Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης (Ρωσικά: Центра́льный комите́т Коммунисти́ческой па́ртии Сове́тского Сою́за – ЦК КПСС, Tsentralniy Komitet Kommunistitcheskoi Partii Sovetskogo Soyuza – TsK KPSS), συντομευμένο στα Ρωσικά ως ЦК, «Τσε-κα», ήταν de jure το ανώτατο όργανο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης (ΚΚΣΕ) μεταξύ των Συνεδρίων του Κόμματος. Σύμφωνα με το καταστατικό του Κόμματος, η Κεντρική Επιτροπή διηύθυνε όλες τις δραστηριότητες του Κόμματος και της κυβέρνησης μεταξύ κάθε Συνεδρίου του Κόμματος. Τα μέλη της επιτροπής εκλέγονταν στο Συνέδριο του Κόμματος.

Κατά την διάρκεια της ηγεσίας του Βλαντιμίρ Λένιν στο Κομμουνιστικό Κόμμα, η Κεντρική Επιτροπή λειτουργούσε ως η ανωτάτη αρχή του κόμματος μεταξύ των συνεδρίων. Ωστόσο, στο 8ο Συνέδριο του Κόμματος που έγινε το 1919, συστάθηκε το Πολιτικό Γραφείο (Πολιτμπιρό) για να απαντήσει σε ζητήματα που χρειάζονταν άμεσες απαντήσεις. Μερικοί αντιπρόσωποι είχαν αντιρρήσεις για την σύσταση του Πολιτμπιρό, και σαν ανταπόδοση, το Πολιτικό Γραφείο κατέστη υπόλογο στην Κεντρική Επιτροπή, και τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής μπορούσαν να συμμετέχουν στις συνεδριάσεις του Πολιτμπιρό με συμβουλευτικό ψήφο, αλλά δεν μπορούσαν να ψηφίσουν εκτός εάν ήταν μέλη του. Μετά τον θάνατο του Λένιν, ο Ιωσήφ Στάλιν πήρε την εξουσία στο Κομμουνιστικό Κόμμα μέσω της θέσης του Γενικού Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής, του κορυφαίου Γραμματέα της Γραμματείας. Με την ανάληψη της εξουσίας από τον Στάλιν, ο ρόλος της Κεντρικής Επιτροπής επισκιάστηκε από το Πολιτμπιρό, το οποίο αποτελέστηκε από μια μικρή φατρία αφοσιωμένων Σταλινικών.

Μέχρι τον θάνατο του Στάλιν το 1953, η Κεντρική Επιτροπή είχε γίνει σε μεγάλο βαθμό ένα συμβολικό όργανο που ήταν υπόλογο στο Πολιμπιρό, και όχι το αντίστροφο. Ο θάνατος του Στάλιν αναζωογόνησε την Κεντρική Επιτροπή, και έγινε ένας σημαντικός θεσμός κατά την διάρκεια της μάχης για την εξουσία και την διαδοχή του Στάλιν. Μετά την αναρρίχηση στην εξουσία του Χρουστσόφ, η Κεντρική Επιτροπή είχε ακόμη ηγετικό ρόλο· ανέτρεψε την απόφαση για την απομάκρυνση του Χρουστσόφ από την θέση του το 1957. Το 1964, η Κεντρική Επιτροπή εξεδίωξε τον Χρουστσόφ από την εξουσία, και εξέλεξε τον Λεονίντ Μπρέζνιεφ σαν Πρώτο Γραμματέα. Η Κεντρική Επιτροπή ήταν ένα σημαντικό όργανο στην αρχή της διακυβέρνησης Μπρέζνιεφ, έχασε όμως σε ουσιαστική δύναμη από το Πολιτμπιρό. Από τότε, και μέχρι την αναρρίχηση του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, η Κεντρική Επιτροπή έπαιξε δευτερεύοντα ρόλο στη διακυβέρνηση του κόμματος και του κράτους – το Πολιτικό Γραφείο ήταν το ανώτατο πολιτικό όργανο της Σοβιετικής Ένωσης.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά: 1898-1917[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο ιδρυτικό συνέδριο του Ρωσικού Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Εργατικού Κόμματος (του προκατόχου του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης) ο Βλαντιμίρ Λένιν μπόρεσε να κερδίσει αρκετή υποστήριξη για την δημιουργία ενός παντοδύναμου κεντρικού οργάνου στο επόμενο συνέδριο.[1] Αυτό το κεντρικό όργανο επρόκειτο να γίνει η Κεντρική Επιτροπή, και είχε το δικαίωμα να αποφασίζει για όλα τα θέματα του κόμματος, με την εξαίρεση των τοπικών.[1] Η ομάδα που υποστήριξε την δημιουργία της Κεντρικής Επιτροπής στο 2ο Συνέδριο ονόμασαν τους εαυτούς τους Μπολσεβίκους, και οι ηττημένοι (η μειοψηφία) πήρε το όνομα Μενσεβίκοι από τον ηγέτη τους Γιούλι Μάρτοφ.[2] Η Κεντρική Επιτροπή θα είχε τρία μέλη, και θα επέβλεπε την συντακτική επιτροπή της εφημερίδας του κόμματος, Ίσκρα.[2] Τα πρώτα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής ήταν οι Γκλεμπ Κρζιζανόφσκι, Φρίντριχ Λένγκνικ και Βλαντιμίρ Νασκόφ.[2] Σε όλη την ιστορία της, το κόμμα και η Κεντρική Επιτροπή διασπόνταν από την φραξιονιστική φαγωμάρα και την καταστολή των κυβερνητικών αρχών.[3] Ο Λένιν μπόρεσε να πείσει την Κεντρική Επιτροπή, μετά από μακρά και έντονη συζήτηση, να αρχίσει την Οκτωβριανή Επανάσταση.[3] Η πλειοψηφία των μελών ήταν δύσπιστοι να αρχίσει η επανάσταση τόσο πρόωρα, και ήταν ο Λένιν που μπορούσε να τους πείσει.[3] Η πρόταση να γίνει επανάσταση τον Οκτώβριο του 1917 ψηφίστηκε με 10 υπέρ και δύο κατά, από την Κεντρική Επιτροπή.[3]

Η εποχή του Λένιν: 1917-1922[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κεντρική Επιτροπή, σύμφωνα με τον Λένιν, έπρεπε να είναι η ανωτάτη αρχή του κόμματος.[4] Ο Λέον Τρότσκι επέκρινε την άποψη αυτή, δηλώνοντας «οι κανόνες μας αντιπροσωπεύουν την «οργανωτική μη εμπιστοσύνη» του κόμματος προς τα συστατικά μέρη του, δηλαδή, την εποπτεία όλων των τοπικών, περιφερειακών, εθνικών και άλλων οργανώσεων… Οι μέθοδοι του Λένιν οδηγούν σε αυτό: η κομματική οργάνωση υποκαθιστά το κόμμα, η Κεντρική Επιτροπή υποκαθιστά την κομματική οργάνωση και τελικά ένας «δικτάτορας» υποκαθιστά την Κεντρική Επιτροπή».[5]

Κατά τα πρώτα χρόνια στην εξουσία, με την διοίκηση του Λένιν, η Κεντρική Επιτροπή ήταν το βασικό όργανο λήψης αποφάσεων τόσο στην πράξη, όσο και στην θεωρία, και οι αποφάσεις παίρνονταν με την πλειοψηφία των ψήφων.[6] Για παράδειγμα, η Κεντρική Επιτροπή ψήφιζε υπέρ ή κατά της υπογραφής της συνθήκης ειρήνης με τους Γερμανούς μεταξύ του 1917 και του 1918, κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο· η πλειοψηφία ψήφισε υπέρ της ειρήνης όταν ο Τρότσκι αποσύρθηκε το 1918.[6] Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ήταν η Συνθήκη του Μπρεστ - Λιτόφσκ.[6] Στις έντονες αντιπαραθέσεις στην Κεντρική Επιτροπή για την πιθανή ειρήνη με τους Γερμανούς, ο Λένιν δεν είχε την πλειοψηφία· τόσο ο Τρότσκι, όσο και ο Νικολάι Μπουχάριν είχαν μεγαλύτερη υποστήριξη για την θέση τους, παρά ο Λένιν.[7] Μόνο όταν ο Λένιν επεζήτησε έναν συνασπισμό με τον Τρότσκι και άλλους, ψηφίστηκαν οι διαπραγματεύσεις με τους Γερμανούς με απλή πλειοψηφία.[7] Η κριτική των άλλων στελεχών επιτρεπόταν σε αυτές τις συσκέψεις, για παράδειγμα, ο Καρλ Ράντεκ είπε στον Λένιν (επικρίνοντας την θέση του υπέρ της ειρήνης με τους Γερμανούς), «εάν υπήρχαν πεντακόσιοι θαρραλέοι άνδρες στην Πετρούπολη, θα σας βάζαμε φυλακή».[8] Η απόφαση να διαπραγματευθούν την ειρήνη με τους Γερμανούς επιτεύχθηκε μόνο όταν ο Λένιν απείλησε να παραιτηθεί, το οποίο στη συνέχεια οδήγησε σε μια προσωρινή συμμαχία μεταξύ των υποστηρικτών του Λένιν και αυτών του Τρότσκι και άλλους.[8] Δεν ζητήθηκαν κυρώσεις για την αντιπολίτευση στην Κεντρική Επιτροπή μετά την απόφαση.[8]

Το σύστημα είχε πολλά ελαττώματα, και η αντιπολίτευση στον Λένιν και σε αυτό που πολλοί είδαν σαν την υπερβολική πολιτική συγκεντρωτισμού, έπεσε στην αντίληψη της ηγεσίας στο 8ο Συνέδριο του Κόμματος το Μάρτιο 1919 και στο 9ο Συνέδριο του Κόμματος το Μάρτιο του 1920.[9] Στο 9ο Συνέδριο του Κόμματος, οι Δημοκρατικοί Κεντριστές, μια αντιπολιτευτική φράξια μέσα στο κόμμα, κατηγόρησε τον Λένιν και τους συνεργάτες του, για την δημιουργία Κεντρικής Επιτροπής στην οποία μια «μικρή χούφτα ολιγαρχικοί… εμπόδιζε εκείνους που είχαν αποκλίνουσες απόψεις».[10] Αρκετοί αντιπρόσωποι στο Συνέδριο ήταν απόλυτα συγκεκριμένοι στην κριτική, με έναν από αυτούς να κατηγορεί τον Λένιν και τους συνεργάτες του ότι κάνουν την Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ουκρανίας τόπο εξορίας για τους αντιπάλους.[10] Η απάντηση του Λένιν ήταν ασαφής, παραδέχτηκε ότι είχαν γίνει λάθη, αλλά σημείωσε ότι εάν αυτή η πολιτική είχε πράγματι εφαρμοστεί η κριτική σε αυτόν στο 9ο Συνέδριο του Κόμματος δεν θα μπορούσε να γίνει.[10] Στο 10ο Συνέδριο του Κόμματος (Μάρτιος 1921) ο Λένιν αποδοκίμασε την Εργατική Αντιπολίτευση, μια φράξια μέσα στο κόμμα, για παρέκκλιση από τον κομμουνισμό και κατηγόρησε τον Τρότσκι για φραξιονισμό.[11] Ο Λένιν δήλωσε ότι ο φραξιονισμός επιτρεπόταν, αλλά επιτρεπόταν μόνο πριν και κατά την διάρκεια των Συνεδρίων του Κόμματος, όταν οι διάφορες πλευρές είχαν ανάγκη να κερδίσουν ψήφους.[12] Αρκετά μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, που ήταν μέλη της Εργατικής Αντιπολίτευσης, υπέβαλαν την παραίτησή τους στον Λένιν, όμως οι παραιτήσεις τους δεν έγιναν δεκτές, και αντί αυτού τους ζητήθηκε να υποταχθούν στην κομματική πειθαρχία.[12] Το 10ο Συνέδριο του Κόμματος εισήγαγε επίσης την απαγόρευση στον φραξιονισμό μέσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα· ωστόσο, αυτό που ο Λένιν θεωρούσε ως «πλατφόρμες», όπως των Δημοκρατικών Κεντριστών και της Εργατικής Αντιπολίτευσης, επιτρέπονταν.[11] Οι φράξιες, στο μυαλό του Λένιν, ήταν ομάδες μέσα στο κόμμα που υπονόμευαν την κομματική πειθαρχία.[11]

Παρά την απαγόρευση του φραξιονισμού, η Εργατική Αντιπολίτευση συνέχισε την ανοιχτή αγκιτάτσια κατά της πολιτικής της Κεντρικής Επιτροπής, και πριν το 11ο Συνέδριο του Κόμματος (Μάρτιος 1922) η Εργατική Αντιπολίτευση έκανε μια κακοσχεδιασμένη προσπάθεια να κερδίσουν υποστήριξη για τις θέσεις τους στην Κομιντέρν.[13] Η Κομιντέρν, όχι απροσδόκητα, στήριξε τις θέσεις της Κεντρικής Επιτροπής.[13] Στη διάρκεια του 11ου Συνεδρίου του Κόμματος, ο Αλεξάντερ Σλιάπνικοφ, o ηγέτης της Εργατικής Αντιπολίτευσης, ισχυρίστηκε ότι συγκεκριμένα άτομα από την Κεντρική Επιτροπή τον είχαν απειλήσει.[14] Η απάντηση του Λένιν ήταν αόριστη, δήλωσε όμως ότι η κομματική πειθαρχία έπρεπε να ενισχυθεί την στιγμή «της υποχώρησης» – η Νέα Οικονομική Πολιτική παρουσιάστηκε στο 10ο Συνέδριο του Κόμματος.[14] Το 11ο Συνέδριο θα αποδεικνυόταν το τελευταίο συνέδριο με την προεδρία του Λένιν, υπέστη εγκεφαλικό τον Μάιο του 1922, και έπαθε παράλυση από ένα δεύτερο τον Δεκέμβριο, αργότερα εκείνη την χρονιά, αποτραβήχτηκε από την δημόσια ζωή τον Μάρτιο του 1923 και πέθανε στις 21 Ιανουαρίου 1924.[15]

Ο Τρότσκι ήταν ένας από τους βασικούς ανταγωνιστές για την ηγεσία, μετά τον θάνατο Του Λένιν.

Μεσοβασιλεία: 1922-1930[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν πέθανε ο Λένιν, η Σοβιετική ηγεσία ήταν αβέβαιη πως θα έπρεπε να συνεχίσει το οικοδόμημα της νέας, σοσιαλιστικής κοινωνίας.[16] Κάποιοι υποστήριζαν την επέκταση της ΝΕΠ, όπως είχε προτείνει ο Λένιν στα τέλη της ζωής του, ή να την τερματίσουν και να την αντικαταστήσουν με την σχεδιασμένη οικονομία, μια θέση που είχε ο Λένιν όταν εισήγαγε την ΝΕΠ.[16] Μετά την αναγκαστική αποχώρηση του Λένιν λόγω της κακής του υγείας, άρχισε η πάλη εξουσίας, στην οποία συμμετείχαν οι Νικολάι Μπουχάριν, Λεβ Κάμενεφ, Αλεξέι Ρίκοφ, Ιωσήφ Στάλιν, Μιχαήλ Τόμσκι, Λέον Τρότσκι και Γκριγκόρι Ζινόβιεφ.[17] Από αυτούς, ο Τρότσκι ήταν ο πιο διάσημος.[17] Στην διαθήκη του, ο Λένιν αναφέρεται στις «εξαιρετικές ικανότητες» του Τρότσκι, προσθέτοντας «προσωπικά είναι ίσως ο πιο κατάλληλος άνθρωπος στην παρούσα κεντρική επιτροπή».[17] Ωστόσο, ο Τρότσκι αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα: είχε διαφωνήσει στο παρελθόν με τον Λένιν σε αρκετά ζητήματα.[18] Επίσης, ήταν Εβραϊκής καταγωγής.[19]

Ο Στάλιν, ο δεύτερος μεγάλος ανταγωνιστής, και μελλοντικός ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης, ήταν ελάχιστα γνωστός, και δεν ήταν δημοφιλές πρόσωπο στις μάζες.[19] Αν και ήταν Γεωργιανός, αντιτασσόταν στον Γεωργιανό εθνικισμό και μιλούσε σαν Σλαβόφιλος, πράγμα που ήταν πλεονέκτημα.[20] Το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν η θεσμική βάση του· ήταν ο Γενικός Γραμματέας – άλλο πλεονέκτημα.[20] Υπήρχε, όμως, ένα πρόβλημα. ο Στάλιν ήταν γνωστός για την βαρβαρότητά του.[20] Όπως το έθεσε ένας πιστός του Κόμματος, «Ένας αγριάνθρωπος… ένας αιμοσταγής. Θα πρέπει να έχετε σπαθιά σαν κι αυτόν σε μια επανάσταση, αλλά δεν μου αρέσει αυτό, ούτε αυτός μου αρέσει».[20] Στην διαθήκη του, ο Λένιν είπε για τον Στάλιν:[21]

Ο Στάλιν είναι πολύ αγενής και το ελάττωμα αυτό, που είναι εντελώς ανεκτό στις προσωπικές σχέσεις κομμουνιστών μεταξύ μας, δεν είναι ανεκτό για εκείνον που κατέχει την θέση του Γενικού Γραμματέα. Γι’ αυτό, προτείνω στους συντρόφους να βρουν ένα τρόπο να βάλουν στην θέση του κάποιον άλλο, ο οποίος σχετικά με τον σ. Στάλιν να έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, δηλαδή, να είναι πιο υπομονετικός, πιο ανοιχτόκαρδος και πιο ευγενικός απέναντι στους συντρόφους και να είναι λιγότερο δύστροπος και ούτω καθεξής.

Η εσωκομματική δημοκρατία έγινε σημαντικό θέμα μετά την αποχώρηση του Λένιν λόγω υγείας· ο Τρότσκι και ο Ζινόβιεφ ήταν οι βασικοί υποστηρικτές της, όμως ο Ζινόβιεφ αργότερα άλλαξε την θέση του, όταν συντάχθηκε με τον Στάλιν.[22] Ο Τρότσκι και ο Ρίκοφ προσπάθησαν να αναδιοργανώσουν το κόμμα στις αρχές του 1923, από-γραφειοκρατοποιώντας το, ωστόσο, σε αυτό απέτυχαν, και ο Στάλιν κατάφερε να διευρύνει την Κεντρική Επιτροπή.[22] Αυτό πολεμήθηκε από ορισμένα ηγετικά μέλη του κόμματος και μια εβδομάδα αργότερα δημοσιεύθηκε η Διακήρυξη των Σαράντα έξι, η οποία καταδίκασε την συγκεντρωτική πολιτική του Στάλιν.[23] Η διακήρυξη ανέφερε ότι το Πολιτμπιρό, το Οργκμπούρο και η Γραμματεία έπαιρναν τον απόλυτο έλεγχο πάνω στο κόμμα, και ήταν αυτά τα όργανα που εξέλεγαν τους αντιπροσώπους για τα Συνέδρια του Κόμματος – κάνοντας στην πραγματικότητα τον εκτελεστικό κλάδο, το Συνέδριο του Κόμματος, εργαλείο της Σοβιετικής ηγεσίας.[23] Για το θέμα αυτό ο Τρότσκι είπε, “καθώς αυτό το καθεστώς παγιώνεται όλες οι υποθέσεις συγκεντρώνονται στα χέρια μιας μικρής ομάδας, μερικές φορές μόνο του γραμματέα, ο οποίος διορίζει, απομακρύνει, δίνει οδηγίες, επιβάλλει τις ποινές, κλπ”.[23] Με τον Λένιν το κόμμα διοικούσε μέσω της κυβέρνησης, για παράδειγμα, η μόνη πολιτική θέση που είχε ο Λένιν ήταν Πρόεδρος του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων, αλλά μετά τα ζητήματα υγείας του Λένιν το κόμμα πήρε τον έλεγχο των κυβερνητικών δραστηριοτήτων.[24] Ο σύστημα του Λένιν που αναγκάστηκε να φύγει ήταν παρόμοιο με εκείνο των κοινοβουλευτικών συστημάτων, όπου το κομματικό υπουργικό συμβούλιο, και όχι η ηγεσία του κόμματος, ήταν οι πραγματικοί ηγέτες της χώρας.[24]

Ήταν η δύναμη του κέντρου που ανησυχούσε τον Τρότσκι και τους οπαδούς του. Εάν η Σοβιετική ηγεσία είχε την εξουσία να διορίζει περιφερειακούς αξιωματούχους, είχαν την έμμεση εξουσία να εκλέγουν αντιπροσώπους των Συνεδρίων του Κόμματος.[25] Ο Τρότσκι κατηγόρησε τους αντιπροσώπους του 12ου Συνεδρίου του Κόμματος (17-25 Απριλίου 1923) ότι εξελέγησαν έμμεσα από το κέντρο, αναφέροντας ότι το 55,1% των αντιπροσώπων με ψήφο ήταν μέλη πλήρους απασχόλησης, ενώ στα προηγούμενα συνέδρια μόνο το 24,8% των αντιπροσώπων με ψήφο ήταν πλήρη μέλη.[25] Είχε λόγο για ανησυχία, γιατί όπως ο Αναστάς Μικογιάν σημείωσε στα απομνημονεύματά του, ο Στάλιν προσπαθούσε να εμποδίσει όσο το δυνατόν περισσότερα φιλο-Τρoτσκιστικά στελέχη να εκλεγούν ως αντιπρόσωποι του συνεδρίου.[25] Οι απόψεις του Τρότσκι δεν λαμβάνονταν υπ’ όψη μέχρι το 1923, όταν το Πολιτικό Γραφείο ανακοίνωσε ένα ψήφισμα όπου αυτό επαναβεβαίωνε την κομματική δημοκρατία, και ακόμη κήρυσσε την δυνατότητα τερματισμού διορισμού δυνάμεων του κέντρου.[26] Αυτό δεν ήταν αρκετό για τον Τρότσκι, και έγραψε ένα άρθρο στην Πράβδα, όπου καταδίκαζε την Σοβιετική εξουσία και τις εξουσίες του κέντρου.[26] Ο Ζινόβιεφ, ο Στάλιν και άλλα μέλη της Σοβιετικής ηγεσίας τον κατηγόρησαν για φραξιονισμό.[27] Ο Τρότσκι δεν εξελέγη ως αντιπρόσωπος στο 13ο Συνέδριο του Κόμματος (23-31 Μαΐου 1924).[27]

Οι νικητές του 15ου Συνεδρίου: Ρίκοφ (αριστερά), Μίκολα Σκρίπνικ (κέντρο) και Στάλιν (δεξιά)

Μετά το 13ο Συνέδριο, άρχισε άλλος αγώνας εξουσίας με διαφορετικό επίκεντρο. τη φορά αυτή οι κοινωνικο-οικονομικές πολιτικές ήταν το πρώτιστο κίνητρο γι’ αυτόν τον αγώνα.[27] Οι Τρότσκι, Ζινόβιεφ και Κάμενεφ στήριξαν την ταχεία εκβιομηχάνιση και την σχεδιασμένη οικονομία, ενώ οι Μπουχάριν, Ρίκοφ και Τόμσκι στήριξαν την διατήρηση της ΝΕΠ.[28] Ο Στάλιν, σε αντίθεση με τους άλλους, έχει συχνά θεωρηθεί ότι ήταν μόνος, χωρίς υποστηρικτές. Όπως εξηγεί ο Τζέρι Φ. Χοφ, έχει συχνά θεωρηθεί σαν «ένας κυνικός Μακιαβελικός που ενδιαφέρεται μόνο για την εξουσία».[28]

Καμιά από τις ηγετικές προσωπικότητες εκείνης της περιόδου δεν ήταν άκαμπτος στην οικονομική πολιτική, και όλοι είχαν υποστηρίξει την ΝΕΠ προηγούμενα.[29] Με τις καλές σοδειές το 1922, προέκυψαν πολλά προβλήματα, ειδικά ο ρόλος της βαριάς βιομηχανίας και ο πληθωρισμός. Ενώ η γεωργία είχε ανακάμψει σημαντικά, ο τομέας της βαριάς βιομηχανίας ήταν ακόμα σε ύφεση, και είχε μόλις ανακάμψει από τα προ-πολέμου επίπεδα.[29] Η Επιτροπή Κρατικού Σχεδιασμού (Gosplan) στήριζε δίνοντας επιχορηγήσεις στις βαρειές βιομηχανίες, ενώ το Λαϊκό Επιτροπάτο Οικονομικών ήταν αντίθετο, αναφέροντας τον υψηλό πληθωρισμό σαν αιτιολόγησή τους.[29] Ο Τρότσκι ήταν ο μόνος στο Πολιτμπιρό, ο οποίος στήριξε την Gosplan στην διαμάχη της με το Επιτροπάτο Οικονομικών.[29]

Το 1925 ο Στάλιν άρχισε να κινείται κατά του Ζινόβιεφ και του Κάμενεφ.[30] Ο διορισμός του Ρίκοφ ως Προέδρου του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων ήταν de facto υποβιβασμός του Κάμενεφ.[30] Ο Κάμενεφ εκτελούσε καθήκοντα Προέδρου του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων εν απουσία του Λένιν.[30] Για να κάνει τα πράγματα χειρότερα, ο Στάλιν άρχισε να στηρίζει την πολιτική του σοσιαλισμού σε μια χώρα – μια πολιτική που συχνά θεωρείτο, λαθεμένα, σαν επίθεση στον Τρότσκι, όταν στην πραγματικότητα αυτή στόχευε τον Ζινόβιεφ.[30] Ο Ζινόβιεφ, από την θέση του σαν Προέδρου της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν), αντιτασσόταν στην πολιτική του Στάλιν.[30] Ο Ζινόβιεφ άρχισε να επιτίθεται στον Στάλιν μέσα σε λίγους μήνες, ενώ ο Τρότσκι άρχισε να επιτίθεται στον Στάλιν για τις θέσεις του το 1926.[30] Στο 14ο Συνέδριο του Κόμματος (18-31 Δεκεμβρίου 1925) ο Κάμενεφ και ο Ζινόβιεφ αναγκάστηκαν να πάρουν την ίδια θέση, που είχε αναγκαστεί προηγούμενα να πάρει ο Τρότσκι· διακήρυξαν ότι το κέντρο σφετεριζόταν την εξουσία από τα περιφερειακά τμήματα, και ότι ο Στάλιν ήταν κίνδυνος για την εσωκομματική δημοκρατία.[31] Το Συνέδριο διασπάστηκε σε δύο παρατάξεις, μεταξύ αυτών που υποστήριζαν τον Στάλιν, και αυτών που υποστήριζαν τους Κάμενεφ και Ζινόβιεφ.[31] Η αντιπροσωπεία του Λένινγκραντ, η οποία υποστήριζε τον Ζινόβιεφ, φώναξε “Ζήτω η Κεντρική Επιτροπή του κόμματός μας”.[31] Ακόμη κι έτσι, οι Κάμενεφ και Ζινόβιεφ συνθλίφτηκαν στο συνέδριο, όπου 559 ψήφισαν υπέρ της Σοβιετικής ηγεσίας και μόνο 65 κατά.[31] Τον Απρίλιο του 1926 ο Ζινόβιεφ απομακρύνθηκε από το Πολιτμπιρό και τον Δεκέμβριο ο Τρότσκι έχασε την ιδιότητα του μέλους.[31] Όλοι τους διατήρησαν την θέση τους στην Κεντρική Επιτροπή μέχρι τον Οκτώβριο του 1927.[32] Στο 15ο Συνέδριο (2-19 Δεκεμβρίου 1927) η Αριστερή Αντιπολίτευση συντρίφτηκε. Κανένα από τα μέλη της δεν εξελέγη στην Κεντρική Επιτροπή.[32] Από τότε και μετά ο Στάλιν ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης, και τα άλλα ηγετικά στελέχη, όπως οι Μπουχάριν, Τόμσκι και Ρίκοφ αποδυναμώθηκαν σημαντικά.[33] Η Κεντρική Επιτροπή που εξελέγη στο 16ο Συνέδριο του Κόμματος (26 Ιουνίου – 13 Ιουλίου 1930) απομάκρυνε τον Τόμσκι και τον Ρίκοφ[33] Ο Ρίκοφ επίσης έχασε την προεδρία του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων, από το Ρίκοφ.[33]

Την εποχή του Στάλιν η Κεντρική Επιτροπή έχασε τον αποτελεσματικό έλεγχο στην δημιουργία πολιτικής.

Μεσοπόλεμος και περίοδος πολέμου: 1930-1945[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1934 ως το 1953, έγιναν τρία συνέδρια (παραβίαση του καταστατικού του κόμματος, που όριζε ότι το συνέδριο πρέπει να συγκαλείται κάθε τρία χρόνια), μια συνδιάσκεψη και 23 συνεδριάσεις της Κεντρικής Επιτροπής.[34] Αυτό είναι σε βαθιά αντίθεση με την εποχή του Λένιν (1917-1924), όταν έγιναν έξι Συνέδρια, πέντε συνδιασκέψεις και 69 συνεδριάσεις της Κεντρικής Επιτροπής.[34] Το Πολιτικό Γραφείο δεν συνεδρίασε ούτε μια φορά μεταξύ 1950, οπότε σκοτώθηκε ο Νικολάι Βοζνεσένσκι, και 1953.[34] Το 1952, στο 19ο Συνέδριο του Κόμματος (5-14 Οκτωβρίου 1952) το Πολιτικό Γραφείο καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από το Προεδρείο.[34]

Το 1930 τα τμήματα της Κεντρικής Επιτροπής αναδιοργανώθηκαν, επειδή η Γραμματεία είχε χάσει τον έλεγχο στην οικονομία, λόγω του Πρώτου Πενταετούς Πλάνου, και χρειαζόταν περισσότερο κομματικό προσωπικό για να επιβλέπει την οικονομία.[35] Πριν από το 1930, τα τμήματα της Κεντρικής Επιτροπής επικεντρώνονταν στα βασικά συστατικά της «πολιτικής δουλειάς».[35] Την εποχή της διοίκησης του Στάλιν ήταν εξειδικευμένοι.[35] Τα τμήματα επέβλεπαν τα τοπικά στελέχη και τα παραρτήματα των υπουργείων με τον συγκεκριμένο τομέα τους.[35] Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1934, καθιερώθηκαν νέα τμήματα της Κεντρικής Επιτροπής, τα οποία ήταν ανεξάρτητα από Τμήμα Προσωπικού.[35] Η έμφαση του Στάλιν στην σημασία του πολιτικού και οικονομικού έργου οδήγησε σε άλλο ένα κύμα αναδιοργάνωσης των τμημάτων της Κεντρικής Επιτροπής στα τέλη του 1930 και στα 1940.[36] Στο 18ο Συνέδριο του Κόμματος (10-21 Μαρτίου 1939) το τμήμα που ειδικεύεται στην βιομηχανία καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από μια διεύθυνση που εστιάζει στην διαχείριση του προσωπικού, την ιδεολογία και την επαλήθευση της εκπλήρωσης των στόχων.[36] Στο 18ο Συνέδριο του Κόμματος (15-20 Φεβρουαρίου 1941) αποφασίστηκε ότι η κατάργηση του Τμήματος Βιομηχανίας της Κεντρικής Επιτροπής είχε οδηγήσει στην παραμέληση της βιομηχανίας.[37] Για τον λόγο αυτό, οι εξειδικευμένες γραμματείες έγιναν αρμόδιες για την βιομηχανία και τις μεταφορές από το κέντρο μέχρι το επίπεδο πόλης.[37]

Το 17ο Συνέδριο του Κόμματος (26 Ιανουαρίου – 10 Φεβρουαρίου 1934) έχει μείνει στην ιστορία σαν το Συνέδριο των Νικητών, λόγω της επιτυχίας του Πρώτου Πεντάχρονου Πλάνου.[38] Κατά την διάρκειά του αρκετοί αντιπρόσωποι σχημάτισαν ένα αντι-Στάλιν μπλοκ.[38] Αρκετοί αντιπρόσωποι συζήτησαν την πιθανότητα είτε της απομάκρυνσης, είτε της μείωσης των εξουσιών του Στάλιν.[38] Δεν ήταν όλες οι συγκρούσεις κάτω από την επιφάνεια, και ο Γκριγκόρι Ορντζονικίντζε, ο Λαϊκός Επίτροπος για την Βαριά Βιομηχανία αμφισβητήθηκε ανοιχτά από τον Βιατσεσλάβ Μολότοφ, τον Πρόεδρο του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων, για τον ρυθμό της οικονομικής ανάπτυξης.[38] Η λογομαχία μεταξύ Ορντζονικίντζε και Μολότοφ, ο οποίος εκπροσωπούσε την Σοβιετική ηγεσία, τακτοποιήθηκε με την δημιουργία μιας Επιτροπής του Συνεδρίου, που αποτελείτο από τους Στάλιν, Μολότοφ, Ορντζονικίντζε, άλλα μέλη του Πολιτμπιρό και ορισμένους ειδήμονες των οικονομικών.[39] Τελικά συμφώνησαν, και ο προγραμματισμένος στόχος για οικονομική ανάπτυξη στο Δεύτερο Πενταετές Πλάνο μειώθηκε από 19% σε 16,5%.[39]

Ο τόνος του 17ου Συνεδρίου του Κόμματος ήταν διαφορετικός από τα προηγούμενα. Αρκετοί παλιοί αντιπολιτευόμενοι έγιναν αντιπρόσωποι, και επανεκλέχθηκαν στην Κεντρική Επιτροπή.[40] Για παράδειγμα, Μπουχάριν, Ζινόβιεφ, Γιεβγένι Πρεομπραζίνσκι και Γκεόργκι Πιατακόφ, όλοι αποκαταστάθηκαν.[40] Όλοι τους μίλησαν στο συνέδριο, παρ’ όλο που οι περισσότεροι από αυτούς διακόπτονταν.[40] Το Συνέδριο χωρίστηκε μεταξύ δύο κυρίαρχων φραξιών, τους ριζοσπάστες (κυρίως Σταλινικούς) και τους μετριοπαθείς.[40] Δημιουργήθηκαν αρκετές ομάδες πριν το συνέδριο, οι οποίες είτε αντιπολιτεύονταν την Σταλινική ηγεσία (η ομάδα Ριούτιν) είτε αντιπολιτεύονταν την κοινωνικο-οικονομική πολιτική της Σταλινικής ηγεσίας (η ομάδα Σίρτσοφ-Λομινάτζε, ομάδα Άισμοντ-Τολμάτσεφ και η ομάδα με επικεφαλής τον Αλεξάντερ Πέτροβιτς Σμιρνόφ, ανάμεσα σε άλλες).[41] Οι πολιτικοί, οι οποίοι αντιτίθονταν στο παρελθόν στην Σταλινική ηγεσία, μπορούσαν να αποκατασταθούν εάν αποκήρυσσαν τις προηγούμενες πεποιθήσεις τους και άρχιζαν να στηρίζουν την ηγεσία Σταλίν.[41] Ωστόσο, η ηγεσία δεν έδωσε πρόσβαση· οι Κάμενεφ, Ζινόβιεφ συνελήφθησαν το 1932 (ή στις αρχές του 1933) και ελευθερώθηκαν το 1934, και μετά συνελήφθησαν πάλι το 1935, κατηγορούμενοι ότι συμμετείχαν στην συνωμοσία δολοφονίας του Σεργκέι Κίροφ.[41]

Ο Πρεομπραζίνσκι (φωτό) ήταν κορυφαία προσωπικότητα της Κεντρικής Επιτροπής την δεκαετία του 1920, δολοφονήθηκε όμως κατά την Εκκαθάριση

Η πλειοψηφία των μελών της Κεντρικής Επιτροπής που εξελέγησαν στο 17ο Συνέδριο του Κόμματος δολοφονήθηκε στην διάρκεια ή λίγο μετά την Μεγάλη Εκκαθάριση, όταν ο Νικολάι Γιεζόφ και ο Λαβρέντι Μπέρια ήταν επικεφαλείς της NKVD.[42] Ο Γκριγκόρι Καμίνσκι, μίλησε κατά της Μεγάλης Εκκαθάρισης σε μια συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής, και λίγο αργότερα συνελήφθη και δολοφονήθηκε.[43] Εν ολίγοις, κατά την διάρκεια της Μεγάλης Εκκαθάρισης, εκκαθαρίστηκε η Κεντρική Επιτροπή.[44] Ο Στάλιν κατάφερε να εκκαθαρίσει την Κεντρική Επιτροπή με την συγκατάθεση της επιτροπής, όπως κάποτε είπε ο Μολότοφ «Αυτό συνέβη σταδιακά. Εβδομήντα έδιωξαν 10-15 άτομα, μετά 60 έδιωξαν 15… Στην ουσία, αυτό οδήγησε σε μια κατάσταση όπου η μειοψηφία αυτής της πλειοψηφίας παρέμενε μέσα στην Κεντρική Επιτροπή… Τέτοια ήταν η σταδιακή, αλλά μάλλον ταχεία διαδικασία εκκαθάρισης».[45] Αρκετά μέλη εκδιώχθηκαν από την Κεντρική Επιτροπή με ψηφοφορία.[44] Από τα 139 μέλη που εξελέγησαν στην Κεντρική Επιτροπή στο 17ο Συνέδριο, 98 δολοφονήθηκαν την περίοδο 1936-40.[46] Κατά την περίοδο αυτή η Κεντρική Επιτροπή μειώθηκε σε μέγεθος· μια μείωση 78%.[46] Μέχρι το 18ο Συνέδριο υπήρχαν μόνο 31 μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, και από αυτά μόνο δύο επανεξελέγησαν.[47]

Τα θύματα των Δικών της Μόσχας δεν αποκαταστάθηκαν μέχρι το 1988.[48] Υπό τον Κρούτσεφ, μια έρευνα για το θέμα κατέληξε ότι η Κεντρική Επιτροπή είχε χάσει την δεσπόζουσα αρμοδιότητά της υπό τον Στάλιν. Από το 1929 και μετά όλες οι αποφάσεις στην Κεντρική Επιτροπή παίρνονταν ομόφωνα.[49] Με άλλα λόγια, η Κεντρική Επιτροπή ήταν πολύ αδύναμη για να προστατεύσει τον εαυτό της από τον Στάλιν και τους δημίους του.[49] Ο Στάλιν είχε καταφέρει να βάλει το ιεραρχικό μοντέλο του Λένιν με το κεφάλι κάτω. Υπό τον Λένιν το Συνέδριο του Κόμματος και η Κεντρική Επιτροπή ήταν τα ανώτατα όργανα του κόμματος λήψης αποφάσεων, υπό τον Στάλιν το Πολιτμπιρό, η Γραμματεία και το Οργκμπούρο έγιναν τα πιο σημαντικά όργανα λήψης αποφάσεων.[49]

Από τον Στάλιν στην πτώση του Χρουστσόφ: 1945-1964[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο περίοδο, ο Στάλιν διακυβέρνησε την Σοβιετική Ένωση από την θέση του Προέδρου του Συμβουλίου των Υπουργών.[37] Οι εξουσίες της Γραμματείας μειώθηκαν αυτή την περίοδο, και μόνο ένα μέλος της Γραμματείας, ο Νικίτα Χρουστσόφ, ήταν μέλος του Προεδρείου.[37] Η συχνότητα των συνεδριάσεων της Κεντρικής Επιτροπής μειώθηκε απότομα υπό τον Στάλιν, αλλά αυξήθηκε πάλι μετά τον θάνατό του.[50] Μετά την σταθεροποίηση του Χρουστσόφ στην εξουσία, ο αριθμός των συνεδριάσεων της Κεντρικής Επιτροπής μειώθηκε ακόμη μια φορά, αλλά αυξήθηκε κατά το τέλος της κυριαρχίας του, και μαζί με το Πολιτικό Γραφείο, η Κεντρική Επιτροπή ψήφισε την απομάκρυνση του Χρουστσόφ από Πρώτο Γραμματέα το 1964.[50]

Ο Μαλένκοφ διαδέχθηκε τον Στάλιν ως Πρόεδρος του Συμβουλίου Υπουργών, αλλά δεν μπόρεσε να πάρει τον πλήρη έλεγχο στον κομματικό μηχανισμό

Όταν πέθανε ο Στάλιν στις 5 Μαρτίου 1953, ο Γκεόργκι Μαλένκοφ, ο Αναπληρωτής Πρόεδρος του Συμβουλίου Υπουργών τον διαδέχθηκε ως Πρόεδρος και ως de facto προσωπικότητα του Προεδρείου (όπως μετονομάστηκε το Πολιτικό Γραφείο). Μια μάχη για την εξουσία άρχισε μεταξύ Μαλένκοφ και Κούτσεφ, και στις 14 Μαρτίου ο Μαλένκοφ αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την Γραμματεία.[51] Η επίσημη εξήγηση για την παραίτησή του ήταν «να ικανοποιήσει το αίτημα του Προέδρου του Συμβουλίου Υπουργών της ΕΣΣΔ Γκ. Μ. Μαλένκοφ να απαλλαγεί από τα καθήκοντα της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος».[52] Η παραίτηση Μαλένκοφ έκανε τον Κρούτσεφ το ανώτερο μέλος μέσα στην Γραμματεία, και τον έκανε αρκετά ισχυρό για να καθορίζει την ατζέντα των συνεδριάσεων του Πρεζίντιουμ μαζί με τον Μαλένκοφ.[52] Ο Κρούτσεφ μπόρεσε να σταθεροποιήσει τις εξουσίες του μέσα στον μηχανισμό του κόμματος μετά την παραίτηση Μαλένκοφ, όμως ο Μαλένκοφ παρέμενε μια de facto ηγετική προσωπικότητα του Κόμματος.[53] Μαζί με την αναρρίχηση του Μαλένκοφ και του Κρούτσεφ στην εξουσία, κι άλλη προσωπικότητα, ο Λαβρέντι Μπέρια, αγωνιζόταν επίσης για την εξουσία.[52] Οι τρεις σχημάτισαν μια βραχύβια Τρόικα,[52] που διήρκησε μέχρι που Κρούτσεφ και Μαλένκοφ πρόδωσαν τον Μπέρια.[54] Ο Μπέρια, Γεωργιανής καταγωγής, ήταν το μέλος του Πρεζίντιουμ για τις εσωτερικές υποθέσεις ασφαλείας και ήταν σθεναρός υποστηρικτής των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, και επιπλέον υποστήριζε την επανένωση Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας για την δημιουργία μιας δυνατής και ουδέτερης Γερμανίας ανάμεσα στα καπιταλιστικά και σοσιαλιστικά κράτη.[54] Ήταν ο Μπέρια, που μέσω επίσημης γνωμοδότησης από το Υπουργείο Εσωτερικών Υποθέσεων (MVD) και όχι από την Κεντρική Επιτροπή ή το Συμβούλιο των Υπουργών, ο οποίος κατήγγειλε την Συνωμοσία των Γιατρών σαν απάτη.[55]

Ο Μπέρια δεν ήταν εύκολο να ηττηθεί και οι πολιτική του της εθνοποίησης (ότι οι ιθύνοντες, τοπικοί ή επιπέδου [ενωσιακής] δημοκρατίας, έπρεπε να έχουν εθνικές ρίζες, και να μιλούν την γλώσσα της δεδομένης περιοχής) αποδείχθηκε εργαλείο για την ενδυνάμωση του ελέγχου του MVD στα τοπικά όργανα του κόμματος.[56] Οι Κρούτσεφ και Μαλένκοφ, που είχαν αρχίσει να λαμβάνουν πληροφόρηση που έλεγε ότι το MVD είχε αρχίσει να κατασκοπεύει τα στελέχη του κόμματος, άρχισαν να ενεργούν την Άνοιξη του 1953.[56] Ο Μπέρια ηττήθηκε στις επόμενες ολομέλειες του Πρεζίντιουμ από την εναντίον του πλειοψηφία, και όχι πολύ καιρό μετά, οι Κρούτσεφ και Μαλένκοφ άρχισαν να σχεδιάζουν την πτώση του Μπέρια από την εξουσία.[57] Ωστόσο, δεν ήταν εύκολο έργο, καθώς ο Μπέρια μπορούσε να εμπνεύσει τον φόβο στους συναδέλφους του.[57] Στην πρώτη συζήτηση Κρούτσεφ και Μαλένκοφ με τον Κλίμεντ Βοροσίλοφ, ο Βοροσίλοφ δεν ήθελε να κάνει τίποτα με αυτό, επειδή φοβόταν «τα αυτιά του Μπέρια».[57] Εν τούτοις, Κρούτσεφ και Μαλένκοφ ήταν σε θέση να συγκεντρώσουν αρκετή στήριξη για την αποπομπή του Μπέρια, αλλά μόνο όταν η φήμη ενδεχόμενου πραξικοπήματος υπό την ηγεσία του Μπέρια άρχισε να ριζώνει μέσα στην ηγεσία του κόμματος.[57] Φοβούμενοι την δύναμη του Μπέρια, οι Κρούτσεφ και Μαλένκοφ ετοιμάστηκαν για ενδεχόμενο εμφύλιο πόλεμο.[58] Αυτό δεν συνέβη, και ο Μπέρια αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τις θέσεις του στο κόμμα στις 26 Ιουνίου, και εκτελέστηκε αργότερα στις 23 Δεκεμβρίου.[58] Η πτώση του Μπέρια οδήγησε επίσης σε κριτική στον Στάλιν. η ηγεσία του κόμματος κατηγόρησε τον Μπέρια ότι χρησιμοποιούσε τον Στάλιν , έναν άρρωστο και ηλικιωμένο άνθρωπο, για να επιβάλει την θέλησή του στην Σοβιετική Ένωση κατά τις τελευταίες ημέρες του Στάλιν.[59] Αυτή κριτική, και πολύ περισσότερη, οδήγησε το κόμμα και τις κρατικές εφημερίδες να αρχίσουν πιο γενική κριτική για τον Στάλιν και την εποχή του Στάλιν.[60] Ένα φυλλάδιο με την ιστορία του κόμματος πήγε τόσο μακριά ώστε να δηλώσει ότι το κόμμα χρειαζόταν να εξαλείψει «η εσφαλμένη, αντι-Μαρξιστική ερμηνεία του ρόλου του ατόμου στην ιστορία, η οποία εκφράζεται στην προπαγάνδα με την ιδεαλιστική θεωρία της λατρείας της προσωπικότητας, είναι ξένη με τον Μαρξισμό».[59]

Η πτώση του Μπέρια οδήγησε στην κατάρρευση της «αυτοκρατορίας» του. οι εξουσίες της MVD περιορίστηκαν, και ιδρύθηκε η KGB.[59] Ο Μαλένκοφ, ενώ έχανε την γραμματεία του, ήταν ακόμα Πρόεδρος του Συμβουλίου των Υπουργών, και παρέμεινε έτσι μέχρι το 1955.[53] Άρχισε μια πολιτική ενίσχυσης των κεντρικών υπουργείων, ενώ την ίδια στιγμή ακολουθούσε λαϊκιστικές πολιτικές, ένα παράδειγμα είναι η θέσπιση εξοικονόμησης 20,2 δισ. ρούβλια για τους Σοβιετικούς φορολογούμενους.[61] Αντίθετα, ο Κρούτσεφ προσπάθησε να ενισχύσει το κεντρικό κομματικό μηχανισμό εστιάζοντας στην Κεντρική Επιτροπή.[61] Η Κεντρική Επιτροπή δεν είχε παίξει ιδιαίτερο ρόλο στη Σοβιετική πολιτική από την πτώση του Νικολάι Μπουχάριν το 1929.[61] Ο Στάλιν αποδυνάμωσε τις εξουσίες της Κεντρικής Επιτροπής με ένα μίγμα καταστολής και οργανωτικής αναδόμησης.[61] Ο Κρούτσεφ, επίσης, ζήτησε ο ρόλος του Κόμματος να είναι η εποπτεία των τοπικών οργάνων, των οικονομικών προσπαθειών και των δραστηριοτήτων της κεντρικής κυβέρνησης.[61] Τον Σεπτέμβριο του 1953, η Κεντρική Επιτροπή απένειμε στον Κρούτσεφ τον τίτλο του Πρώτου Γραμματέα, ο οποίος έκανε την ανωτερότητά του στην Κεντρική Επιτροπή, επίσημη.[62] Με τις νέες εξουσίες που απέκτησε, ο Κρούτσεφ μπόρεσε να διορίσει συνεργάτες στην ηγεσία της Γεωργίας, Του Αζερμπαϊτζάν, της Ουκρανίας, της Αρμενίας και της Μολδαβίας, ενώ ο Μαλένκοφ, αντίθετα, μπόρεσε να διορίσει μόνο έναν συνεργάτη στην ηγεσία της Μόσχας.[62] Υπό τον Κρούτσεφ η τοπική κομματική ηγεσία στην Ρωσική Σοβιετική Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία (Ρωσική ΣΟΣΔ) γνώρισε την μεγαλύτερη ανατροπή σε επαρχιακούς ηγέτες από την Μεγάλη Εκκαθάριση· δύο στους τρεις επαρχιακούς ηγέτες αντικαταστάθηκαν το 1953 μόνο.[62] Ο Μαλένκοφ κατοχύρωνε μια ταυτόσημη πολιτική στους θεσμούς της κυβέρνησης· με πιο σημαντική αλλαγή να είναι ο διορισμός των Μιχαήλ Περβούκιν, Ιβάν Τεβοσιάν και Μαξίμ Σαμπούροφ στην Αντιπροεδρία του Συμβουλίου των Υπουργών.[62]

Στο αποκορύφωμα της πάλης Μαλένκοφ-Κρούτσεφ, ο Κρούτσεφ αγωνίστηκε ενεργά για βελτιώσεις στην Σοβιετική γεωργία και την ενίσχυση του ρόλου της Κεντρικής Επιτροπής.[63] Ο Κρούτσεφ προσπάθησε να αναζωογονήσει την Κεντρική Επιτροπή εντάσσοντας πολλές συζητήσεις για την γεωργία στις ολομέλειες της Κεντρικής Επιτροπής.[63] Ενώ κανένα άλλο από τα μέλη του Πρεζίντιουμ δεν ήταν ένθερμο μιας τέτοιας προσέγγισης, ο Κρούτσεφ έκανε πολλές συνεδριάσεις της Κεντρικής Επιτροπής από τον Φεβρουάριο ως τον Μάρτιο του 1954 για να συζητήσουν για την γεωργία μόνο.[63] Με τον τρόπο αυτό, ο Κρούτσεφ παραδεχόταν ένα από μακρού ξεχασμένο γεγονός· το Πρεζίντιουμ, η Γραμματεία και αυτός ο ίδιος ήταν υπόλογοι στην Κεντρική Επιτροπή.[63] Ο Κρούτσεφ θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει άλλο δρόμο, αφού κάποιοι ήδη ζητούσαν την μείωση του ρόλου της Κεντρικής Επιτροπής σε «στελέχη και προπαγάνδα» μόνο.[63] Μια άλλη αλλαγή ήταν ο εκδημοκρατισμός στην κορυφή της ιεραρχίας του κόμματος, όπως διαπίστωνε ο Βοροσίλοφ σε μια συνεδρίαση του Πρεζίντιουμ το 1954.[64] Μέχρι τον Αύγουστο του 1954 ο ρόλος του Μαλένκοφ σαν de facto επικεφαλή της κυβέρνησης είχε τελειώσει. ο Νικολάι Μπουλκάνιν άρχισε να υπογράφει διατάγματα του Συμβουλίου των Υπουργών (ένα δικαίωμα που ήταν υπόχρεος ο Πρόεδρος) και το Πρεζίντιουμ ενέδωσε στις επιθυμίες του Κρούτσεφ να αντικαταστήσει τον Μαλένκοφ.[65] Ο Μαλένκοφ χαρακτηρίστηκε ρεβιζιονιστής λόγω της επιθυμίας του να δοθεί προτεραιότητα στην ελαφρά βιομηχανία έναντι της βαριάς.[66] Την ίδια στιγμή, ο Μαλένκοφ κατηγορείτο για συμμετοχή στην Υπόθεση του Λένινγκραντ, που οδήγησε στον θάνατο αθώα στελέχη του κόμματος.[66] Στην ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής της 25ης Ιανουαρίου 1955, ο Κρούτσεφ κατηγόρησε τον Μαλένκοφ για ιδεολογικές αποκλίσεις του ίδιου επιπέδου όπως οι προηγούμενοι, αντι-Σταλινικοί Μπουχάριν και Αλεξέι Ρίκοφ της δεκαετίας του 1920.[66] Ο Μαλένκοφ μίλησε δύο φορές στην ολομέλεια, αλλά απέτυχε να αλλάξει την θέση του, και στις 8 Μαρτίου 1955 αναγκάστηκε αν παραιτηθεί απ’ την θέση του σαν Πρόεδρος του Συμβουλίου των Υπουργών. τον διαδέχθηκε ο Νικολάι Μπουλκάνιν, ένας προστατευόμενος του Κρούτσεφ από την δεκαετία του 1930.[66] Ο Μαλένκοφ παρέμεινε μια ισχυρή προσωπικότητα, και διατήρησε την θέση του στο Πρεζίντιουμ.[66]

Ο Κρούτσεφ αναγκάστηκε να παραιτηθεί από όλες τις θέσεις του το 1964, έχοντας κατηγορηθεί για παραβίαση του Λενινιστικού τρόπου καθοδήγησης

Η αντι-Κρούτσεφ μειοψηφία στο Πρεζίντιουμ αυξήθηκε από εκείνους που αντιτίθονταν στις προτάσεις του Κρούτσεφ για αποκέντρωση της εξουσίας στην βιομηχανία, πράγμα που χτύπαγε στην καρδιά της βάσης εξουσίας του Μαλένκοφ.[67] Στην διάρκεια του πρώτου μισού του 1957, ο Μαλένκοφ, ο Βιατσεσλάβ Μολότοφ και ο Λάζαρ Καγκάνοβιτς ασχολήθηκαν να οικοδομήσουν ήσυχα στήριξη για να διώξουν τον Κρούτσεφ.[67] Σε μια συνεδρίαση του Πρεζίντιουμ στις 18 Ιουνίου στο οποίο δύο υποστηρικτές του Κρούτσεφ ήταν απόντες, οι συνωμότες ενήργησαν να πάρει την θέση ο Μπουλκάνιν, ο οποίος είχε ενταχθεί στη μηχανορραφία, και πρότειναν άλλες ενέργειες οι οποίες ουσιαστικά υποβίβαζαν τον Κρούτσεφ και έβαζαν τους εαυτούς τους στην εξουσία.[67] Ο Κρούτσεφ αντιτάχθηκε με το επιχείρημα ότι δεν είχαν ειδοποιηθεί όλα τα μέλη του Πρεζίντιουμ, ένσταση που θα απορρίπτονταν γρήγορα, έκανε τον Κρούτσεφ να μην έχει σταθερό έλεγχο στον στρατό.[67] Καθώς διέρρευσε η μάχη για την εξουσία, μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, την οποία έλεγχε ο Κρούτσεφ συνέρρευσαν στην Μόσχα, πολλοί πέταξαν εκεί με στρατιωτικά αεροπλάνα, και απαίτησαν να γίνουν δεκτοί στη συνεδρίαση.[67] Αν και δεν έγιναν δεκτοί, σύντομα ήταν αρκετά μέλη της Κεντρικής Επιτροπής στην Μόσχα για να ζητήσουν ένα έκτακτο Συνέδριο του Κόμματος, το οποίο ουσιαστικά ανάγκασε την ηγεσία να επιτρέψει μια ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής.[67] Σε αυτή την συνεδρίαση, οι τρεις κύριοι συνωμότες χαρακτηρίστηκαν η αντι-Κομματική Ομάδα, κατηγορήθηκαν για φραξιονισμό και συνέργεια στα εγκλήματα του Στάλιν.[67] Οι τρεις εκδιώχθηκαν από την Κεντρική Επιτροπή και το Πρεζίντιουμ, όπως και ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών Ντμίτρι Σεπίλοφ, ο οποίος συντάχθηκε μαζί τους στην συνωμοσία.[67] Ο Μολότοφ στάλθηκε σαν Πρέσβης στην Λαϊκή Δημοκρατία της Μογγολίας. οι άλλοι στάλθηκαν σε μεγάλες βιομηχανικές εγκαταστάσεις και ιδρύματα μακριά από την Μόσχα.[67]

Στο 20ο Συνέδριο του Κόμματος ο Κρούτσεφ, στην ομιλία του «Για την Προσωπολατρία και τις Συνέπειές της», ανέφερε ότι ο Στάλιν, η Σταλινική προσωπολατρία και η Σταλινική καταπίεση είχαν παραμορφώσει την αληθινή Λενινιστική νομιμότητα.[68] Το κόμμα έγινε συνώνυμο με ένα πρόσωπο, όχι τον λαό – η αληθινή φύση του κόμματος είχε παραμορφωθεί υπό τον Στάλιν, και έπρεπε να αναζωογονηθεί.[68] Τα σημεία αυτά, και άλλα, χρησιμοποιήθηκαν εναντίον του, όταν ο Κρούτσεφ αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τις θέσεις του το 1964.[68] Ο Κρούτσεφ είχε αρχίσει να εισάγει νεποτιστικές πολιτικές, εισήγαγε πολιτικές χωρίς την συγκατάθεση του Πρεζίντιουμ ή της Κεντρικής Επιτροπής, μια προσωπολατρία είχε αναπτυχθεί και, γενικά, ο Κρούτσεφ είχε αναπτύξει αρκετά χαρακτηριστικά για τα οποία ο ίδιος επέκρινε τον Στάλιν ότι τα έχει, στο 20ο Συνέδριο του Κόμματος.[69] Στο 21ο Συνέδριο του Κόμματος ο Κρούτσεφ δήλωσε θαρραλέα ότι η Λενινιστική νομιμότητα είχε επανεγκατασταθεί, όταν στην πραγματικότητα, ο ίδιος είχε αρχίσει να ακολουθεί κάποιες από τις ίδιες πολιτικές, αν και όχι στο ίδιο επίπεδο, όπως είχε ο Στάλιν.[69] Στις 14 Οκτωβρίου 1964 η Κεντρική Επιτροπή, μαζί με το Πρεζίντιουμ, έκανε σαφές ότι ο ίδιος ο Κρούτσεφ δεν ταίριαζε στο μοντέλο του «Λενινιστή ηγέτη», και έτσι αναγκάστηκε να παραιτηθεί από όλες του τις θέσεις. Τον διαδέχθηκε ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ σαν Πρώτος Γραμματέας και ο Αλεξέι Κοσίγκιν σαν πρόεδρος του Συμβουλίου των Υπουργών.[69]

Ο Μπρέζνιεφ μπόρεσε να διαδεχθεί τον Κρούτσεφ επειδή η πλειοψηφία της Κεντρικής Επιτροπής ψήφισε υπέρ της απομάκρυνσης του Κρούτσεφ από την θέση τόσο του Πρώτου Γραμματέα, όσο και του Προέδρου του Συμβουλίου Υπουργών

Η εποχή του Μπρέζνιεφ: 1964-1982[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν αρχίσει το ανακτορικό πραξικόπημα κατά του Κρούτσεφ, ο Μπρέζνιεφ είχε μιλήσει με αρκετά μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, και είχε μια λίστα που περιείχε όλα τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής που υποστήριζαν την εκδίωξη του Κρούτσεφ.[70] Ο Μπρέζνιεφ τηλεφώνησε στον Κρούτσεφ και του ζήτησε να τον συναντήσει στην Μόσχα.[70] Εκεί, μια σύγκληση της Κεντρικής Επιτροπής ψήφισε να φύγει ο Κρούτσεφ, τόσο από Πρώτος Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής, όσο και από Πρόεδρος του Συμβουλίου των Υπουργών.[70] Στην αρχή, κύριος αντίπαλος του Μπρέζνιεφ ήταν ο Νικολάι Ποντγκόρνι, μέλος της Γραμματείας.[71] Ο Ποντγκόρνι αργότερα “προωθήθηκε” στην Προεδρία του Προεδρείου του Ανωτάτου Σοβιέτ της Σοβιετικής Ένωσης, και ο Αντρέι Κιριλένκο τον αντικατέστησε σαν Γραμματέας αρμόδιος για το προσωπικό.[71] Την ίδια στιγμή, ο Αλεξάντερ Σελέπιν, άλλος αντίπαλος, αντικαταστάθηκε από Πρόεδρος της Επιτροπής Ελέγχου Κόμματος-Κράτους και έχασε την θέση του ως Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου των Υπουργών. Στον Σελέπιν δόθηκε κι άλλο κτύπημα όταν απομακρύνθηκε από την Γραμματεία.[71]

Ο αριθμός των συνεδριάσεων της Κεντρικής Επιτροπής αυξήθηκε πάλι στην διάρκεια της αρχής της θητείας Μπρέζνιεφ, όταν εκλέχθηκε Πρώτος Γραμματέας,[50] αλλά ο αριθμός των συνεδριάσεων και η διάρκειά τους μειωνόταν σταθερά κατά την διοίκηση Μπρέζνιεφ.[72] Πριν από την ενοποίηση της εξουσίας, που έκανε ο Στάλιν, την Κεντρική Επιτροπή χαρακτήριζε η ανοικτή συζήτηση, όπου ακόμη και ηγετικά στελέχη μπορούσε να επικριθούν.[73] Αυτό δεν συνέβη κατά την εποχή Μπρέζνιεφ, και οι αξιωματούχοι του Πολιτμπιρό σπάνια συμμετείχαν στις συνεδριάσεις της. από το 1966 ως το 1976, ο Αλεξέι Κοσίγκιν, ο Ποντγκόρνι και ο Μιχαήλ Σουσλόφ παρακολούθησαν συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής μια φορά. αυτό συνέβη το 1973 για να επικυρωθεί η Συνθήκη της Σοβιετικής Ένωσης με την Δυτική Γερμανία.[73] Κανένα μέλος του Πολιτμπιρό ή της Γραμματείας στην διάρκεια της εποχής Μπρέζνιεφ, δεν ήταν ομιλητές στις συνεδριάσεις της Κεντρικής Επιτροπής.[73] Ο πρόεδρος της συνεδρίασης της Κεντρικής Επιτροπής, που εξέλεγε το Συμβούλιο των Υπουργών (την Κυβέρνηση) και το Πολιτμπιρό ποτέ δεν εγγράφηκε σε κατάλογο ομιλητών κατά την εποχή Μπρέζνιεφ.[73] Επειδή η μέση διάρκεια της συνεδρίασης της Κεντρικής Επιτροπής μειωνόταν, και γίνονταν λιγότερες συνεδριάσεις, πολλά μέλη της Κεντρικής Επιτροπής δεν μπορούσαν να μιλήσουν.[74] Κάποια μέλη συμβουλεύονταν την ηγεσία εκ των προτέρων, για να ζητήσουν να μιλήσουν στις συνεδριάσεις.[74] Στην ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του Μαΐου 1966, ο Μπρέζνιεφ παραπονέθηκε ανοιχτά ότι μόνο ένα μέλος του είχε ζητήσει προσωπικά να του επιτραπεί να μιλήσει.[74] Η πλειοψηφία των ομιλητών στις ολομέλειες της Κεντρικής Επιτροπής ήταν υψηλόβαθμα στελέχη.[74]

Μέχρι το 1971, ο Μπρέζνιεφ είχε πετύχει ο πρώτος μεταξύ ίσων στο Πολιτμπιρό και την Κεντρική Επιτροπή.[75] Έξι χρόνια αργότερα, ο Μπρέζνιεφ είχε πετύχει να γεμίσει την πλειοψηφία της Κεντρικής Επιτροπής με Μπρεζνιεφικούς.[75] Όμως, όπως σημείωσε ο Πέτερ Μ.Ε. Βόλτεν, «η σχέση μεταξύ του γενικού γραμματέα και της κεντρικής επιτροπής παρέμεινε αμοιβαία ευάλωτη και αλληλοεξαρτώμενη».[75] Η συλλογική ηγεσία της εποχής Μπρέζνιεφ τόνισε την σταθερότητα των στελεχών του κόμματος.[75] Εξ αιτίας αυτού, η αναλογία επιβίωσης των τακτικών μελών της Κεντρικής Επιτροπής αυξήθηκε σταδιακά κατά την περίοδο αυτή.[75] Στο 23ο Συνέδριο (29 Μαρτίου – 8 Απριλίου 1966) η αναλογία επιβίωσης ήταν 79,4%, μειώθηκε στο 76,5% στο 24ο Συνέδριο (30 Μαρτίου – 9 Απριλίου 1971), αυξήθηκε στο 83,4% στο 25 Συνέδριο (24 Φεβρουαρίου – Μαρτίου 1976) και στο αποκορύφωμά της, στο 26ο Συνέδριο (23 Φεβρουαρίου – 3 Μαρτίου 1981) έφθασε το 89%.[75] Λόγω του ότι το μέγεθος της Κεντρικής Επιτροπής επεκτάθηκε, η πλειοψηφία των μελών ήταν είτε στην πρώτη, είτε στην δεύτερη θητεία τους.[76] Επεκτάθηκε σε 195 το 1966, 141 το 1971, 287 το 1976 και 319 το 1981. από αυτούς τα νέα μέλη αποτελούσαν το 37, 30 και 28 τοις εκατό αντίστοιχα.[76]

Ο Αντρόποφ διαδέχθηκε τον Μπρέζνιεφ ως Γενικός Γραμματέας

Μεσοβασιλεία Αντρόποφ – Τσερνιένκο: 1982-1985[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γιούρι Αντρόποφ εξελέγη Γενικός Γραμματέας στις 12 Νοεμβρίου 1982 με απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής.[77] Η συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής έγινε σε λιγότερο από 24 ώρες μετά την ανακοίνωση του θανάτου του Μπρέζνιεφ.[77] Ο Α.Ρ. Μίτσελ ισχυρίζεται ότι η συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής που εξέλεξε τον Αντρόποφ ως Γενικό Γραμματέα, είχε διάρκεια λίγο περισσότερη από να βάλεις μια σφραγίδα.[77] Ο Αντρόποφ ήταν στην κατάλληλη θέση για να αναλάβει τον έλεγχο του μηχανισμού του κόμματος· τρεις μεγάλοι ιεράρχες, Μπρέζνιεφ, Κοσίγκιν και Σουσλόφ, είχαν όλοι πεθάνει.[78] Ένας τέταρτος, ο Κιριλένκο, αναγκάστηκε σε συνταξιοδότηση.[78] Στην συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής της 22 Νοεμβρίου 1982, ο Κιριλένκο έχασε την ιδιότητα του μέλους του Πολιτμπιρό (μετά από απόφαση μέσα στο ίδιο το Πολιτμπιρό), και ο Νικολάι Ρίζκοφ, ο Αντιπρόεδρος της Επιτροπής Κρατικού Σχεδιασμού, εξελέγη στην Γραμματεία.[79] Ο Ρίζκοφ έγινε ο επικεφαλής του Οικονομικού Τμήματος της Κεντρικής Επιτροπής, και έγινε το ηγετικό στέλεχος της Κεντρικής Επιτροπής για θέματα σχετικά με τον οικονομικό σχεδιασμό.[79] Λίγο αργότερα, ο Ρίζκοφ, μετά την αντικατάσταση του Βλαντιμίρ Ντόλγκικ, άρχισε να επιβλέπει την πολιτική οικονομία.[79] Στη συνεδρίαση της 14-15 Ιουνίου 1983 της Κεντρικής Επιτροπής, ο Βιτάλι Βορότνικοφ εξελέγη ως υποψήφιο μέλος του Πολιτμπιρό, ο Γκριγκόρι Ρομανόφ εξελέγη στην Γραμματεία και πέντε έγιναν πλήρη μέλη της Κεντρικής Επιτροπής.[80] Η εκλογή του Ρομανόφ στην Γραμματεία, αποδυνάμωσε σημαντικά τον έλεγχο του Τσερνιένκο.[80] Αργότερα, ο Γιεγκόρ Λιγκάτσεφ διορίστηκε επικεφαλής του Τμήματος Οργανωτικού Έργου του Κόμματος της Κεντρικής Επιτροπής.[81] Ορισμένοι διορισμένοι από τον Μπρέζνιεφ παρέμειναν, όπως ο Βίκτορ Τσεμπρικόφ και ο Νικολάι Σαβίνκιν. Με αυτούς τους διορισμούς ο Αντρόποφ χειρίστηκε αποτελεσματικά τις εξουσίες της νομεγκλατούρας.[82] Ακόμη κι έτσι, από την ώρα που κατάφερε να κυριαρχεί στην Κεντρική Επιτροπή, ο Αντρόποφ αρρώστησε. Δεν ήταν σε θέση να παραστεί στην ετήσια παρέλαση για τον εορτασμό της νίκης της Οκτωβριανής Επανάστασης.[83] Ο Τσερνιένκο, ο επίσημα δεύτερος στη σειρά γραμματέας, ανταγωνιζόταν για την εξουσία με τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ.[83] Οι συνεδριάσεις της Κεντρικής Επιτροπής και του Ανωτάτου Σοβιέτ της Σοβιετικής Ένωσης αναβλήθηκαν για την τελευταία στιγμή, λόγω της υγείας του Αντρόποφ.[83] Οι αλλαγές συνεχίστηκαν ωστόσο, και οι διορισμένοι του Αντρόποφ συνέχισαν στον δρόμο του Αντρόποφ να μπει νέο αίμα στην Κεντρική Επιτροπή και στον μηχανισμό του Κόμματος.[83] Ο Βοροτνίκοφ και ο Μιχαήλ Σολομέντσεφ έγιναν πλήρη μέλη του Πολιτμπιρό, ο Τσεμπρικόφ εξελέγη υποψήφιο μέλος του Πολιτμπιρό και Λιγκάτσεφ έγινε μέλος της Γραμματείας.[83] Τέσσερις ημέρες μετά τον θάνατο του Αντρόποφ, στις 9 Φεβρουαρίου 1984, ο Τσερνιένκο εξελέγη Γενικός Γραμματέας του κόμματος.[84]

Ο Τσερνιένκο ποτέ δεν κατάφερε να γίνει ένας "πραγματικός" ηγέτης κατά την θητεία του λόγω της επιδείνωσης της υγείας του

Ο Τσερνιένκο εξελέγη ως συμβιβαστικής λύσης υποψήφιος από το Πολιτμπιρό. Η Κεντρική Επιτροπή ποτέ δεν θα μπορούσε να δεχθεί άλλον υποψήφιο, παίρνοντας υπόψη ότι η πλειοψηφία των μελών της Κεντρικής Επιτροπής ήταν παλιοί διορισμένοι του Μπρέζνιεφ.[85] Το Πολιτμπιρό δεν μπορούσε, παρά τις εξουσίες του, να εκλέξει Γενικό Γραμματέα που δεν θα στήριζε η Κεντρική Επιτροπή. Ακόμα κι έτσι, αρκετά μέλη ηγετικά μέλη του Πολιτμπιρό στήριζαν τον Τσερνιένκο, όπως ο Νικολάι Τιχόνοφ και ο Βίκτορ Γκρίσιν.[85] Για γίνουν τα πράγματα χειρότερα για τον Τσερνιένκο, δεν είχε τον έλεγχο του Πολιτμπιρό· τόσο ο Αντρέι Γκρομίκο όσο και ο Ντμίτρι Ουστίνοφ ήταν πολύ ανεξάρτητοι πολιτικά, και το Πολιτμπιρό είχε ακόμη αρκετούς προστατευόμενους του Αντρόποφ, όπως ο Γκορμπατσόφ, ο Βοροτνίκοφ, ο Σολομέντσεφ και ο Χεϊντάρ Αλίγιεφ.[85] Ο Τσερνιένκο ποτέ δεν πήρε τον πλήρη έλεγχο της Κεντρικής Επιτροπής και του μηχανισμού του Κόμματος· ενώ ο Αντρόποφ ποτέ δεν πέτυχε να απομακρύνει την πλειοψηφία των διορισμένων του Μπρέζνιεφ στην Κεντρική Επιτροπή, πέτυχε να διαιρέσει την Κεντρική Επιτροπή σε φράξιες.[86] Σε αυτή την σύγχυση, ο Τσερνιένκο ποτέ δεν μπόρεσε να γίνει ισχυρός ηγέτης.[86] Για παράδειγμα, ο Γκορμπατσόφ έγινε γρήγορα ο de facto Δεύτερος Γραμματέας του κόμματος, αν και ο Τσερνιένκο δεν τον στήριζε.[86] Η κατανομή της εξουσίας μέσα στην Κεντρική Επιτροπή μετέτρεψε τον Τσερνιένκο σε κάτι περισσότερο από διακοσμητικό.[87] Σε αντίθεση με προηγούμενους γενικούς γραμματείς, ο Τσερνιένκο δεν είχε τον έλεγχο του Τμήματος Στελεχών της Κεντρικής Επιτροπής, καθιστώντας την θέση του Τσερνιένκο σημαντικά ασθενέστερη.[88] Ωστόσο, ο Τσερνιένκο ενίσχυσε την θέση του σημαντικά στις αρχές του 1985, όχι πολύ καιρό πριν τον θάνατό του.[89] Ο Τσερνιένκο απεβίωσε στις 10 Μαρτίου 1985, και η Κεντρική Επιτροπή τοποθέτησε τον Γκορμπατσόφ Γενικό Γραμματέα στις 11 Μαρτίου.[90]

Η εποχή Γκορμπατσόφ: 1985-1991[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκλογή Γκορμπατσόφ στη Γενική Γραμματεία ήταν η ταχύτερη στην Σοβιετική ιστορία.[91] Το Πολιτμπιρό πρότεινε τον Γκορμπατσόφ στην Κεντρική Επιτροπή, και η Κεντρική Επιτροπή τον ενέκρινε.[91] Η συνεδρίαση του Πολιτμπιρό, που εξέλεξε τον Γκορμπατσόφ στην Γενική Γραμματεία, δεν περιλαμβάνει μέλη όπως Ντινμουχάμετ Κονάγιεφ, Βολοντιμίρ Στσερμπίτσκι και Βιτάλι Βοροτνίκοφ.[92] Από τους τρεις, οι Κονάγιεφ και Στσερμπίτσκι ήταν Μπρεζνιεφικοί, και ο Βοροτνίκοφ, ενώ δεν στηρίζει τον Γκορμπατσόφ, θεώρησε δεδομένο ότι ο Γκορμπατσόφ θα διαδεχόταν τον Τσερνιένκο.[92] Είναι πιθανό, σύμφωνα με τον ιστορικό Άρτσι Μπράουν, ότι οι Κονάγιεφ και Στσερμπίτσκι μάλλον θα ψήφιζαν υπέρ του Βίκτορ Γκρίσιν σαν Γενικό Γραμματέα, παρά τον Γκορμπατσόφ.[92] Στην ίδια συνεδρίαση, ζητήθηκε από τον Γκρίσιν να προεδρεύσει της υπεύθυνης επιτροπής για την κηδεία του Τσερνιένκο· ο Γκρίσιν απέρριψε την προσφορά, υποστηρίζοντας ότι ο Γκορμπατσόφ ήταν πιο κοντά στον Τσερνιένκο απ’ ό,τι ήταν αυτός.[92] Με τον τρόπο αυτό, ουσιαστικά σηματοδότησε την υποστήριξή του για την άνοδο του Γκορμπατσόφ στην Γενική Γραμματεία.[92] Ο Αντρέι Γκρομίκο, ο επί μακρών Υπουργός Εξωτερικών, πρότεινε τον Γκορμπατσόφ σαν υποψήφιο για την Γενική Γραμματεία.[93] Το Πολιτμπιρό και η Κεντρική Επιτροπή εξέλεξαν τον Γκορμπατσόφ ως Γενικό Γραμματέα ομόφωνα.[94] Ο Ρίζκοφ, εκ των υστέρων, ισχυρίστηκε ότι το Σοβιετικό σύστημα είχε «δημιουργήσει, ενθαρρύνει και διαπλάσει» τον Γκορμπατσόφ, όμως ότι «από πολύ πριν ο Γκορμπατσόφ είχε εσωτερικά επαναστατήσει ενάντια στο γενέθλιο Σύστημα».[94] Στο ίδιο πνεύμα, ο σύμβουλος του Γκορμπατσόφ, Αντρέι Γκράτσεφ, παρατήρησε ότι ήταν ένα «γενετικό λάθος του συστήματος».[94]

Γραμματόσημο ενίσχυσης του 19ου Συνεδρίου του Κόμματος

Η πολιτική του Γκορμπατσόφ της γκλάσνοστ (κατά λέξη διαφάνεια) σήμαινε τον σταδιακό εκδημοκρατισμό του κόμματος.[95] Για τον λόγο αυτό, ο ρόλος της Κεντρικής Επιτροπής ενισχύθηκε.[95] Πολλοί του μηχανισμού έχασαν τις θέσεις τους για πιο ανοιχτόμυαλους αξιωματούχους κατά την εποχή Γκορμπατσόφ.[96] Το σχέδιο ήταν να κάνει την Κεντρική Επιτροπή ένα όργανο όπου γινότανε διάλογος. Και σ’ αυτό ο Γκορμπατσόφ πέτυχε.[96]

Μέχρι το 1988, αρκετοί άνθρωποι απαίτησαν μεταρρυθμίσεις μέσα στο ίδιο το Κομμουνιστικό Κόμμα.[97] Στο 19ο Συνέδριο, το πρώτο συνέδριο του κόμματος που έγινε από το 1941, αρκετοί αντιπρόσωποι ζήτησαν την εισαγωγή του όρου «όρια», και ένα τέλος στους διορισμούς των στελεχών, και την καθιέρωση εκλογών με πολλούς υποψήφιους μέσα στο κόμμα.[97] Κάποιοι ζήτησαν το μάξιμουμ θητεία για δύο περιόδους σε κάθε σώμα τους κόμματος, περιλαμβανομένης της Κεντρικής Επιτροπής, άλλοι στήριξαν την πολιτική του Νικίτα Κρούτσεφ του κανόνα υποχρεωτικής ανακύκλωσης, η οποία είχε καταργηθεί από την ηγεσία Μπρέζνιεφ.97 Άλλοι ζήτησαν ο Γενικός Γραμματέας είτε να εκλέγεται από τον λαό, είτε από ένα «είδος κομματικού δημοψηφίσματος».[97] Ακόμη, υπήρξε συζήτηση για την καθιέρωση ορίων ηλικίας, και αποκέντρωσης, και αποδυνάμωσης της κομματικής γραφειοκρατίας.[97] Το σύστημα της νομενκλατούρας δέχθηκε επίθεση· αρκετοί αντιπρόσωποι ρώτησαν γιατί τα ηγετικά μέλη του κόμματος είχαν δικαίωμα σε μια καλύτερη ζωή, τουλάχιστον υλικά, και γιατί η ηγεσία ήταν λίγο-πολύ ανέγγιχτοι, όπως ήταν με τον Λεονίντ Μπρέζνιεφ, ακόμη κι αν η ανικανότητά τους ήταν φανερή στον καθένα.[98] Άλλοι παραπονέθηκαν ότι στην Σοβιετική εργατική τάξη δόθηκε πολύ μεγάλος ρόλος στον οργανισμό του κόμματος. το επιστημονικό προσωπικό και άλλοι υπάλληλοι με λευκά κολάρα (διευθυντικά στελέχη) διαφοροποιήθηκαν θεμιτά κατά.[98]

Καθήκοντα και ευθύνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κεντρική Επιτροπή ήταν ένα συλλογικό όργανο που εκλέγετο στο ετήσιο συνέδριο του Κόμματος.[99] Ήταν υποχρεωτικό να συνεδριάζει τουλάχιστον δύο φορές τον χρόνο για να λαμβάνει μέτρα σαν το ανώτατο όργανο του κόμματος.[99] Με τα χρόνια, τα μέλη στην Κεντρική Επιτροπή αυξήθηκαν. Το 1934 υπήρχαν 71 πλήρη μέλη, το 1976 υπήρχαν 287 πλήρη μέλη.[100] Τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής εξελέγοντο στις έδρες τους λόγω των θέσεων που είχαν, και όχι για την προσωπική τους αξία.[101] Για τον λόγο αυτό, η Κεντρική Επιτροπή θεωρείτο συνήθως δείκτης για τους Σοβιετολόγους για να μελετήσουν την δύναμη των διαφόρων θεσμικών οργάνων.[101] Το Πολιτμπιρό εκλεγόταν από, και αναφερόταν στην Κεντρική Επιτροπή.[102] Επιπλέον, το Πολιτμπιρό και η Κεντρική Επιτροπή εκλέγανε την Γραμματεία και τον Γενικό Γραμματέα, τον de facto αρχηγό της Σοβιετικής Ένωσης.[102] Από το 1919 ως το 1952 εκλεγόταν και το Οργκμπούρο με τον ίδιο τρόπο όπως το Πολιτμπιρό και η Γραμματεία από τις ολομέλειες της Κεντρικής Επιτροπής.[102] Μεταξύ των ολομελειών της Κεντρικής Επιτροπής, το Πολιτμπιρό και η Γραμματεία ήταν νόμιμα εξουσιοδοτημένα να παίρνουν αποφάσεις εξ ονόματός της.[102] Η Κεντρική Επιτροπή (ή το Πολιτμπιρό και/ή Γραμματεία εξ ονόματός της) μπορούσαν να εκδώσουν εθνικού επιπέδου αποφάσεις· οι αποφάσεις εξ ονόματος του κόμματος διαβιβάζονταν από την κορυφή προς την βάση.[103]

Υπό τον Λένιν η Κεντρική Επιτροπή λειτούργησε όπως το Πολιτμπιρό στην μετά Στάλιν εποχή, ως το κορυφαίο συλλογικό όργανο του κόμματος.[104] Ωστόσο, καθώς ο αριθμός των μελών στην Κεντρική Επιτροπή αυξανόταν σταθερά, ο ρόλος της επισκιάστηκε από το Πολιτμπιρό.[104] Μεταξύ των συνεδρίων η Κεντρική Επιτροπή λειτούργησε ως η πηγή νομιμότητας για την Σοβιετική ηγεσία.[104] Ο ξεπεσμός στην υπόληψη της Κεντρικής Επιτροπής άρχισε την δεκαετία του 1920, και υποβιβάστηκε σε υπάκουο όργανο της ηγεσίας του Κόμματος κατά την Μεγάλη Εκκαθάριση.[104] Σύμφωνα με το καταστατικό του κόμματος, η Κεντρική Επιτροπή έπρεπε να συγκαλείται τουλάχιστον δύο φορές τον χρόνο για να συζητήσει πολιτικά ζητήματα (αλλά όχι ζητήματα που αφορούν την στρατιωτική πολιτική).[95]

Εκλογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αντιπρόσωποι στα Συνέδρια του Κόμματος εξέλεγαν τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής.[105] Παρ’ όλα αυτά, δεν υπήρχαν ανταγωνισμοί για τις έδρες της Κεντρικής Επιτροπής. Η Σοβιετική ηγεσία αποφάσιζε εκ των προτέρων ποιος θα εκλεγόταν, ή μάλλον θα διοριζόταν, στην Κεντρική Επιτροπή.[106] Στην εποχή Μπρέζνιεφ, για παράδειγμα, αντιπρόσωποι στα Συνέδρια του Κόμματος έχασαν την δικαιοδοσία να ψηφίζουν μυστικά κατά υποψηφίων που υποστηρίζονταν από την ηγεσία.[106] Για παράδειγμα, στα συνέδρια του 1962 και 1971 οι αντιπρόσωποι εξελέγησαν στην Κεντρική Επιτροπή ομόφωνα.[106] Σύμφωνα με τον Ρόμπερτ Βίνσεντ Ντάνιελς η Κεντρική Επιτροπή ήταν μάλλον μια συμβολική συνέλευση, παρά μια συνέλευση προσώπων.[107] Ο διορισμός των μελών συχνά είχε «αυτόματο χαρακτήρα». τα μέλη διορίζονταν για να εκπροσωπούν διάφορους θεσμούς.[107] Ενώ ο Τζέρι Φ. Χοθ συμφωνεί με την ανάλυση του Ντάνιελς, εξηγεί ότι πρέπει να συμπεριληφθούν και άλλοι παράγοντες. για παράδειγμα, ένα στέλεχος με κακή σχέση με τον Γενικό Γραμματέα δεν θα διοριζόταν στην Κεντρική Επιτροπή.[107]

Η άποψη ότι το Πολιτμπιρό διόριζε τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής είναι επίσης αμφιλεγόμενη, λαμβανομένου υπόψη ότι κάθε νέα Κεντρική Επιτροπή ήταν, στις περισσότερες περιπτώσεις, γεμάτη με οπαδούς του Γενικού Γραμματέα.[107] Εάν το Πολιτμπιρό πράγματι επέλεγε τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, θα έπρεπε να έχουν προκύψει διάφορες φράξιες.[107] Ενώ η άποψη του Πολιτμπιρό καθορίζει εμμέσως ότι το Συνέδριο του Κόμματος είναι μια μη σημαντική διαδικασία, μια άλλη άποψη, η άποψη «κυκλική ροή της εξουσίας» δεχόταν ότι ο Γενικός Γραμματέας ήταν σε θέση να εγκαθιδρύσει μια βάση εξουσίας μέσα στις περιφερειακές γραμματείες του κόμματος.[108] Αυτέ οι γραμματείες με την σειρά τους θα εξέλεγαν αντιπροσώπους που θα στήριζαν τον Γενικό Γραμματέα.[108]

Ο κομματικός μηχανισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Επιτροπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο 19ο Συνέδριο, το πρώτο από το 1941, ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ ζήτησε την σύσταση Επιτροπών της Κεντρικής Επιτροπής, που να δίνουν στα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής περισσότερα περιθώρια ελιγμών στην πραγματική εφαρμογή της πολιτικής.[109] Στις 30 Σεπτεμβρίου 1988, μια απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής δημιούργησε έξι Επιτροπές, οι οποίες όλες καθοδηγούνταν από μέλη του Πολιτμπιρό ή της Γραμματείς.[109] Η Επιτροπή Διεθνών Υποθέσεων καθοδηγούνταν από τον Αλεξάντερ Γιάκοβλεφ· ο Γιεγκόρ Λιγκάτσεφ καθοδηγούσε την Επιτροπή Γεωργίας· ο Γκεόργκι Ραζουμόφσκι καθοδηγούσε την Επιτροπή για την Κομματική Οικοδόμηση και το Προσωπικό· ο Βαντίμ Μεντβέντεφ έγινε επικεφαλής της Ιδεολογικής Επιτροπής· η Επιτροπή Κοινωνιο-οικονομικών Ζητημάτων την καθοδηγούσε ο Νικολάι Σλιουνκόφ· και ο Βίκτορ Τσεμπρικόφ έγινε επικεφαλής της Επιτροπής Νομικών Υποθέσεων.[109] Η καθιέρωση αυτών των επιτροπών εξηγούνταν με διάφορους τρόπους, όμως ο Γκορμπατσόφ αργότερα ισχυρίστηκε ότι δημιουργήθηκαν για να βάλουν τέλος στην πάλη εξουσίας μεταξύ Γιάκοβλεφ και Λιγκάτσεφ για πολιτιστικά και ιδεολογικά ζητήματα, χωρίς να εξαναγκαστεί ο Λιγκάτσεφ να βγει εκτός πολιτικής.[109] Ο Λιγκάτσεφ, από την άλλη πλευρά, ισχυρίστηκε ότι οι επιτροπές δημιουργήθηκαν για να αδυνατίσουν το γόητρο και την εξουσία της Γραμματείας.[109] Ο αριθμός των συνεδριάσεων που έγιναν από την Γραμματεία, μετά την δημιουργία των επιτροπών, μειώθηκε δραστικά, πριν αναζωογονηθεί το όργανο μετά το 28ο Συνέδριο του Κόμματος (2 Ιουλίου 1990 – 13 Ιουλίου 1990) (δες κεφάλαιο «Γραμματεία»).[109]

Οι επιτροπές δεν συγκλήθηκαν μέχρι τις αρχές του 1989, αλλά σε μερικούς επικεφαλείς επιτροπών δόθηκαν υπευθυνότητες αμέσως.[110] Για παράδειγμα, ο Μεντβέντεφ είχε επιφορτιστεί με την δημιουργία «ενός ορισμού του σοσιαλισμού», ένα έργο το οποίο θα αποδεικνυόταν αδύνατο άπαξ και ο Γκορμπατσόφ έγινε ενθουσιώδης υποστηρικτής μιας αρκετά σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής και σκέψης.[110] Ο Μεντβέντεφ τελικά κατέληξε ότι το κόμμα ακόμα υπερασπίζεται τον Μαρξισμό-Λενινισμό, αλλά θα πρέπει να δεχθεί κάποιες αστικές πολιτικές.[110]

Η Κεντρική Επιτροπή Ελέγχου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Επιτροπή Ελέγχου του Κόμματος (Ρωσικά: Комиссия партийного контроля при) ήταν υπεύθυνη για, σύμφωνα με το καταστατικό του Κόμματος, «… α) να επιβλέπει την εφαρμογή των αποφάσεων του Κόμματος, β) να ελέγχει αυτούς που είναι υπεύθυνοι για την παραβίαση της κομματικής πειθαρχίας, και γ) να διώκει τις παραβιάσεις των αρχών του κόμματος και του CPSU(b)».[111] Το 18ο Συνέδριο του Κόμματος, που έγινε το 1939, αναγνώρισε ότι το κεντρικό καθήκον της Επιτροπής Ελέγχου θα ήταν να εντείνει τον έλεγχο του ελέγχου του Κόμματος.[111] Το συνέδριο αποφάσισε ότι η Επιτροπή Ελέγχου θα εκλεγόταν, από τότε και μετά, από την Κεντρική Επιτροπή σαν άμεσο επακόλουθο του Συνεδρίου, αντί να εκλέγεται από το ίδιο το συνέδριο.[111] Αλλαγές έγιναν επίσης στο καταστατικό.[111] Αυτό ανέφερε ότι «Η Επιτροπή Ελέγχου α) επιβλέπει την εφαρμογή των οδηγιών του ΚΚΣΕ, β) και των Σοβιετικών οικονομικών φορέων και κομματικών οργανώσεων. γ) εξετάζει το έργο των τοπικών οργανώσεων του κόμματος, δ) ερευνά αυτούς που είναι υπεύθυνοι για κατάχρηση της κομματικής πειθαρχίας και του καταστατικού του Κόμματος».[111]

Τα τμήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ηγούμενο ενός τμήματος συνήθως δινόταν ο τίτλος «επικεφαλής» (Ρωσικά: zaveduiuschchii),[112] αλλά στην πράξη η Γραμματεία είχε τον κύριο λόγο στην διεύθυνση των τμημάτων· για παράδειγμα, πέντε στις έντεκα γραμματείες ήταν επικεφαλείς στα δικά τους τμήματα το 1978.[113] Όμως συνήθως, σε συγκεκριμένες γραμματείες δίνονταν εποπτικά καθήκοντα πάνω σε ένα ή περισσότερα τμήματα.[113] Κάθε τμήμα δημιούργησε τους δικούς του πυρήνες, τα οποία ειδικεύονταν σε έναν ή περισσότερους τομείς.[114] Αυτοί οι πυρήνες ονομάζονταν τομείς. Μέχρι το 1979, υπήρχαν μεταξύ 150 και 175 τομείς, και από αυτούς μόνο ελάχιστοι ήταν γνωστοί με το όνομά τους εκτός Σοβιετικής Ένωσης.[114] Μια χαρακτηριστική περίπτωση ενός τμήματος είναι, για παράδειγμα, ο τομέας Καλλιέργειας Γης του Αγροτικού Τμήματος ή ο τομέας Αφρικής του Διεθνούς Τμήματος.[114] Όπως και με τα τμήματα, ο τομέας διευθυνόταν από ένα γραφείο που ονομαζόταν «προϊστάμενο».[115] Το επίσημο όνομα για ένα μέλος του προσωπικού ενός τμήματος ήταν ινστρούχτορας.[116]

Κατά την διάρκεια της εποχής Γκορμπατσόφ, μια ποικιλία τμημάτων αποτελούσε τον μηχανισμό της Κεντρικής Επιτροπής.[117] Το Τμήμα Κομματικής Οικοδόμησης και το Τμήμα Στελεχικού Έργου παραχώρησαν το προσωπικό του κόμματος στο σύστημα της νομενκλατούρας.[117] Το Κρατικό Τμήμα και το Νομικό Τμήμα επέβλεπαν τις ένοπλες δυνάμεις, την KGB, τον Υπουργείο Εσωτερικών, τα συνδικάτα και την Εισαγγελία.[117] Πριν το 1989 η Κεντρική Επιτροπή είχε διάφορα τμήματα, αλλά αρκετά καταργήθηκαν εκείνη τη χρονιά.[117] Ανάμεσα σε αυτά τα τμήματα υπήρχε το Τμήμα Κεντρικής Επιτροπής υπεύθυνο για την οικονομία σαν σύνολο, ένα για την κατασκευή μηχανών, και ένα για την χημική βιομηχανία, και ούτω καθεξής.[117] Το κόμμα κατάργησε αυτά τα τμήματα σε μια προσπάθεια να απαλλάξει τον εαυτό του από την καθημερινή διεύθυνση της οικονομίας επ’ ωφελεία των κυβερνητικών οργάνων και ενός μεγαλύτερου ρόλου για την αγορά, σαν μέρος της διαδικασίας της περεστρόικα (ανασυγκρότηση).[117]

Γκορμπατσόφ, ο τελευταίος Γενικός Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής, στην Σύσκεψη κορυφής του Ρέκιαβικ το 1986

Ο Γενικός Γραμματέας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θέση του Γενικού Γραμματέα δημιουργήθηκε με την ονομασία Τεχνικός Γραμματέας τον Απρίλιο του 1917, και την είχε για πρώτη φορά η Έλενα Στασόβα.[118] Αρχικά, τις δύο πρώτες φορές που επανδρώθηκε, το γραφείο έκανε κυρίως γραμματειακή δουλειά.[119] Στη συνέχεια δημιουργήθηκε η θέση της Υπεύθυνης Γραμματείας το 1919 για να κάνει διοικητική εργασία.[119] Η θέση του Γενικού Γραμματέα δημιουργήθηκε το 1922, και ο Ιωσήφ Στάλιν εξελέγη ο πρώτος κάτοχός της.[120] Ο Γενικός Γραμματέας, σαν θέση, ήταν καθαρά μια διοικητική και πειθαρχική θέση, του οποίου ο ρόλος ήταν να μην κάνει τίποτα περισσότερο από το να ρυθμίζει την σύνθεση των μελών του κόμματος.[120] Ο Στάλιν χρησιμοποίησε τις αρχές του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού για να μετατρέψει την θέση του σε αυτή του ηγέτη του κόμματος, και αργότερα του ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης.[120] Το 1934, το 17ο Συνέδριο του Κόμματος δεν εξέλεξε Γενικό Γραμματέα και ο Στάλιν ήταν ένας συνηθισμένος γραμματέας μέχρι τον θάνατό του το 1953, αν και παρέμεινε ο de facto ηγέτης χωρίς μείωση της εξουσίας του.[121]

Ο Νικίτα Κρούτσεφ επανίδρυσε την θέση στις 14 Σεπτεμβρίου 1953 με το όνομα Πρώτος Γραμματέας.[122] Το 1957 σχεδόν απομακρύνθηκε από την θέση από την Αντι-Κομματική Ομάδα. Ο Γκεόργκι Μαλένκοφ, κορυφαίο μέλος της Αντι-Κομματικής Ομάδας, ανησυχούσε που οι εξουσίες του Πρώτου Γραμματέα ήταν ουσιαστικά απεριόριστες.[122] Ο Κρούτσεφ απομακρύνθηκε από ηγέτης στις 14 Οκτωβρίου 1964, και αντικαταστάθηκε από τον Λεονίντ Μπρέζνιεφ.[123] Στην αρχή δεν υπήρχε ξεκάθαρος ηγέτης της συλλογικής ηγεσίας με Μπρέζνιεφ και Πρωθυπουργό Αλεξέι Κοσίγκιν να κυβερνούν σαν ίσοι.[124] Ωστόσο, από την δεκαετία του 1970 η επιρροή του Μπρέζνιεφ ξεπέρασε αυτή του Κοσίγκιν και αυτός μπορούσε να διατηρήσει αυτή την υποστήριξη αποφεύγοντας κάθε ριζική μεταρρύθμιση.[125] Οι εξουσίες και τα καθήκοντα του Γενικού Γραμματέα περιορίστηκαν από την συλλογική ηγεσία στην διάρκεια της θητείας Μπρέζνιεφ,[125] και αργότερα του Γιούρι Αντρόποφ και του Κονσταντίν Τσερνιάνκο.[126] Ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ εξελέγη το 1985, και κυβέρνησε την Σοβιετική Ένωση μέσω της θέσης του Γενικού Γραμματέα μέχρι το 1990, όταν το Συνέδριο των Λαϊκών Αντιπροσώπων ψήφισε την εξάλειψη του Άρθρου 6 από το Σοβιετικό Σύνταγμα του 1977.[127] Αυτό σήμαινε ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα έχασε την θέση του σαν «ηγετική και κινητήρια δύναμη της Σοβιετικής κοινωνίας» και οι εξουσίες του Γενικού Γραμματέα περιορίστηκαν δραστικά.[127]

Το Οργκμπούρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Οργανωτικό Γραφείο, συντομευόταν συνήθως ως Οργκμπούρο, ήταν ένα εκτελεστικό όργανο του κόμματος.[128] Η Κεντρική Επιτροπή οργάνωσε το Οργκμπούρο.[128] Υπό τον Λένιν, το Οργκμπούρο συνεδρίαζε τουλάχιστον 3 φορές την εβδομάδα, και ήταν υποχρεωμένο να αναφέρει στην Κεντρική Επιτροπή κάθε δεύτερη εβδομάδα.[128] Το Οργκμπούρο διηύθυνε όλα τα οργανωτικά καθήκοντα του κόμματος.[128] Σύμφωνα με τα λόγια του Λένιν, «το Οργκμπούρο κατανέμει δυνάμεις, ενώ το Πολιτμπιρό αποφασίζει για την πολιτική».[128] Θεωρητικά, το Οργκμπούρο αποφάσιζε όλες τις πολιτικές που είχαν σχέση με τα διοικητικά ζητήματα και τα ζητήματα προσωπικού.[128] Οι αποφάσεις που παίρνονταν από το Οργκμπούρο στην συνέχεια θα εφαρμόζονταν από την Γραμματεία.[128] Η Γραμματεία μπορούσε να διατυπώσει και να αποφασίσει για πολιτικές για την διοίκηση του κόμματος και το προσωπικό εάν όλα τα μέλη του Οργκμπούρο συμφωνούσαν με την απόφαση.[128] Το Πολιτμπιρό συχνά παρέμβαινε στις υποθέσεις του Οργκμπούρο, και έγινε ενεργό στην λήψη αποφάσεων τόσο διοικητικών όσο και για το προσωπικό.128 Ακόμη κι έτσι, το Οργκμπούρο παρέμεινε ένα ανεξάρτητο όργανο κατά την εποχή του Λένιν, αν και το Πολιτμπιρό μπορούσε να ασκήσει βέτο στις αποφάσεις του.[128] Το Οργκμπούρο ήταν ένα ενεργό και δυναμικό όργανο, και στην πράξη ήταν υπεύθυνο για την επιλογή προσωπικού για τις θέσεις υψηλού επιπέδου. η επιλογή προσωπικού για ασήμαντες θέσεις ή χαμηλότερου επιπέδου θέσεις ήταν ανεπίσημη υπευθυνότητα της Γραμματείας.[129] Ωστόσο, το Οργκμπούρο σταδιακά επισκιάστηκε από την Γραμματεία.[130] Το Οργκμπούρο καταργήθηκε το 1952 στο 19ο Συνέδριο του Κόμματος.[131]

Το σύστημα επιμόρφωσης του κόμματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ακαδημία Κοινωνικών Επιστημών (Ρωσικά: Акаде́мия общественных нау́к, συντομευμένο: ΑΚΕ) ιδρύθηκε στις 2 Αυγούστου 1946 (και είχε την έδρα του στην Μόσχα) σαν ίδρυμα ανώτερης εκπαίδευσης.[132] Εκπαίδευε τα μελλοντικά στελέχη του Κόμματος και της κυβέρνησης, καθώς και καθηγητές πανεπιστημίων, επιστήμονες και συγγραφείς.[132] Η εκπαίδευση βασιζόταν στην κοσμοθεωρία του Κομμουνιστικού Κόμματος και της ιδεολογίας του.[132] Χρειάζονταν τρία χρόνια σε έναν φοιτητή για να αποφοιτήσει.[132] Οι φοιτητές μπορούσαν να λάβουν διδακτορικά πτυχία στις κοινωνικές επιστήμες.[132] Ο πρύτανης της ακαδημίας ήταν επίσης πρόεδρος της ακαδημίας του Επιστημονικού Συμβουλίου.[132] Η ΑΚΕ επέβλεπε το σύστημα προπαγάνδας μαζί με το Ινστιτούτο Μαρξισμού-Λενινισμού.[133] Από την δεκαετία του 1980, η Ακαδημία Κοινωνικών Επιστημών ήταν υπεύθυνη για τις δραστηριότητες των κομματικών σχολείων,[134] και έγινε το κορυφαίο όργανο του Σοβιετικού εκπαιδευτικού συστήματος.[135]

Η Ανωτέρα Κομματική Σχολή (Ρωσικά: Высшая партийная школа, συντομευμένα: ΑΚΣ – Ρωσικά: ВПШ) ήταν το υπεύθυνο όργανο για την διδασκαλία στελεχών στην Σοβιετική Ένωση.[136] Ήταν ο διάδοχος της Κομμουνιστικής Ακαδημίας η οποία ιδρύθηκε το 1918.[136] Το ίδιο το ΑΚΣ ιδρύθηκε το 1939 ως Ανωτέρα Κομματική Σχολή της Μόσχας, και παρείχε στους φοιτητές του ένα διετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα για να γίνουν Κομματικοί αξιωματούχοι.[137] Αναδιοργανώθηκε το 1956 για να παρέχει εξειδικευμένη ιδεολογική εκπαίδευση.[137] Το 1956 η σχολή στην Μόσχα άνοιξε για φοιτητές από τις σοσιαλιστικές χώρες.[137] Η Ανωτέρα Κομματική Σχολή της Μόσχας ήταν το κομματικό σχολείο με το υψηλότερο υπόληψη.[137] Η ίδια η σχολή είχε έντεκα σχολές μέχρι την απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής το 1972, που όριζε αναδιάρθρωση στην διδασκόμενη ύλη.[138] Η πρώτη περιφερειακή (σχολές εκτός Μόσχας) Ανωτέρα Κομματική Σχολή ιδρύθηκε το 1946.[138] Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950 υπήρχαν 70 Ανώτερες Κομματικές Σχολές.[138] Κατά την εκστρατεία αναδιάρθρωσης του 1956, ο Κρούτσεφ έκλεισε δεκατρείς από αυτές, και αναταξινόμησε 29 από αυτές σε σχολές επιπέδου ενωσιακής δημοκρατίας και επαρχίας.[138]

Η ΑΚΣ έκανε την ιδεολογική και θεωρητική εκπαίδευση και επανεκπαίδευση των Κομματικών και κυβερνητικών αξιωματούχων.[136] Τα μαθήματα περιελάμβαναν την ιστορία του Κομμουνσιτικού Κόμματος, Μαρξιστική-Λενινιστική φιλοσοφία, επιστημονικό κομμουνισμό, πολιτική οικονομία της Κομματικής οικοδόμησης, το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, οι εργαζόμενοι και τα εθνικά απελευθερωτικά κινήματα, η Σοβιετική οικονομία, αγροτική οικονομία, δημόσιο δίκαιο και Σοβιετική ανάπτυξη, δημοσιογραφία και λογοτεχνία, Ρωσική και ξένες γλώσσες ανάμεσα σε άλλα.[136] Για να φοιτήσουν στην Ανωτέρα Κομματική Σχολή τα μέλη έπρεπε να έχουν ανώτερη μόρφωση.[136] Η εισαγωγή των σπουδαστών γινόταν με σύσταση της Κεντρικής Επιτροπής των Ενωσιακών δημοκρατιών, και των εθνικών και περιφερειακών επιτροπών του κόμματος.[136]

Το Ινστιτούτο Μαρξισμού-Λενινισμού (ρωσικά: Институт марксизма-ленинизма, συντομευμένα: ΙΜΛ, ρωσικά: ИМЛ) ήταν υπεύθυνο για την δογματική υποτροφία.[139] Μαζί με την Ακαδημία Κοινωνικών Επιστημών, το ΙΜΛ ήταν υπεύθυνο για την εποπτεία του συστήματος προπαγάνδας.[140] Το ΙΜΛ ιδρύθηκε από την συγχώνευση του Ινστιτούτου Μαρξ-Ένγκελς (Ρωσικά: Институт К. Маркса и Ф. Энгельса) και του Ινστιτούτου Λένιν (Ρωσικά: Институт Ленина) το 1931.[141] Ήταν ένα ερευνητικό ινστιτούτο το οποίο συγκέντρωνε και διατηρούσε τα ντοκουμέντα των γραπτών των Μαρξ, Έγκελς και Λένιν.[141] Εξέδωσε τα έργα τους, έγραψε βιογραφίες, συγκέντρωσε και αποθήκευσε ντοκουμέντα εξεχόντων προσωπικοτήτων του κόμματος, συγκέντρωνε και δημοσίευε στο περιοδικό Ζητήματα της Κομματικής Ιστορίας.[141] Επίσης δημοσίευσε μονογραφίες και άπαντα τα ντοκουμέντα που είχαν σχέση με τον Μαρξισμό-Λενινισμό, την ιστορία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, Κομματικών υποθέσεων, τον επιστημονικό κομμουνισμό και την ιστορία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.[141] Ένα ψήφισμα της Κεντρικής Επιτροπής στις 25 Ιουνίου 1968 έδωσε στο ΙΜΛ τι δικαίωμα να καθοδηγεί θυγατρικές οργανώσεις – το Ινστιτούτο Ιστορίας της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος των δημοκρατιών της ένωσης, την Περιφερειακή Επιτροπή του Λένινγκραντ, το Μουσείο Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Έγκελς, το Κεντρικό Μουσείο Βλαντιμίρ Λένιν[141] και άλλων σχετικών οργανώσεων, τον συντονισμό όλων ερευνών στο πεδίο της επιστήμης της ιστορίας του κόμματος, παρατήρηση της δημοσίευσης επιστημονικών εργασιών και έργων τέχνης και λογοτεχνίας για την ζωή και το έργο των κλασικών του Μαρξισμού-Λενινισμού, να παρέχει επιστημονική καθοδήγηση στο ζήτημα των παλαιών Μπολσεβίκων.[141] Το 1972 το ΙΜΛ χωρίστηκε σε 9 τμήματα στα οποία επικεντρώθηκε· τα έργα των Μαρξ-Ένγκελς, τα έργα του Λένιν, την ιστορία της κομματικής οικοδόμησης, επιστημονικό κομμουνισμό, η ιστορία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, συντονισμός τομέων έρευνας, Αρχείο του Κεντρικού Κόμματος, την Κομματική Βιβλιοθήκη, το Μουσείο Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς.[141]

Το Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών (Ρωσικά: Институт общественных наук) ιδρύθηκε το 1962.[142] Η κύρια λειτουργία του ήταν να εκπαιδεύει τους αλλοδαπούς Κομμουνιστές από τις σοσιαλιστικές χώρες και από τις χώρες του Τρίτου Κόσμου με σοσιαλιστικούς προσανατολισμούς. Το ινστιτούτο μπήκε κάτω από την δικαιοδοσία του Διεθνούς Τμήματος της Κεντρικής Επιτροπής στην εποχή Γκορμπατσόφ. Υπήρχε μια σημαντική μειοψηφία μέσα στο ινστιτούτο που ήθελε ή πίστευεστην πολιτική μεταρρύθμιση.[143]

Απόσπασμα πρακτικών του Πολιτμπιρό της 17ης Ιανουαρίου 1940, που καταγράφει την απόφαση να δικαστούν 457 άτομα και να εκτελεστούν 346 από αυτά , με τα υπόλοιπα (111) να σταλούν σε Γκουλάγκ.

Το Πολιτμπιρό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ο Γιάκοβ Σβερντλόφ πέθανε στις 19 Μαρτίου 1919, το κόμμα έχασε τον κορυφαίο οργανωτικό του.[144] Στο 8ο Συνέδριο του Κόμματος (18-23 Μαρτίου 1919) η Κεντρική Επιτροπή πήρε εντολή να δημιουργήσει το Πολιτικό Γραφείο (Πολιτμπιρό), το Οργανωτικό Γραφείο (Οργκμπούρο) και την Γραμματεία, τα οποία έπρεπε να σύγκεινται σε έναν Υπεύθυνο Γραμματέα (αργότερα ονομάστηκε Γενικός Γραμματέας). Αρχικά, το Πολιτμπιρό αποτελείτο από 5 (τακτικά) μέλη. τα πρώτα μέλη του ήταν οι Βλαντιμίρ Λένιν, Λέον Τρότσκι, Ιωσήφ Στάλιν, Λεβ Κάμενεφ και Νικολάι Κρεστίνσκι.[144] Υπήρχαν τρία ακόμη (υποψήφια) μέλη: αυτά ήταν οι Νικολάι Μπουχάριν, Μιχαήλ Καλίνιν και Γκριγκόρι Ζινόβιεφ.[144] Στην αρχή, το Πολιτμπιρό ήταν επιφορτισμένο με την επίλυση άμεσων προβλημάτων – κατέληξε το όργανο κορυφαίας πολιτικής.[144] Ορισμένοι αντιπρόσωποι στο 8ο Συνέδριο του Κόμματος προέβαλαν αντιρρήσεις για την δημιουργία του Πολιτμπιρό, υποστηίζοντας ότι η καθιέρωσή του θα μετέτρεπε τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής σε δεύτερης κατηγορίας στελέχη.[144] Σε απάντηση, το Πολιτμπιρό διατάχθηκε να φέρνει αναφορές στην Κεντρική Επιτροπή, και στα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής δόθηκε το δικαίωμα να παρακολουθούν τις συνεδριάσεις του Πολιτμπιρό.[144] Στις συνεδριάσεις, τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής μπορούσαν να συμμετέχουν με συμβουλευτική ψήφο, αλλά δεν μπορούσαν να ψηφίζουν επί των θεμάτων.[144]

Σύμφωνα με τον Τζέρι Φ. Χοθ το Πολιτμπιρό στην μετά τον Λένιν εποχή, έπαιξε τον ρόλο του Σοβιετικού υπουργικού συμβουλίου, και η Κεντρική Επιτροπή του κοινοβουλίου στην οποία ήταν υπόλογο.[145] Με τον Στάλιν το Πολιτμπιρό δεν συνεδρίαζε συχνά ως συλλογική μονάδα, αλλά ήταν ακόμη ένα σημαντικό όργανο – πολλοί από τους στενότερους προστατευόμενους του Στάλιν ήταν μέλη.[146] Τα μέλη στο Πολιτμπιρό σταδιακά αυξήθηκαν την εποχή από τον Λένιν μέχρι τον Μπρέζνιεφ, εν μέρει λόγω του συγκεντρωτισμού εξουσίας του Στάλιν στο Πολιτμπιρό.[146] Το Πολιτμπιρό μετονομάστηκε το 1952 σε Πρεζίντιουμ, και κράτησε αυτό το όνομα μέχρι το 1966.[146] Σύμφωνα με τον Μπρέζνιεφ, το Πολιτμπιρό συνεδρίαζε τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα, συνήθως την Πέμπτη.[147] Μια κανονική συνεδρίαση θα διαρκούσε μεταξύ τριών και έξι ωρών. Μεταξύ του 24ου Συνεδρίου του Κόμματος (30 Μαρτίου – 9 Απριλίου 1971) και 25ου Συνεδρίου του Κόμματος (24 Φεβρουαρίου – 5 Μαρτίου 1876), το Πολιτμπιρό συγκλήθηκε, επίσημα τουλάχιστον, 215 φορές.[147] Σύμφωνα με τον Μπρέζνιεφ, το Πολιτμπιρό αποφασίζει για «τα πιο σημαντικά και επείγοντα ζητήματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής».[147] Το Πολιτικό εξήσκησε τόσο την εκτελεστική, όσο και την νομοθετική εξουσία.[148]

Η Πράβδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Πράβδα (Αλήθεια) ήταν η κορυφαία εφημερίδα στην Σοβιετική Ένωση και το όργανο της Κεντρικής Επιτροπής.[149] Το Οργανωτικό Τμήμα της Κεντρικής Επιτροπής ήταν το μόνο αρμόδιο όργανο να απολύει τους συντάκτες της Πράβδα από τα καθήκοντά τους.[150] Η Πράβδα ήταν στην αρχή ένα πρότζεκτ που άρχισε από μέλη του Ουκρανικού Σοσιαλ-Δημοκρατικού Εργατικού Κόμματος το 1905.[151] Ο Λέον Τρότσκι προσεγγίστηκε σχετικά με την πιθανότητα της διεύθυνσης της νέας εφημερίδας λόγω της προηγούμενης εργασίας του στην Σκέψη του Κιέβου, μια Ουκρανική εφημερίδα.[151] Το πρώτο φύλλο εκδόθηκε στις 3 Οκτωβρίου 1908.151 Η εφημερίδα αρχικά εκδόθηκε στο Λβοφ, αλλά μέχρι την έκδοση του έκτου φύλλου τον Νοέμβριο του 1909, το όλο εγχείρημα μετακόμισε στη Βιέννη της Αυστρο-Ουγγαρίας.[151] Στην διάρκεια του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου, οι πωλήσεις της Πράβδα μειώθηκαν από την «Ιζβέστια», την εφημερίδα που διηύθυνε η κυβέρνηση.[152] Την εποχή εκείνη, ο μέσος όρος ανάγνωσης της Πράβδα ήταν 130.000.[152] Αυτή η Πράβδα (που είχε έδρα την Βιέννη) έβγαλε το τελευταίο της φύλλο το 1912, και την διαδέχθηκε μια νέα εφημερίδα, που επίσης ονομαζόταν Πράβδα, με έδρα την Αγία Πετρούπολη την ίδια χρονιά.[153] Αυτή η εφημερίδα κυριαρχείτο από τους Μπολσεβίκους.[153] Ο βασικός στόχος της εφημερίδας ήταν να προωθεί την Μαρξιστική-Λενινιστική φιλοσοφία και να εκθέτει τα ψεύδη της αστικής τάξης.[154] Το 1975 η εφημερίδα έφθασε σε κυκλοφορία τα 10,6 εκατομμύρια φύλλα.[154]

Η Γραμματεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Γραμματεία ήταν επικεφαλής του κεντρικού μηχανισμού του ΚΚΣΕ και ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη για την ανάπτυξη και την εφαρμογή της πολιτικής του κόμματος.[155] Ήταν νόμιμα εξουσιοδοτημένη να αναλαμβάνει τα καθήκοντα και τις λειτουργίες της Κεντρικής Επιτροπής όταν δεν ήταν σε Ολομέλεια (δεν συνεδρίαζε).[155] Πολλά μέλη της Γραμματείας κατείχαν ταυτόχρονα έδρα στο Πολιτμπιρό.[156] Σύμφωνα με ένα Σοβιετικό εγχειρίδιο σχετικά με τις διαδικασίες του κόμματος, ο ρόλος της Γραμματείας ήταν αυτός της «ηγεσίας στην τρέχουσα εργασία, κυρίως στον τομέα της επιλογής προσωπικού και στην οργάνωση της εξακρίβωσης της εκπλήρωσης [των αποφάσεων κόμματός-κράτους]».[156] Η «Επιλογή προσωπικού» (πόντμπορ καντρόβ) σε αυτή την περίπτωση σημαίνει την διατήρηση των γενικών πρότυπων (στάνταρντς) και κριτηρίων επιλογής διαφόρων ειδών προσωπικού. «Εξακρίβωση της εκπλήρωσης» (προβέρκα ισπολνένιια) των αποφάσεων του κόμματος και του κράτους σήμαινε ότι η Γραμματεία καθοδηγούσε άλλα όργανα.[157]

Οι εξουσίες της Γραμματείας είχαν αποδυναμωθεί με τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, και οι Επιτροπές της Κεντρικής Επιτροπής ανέλαβαν τα καθήκοντα της Γραμματείας το 1988.[158] Ο Γιέγκορ Λιγκάτσεφ, μέλος της Γραμματείας, σημείωσε ότι οι αλλαγές κατέστρεψαν πλήρως τον έλεγχο της Γραμματείας στην εξουσία, και έκαναν το σώμα σχεδόν περιττό.[158] Λόγω αυτού, η Γραμματεία, μέχρι το 1990, συνεδρίασε ελάχιστα.[158] Ωστόσο, καμιά από αυτές τις Επιτροπές ήταν τόσο ισχυρές, όσο είχε υπάρξει η Γραμματεία.[158]

Η Γραμματεία αναζωογονήθηκε στο 28ο Συνέδριο του Κόμματος (2 Ιουλίου 1990 – 13 Ιουλίου 1990), και ο Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας, μια πρόσφατα συσταθείσα θέση, έγινε ο επίσημος Διευθυντής της Γραμματείας.[159] Ο Γκορμπατσόφ προήδρευσε της πρώτης μετά το Συνέδριο συνεδρίασης, αλλά μετά από αυτό ο Βλαντιμίρ Ιβάσκο, ο Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας, προήδρευσε στις συνεδριάσεις της.[159] Αν και η Γραμματεία αναζωογονήθηκε, ποτέ δεν επανέκτησε την εξουσία που είχε κατά τις προ Γκορμπατσόφ ημέρες.[159] Η εξουσία της Γραμματείας ενισχύθηκε μέσα στα όρια των θεσμών και των πολιτικών κανόνων, που είχαν εισαχθεί από τον Γκορμπατσόφ – η επιστροφή στις παλιές ημέρες ήταν αδύνατη.[159]

Η Γραμματεία είχε τον έλεγχο, ή σημαντικό λόγο, στην λειτουργία των τμημάτων της Κεντρικής Επιτροπής (δες το κεφάλαιο Τμήματα).[113] Τα μέλη της Γραμματείας, οι γραμματείς, επόπτευαν τα τμήματα της Κεντρικής Επιτροπής, ή ήταν επικεφαλείς τους.[113] Ωστόσο, υπήρχαν εξαιρέσεις, στις περιπτώσεις Μιχαήλ Σουσλόφ και Αντρέι Κιριλένκο στην εποχή Μπρέζνιεφ.[113] Ο Σουσλόφ, ο οποίος ήταν ο de facto Δεύτερος [Αναπληρωτής Γενικός] Γραμματέας, ήταν υπεύθυνος για να επιβλέπει άλλους γραμματείς.[113] Ο Κιριλένκο, ο τρίτος στην ιεραρχία γραμματέας, ήταν υπεύθυνος για το προσωπικό που επέβλεπε την επιλογή του προσωπικού και την οικονομία (με την εξαίρεση της γεωργίας).[113] Ωστόσο, ο Σουσλόφ είχε και άλλες αρμοδιότητες. ήταν υπεύθυνος για τις εξωτερικές σχέσεις, το ιδεολογικό έργο και τον εκπαιδευτικό-πολιτιστικό τομέα.[113]

Έδρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κεντρική Επιτροπή είχε τα γραφεία της στην πλατεία Σταράγια στην Μόσχα. Υπήρχαν πάνω από μια ντουζίνα κτίρια στην περιοχή, γνωστά ως η «πόλη του κόμματος», που έλεγχε η Κεντρική Επιτροπή. Υπήρχε τριώροφο εστιατόρια, μπουφέδες, ταξιδιωτικό γραφείο, ταχυδρομείο, βιβλιοπωλείο, κινηματογράφος και αθλητικό κέντρο. Απασχολούνταν 1.500 άνθρωποι την δεκαετία του 1920, και περίπου 3.000 το 1988.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Wesson 1978, σελ. 19
  2. 2,0 2,1 2,2 Service 2000, σσ. 156–158
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 Service 2000, σσ. 162, 279, 293, 302–304
  4. Fainsod & Hough 1979, σελ. 21
  5. Fainsod & Hough 1979, σελ. 25
  6. 6,0 6,1 6,2 Fainsod & Hough 1979, σελ. 96
  7. 7,0 7,1 Fainsod & Hough 1979, σσ. 96–97
  8. 8,0 8,1 8,2 Fainsod & Hough 1979, σελ. 97
  9. Fainsod & Hough 1979, σσ. 97–98
  10. 10,0 10,1 10,2 Fainsod & Hough 1979, σελ. 98
  11. 11,0 11,1 11,2 Fainsod & Hough 1979, σελ. 101
  12. 12,0 12,1 Fainsod & Hough 1979, σσ. 100–101
  13. 13,0 13,1 Fainsod & Hough 1979, σελ. 102
  14. 14,0 14,1 Fainsod & Hough 1979, σσ. 102–103
  15. Fainsod & Hough 1979, σελ. 103
  16. 16,0 16,1 Fainsod & Hough 1979, σελ. 110
  17. 17,0 17,1 17,2 Fainsod & Hough 1979, σελ. 111
  18. Fainsod & Hough 1979, σσ. 111–112
  19. 19,0 19,1 Fainsod & Hough 1979, σελ. 112
  20. 20,0 20,1 20,2 20,3 Fainsod & Hough 1979, σελ. 114
  21. Fainsod & Hough 1979, σελ. 115
  22. 22,0 22,1 Fainsod & Hough 1979, σελ. 121
  23. 23,0 23,1 23,2 Fainsod & Hough 1979, σελ. 122
  24. 24,0 24,1 Fainsod & Hough 1979, σσ. 122–123
  25. 25,0 25,1 25,2 Fainsod & Hough 1979, σελ. 131
  26. 26,0 26,1 Fainsod & Hough 1979, σελ. 132
  27. 27,0 27,1 27,2 Fainsod & Hough 1979, σελ. 133
  28. 28,0 28,1 Fainsod & Hough 1979, σελ. 134
  29. 29,0 29,1 29,2 29,3 Fainsod & Hough 1979, σελ. 135
  30. 30,0 30,1 30,2 30,3 30,4 30,5 Fainsod & Hough 1979, σελ. 140
  31. 31,0 31,1 31,2 31,3 31,4 Fainsod & Hough 1979, σελ. 141
  32. 32,0 32,1 Fainsod & Hough 1979, σελ. 142
  33. 33,0 33,1 33,2 Fainsod & Hough 1979, σσ. 142–143
  34. 34,0 34,1 34,2 34,3 Curtis 1979, σελ. 44
  35. 35,0 35,1 35,2 35,3 35,4 Harris 2005, σελ. 4
  36. 36,0 36,1 Harris 2005, σσ. 4–5
  37. 37,0 37,1 37,2 37,3 Harris 2005, σελ. 5
  38. 38,0 38,1 38,2 38,3 Getty 1987, σελ. 12
  39. 39,0 39,1 Getty 1987, σελ. 16
  40. 40,0 40,1 40,2 40,3 Getty 1987, σελ. 17
  41. 41,0 41,1 41,2 Getty 1987, σελ. 20
  42. Parrish 1996, σελ. 9
  43. Parrish 1996, σελ. 2
  44. 44,0 44,1 Rogovin 2009, σελ. 174
  45. Rogovin 2009, σελ. 173
  46. 46,0 46,1 Rogovin 2009, σελ. 176
  47. Rogovin 2009, σσ. 176–177
  48. Rogovin 2009, σελ. 177
  49. 49,0 49,1 49,2 Rogovin 2009, σσ. 178–179
  50. 50,0 50,1 50,2 Fainsod & Hough 1979, σελ. 459
  51. Arnold 2012, σελ. 104
  52. 52,0 52,1 52,2 52,3 Tompson 1997, σελ. 117
  53. 53,0 53,1 Wiener 2012, σελ. 105
  54. 54,0 54,1 Tompson 1997, σσ. 119–120
  55. Tompson 1997, σελ. 118
  56. 56,0 56,1 Tompson 1997, σελ. 120
  57. 57,0 57,1 57,2 57,3 Tompson 1997, σελ. 121
  58. 58,0 58,1 Tompson 1997, σσ. 121–122
  59. 59,0 59,1 59,2 Tompson 1997, σελ. 124
  60. Tompson 1997, σελ. 123
  61. 61,0 61,1 61,2 61,3 61,4 Tompson 1997, σελ. 125
  62. 62,0 62,1 62,2 62,3 Tompson 1997, σελ. 130
  63. 63,0 63,1 63,2 63,3 63,4 Tompson 1997, σελ. 134
  64. Tompson 1997, σελ. 138
  65. Tompson 1997, σελ. 139
  66. 66,0 66,1 66,2 66,3 66,4 Tompson 1997, σελ. 141
  67. 67,0 67,1 67,2 67,3 67,4 67,5 67,6 67,7 67,8 Tompson 1997, σσ. 176–183
  68. 68,0 68,1 68,2 Smith 2011, σελ. 13
  69. 69,0 69,1 69,2 Smith 2011, σελ. 14
  70. 70,0 70,1 70,2 Bacon & Sandle 2002, σελ. 10
  71. 71,0 71,1 71,2 Bacon & Sandle 2002, σελ. 12
  72. Fainsod & Hough 1979, σελ. 461
  73. 73,0 73,1 73,2 73,3 Fainsod & Hough 1979, σελ. 462
  74. 74,0 74,1 74,2 74,3 Fainsod & Hough 1979, σσ. 462–463
  75. 75,0 75,1 75,2 75,3 75,4 75,5 Dowlah Elliott, σελ. 147
  76. 76,0 76,1 Dowlah Elliott, σελ. 148
  77. 77,0 77,1 77,2 Mitchell 1990, σελ. 90
  78. 78,0 78,1 Mitchell 1990, σελ. 91
  79. 79,0 79,1 79,2 Mitchell 1990, σελ. 92
  80. 80,0 80,1 Mitchell 1990, σελ. 97
  81. Mitchell 1990, σελ. 98
  82. Mitchell 1990, σελ. 99
  83. 83,0 83,1 83,2 83,3 83,4 Mitchell 1990, σσ. 100–101
  84. Mitchell 1990, σελ. 118
  85. 85,0 85,1 85,2 Mitchell 1990, σσ. 118–119
  86. 86,0 86,1 86,2 Mitchell 1990, σσ. 119–220
  87. Mitchell 1990, σελ. 121
  88. Mitchell 1990, σελ. 122
  89. Mitchell 1990, pp. 127–128.
  90. Mitchell 1990, σσ. 130–131
  91. 91,0 91,1 Brown 1996, σελ. 84
  92. 92,0 92,1 92,2 92,3 92,4 Brown 1996, σελ. 85
  93. Brown 1996, σσ. 86–87
  94. 94,0 94,1 94,2 Brown 1996, σελ. 87
  95. 95,0 95,1 95,2 Sakwa 1998, σελ. 94
  96. 96,0 96,1 Sakwa 1998, σελ. 96
  97. 97,0 97,1 97,2 97,3 White 1993, σελ. 39
  98. 98,0 98,1 White 1993, σελ. 39–40
  99. 99,0 99,1 Fainsod & Hough 1979, σελ. 455
  100. Fainsod & Hough 1979, σσ. 455–456
  101. 101,0 101,1 Fainsod & Hough 1979, σελ. 458
  102. 102,0 102,1 102,2 102,3 Getty 1987, σσ. 25–26
  103. Getty 1987, σελ. 27
  104. 104,0 104,1 104,2 104,3 Sakwa 1998, σελ. 93
  105. Fainsod & Hough 1979, σελ. 451
  106. 106,0 106,1 106,2 Fainsod & Hough 1979, σελ. 452
  107. 107,0 107,1 107,2 107,3 107,4 Fainsod & Hough 1979, σελ. 453
  108. 108,0 108,1 Fainsod & Hough 1979, σελ. 454
  109. 109,0 109,1 109,2 109,3 109,4 109,5 Harris 2005, σελ. 53
  110. 110,0 110,1 110,2 Harris 2005, σελ. 54
  111. 111,0 111,1 111,2 111,3 111,4 «Комиссия партийного контроля [Control Commission»]. Great Soviet Encyclopedia (στα ρωσικά). bse.sci-lib.com. http://bse.sci-lib.com/article063277.html. Ανακτήθηκε στις 18 Απριλίου 2016. 
  112. Fainsod & Hough 1979, σσ. 417–418
  113. 113,0 113,1 113,2 113,3 113,4 113,5 113,6 113,7 Fainsod & Hough 1979, σελ. 418
  114. 114,0 114,1 114,2 Fainsod & Hough 1979, σελ. 420
  115. Fainsod & Hough 1979, σελ. 421
  116. Fainsod & Hough 1979, σελ. 422
  117. 117,0 117,1 117,2 117,3 117,4 117,5 «Soviet Union: Secretariat». Library of Congress. Μάιος 1989. http://lcweb2.loc.gov/cgi-bin/query/r?frd/cstdy:@field(DOCID+su0195). Ανακτήθηκε στις 18 Απριλίου 2016. 
  118. Clements 1997, σελ. 140
  119. 119,0 119,1 Fainsod & Hough 1979, σελ. 126
  120. 120,0 120,1 120,2 Fainsod & Hough 1979, σσ. 142–146
  121. «Secretariat, Orgburo, Politburo and Presidium of the CC of the CPSU in 1919–1990 – Izvestia of the CC of the CPSU.» (στα ρωσικά). 7 Νοεμβρίου 1990.
  122. 122,0 122,1 Ra'anan 2006, σελ. 69
  123. Service 2009, σελ. 378
  124. Brown 2009, σελ. 403
  125. 125,0 125,1 Baylis 1989, σσ. 98–99, και 104
  126. Baylis 1989, σελ. 98
  127. 127,0 127,1 Kort 2010, σελ. 394
  128. 128,0 128,1 128,2 128,3 128,4 128,5 128,6 128,7 128,8 Gill 2002, σελ. 81
  129. Gill 2002, σελ. 82
  130. Gill 2002, σελ. 83
  131. Hosking 1993, σελ. 315
  132. 132,0 132,1 132,2 132,3 132,4 132,5 «Академия общественных наук при ЦК КПСС [Academy of Social Sciences of the CC of the CPSU»]. Great Soviet Encyclopedia (στα ρωσικά). bse.sci-lib.com. http://bse.sci-lib.com/article055217.html. Ανακτήθηκε στις 18 Απριλίου 2016. 
  133. Remnington 1988, σελ. 91
  134. Remnington 1988, σελ. 34
  135. Remnington 1988, σελ. 35
  136. 136,0 136,1 136,2 136,3 136,4 136,5 «Высшая партийная школа при ЦК КПСС [Higher Party School of the CC of the CPSU»]. Great Soviet Encyclopedia (στα ρωσικά). bse.sci-lib.com. http://bse.sci-lib.com/article055217.html. Ανακτήθηκε στις 18 Απριλίου 2016. 
  137. 137,0 137,1 137,2 137,3 Matthews 1983, σελ. 185
  138. 138,0 138,1 138,2 138,3 Matthews 1983, σελ. 186
  139. Remington 1988, σελ. 34
  140. Remington 1988, σελ. 91
  141. 141,0 141,1 141,2 141,3 141,4 141,5 141,6 «Институт марксизма-ленинизма при ЦК КПСС [Institute of Marxism–Leninism of the CC of the CPSU»]. Great Soviet Encyclopedia (στα ρωσικά). bse.sci-lib.com. http://bse.sci-lib.com/article055217.html. Ανακτήθηκε στις 18 Απριλίου 2016. 
  142. «ИНСТИТУТ ОБЩЕСТВЕННЫХ НАУК ПРИ ЦК КПСС (ИОН) (1962–1991) [Institute of Social Sciences of the CC of the CPSU (στα ρωσικά)»]. libinfo.org. http://libinfo.org/index/index.php?id=8873. Ανακτήθηκε στις 18 Απριλίου 2016. 
  143. Brown 1996, σελ. 20
  144. 144,0 144,1 144,2 144,3 144,4 144,5 144,6 Fainsod & Hough 1979, σελ. 125
  145. Fainsod & Hough 1979, σελ. 362
  146. 146,0 146,1 146,2 Fainsod & Hough 1979, σελ. 466
  147. 147,0 147,1 147,2 Fainsod & Hough 1979, σελ. 471
  148. Huskey 1992, σελ. 72
  149. Remington 1988, σελ. 106
  150. Lenoe 2004, σελ. 202
  151. 151,0 151,1 151,2 Swain 2006, σελ. 37
  152. 152,0 152,1 Kenez 1985, σελ. 45
  153. 153,0 153,1 Swain 2006, σελ. 27
  154. 154,0 154,1 «"Правда" (газета) [Pravda (newspaper)». Great Soviet Encyclopedia (στα ρωσικά). bse.sci-lib.com. http://bse.sci-lib.com/article092177.html. Ανακτήθηκε στις 18 Απριλίου 2016. 
  155. 155,0 155,1 Getty 1987, σελ. 26
  156. 156,0 156,1 Fainsod & Hough 1979, σελ. 430
  157. Fainsod & Hough 1979, σελ. 432
  158. 158,0 158,1 158,2 158,3 Brown 1996, σελ. 185
  159. 159,0 159,1 159,2 159,3 Harris 2005, σελ. 121

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]