Ιερουσαλήμ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Ιεροσόλυμα)

Συντεταγμένες: 31°46′44″N 35°13′32″E / 31.77889°N 35.22556°E / 31.77889; 35.22556

Ιερουσαλήμ
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Ιερουσαλήμ
31°46′44″N 35°13′32″E
ΧώραΙσραήλ
Διοικητική υπαγωγήΔιαμέρισμα των Ιεροσολύμων
Ίδρυση4η χιλιετία π.Χ.
Διοίκηση
 • Δήμαρχος της ΙερουσαλήμΜοσέ Λιόν (από 2018)
 • Μέλος του/τηςΣύνδεσμος Ιστορικών Πόλεων[1]
Organization of World Heritage Cities[2]
Έκταση125,42 km²
Υψόμετρο754 μέτρα
Πληθυσμός936.425 (2019)[3]
Ταχ. κωδ.91000–91999[4]
Τηλ. κωδ.2[5]
Ζώνη ώραςUTC+02:00
ΙστότοποςΕπίσημος ιστότοπος
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Ιερουσαλήμ (εβραϊκά: יְרוּשָׁלַיִםΓερουσαλάιμ, αραβικά: القُدس‎‎ αλ-Κουντς), γνωστή και ως τα Ιεροσόλυμα, είναι αρχαία πόλη της Μέσης Ανατολής που βρίσκεται σε ένα οροπέδιο στα Όρη της Ιουδαίας, ανάμεσα στη Μεσόγειο και τη Νεκρά Θάλασσα. Το καθεστώς της πόλης είναι αντικείμενο διαμάχης ανάμεσα σε Ισραήλ και Παλαιστίνη. Το 1949 το Ισραήλ ανακήρυξε το δυτικό τμήμα της πόλης πρωτεύουσα του. Το 1967, μετά τον πόλεμο των έξι ημερών, οι Ισραηλινές δυνάμεις κατέλαβαν και το ανατολικό τμήμα από την Ιορδανία, και ολόκληρη η πόλη πέρασε υπό το καθεστώς του. Από το 1988, το ανατολικό τμήμα της πόλης, η Ανατολική Ιερουσαλήμ, θεωρείται από τη διεθνή κοινότητα ως κατεχόμενο τμήμα της Παλαιστίνης και πρωτεύουσα της.[6][7][8] Οι περισσότερες πρεσβείες στο Ισραήλ βρίσκονται στο Τελ Αβίβ και όχι στην Ιερουσαλήμ εξαιτίας του μη διασαφηνισμένου καθεστώτος όσον αφορά την πόλη, αν και το 2017 η αμερικανική κυβέρνηση αναγνώρισε την πόλη σαν πρωτεύουσα του Ισραήλ.[9]

Στην Ιερουσαλήμ βρίσκονται η Κνεσέτ (το κοινοβούλιο του Ισραήλ), η προεδρική και η πρωθυπουργική κατοικία και το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ. Είναι πόλη, η οποία αποτελεί ιουδαϊκό, χριστιανικό και ισλαμικό κέντρο θρησκευτικής και ιστορικής σημασίας. Πιθανώς πρόκειται για την αρχαία πόλη Σαλήμ, της οποίας βασιλιάς υπήρξε ο Μελχισεδέκ. Την πόλη αυτή, η οποία μεταγενέστερα ονομαζόταν Ιεβούς, κατέλαβε ο βασιλιάς Δαβίδ από τους Ιεβουσαίους. Μετά τη διαίρεση του έθνους του Ισραήλ η Ιερουσαλήμ κατέστη πρωτεύουσα και άγια πόλη των Ισραηλιτών και του νοτίου βασιλείου του Ιούδα. Επίσης στην πόλη αυτή ο βασιλιάς Σολομώντας έχτισε τον μεγαλοπρεπή ιουδαϊκό Ναό ο οποίος καταστράφηκε λίγους αιώνες αργότερα από τους Βαβυλώνιους. Σήμερα σώζεται μόνο ένα τμήμα του τείχους από την περίοδο του Δεύτερου Ναού, το γνωστό «τείχος των δακρύων» ή ορθότερα «Δυτικό Τείχος».

Η παλιά πόλη της Ιερουσαλήμ αποτελεί μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, περιβάλλεται από έναν οχυρωμένο τοίχο και διαιρείται σε τέσσερις συνοικίες: την αρμένικη, τη χριστιανική, τη μουσουλμανική και την εβραϊκή. Λόγω των Αγίων Τόπων παρουσιάζει σημαντική τουριστική κίνηση. Αξιοθέατα της αποτελούν το Κάστρο (24 π.Χ.), ο Καθεδρικός Ναός του Αγίου Ιακώβου του 12ου αιώνα, το Όρος του Ναού (Χαράμ αλ-Σαρίφ), το τέμενος Αλ-Ακσά (705–715), ο Τρούλος (ή Θόλος) του Βράχου, το Δυτικό τείχος, το Φρούριο Αντωνία, ο Ναός του Πανάγιου Τάφου, ο κήπος της Γεσθημανής, οι Τάφοι των Βασιλέων και το Όρος των Ελαιών.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια πόλη που αποκαλείται Ρουσαλίμ σε έγγραφα του Μέσου Βασιλείου της Αιγύπτου (περίπου 19ος αιώνας π.Χ.) ταυτίζεται, αν και όχι από όλους, με την Ιερουσαλήμ.[10][11] Η Ιερουσαλήμ αποκαλείται Ουρουσαλίμ στις επιστολές της Αμάρνα (1330 π.Χ.).[12]

Το όνομα Ιερουσαλήμ ετυμολογείται συχνά ως «θεμέλιο (σουμεριακά γιερού, να θεμελιώσει) του θεού Σαλήμ»[13][14], και έτσι ο θεός Σαλίμ θεωρείται ως πρώτος «πολιούχος» του πόλη της εποχής του ορείχαλκου.[15] Η μορφή Ιερουσαλήμ ή Ιερουσαλαγίμ πρωτοεμφανίζεται στη Βίβλο, στο βιβλίο του Ιησού του Ναυή. Σύμφωνα με ένα Μιδράς, το όνομα είναι συνδυασμός του Γχβχ Γιρέχ («ο Θεός θα το είδε», το όνομα που ο Αβραάμ έδωσε στο μέρος όπου ξεκίνησε να θυσιάζει τον υιό του) και της πόλης Σαλήμ.[16]

Η πρώτη αναφορά πέρα των βιβλικών Εβραίων της λέξης Ιερουσαλήμ χρονολογείται από τον 6ο ή 7ο αιώνα π.Χ.[17][18] και ανακαλύφθηκε στο Χιρμπέτ Μπέιτ Λέι το 1961. Η επιγραφή αναφέρει «Είμαι ο Γιαχβέ ο Θεός, θα αποδεχθώ τις πόλεις της Ιουδαίας και θα λυτρώσω την Ιερουσαλήμ»,[19][20][21] ενώ άλλοι μελετητές την αποδίδουν ως «Ο Γιαχβέ είναι ο Θεός όλης της γης. Τα βουνά της Ιουδαίας του ανήκουν, στον Θεό της Ιερουσαλήμ».[22][23]

Σαλίμ ή Σαλήμ ήταν το όνομα του θεού του λυκόφωτος στη θρησκεία των Χαναανιτών, του οποίου το όνομα βασίζεται στην ίδια ρίζα Σ-Λ-Μ από την οποία προέρχεται η εβραϊκή λέξη για την «ειρήνη» (Σαλάμ ή Σαλόμ στα σύγχρονα αραβικά και εβραϊκά).[24][25] Οπότε, το όνομα μπορούσε να ετυμολογηθεί ως «Πόλη της Ειρήνης»[14][26] ή «Καταφύγιο της Ειρήνης»,[27][28] εναλλακτικά «Όραμα της Ειρήνης» για κάποιους Χριστιανούς συγγραφείς.[29] Η κατάληξη -αγίμ δηλώνει το διττό, οδηγώντας στο συμπέρασμα ότι το όνομα Ιερουσαλαγίμ αναφέρεται στο γεγονός ότι η πόλη είναι κτισμένη πάνω σε δύο λόφους.[30][31]

Ο πιο αρχαίος οικισμός της Ιερουσαλήμ, ο οποίος ιδρύθηκε την εποχή του χαλκού στον λόφο πάνω από την πηγή Γκιχόν, σύμφωνα με τη Βίβλο ονομαζόταν Ιεβούς.[32] Αρχικά ονομαζόταν οχυρό Σιών, αλλά ο Δαυίδ την ονόμασε Πόλη του Δαβίδ,[33] και έτσι ήταν γνωστή στην αρχαιότητα.[34][35] Το όνομα Σιών αρχικά χρησιμοποιούταν μόνο για ένα τμήμα της πόλης, αλλά στη συνεχεία έφτασε να σημαίνει όλη την πόλη και τη βιβλική Γη του Ισραήλ. Στα ελληνικά και στα λατινικά, το όνομα της πόλης είναι Ιεροσόλυμα ή Ιερουσαλήμ, συσχετίζοντας το όνομα ετυμολογικά με τη λέξη «ιερός».[36][37]

Ιστορία της Ιερουσαλήμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιερουσαλήμ είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις της παγκόσμιας ιστορίας. Την ίδρυσαν οι Καναανίτες το 2000 π.Χ. Το 1400 π.Χ. ήταν υποτελής στον Φαραώ της Αιγύπτου. Το 1000 π.Χ. ο Δαβίδ την έκανε πρωτεύουσα του Ισραηλιτικού έθνους κι αργότερα ο Σολομώντας έχτισε εκεί τον περίφημο ναό του για τη λατρεία του Θεού των Εβραίων, καθιστώντας την και θρησκευτικό κέντρο. Όταν ο Σολομώντας πέθανε και το κράτος του Ισραήλ χωρίστηκε στα δύο, η Ιερουσαλήμ ήταν πρωτεύουσα του βασιλείου του Ιούδα. Η πόλη πέρασε στα χέρια των Βαβυλωνίων το 586 π.Χ. οπότε και καταστράφηκε μαζί με τον ναό του Σολομώντα. Στη συνέχεια πέρασε στην κατοχή των Περσών, των Ελλήνων, των Σελευκιδών, των Πτολεμαίων και των Ρωμαίων γνωρίζοντας και άλλες καταστροφές, αλλά πάντοτε αναστηλωνόταν. Στα χρόνια μάλιστα του Αντιόχου Δ΄ του Επιφανούς (175 -164 π.Χ.), η πόλη έλαβε προσωρινά την ονομασία Αντιόχεια. Η πιο μεγάλη καταστροφή έγινε το 70 μ.Χ. από τους Ρωμαίους με αφορμή την επανάσταση των Εβραίων. Η πόλη ξαναχτίστηκε το 134 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Αδριανό ως νέα πόλη με το όνομα Αιλία Καπιτωλίνα. Στην καταστροφή του 70 μ.Χ. καταστράφηκε και ο δεύτερος ναός της Ιερουσαλήμ, ο οποίος είχε οικοδομηθεί πάνω στα ερείπια του πρώτου το 516 π.Χ. Μετά τους Ρωμαίους, η πόλη περιήλθε στη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Ο Μέγας Κωνσταντίνος της απόδωσε το παλιό της όνομα, έχτισε με τη μητέρα του την Αγία Ελένη τον ναό της Ανάστασης στον λόφο του Γολγοθά και τη στόλισε με πολλά μνημεία. Το 637 μ.Χ. κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ οι Άραβες οι οποίοι την έλεγαν Κουντούς Σερίφ, που σημαίνει ιερή πόλη. Οι Άραβες έχτισαν το 691 μ.Χ. πάνω στα ερείπια του δευτέρου ναού της Ιερουσαλήμ ένα περίλαμπρο τζαμί, το Τέμενος του Ομάρ. Το 1099 την πήραν οι Σταυροφόροι, οι οποίοι την έκαναν έδρα βασιλείου. Το 1187 την ανακατέλαβαν οι Άραβες, ενώ αργότερα την κατέλαβαν εκ νέου οι Σταυροφόροι.[εκκρεμεί παραπομπή] Το 1517 την πήραν οι Οθωμανοί και το 1917 οι Βρετανοί, οι οποίοι αποχώρησαν από εκεί όταν άρχισε να γίνεται αντικείμενο σφοδρής διαμάχης μεταξύ των Αράβων και των Εβραίων. Τελικά, το 1947 ένα τμήμα της έγινε εβραϊκό και το άλλο αραβικό, ενώ από το 1967 βρίσκεται υπό πλήρη Ισραηλινή κατοχή.

Θρησκευτική σημασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιερουσαλήμ είναι ιερή για τον Ιουδαϊσμό για περίπου 3000 χρόνια, για τον Χριστιανισμό για περίπου 2000 χρόνια και για το Ισλάμ για περίπου 1400 χρόνια. Η Στατιστική Επετηρίδα της Ιερουσαλήμ του 2000 απαριθμεί 1204 συναγωγές, 158 εκκλησίες και 73 τεμένη εντός της πόλης.[38] Παρά τις προσπάθειες για τη διατήρηση της ειρηνικής θρησκευτικής συνύπαρξης, ορισμένες τοποθεσίες, όπως το Όρος του Ναού, αποτελούν συνεχή πηγή τριβών και αντιπαραθέσεων.

Η Παλαιά Πόλη φιλοξενεί πολλές τοποθεσίες με θεμελιώδη θρησκευτική σημασία για τις τρεις μεγάλες Αβρααμικές θρησκείες - τον Ιουδαϊσμό, τον Χριστιανισμό και το Ισλάμ.

Ιουδαϊσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιερουσαλήμ είναι η ιερότερη πόλη στον Ιουδαϊσμό και η προγονική και πνευματική πατρίδα του εβραϊκού λαού από τότε που ο βασιλιάς Δαβίδ την ανακήρυξε πρωτεύουσά του τον 10ο αιώνα π.Χ. Χωρίς να υπολογίζονται τα άλλα της ονόματα, η Ιερουσαλήμ εμφανίζεται στην Εβραϊκή Βίβλο 669 φορές.[39] Το πρώτο τμήμα, η Τορά (Πεντάτευχο), αναφέρει μόνο το όρος Μοριά, αλλά σε μεταγενέστερα εδάφια της Βίβλου, η πόλη αναφέρεται ρητά.[40] Το Όρος του Ναού, που ήταν η τοποθεσία του Ναού του Σολομώντος και του Δεύτερου Ναού, είναι η ιερότερη τοποθεσία στον Ιουδαϊσμό και το μέρος προς το οποίο στρέφονται οι Εβραίοι κατά τη διάρκεια της προσευχής.[41][42] Το Δυτικό Τείχος, ένα απομεινάρι του τείχους που περιέβαλε τον Δεύτερο Ναό, είναι το πιο ιερό μέρος όπου επιτρέπεται στους Εβραίους να προσεύχονται.[43] Οι συναγωγές σε όλον τον κόσμο χτίζονται παραδοσιακά με την Ιερή Κιβωτό στραμμένη προς την Ιερουσαλήμ[44] ενώ οι Κιβωτοί εντός της Ιερουσαλήμ είναι στραμμένες προς τα Άγια των Αγίων.[45] Όπως ορίζεται στη Μισνά και κωδικοποιείται στο Σουλχάν Αρούχ, οι καθημερινές προσευχές απαγγέλλονται με το βλέμμα προς την Ιερουσαλήμ και το Όρος του Ναού. Πολλοί Εβραίοι έχουν κρεμασμένες πλάκες «Μιζράχ» σε τοίχο των σπιτιών τους για να υποδείξουν την κατεύθυνση της προσευχής.[45][46]

Χριστιανισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιερουσαλήμ γενικά θεωρείται το λίκνο του Χριστιανισμού.[47] Ο Χριστιανισμός σέβεται την Ιερουσαλήμ για την ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης, καθώς και για τη σημασία της στη ζωή του Ιησού. Σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη, ο Ιησούς μεταφέρθηκε στην Ιερουσαλήμ αμέσως μετά τη γέννησή του και αργότερα στη ζωή του εξάγνισε τον Δεύτερο Ναό. Το ανάγαιον, που πιστεύεται ότι είναι η τοποθεσία του Μυστικού Δείπνου του Ιησού, βρίσκεται στο όρος Σιών στο ίδιο κτίριο που στεγάζει τον τάφο του βασιλέως Δαβίδ.[48][49] Μια άλλη εξέχουσα χριστιανική τοποθεσία στην Ιερουσαλήμ είναι ο Γολγοθάς, ο τόπος της σταύρωσης. Το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον περιγράφει ότι βρίσκεται έξω από την Ιερουσαλήμ, αλλά πρόσφατα αρχαιολογικά στοιχεία υποδηλώνουν ότι ο Γολγοθάς βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τα τείχη της Παλαιάς Πόλεως, εντός των σημερινών ορίων της πόλης.[50] Η γη που καταλαμβάνεται από τον Ναό του Παναγίου Τάφου θεωρείται ένας από τους κορυφαίους υποψηφίους για τον Γολγοθά και ως εκ τούτου αποτελεί χριστιανικός τόπος προσκυνήματος τα τελευταία 2000 χρόνια.[50][51][52] Ο Ναός του Παναγίου Τάφου γενικά θεωρείται η σημαντικότερη εκκλησία στον Χριστιανικό κόσμο.[53]

Ισλάμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιερουσαλήμ είναι η τρίτη ιερότερη πόλη στον Σουνισμό.[54] Η ισλαμική παράδοση υποστηρίζει ότι για περίπου ένα έτος, πριν μεταφερθεί μόνιμα στην Κάαμπα της Μέκκας, η κίμπλα (κατεύθυνση προσευχής) για τους μουσουλμάνους ήταν η Ιερουσαλήμ.[55] Η μόνιμη θέση της πόλης στο Ισλάμ, ωστόσο, οφείλεται κυρίως στο Νυχτερινό Ταξίδι του Μωάμεθ (περί το 620 μ.Χ.). Οι Μουσουλμάνοι πιστεύουν ότι ο Μωάμεθ μεταφέρθηκε θαυματουργικώς μια νύχτα από το Μεγάλο Τζαμί της Μέκκας στο Όρος του Ναού στην Ιερουσαλήμ, όπου και ανέβηκε στον Παράδεισο για να συναντήσει προηγούμενους προφήτες του Ισλάμ.[56][57] Ο πρώτος στίχος στο Σούρατ αλ-Ισρά του Κορανίου σημειώνει τον προορισμό του ταξιδιού του Μωάμεθ ως αλ-μαστζίντ αλ-άκσα («το πιο απομακρυσμένο μέρος προσευχής»). Στις πρώτες μέρες του Ισλάμ, αυτό κατανοήθηκε ως αναφορά σε μια τοποθεσία στους ουρανούς,[58] ωστόσο, Ισλαμικοί μελετητές μετά το Ρασιντούν το ερμήνευσαν ότι σχετίζεται με την Ιερουσαλήμ, και ιδιαίτερα με την τοποθεσία του πρώην Εβραϊκού Ναού.[59] Το χαντίθ, μια συλλογή από ρητά του Μωάμεθ, αναφέρει ότι η τοποθεσία του Τεμένους Αλ-Άκσα βρίσκεται στην Ιερουσαλήμ.[60] Το Τέμενος Αλ-Άκσα, που αρχικά πήρε το όνομά του από το ευρύτερο συγκρότημα που βρίσκεται εντός του,[61] χτίστηκε στο Όρος του Ναού υπό τον Χαλίφη των Ομεϋαδών, Ουαλίντ Α΄, αρκετές δεκαετίες μετά τον θάνατο του Μωάμεθ για να τιμήσει το μέρος από το οποίο οι Μουσουλμάνοι πιστεύουν ότι είχε ανέβει στον Παράδεισο.[62]

Αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχιτεκτονική της Ιερουσαλήμ είναι ένα μείγμα παλαιού και νέου. Η Παλαιά Πόλη περιέχει αρχιτεκτονικά παραδείγματα από κάθε σημαντική περίοδο της ιστορίας της πόλης. Πολλοί αρχαίοι ιστορικοί τόποι και τόποι λατρείας βρίσκονται κοντά σε σύγχρονα εμπορικά κέντρα και βιομηχανικές ζώνες. Η αρχιτεκτονική από τα τέλη του 1800 και τις αρχές του 1900 παρουσιάζει ευρωπαϊκές επιρροές. Η πρακτικότητα, παρά η τεχνοτροπία, είναι αυτή που χαρακτηρίζει τις νέες πολυκατοικίες που κατασκεύασε η κυβέρνηση για τη στέγαση μεταναστών. Πολλά κτίρια, παλιά και νέα, έχουν ταιριαστούς εξωτερικούς χώρους, επειδή όλες οι κατασκευές πρέπει να καλύπτονται με κρεμ ασβεστόλιθο, ο οποίος ονομάζεται πέτρα της Ιερουσαλήμ, και παράγεται στα κοντινά λατομεία.

Φωτοθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πανοραμική θέα της πόλης από το Όρος των Ελαιών

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. www.lhc-s.org/member_cities/index.php. Ανακτήθηκε στις 28  Μαΐου 2024.
  2. www.ovpm.org/wp-content/uploads/2024/03/liste-villes-en-regle-pour-page-web12-03-2024.pdf. Ανακτήθηκε στις 31  Δεκεμβρίου 2023.
  3. Κεντρικό Γραφείο Στατιστικής του Ισραήλ. citypopulation.de/en/israel/jerusalem/_/3000__yerushalayim/.
  4. www.geopostcodes.com/Jerusalem.
  5. dialcode.org/Asia/Israel/.
  6. «Israel plans 1,300 East Jerusalem Jewish settler homes». BBC News. 9 November 2010. http://www.bbc.co.uk/news/world-middle-east-11709617. «East Jerusalem is regarded as occupied Palestinian territory by the international community, but Israel says it is part of its territory.» 
  7. «The status of Jerusalem» (PDF). The Question of Palestine & the United Nations. United Nations Department of Public Information. East Jerusalem has been considered, by both the General Assembly and the Security Council, as part of the occupied Palestinian territory. 
  8. Resolution 298 September 25, 1971: Αρχειοθετήθηκε 2013-08-19 στο Wayback Machine. "Recalling its resolutions... concerning measures and actions by Israel designed to change the status of the Israeli-occupied section of Jerusalem,..."
  9. Αγριμανάκη, Κατερίνα (6 Δεκεμβρίου 2017). «Γιατί η Ιερουσαλήμ δεν αναγνωρίζεται ως πρωτεύουσα του Ισραήλ». CNN.gr. Ανακτήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 2023. 
  10. David Noel Freedman· Allen C. Myers· Astrid B. Beck (2000). Eerdmans dictionary of the Bible. Wm. B. Eerdmans Publishing. σελίδες 694–695. ISBN 978-0-8028-2400-4. Ανακτήθηκε στις 19 Αυγούστου 2010.  Nadav Na'aman, Canaan in the 2nd Millennium B.C.E., Eisenbrauns, 2005 pp.177ff. offers a dissenting opinion, arguing for the transcription Rôsh-ramen, etymologized to r'š (head) and rmm (be exalted), to mean 'the exalted Head', and not referring to Jerusalem.
  11. G. Johannes Botterweck, Helmer Ringgren (eds.) Theological Dictionary of the Old Testament, (tr. David E. Green) William B. Eerdmann, Grand Rapids Michigan, Cambridge, UK 1990, Vol. VI, p. 348
  12. «The El Amarna Letters from Canaan». Tau.ac.il. Ανακτήθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 2010. 
  13. Meir Ben-Dov, Historical Atlas of Jerusalem, Continuum International Publishing Group, 2002, p. 23.
  14. 14,0 14,1 Binz, Stephen J. (2005). Jerusalem, the Holy City. Connecticut, USA.: Twenty-Third Publications. σελ. 2. ISBN 9781585953653. Ανακτήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 2011. 
  15. G. Johannes Bottereck, Helmer Ringgren, Heinz-Josef Fabry, (eds.) Theological Dictionary of the Old Testament, tr. David E. Green, vol. XV, pp. 48–49 William B. Eeerdmanns Co. Grand Rapids, Michigan/Cambridge UK 2006, pp. 45–6
  16. Louis Ginzberg (Οκτωβρίου 1998). «The Legends of the Jews Volume 1». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 3 Απριλίου 2012. Ανακτήθηκε στις 8 Ιουλίου 2015. 
  17. Writing, Literacy, and Textual Transmission: The Production of Literary by Jessica N. Whisenant p. 323
  18. King Manasseh and Child Sacrifice: Biblical Distortions of Historical Realities by Francesca Stavrakopoulou p. 98
  19. Oral World and Written Word: Ancient Israelite Literature by Susan Niditch p. 48
  20. The Mountain of the Lord by Benyamin Mazar p. 60
  21. Blessing and Curse in Syro-Palestinian Inscriptions by T. G Crawford p. 137
  22. Joseph Naveh (2001). «Hebrew Graffiti from the First Temple Period». Israel Exploration Journal 51 (2): 194–207. https://archive.org/details/sim_israel-exploration-journal_2001_51_2/page/194. 
  23. Discovering the World of the Bible by LaMar C. Berrett p. 178
  24. Elon, Amos. Jerusalem. HarperCollins Publishers Ltd. ISBN 0-00-637531-6. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 19 Μαρτίου 2016. Ανακτήθηκε στις 26 Απριλίου 2007. The epithet may have originated in the ancient name of Jerusalem—Salem (after the pagan deity of the city), which is etymologically connected in the Semitic languages with the words for peace (shalom in Hebrew, salam in Arabic). 
  25. Ringgren, H., Die Religionen des Alten Orients (Göttingen, 1979), 212.
  26. Hastings, James (2004). A Dictionary of the Bible: Volume II: (Part II: I – Kinsman), Volume 2. Honolulu, Hawaii: Reprinted from 1898 edition by University Press of the Pacific. σελ. 584. ISBN 1-4102-1725-6. Ανακτήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 2011. 
  27. Bosworth, Clifford Edmund (2007). Historic cities of the Islamic world. The Netherlands: Koninklijke Brill NV. σελίδες 225–226. ISBN 90-04-15388-8. Ανακτήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 2011. 
  28. Denise DeGarmo (9 Σεπτεμβρίου 2011). «Abode of Peace?». Wandering Thoughts. Center for Conflict Studies. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 26 Απριλίου 2012. Ανακτήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 2011. 
  29. Bosworth, Francis Edward (1968). Millennium: a Latin reader, A. Oxford, United Kingdom: Oxford University Press. σελ. 183. ASIN B0000CO4LE. Ανακτήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 2011. 
  30. Wallace, Edwin Sherman (Αυγούστου 1977). Jerusalem the Holy. New York: Arno Press. σελ. 16. ISBN 0-405-10298-4. A similar view was held by those who give the Hebrew dual to the word 
  31. Smith, George Adam (1907). Jerusalem: The Topography, Economics and History from the Earliest Times to A.D. 70. Hodder and Stoughton. σελ. 251. ISBN 0-7905-2935-1. The termination -aim or -ayim used to be taken as the ordinary termination of the dual of nouns, and was explained as signifying the upper and lower cities  (see here [1], σ. 251, στα Google Books)
  32. The Oxford encyclopedia of ancient Greece and Rome, Volume 1, p. 113
  33. 2 Samuel 5:7,9. cited Israel Finkelstein, Amihay Mazar, Brian B. Schmidt, (eds) The Quest for the Historical Israel, Society of Biblical Literature, 2007 p.127.
  34. Bar-Kochva, Bezalel (2002). Judas Maccabeus: The Jewish Struggle Against the Seleucids. Cambridge, United Kingdom: Cambridge University Press. σελ. 447. ISBN 0-521-01683-5. 
  35. Mazar, Eilat (2002). The Complete Guide to the Temple Mount Excavations. Jerusalem: Shoham Academic Research and Publication. σελ. 1. ISBN 965-90299-1-8. 
  36. Alexander Hopkins McDannald (editor), The Encyclopedia Americana, Volume 16, Americana Corporation, 1947, entry Jerusalem
  37. Gerhard Kittel (editor), Gerhard Friedrich (editor), Geoffrey W. Bromiley (editor),Theological Dictionary of the New Testament: Abridged in One Volume, Eerdmans, 1985, entry Sion [Zion], Ierousalem [Jerusalem], Hierosolyma [Jerusalem], Hierosolymites [inhabitants of Jerusalem]
  38. Guinn, David E. (2006). Protecting Jerusalem's Holy Sites: A Strategy for Negotiating a Sacred PeaceΔωρεάν πρόσβαση υπoκείμενη σε περιορισμένη δοκιμή, συνήθως απαιτείται συνδρομή (1st έκδοση). Cambridge University Press. σελ. 142. ISBN 978-0-521-86662-0. 
  39. The Muslim Claim to Jerusalem, Routledge, 2017-07-05, σελ. 11–38, doi:10.4324/9781315125374-3, ISBN 978-1-315-12537-4, http://dx.doi.org/10.4324/9781315125374-3, ανακτήθηκε στις 2022-02-05 
  40. Burg, Avraham (20 June 1995). «Parshat Re'eh: No Jerusalem in Torah – Israel Opinion, Ynetnews». Ynetnews. http://www.ynetnews.com/articles/0,7340,L-3136760,00.html. Ανακτήθηκε στις 17 October 2011. 
  41. Rivka, Gonen (2003). Contested Holiness: Jewish, Muslim, and Christian Perspectives on the Temple Mount in Jerusalem. Jersey City, NJ: KTAV Publishing House, Inc. σελ. 4. ISBN 978-0-88125-798-4. OCLC 1148595286. To the Jews the Temple Mount is the holiest place on Earth, the place where God manifested himself to King David and where two Jewish temples - Solomon's Temple and the Second Temple - were located. 
  42. Marshall J., Breger· Ahimeir, Ora (2002). Jerusalem: A City and Its Future. Syracuse University Press. σελ. 296. ISBN 978-0-8156-2912-2. OCLC 48940385. 
  43. «The Temple Mount in the Herodian Period (37 BC–70 A.D.)». Biblical Archaeology Society. 21 Ιουλίου 2019. Ανακτήθηκε στις 17 Ιουλίου 2020. 
  44. Goldberg, Monique Susskind. «Synagogues». Ask the Rabbi. Schechter Institute of Jewish Studies. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 31 Ιανουαρίου 2008. Ανακτήθηκε στις 10 Μαρτίου 2007. 
  45. 45,0 45,1 Segal, Benjamin J. (1987). Returning: The Land of Israel as Focus in Jewish History. Jerusalem, Israel: Department of Education and Culture of the World Zionist Organization. σελ. 124. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 23 Δεκεμβρίου 2005. Ανακτήθηκε στις 10 Μαρτίου 2007. 
  46. Η εβραϊκή εντολή για προσευχή προς την Ιερουσαλήμ έρχεται στην ενότητα Οράχ Χαγίμ του Σουλχάν Αρούχ (94:1) – «Όταν κάποιος σηκώνεται για να προσευχηθεί οπουδήποτε στη Διασπορά, θα πρέπει να κοιτάζει προς τη Γη του Ισραήλ, κατευθυνόμενος επίσης προς την Ιερουσαλήμ, τον Ναό και τα Άγια των Αγίων».
  47. Beckles Willson, Rachel (2013). Orientalism and Musical Mission: Palestine and the West. Cambridge University Press. σελ. 146. ISBN 978-1-107-03656-7. 
  48. Boas, Adrian J. (2001). «Physical Remains of Crusader Jerusalem». Jerusalem in the Time of the CrusadesΔωρεάν πρόσβαση υπoκείμενη σε περιορισμένη δοκιμή, συνήθως απαιτείται συνδρομή. Routledge. σελ. 112. ISBN 978-0-415-23000-1. The interesting, if not reliable illustrations of the church on the round maps of Jerusalem show two distinct buildings on Mount Zion: the church of St Mary and the Cenacle (Chapel of the Last Supper) appear as separate buildings. 
  49. Endo, Shusaku (1999). Richard A. Schuchert, επιμ. A Life of Jesus. Paulist Press. σελ. 116. ISBN 978-0-8091-2319-3. 
  50. 50,0 50,1 Stump, Keith W. (1993). «Where Was Golgotha?». Worldwide Church of God. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2 Απριλίου 2007. Ανακτήθηκε στις 11 Μαρτίου 2007. 
  51. Ray, Stephen K. (2002). St. John's Gospel: A Bible Study Guide and Commentary for Individuals and Groups. San Francisco, CA: Ignatius Press. σελ. 340. ISBN 978-0-89870-821-9. 
  52. O'Reilly, Sean· James O'Reilly (30 Νοεμβρίου 2000). PilgrFile: Adventures of the Spirit (1st έκδοση). Travelers' Tales. σελ. 14. ISBN 978-1-885211-56-9. The general consensus is that the Church of the Holy Sepulchre marks the hill called Golgotha, and that the site of the Crucifixion and the last five Stations of the Cross are located under its large black domes. 
  53. Holt, Andrew (2019). The World of the Crusades: A Daily Life Encyclopedia [2 volumes]. ABC-CLIO. σελ. 57. ISBN 978-1-4408-5462-0. was housed in the most important church in Christendom, the Church of the Holy Sepulchre. 
  54. Third-holiest city in Islam:
  55. Cordesman, Anthony H. (2005). «The Final Settlement Issues: Asymmetric Values & Asymmetric Warfare». The Israeli-Palestinian War: Escalating to Nowhere. Praeger Security International. σελ. 62. ISBN 978-0-275-98758-9. 
  56. Peters, Francis E. (2003). «Muhammad the Prophet of God». The Monotheists: The Peoples of God. Princeton University Press. σελίδες 95–6. ISBN 978-0-691-11460-6. 
  57. «Sahih Bukhari». Compendium of Muslim Texts. University of Southern California. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Νοεμβρίου 2008. Ανακτήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2011.  (from an English translation of Sahih Bukhari, Volume IX, Book 93, Number 608)
  58. The Encyclopaedia of Islam. 7 (New ed. 2006 έκδοση). Brill. 2006. σελίδες 97–105. 
  59. Colby, Frederick S. (6 Αυγούστου 2008). Narrating Muhammad's Night Journey: Tracing the Development of the Ibn 'Abbas Ascension Discourse (στα Αγγλικά). SUNY Press. σελ. 15. ISBN 978-0-7914-7788-5. Από τα παλαιότερα σωζόμενα μουσουλμανικά κείμενα, γίνεται σαφές ότι μια ομάδα Μουσουλμάνων από την αρχή ερμήνευσε τον «πιο απομακρυσμένο τόπο προσευχής» (αλ-μαστζίντ αλ-άκσα) με την πόλη της Ιερουσαλήμ εν γένει και τον Ηρωδιανό/Σολομωνικό Ναό της συγκεκριμένα. Τελικά, σχηματίστηκε μια γενική συναίνεση γύρω από την ιδέα ότι το ταξίδι του Μωάμεθ τον οδήγησε πράγματι στην Ιερουσαλήμ. 
  60. «Merits of the Helpers in Madinah (Ansaar) – Hadith Sahih Bukhari». Haditsbukharionline.blogspot.ca. Ανακτήθηκε στις 7 Δεκεμβρίου 2012. 
  61. Hughes, Aaron W. (2014). Theorizing Islam: Disciplinary Deconstruction and Reconstruction. Religion in Culture. Taylor & Francis. σελ. 45. ISBN 978-1-317-54594-1. Αν και οι μεταγενέστεροι σχολιαστές εξετάζουν εάν αυτό το ταξίδι ήταν φυσικό ή όχι σε εσωτερικό επίπεδο, παίζει κρίσιμο ρόλο στην καθιέρωση των προφητικών διαπιστευτηρίων του Μωάμεθ. Στο πρώτο μέρος αυτού του ταξιδιού, που αναφέρεται ως ισρά, ταξίδεψε από την Κάαμπα στη Μέκκα στο «πιο απομακρυσμένο τέμενος» (αλ-μαστζίντ αλ-άκσα), που ταυτίστηκε με το Όρος του Ναού στην Ιερουσαλήμ: το τέμενος αλ-Άκσα που βρίσκεται εκεί σήμερα πήρε τελικά το όνομά του από αυτόν τον μεγαλύτερο περίβολο, στον οποίο κατασκευάστηκε. 
  62. «Me'raj – The Night Ascension». Al-islam.org. 27 Σεπτεμβρίου 2012. Ανακτήθηκε στις 7 Δεκεμβρίου 2012. 

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]