεια τροφίμων για τον Ερυθρό Στρατό και Στόλο. Ο Ρίκοφ εξελέγη στην Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος στις 5 Απριλίου 1920 μετά το 9ο Συνέδριο του Κόμματος και έγινε μέλος του Οργκμπούρο, όπου παρέμεινε μέχρι τις 23 Μαΐου 1924.[4]

Μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο και την άνοδο στην ηγεσία (1920 – 27)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρίκοφ στο εξώφυλλο του περιοδικού Time, το 1924

Μόλις οι Μπολσεβίκοι βγήκαν νικητές στον εμφύλιο πόλεμο, ο Ρίκοφ παραιτήθηκε από την θέση του στο Ανώτατο Σοβιέτ Εθνικής Οικονομίας, στις 28 Μαΐου 1921.[5] Στις 26 Μαΐου 1921, τοποθετήθηκε Αναπληρωτής Πρόεδρος του Συμβουλίου Εργασίας και Άμυνας της ΡΣΟΣΔ υπό τον Λένιν. Με τον Λένιν όλο και περισσότερο στο περιθώριο λόγω της κακής του υγείας, ο Ρίκοφ έγινε αναπληρωτής του στο Σόβναρκομ (Συμβούλιο Λαϊκών Επιτρόπων) στις 29 Δεκεμβρίου. Ο Ρίκοφ μπήκε στο κυρίαρχο Πολιτμπιρό στις 3 Απριλίου 1922, μετά το 11ο Συνέδριο του Κόμματος. Μια αναδιοργάνωση της κυβέρνησης στον απόηχο του σχηματισμού της Σοβιετικής Ένωσης τον Δεκέμβριο του 1922 είχε σαν αποτέλεσμα τον διορισμό του Ρίκοφ ως Προέδρου του Ανωτάτου Σοβιέτ Εθνικής Οικονομίας της ΕΣΣΔ και Αναπληρωτή Προέδρου του Συμβουλίου Λαϊκών Επιτρόπων της ΕΣΣΔ τον Ιούλιο του 1923.

Ο Ρίκοφ ως Σοβιετικός Πρωθυπουργός, στα μέσα της δεκαετίας του 1920

Μετά τον Θάνατο του Λένιν στις 21 Ιανουαρίου 1924 ο Ρίκοφ άφησε την θέση του Προέδρου του Ανωτάτου Σοβιέτ Εθνικής Οικονομίας της ΕΣΣΔ και έγινε Πρόεδρος του Συμβουλίου Λαϊκών Επιτρόπων της ΕΣΣΔ και, ταυτόχρονα, του Σόβναρκομ της ΡΣΟΣΔ, στις 2 Φεβρουαρίου 1924.[4]

Μαζί με τον Νικολάι Μπουχάριν και τον Μιχαήλ Τόμσκι, ο Ρίκοφ ηγήθηκε της μετριοπαθούς πτέρυγας του Κομμουνιστικού Κόμματος την δεκαετία του 1920, προωθώντας μια μερική αποκατάσταση της οικονομίας της αγοράς στο πλαίσιο της πολιτικής της ΝΕΠ. Οι μετριοπαθείς στήριζαν τους Ιωσήφ Στάλιν, Γκριγκόρι Ζινόβιεφ και Λεβ Κάμενεφ κατά του Λέοντος Τρότσκι και της Αριστερής Αντιπολίτευσης το 1923 – 1924. Μετά την ήττα του Τρότσκι και την ρήξη του Στάλιν με τους Ζινόβιεφ και Κάμενεφ το 1925, οι Ρίκοφ, Μπουχάριν και Τόμσκι στήριξαν τον Στάλιν κατά της Ενωμένης Αντιπολίτευσης των Τρότσκι, Ζινόβιεφ και Κάμενεφ το 1926 – 27. Αφού ο Κάμενεφ εξέφρασε την αντίθεσή του στον Στάλιν στο 14ο Συνέδριο του Κόμματος τον Δεκέμβριο του 1925, έχασε την θέση του ως Πρόεδρος του Συμβουλίου Εργασίας και Άμυνας – την οποία είχε αναλάβει από τον Λένιν, μετά τον θάνατο του Λένιν – και αντικαταστάθηκε από τον Ρίκοφ στις 19 Ιανουαρίου 1926.

Υπό την ηγεσία του η βότκα φορολογήθηκε βαριά, και έγινε γνωστή ως “Ρικόβκα”. Κάποιοι από τους πολιτικούς του αντιπάλους λέγανε ότι ήταν μέθυσος,[6] αλλά στην πραγματικότητα απείχε από το αλκοόλ.[7]

Άνοδος του Στάλιν και θάνατος (1927 – 38)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Πρωθυπουργία του Ρίκοφ περιέλαβε δραστικές αλλαγές στην δομή εξουσίας της Σοβιετικής Ένωσης. Από το 1924 ως το 1930 ο ρόλος του Κομμουνιστικού Κόμματος – ανεπίσημα υπό την ηγεσία Στάλιν ο οποίος, ως Γενικός Γραμματέας, ήλεγχε το σύνολο των μελών – όλο και περισσότερο σφετεριζόταν εξουσίες από τις νόμιμες δομές της κυβέρνησης. Μολονότι δεν μπορεί να δοθεί η ακριβής ημερομηνία της ανόδου του Στάλιν στην εξουσία, η Ενωμένη Αντιπολίτευση – η οποία αποτελείτο από τους Κάμενεφ, Ζινόβιεφ και Τρότσκι – ηττήθηκε και οι οπαδοί της διαγράφηκαν από το Κόμμα μέχρι τον Δεκέμβριο του 1927.

Ο Ρίκοφ στο 14ο Συνέδριο του Κόμματος

Μετά την ήττα της Ενωμένης Αντιπολίτευσης, ο Στάλιν ενέκρινε περισσότερο ριζοσπαστικές πολιτικές και ήρθε σε σύγκρουση με την μετριοπαθή πτέρυγα του κόμματος. Οι δύο φράξιες ελίσσονταν στο παρασκήνιο σε όλο το 1928. Τον Φεβρουάριο – Απρίλιο του 1929 η διένεξη έφτασε σε αποφασιστικό στάδιο και οι μετριοπαθείς, που πήραν το όνομα Δεξιά Αντιπολίτευση ή “Δεξιοί”, ηττήθηκαν και αναγκάστηκαν να “παραδεχθούν τα λάθη τους” τον Νοέμβριο του 1929. Ο Ρίκοφ έχασε την θέση του ως Πρωθυπουργός της Ρωσικής ΣΟΣΔ από τον Σεργκέι Σιρτσόφ στις 18 Μαΐου 1929, αλλά διατήρησε τα άλλα δύο αξιώματά του. Στις 19 Δεκεμβρίου 1930, μετά την αποδοχή ενός ακόμη γύρου “λαθών”, αντικαταστάθηκε από τον Βιατσεσλάβ Μολότοφ, τόσο ως Σοβιετικός Πρωθυπουργός όσο και ως Πρόεδρος του Συμβουλίου Εργασίας και Άμυνας. Δύο ημέρες αργότερα, ο Ρίκοφ εκδιώχθηκε από το Πολιτμπιρό, παίρνοντας μαζί του οποιαδήποτε δυνατότητα προόδου.[4]

Στις 30 Μαΐου 1931 ο Ρίκοφ διορίστηκε Λαϊκός Επίτροπος (υπουργός) Ταχυδρομείων και Τηλεγραφείων, μια θέση που συνέχισε να κατέχει αφού το Επιτροπάτο αναδιοργανώθηκε σε Λαϊκό Επιτροπάτο Επικοινωνιών της ΕΣΣΔ τον Ιανουάριο 1932. Στις 10 Φεβρουαρίου 1934, υποβιβάστηκε σε αναπληρωματικό (υποψήφιο - χωρίς ψήφο) μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος. Στις 26 Σεπτεμβρίου 1936, στον απόηχο των κατηγοριών που διατυπώθηκαν στην πρώτη Δίκη Παρωδία της Μόσχας των Κάμενεφ, Ζινόβιεφ και της αυτοκτονίας Τόμσκι, ο Ρίκοφ έχασε την θέση του ως Λαϊκός Επίτροπος Επικοινωνιών, αλλά παρέμεινε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής.

Αναμένοντας το χειρότερο, ο Ρίκοφ σχεδόν αποφάσισε να ακολουθήσει το παράδειγμα του στενού του φίλου Μιχαήλ Τόμσκι και να προκαταλάβει την σύλληψη αυτοκτονώντας, αλλά πείστηκε για το αντίθετο από την οικογένειά του.[8] Καθώς η Μεγάλη Εκκαθάριση του Στάλιν εντάθηκε στις αρχές του 1937, ο Ρίκοφ και ο Μπουχάριν διαγράφηκαν από το Κομμουνιστικό Κόμμα και συνελήφθησαν στην συνεδρίαση Φεβρουαρίου – Μαρτίου 1937 της Κεντρικής Επιτροπής στις 27 Φεβρουαρίου. Στις 13 Μαρτίου 1938, στην Δίκη των Είκοσι-ένα, οι Ρίκοφ, Μπουχάριν, Νικολάι Κρεστίνσκι, Κριστιάν Ρακόφσκι, Γκένρικ Γιακόντα και δέκα έξι άλλων Σοβιετικών αξιωματούχων βρέθηκαν ένοχοι προδοσίας (έχοντας συνωμοτήσει με τον Τρότσκι κατά του Στάλιν) και καταδικάστηκαν σε θάνατο από το Σοβιετικό Στρατιωτικό Συμβούλιο.[4] Στις 15 Μαρτίου, όλοι εκτελέστηκαν.[8]

Η Σοβιετική κυβέρνηση ακύρωσε την ετυμηγορία το 1988, στη διάρκεια της περεστρόικα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 27  Απριλίου 2014.
  2. Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 24  Ιουνίου 2015.
  3. «The Kremlin children». 4sale.ntv.ru. Ανακτήθηκε στις 4 Μαΐου 2016. 
  4. 4,00 4,01 4,02 4,03 4,04 4,05 4,06 4,07 4,08 4,09 4,10 4,11 4,12 4,13 4,14 4,15 4,16 «Aleksey Ivanovich Rykov». archontology.org. Last updated on: 26 Jun 2009. Ανακτήθηκε στις 4 Μαΐου 2016.  Ελέγξτε τις τιμές ημερομηνίας στο: |date= (βοήθεια)
  5. Anthony Heywood. Modernising Lenin's Russia: Economic Reconstruction, Foreign Trade and the Railways, Cambridge University Press, 1999, ISBN 0-521-62178-X p. 180.
  6. clip documenting Rykov's terms as Soviet Premier, and as Commissar of Communications (Russian language) on YouTube
  7. Russian documentary series "The Kremlin's Children": Natal'ya Rykova (a fragment of his attitude to alcohol starts in 11:50)
  8. 8,0 8,1 Rappaport, Helen (1999). "Aleksey Ivanovich Rykov". Joseph Stalin: A Biographical Companion. ABC-CLIO. p. 238. ISBN 9781576070840.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]