Γ΄ Σταυροφορία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Γ΄ Σταυροφορία
Σταυροφορίες
Siege of Acre.jpg
Η πολιορκία της Άκρας (1189-1191) ήταν η πρώτη μεγάλη αντιπαράθεση της Γ' Σταυροφορίας
Χρονολογία1189 - 1192
Τόπος
Έκβαση
  • Ανακωχή τριών ετών ως αποτέλεσμα των στρατιωτικών νικών των σταυροφόρων.
  • Αναγνώριση του εδαφικού status quo στο τέλος της ενεργούς εκστρατείας, συμπεριλαμβανομένης της συνέχειας του μουσουλμανικού ελέγχου της Ιερουσαλήμ και της αποκατάστασης των σταυροφορικών κρατών στην Ανατολή.
  • Εγγυημένη ασφάλεια τόσο των χριστιανών όσο και των μουσουλμάνων άοπλων προσκυνητών σε όλη την Ανατολή.
Εδαφικές
μεταβολές
  • Η σταυροφορία κατακτά την Κύπρο και ιδρύεται το Βασίλειο της Κύπρου.
  • Η ακτή από την Τύρο έως τη Γιάφα επιστρέφει στον έλεγχο των σταυροφόρων.
  • Οι σταυροφόροι ανακαταλαμβάνουν από τους μουσουλμάνους τη Τιβεριάδα και μερικά εδάφη στα ενδότερα.
Αντιμαχόμενοι

Flag of Ayyubid Dynasty.svg Αγιουβίδες

  • Σουλτανάτο της Αιγύπτου
  • Εμιράτο της Δαμασκού
  • Εμιράτο της Μεσοποταμίας

Σουλτανάτο του Ρουμ
Νιζαρίτες
Χριστιανοί αντίπαλοι:

Byzantine imperial flag, 14th century, square.svg Βυζαντινή Αυτοκρατορία
Αυτοκρατορία της Κύπρου
Bandiera del Regno di Sicilia 4.svg Βασίλειο της Σικελίας
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις

40.000-50.000 στρατιώτες

  • 15.000-20.000 από τα κράτη της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
  • 8.000-9.000 Άγγλοι/Νορμανδοί/Ουαλοί
  • 7.000+ Γάλλοι
  • 2.000 από τα γαλλικά σταυροφορικά κράτη
  • 1.000 Ναΐτες και Ιωαννίτες
  • 2.000 Ούγγροι
  • 2.000 από τη Γένοβα και την Πίζα
  • 2.000 άλλοι (Δανοί, Νορβηγοί κ.λπ.)
Άγνωστες

Η Τρίτη Σταυροφορία (1189 - 1192), γνωστή και ως Σταυροφορία των Βασιλέων, ήταν μία προσπάθεια των Ευρωπαίων ηγετών να ανακαταλάβουν τους Αγίους Τόπους από τον Σαλαντίν. Ήταν σε μεγάλο βαθμό επιτυχημένη, αλλά δεν επέτυχε τον απώτερο σκοπό της, που ήταν η ανάκτηση της Ιερουσαλήμ.

Μετά την αποτυχία της Β΄ Σταυροφορίας, η Δυναστεία των Ζενγκιδών είχε υπό τον έλεγχό της μία ενωμένη πλέον Συρία και συμμετείχε σε συγκρούσεις με τους ηγέτες της Αιγύπτου, γεγονός το οποίο οδήγησε στην απόλυτη ένωση των αιγυπτιακών και συριακών δυνάμεων υπό τις διαταγές του Σαλαντίν, ο οποίος τις χρησιμοποίησε για να αντιμετωπίσει τα Χριστιανικά κράτη και να ανακαταλάβει την Ιερουσαλήμ το 1187. Ωθούμενοι από θρησκευτικό ζήλο, ο Ερρίκος Β΄ της Αγγλίας και ο Φίλιππος Β΄ Αύγουστος της Γαλλίας σταμάτησαν τη μεταξύ τους σύγκρουση, για να οδηγήσουν μία νέα Σταυροφορία· με το τέλος του Ερρίκου Β΄ το 1189 το αγγλικό στράτευμα τέθηκε υπό την ηγεσία του Ριχάρδου Α΄ του Λεοντόκαρδου. Ο ηλικιωμένος αυτοκράτορας της Γερμανίας Φρειδερίκος Α΄ Βαρβαρόσσα απάντησε στο κάλεσμα των όπλων και οδήγησε έναν τεράστιο στρατό μέσα από τη Μ. Ασία, αλλά πνίγηκε σε ένα ποτάμι στη Μικρά Ασία στις 10 Ιουνίου 1190, πριν φτάσει στους Αγίους Τόπους. Το τέλος του δημιούργησε τη μεγαλύτερη θλίψη στους Γερμανούς Σταυροφόρους. Οι περισσότεροι από τους αποθαρρυμένους πλέον στρατιώτες έφυγαν για την πατρίδα.

Αφού έδιωξαν τους Μουσουλμάνους από την Άκρα, ο διάδοχος του Φρειδερίκου Α΄, ο Λεοπόλδος Ε΄ της Αυστρίας και ο Φίλιππος Β΄ άφησαν τους Αγίους Τόπους τον Αύγουστο του 1191. Ο Σαλαντίν δεν κατάφερε να νικήσει τον Ριχάρδο Α΄ σε καμία ένοπλη σύγκρουση και ο Ριχάρδος Α΄ διασφάλισε ακόμη περισσότερες σημαντικές παραλιακές πόλεις. Παρ'όλα αυτά στις 2 Σεπτεμβρίου 1192 ο Ριχάρδος Α΄ οριστικοποίησε μία συνθήκη με τον Σαλαντίν, κατά την οποία η Ιερουσαλήμ θα παρέμενε κάτω από μουσουλμανικό έλεγχο, αλλά θα επιτρέπονταν σε άοπλους Χριστιανούς προσκυνητές και σε εμπόρους να επισκέπτονται την πόλη. Ο Ριχάρδος Α΄ αποχώρησε από τους Αγίους Τόπους στις 9 Οκτωβρίου. Οι επιτυχίες της Γ΄ Σταυροφορίας θα επέτρεπαν στους Σταυροφόρους να διατηρήσουν ένα σημαντικό βασίλειο με βάση την Κύπρο και τη συριακή ακτή. Η αποτυχία όμως της ανακατάληψης της Ιερουσαλήμ θα οδηγούσε στο κάλεσμα για την Δ΄ Σταυροφορία έξι χρόνια αργότερα.

Η κατάσταση στην Ανατολή πριν το 1187[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα χρόνια πριν το 1187 υπήρξε αύξηση της ισχύος ενός μουσουλμάνου ηγέτη, του Σαλαντίν, που κατάφερε μέχρι το 1186 να ενώσει όλους τους μουσουλμάνους, από την Αίγυπτο μέχρι τη Μεσοποταμία και να αναδειχθεί στον πιο επικίνδυνο ηγέτη, που είχαν να αντιμετωπίσουν οι σταυροφόροι μέχρι τότε. Αντίθετα με την πρωτοφανή σύμπνοια και ενότητα που είχαν οι μουσουλμάνοι, το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ σπαρασσόταν από εσωτερικές αντιπαλότητες. Ο Βαλδουίνος Δ΄ απεβίωσε το 1185. Μην έχοντας εμπιστοσύνη στον επ' αδελφή γαμπρό του, Γκυ των Λουζινιάν, μετά την άρνηση εκείνου να τον βοηθήσει σε μία επίθεση κατά των μουσουλμάνων, είχε ορίσει διάδοχό του τον πεντάχρονο ανιψιό του, τον Βαλδουίνο Ε΄ το 1183. Ο Βαλδουίνος Ε΄ ανέβηκε στον θρόνο, αλλά επειδή ήταν ανήλικος, ο θείος του πριν αποβιώσει όρισε αντιβασιλιά, τον Ραϋμόνδο της Τρίπολης. Το 1186 όμως ο Βαλδουίνος Ε΄ απεβίωσε. Ο Ραϋμόνδος προσπάθησε να σταματήσει την άνοδο στον θρόνο της μητέρας του Βαλδουίνου Ε΄, Σιβύλλας, και του συζύγου της, Γκυ των Λουζινιάν. Σε αυτό συμφωνούσαν οι περισσότεροι φεουδάρχες και αξιωματούχοι του βασιλείου. Ο υποψήφιος, που ο Ραϋμόνδος πρότεινε για το θρόνο της Ιερουσαλήμ, ήταν ο σύζυγος της Ισαβέλλας, αδελφής της Σιβύλλας και του Βαλδουίνου Δ΄, ο Ονφρουά ντε Τορόν. Η προσπάθεια του Ραϋμόνδου όμως δεν απέδωσε. Ο Ονφρουά δήλωσε πίστη στον Γκυ, και αυτό ανάγκασε τους περισσότερους φεουδάρχες να δεχθούν ως βασιλιά τους τον Γκυ. Ο Ραϋμόνδος αποσύρθηκε στην Τρίπολη.

Την ίδια περίοδο ένας από τους σημαντικότερους υποστηρικτές του Γκυ, ο Ραϋνάλδος του Σατιγιόν, κύριος του Κεράκ και παλαιότερα πρίγκιπας της Αντιόχειας, άρχισε να επιτίθεται στα καραβάνια των προσκυνητών -που περνούσαν από το Κεράκ προς την Μέκκα- και να τα λεηλατεί. Ο Σαλαντίν διαμαρτυρήθηκε και ζήτησε από τον Γκυ να σταματήσει τις επιθέσεις του Ραϋνάλδου και να ελευθερώσει τους αιχμάλωτους προσκυνητές. Ο Γκυ συμφώνησε και διέταξε την απελευθέρωση των αιχμαλώτων, αλλά ο Ραϋνάλδος αρνήθηκε να υπακούσει. Έτσι ξεκίνησε νέα σύγκρουση μεταξύ του Σαλαντίν και των σταυροφόρων.

Μάχη του Χαττίν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Μάχη του Χαττίν

Στις αρχές του 1187 ο στρατός του Σαλαντίν στρατοπέδευσε στην Τιβεριάδα. Ο Ραϋμόνδος, μπροστά στον κίνδυνο μίας νέας μουσουλμανικής επίθεσης, συμφιλιώθηκε με τον Γκυ και τον αναγνώρισε ως βασιλιά. Τότε ο Γκυ αποφάσισε να συγκεντρώσει όλο τον σταυροφορικό στρατό και να εκστρατεύσει εναντίον του Σαλαντίν. Ο Ραϋμόνδος προσπάθησε να τον αποτρέψει, με το επιχείρημα ότι ο Σαλαντίν αυτό ακριβώς ήθελε να κάνουν οι σταυροφόροι. Τον συμβούλεψε να συγκρατηθεί και να διατάξει τον στρατό να κρατήσει τις θέσεις του στα κάστρα. Έτσι ο Σαλαντίν θα αναγκαζόταν να υποχωρήσει, διότι θα ήταν πολύ δύσκολο να συντηρήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα τον στρατό του σε εχθρικό έδαφος. Ο Ραϋμόνδος κατηγορήθηκε γι' αυτές του τις συμβουλές για δειλία, και αναγκάστηκε να δεχθεί το σχέδιο του Γκυ.

Το σύνολο του σταυροφορικού στρατού με όλους τους σημαντικούς αρχηγούς του και τον Τίμιο Σταυρό προέλασε στην Τιβεριάδα εκτός των σταυροφορικών ταγμάτων, τα οποία πήγαν στην Αντιόχεια και από εκει στις χώρες τους, καθώς κατάλαβαν πως θα έχαναν. Όμως στις 3 Ιουλίου του 1187 ο σταυροφορικός στρατός εγκλωβίστηκε από τομ στρατό του Σαλαντίν σε μία άνυδρη πεδιάδα. Την επόμενη ημέρα, οι μουσουλμάνοι άναψαν φωτιές γύρω από τις θέσεις των σταυροφόρων και -προστατευμένοι από τον καπνό- τούς έριχναν συνεχώς βέλη. Όλες οι προσπάθειες του σταυροφορικού στρατού να σπάσει τον κλοιό των μουσουλμάνων απέτυχαν και στο τέλος της ημέρας παραδόθηκαν όλοι, εξαντλημένοι από τη δίψα. Ελάχιστοι γλύτωσαν από αυτήν την καταστροφή. Ο Σαλαντίν χάρισε στον Γκυ τη ζωή του, αλλά όχι και στον Ραϋνάλδο, τον οποίο σκότωσε ο ίδιος. Ο Σαλαντίν, μετά από αυτή τη σημαντική του επιτυχία, κατέλαβε τα περισσότερα κάστρα και όλες σχεδόν τις πόλεις που κατείχαν οι σταυροφόροι, εκτός από την Τύρο, την Τρίπολη και την Αντιόχεια. Μπήκε θριαμβευτικά στην Ιερουσαλήμ στις 2 Οκτωβρίου, που παραδόθηκε μετά από σύντομη πολιορκία. Έτσι 88 χρόνια μετά την κατάληψη της πόλης από Χριστιανούς στη διάρκεια της Α΄ Σταυροφορίας, η Ιερουσαλήμ έπεσε ξανά στα χέρια των μουσουλμάνων. Ο Σαλαντίν είχε κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένος.

Κήρυξη μίας νέας Σταυροφορίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα νέα της πτώσης της Ιερουσαλήμ συντάραξαν την Ευρώπη. Όπως λέγεται, ο Πάπας Ουρβανός Γ΄ απεβίωσε συγκλονισμένος από την είδηση αυτή. Ο νέος πάπας, Γρηγόριος Η΄, εξέδωσε παπικό διάταγμα (βούλα) για μία νέα σταυροφορία και κάλεσε τους Χριστιανούς σε νηστεία και μετάνοια. Ιταλοί υπό τον μαρκήσιο του Μομφερράτου, Κορράδο, έσπευσαν να βοηθήσουν τους Χριστιανούς της Παλαιστίνης, ενώ ο πάπας Γρηγόριος Η΄ έστειλε ως λεγάτο τον καρδινάλιο Ερρίκο του Αλμπάνο στη Γαλλία και στη Γερμανία. Ο αυτοκράτορας της Γερμανίας Φρειδερίκος Α΄ Βαρβαρόσσα, που ήταν και βετεράνος της Β΄ Σταυροφορίας, απάντησε θετικά στο κάλεσμα του πάπα και ανέλαβε τον σταυρό το Μάρτιο του 1188.

Στο μεταξύ, το φθινόπωρο του 1187 ο Γουλιέλμος Β΄ της Σικελίας έστειλε στόλο αποτελούμενο από 60 πλοία μαζί με 200 ιππότες, υπό τη διοίκηση τού ναυάρχου του Μαργαριτώνη, να περιπολεί τα παράλια της Παλαιστίνης συστηματικά, για να μην επιτρέψει στον Σαλαντίν να κατακτήσει κανένα από τα λιμάνια, που είχαν τόσο ζωτική σημασία για το Λατινικό Βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Ο Μαργαριτώνης υποχρέωσε το 1188 τον Σαλαντίν να λύσει την πολιορκία του κάστρου Κρακ του Ιωαννιτών Ιπποτών, κοντά στην Τρίπολη της Συρίας. Τον επόμενο χρόνο έλυσε πολιορκίες στο κάστρο του Μαργκάτ, στη Λαττάκια (Λαοδίκεια) και στην Τύρο.

Παράλληλα, ο αρχιεπίσκοπος της Τύρου Γιόσκιους (Ιωσίας) πήγε στην Ευρώπη, για να ζητήσει βοήθεια. Στις 22 Ιανουαρίου του 1189 στη Νορμανδία κήρυξε τη Σταυροφορία μπροστά στον βασιλιά της Αγγλίας, Ερρίκο Β΄, τον Γάλλο βασιλιά, Φίλιππο Β΄ και άλλους ισχυρούς φεουδάρχες από την Αλσατία, τις Κάτω Χώρες, και αλλού. Ο Άγγλος βασιλιάς άρχισε αμέσως τις προετοιμασίες για τη Σταυροφορία και μάλιστα επέβαλλε στους υπηκόους του έναν καινούργιο φόρο, τη δεκάτη του Σαλαδίνου, αλλά απεβίωσε πολύ σύντομα. Στον θρόνο τον διαδέχθηκε ο γιος του, Ριχάρδος Α΄, που συνέχισε τις προετοιμασίες.

Η πορεία του Φρειδερίκου Α΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φρειδερίκος Α΄ Βαρβαρόσσα ξεκίνησε τον Μάιο του 1189 ως επικεφαλής ενός ισχυρού στρατεύματος που περιελάμβανε Τεύτονες Ιππότες, έχοντας προηγουμένως κάνει συμφωνία με τον βασιλιά Μπέλα Γ΄ της Ουγγαρίας και τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Ισαάκιο Β΄ Άγγελο. Ο Φρειδερίκος Α΄ διέσχισε ειρηνικά την Ουγγαρία. Τα γερμανικά στρατεύματα πέρασαν στη Μικρά Ασία από την Καλλίπολη, με τη βοήθεια του βυζαντινού στόλου. Οι Γερμανοί συνέχισαν την πορεία τους με κάποιες μικροσυμπλοκές με τους Βυζαντινούς, μέχρι που εισήλθαν στην τουρκική επικράτεια. Ο Φρειδερίκος Α΄ νίκησε τους Σελτζούκους του Ικονίου σε τρεις μάχες, στο Φιλομήλιο, στο Γιγκλάριο και στο Ικόνιο. Στις αρχές Ιουνίου οι Γερμανοί στρατοπέδευσαν στην όχθη του ποταμού Καλύκαδνου. Όμως στις 10 Ιουνίου ο Φρειδερίκος Α΄ πνίγηκε στο ποτάμι προσπαθώντας να το διαβεί έφιππος. Την ηγεσία του στρατεύματος ανέλαβε ο γιος του Φρειδερίκος της Σουηβίας και οι σταυροφόροι κατάφεραν να φτάσουν στην Αντιόχεια. Μετά πήγαν στην Άκρα, όπου συνάντησαν τους υπόλοιπους Ευρωπαίους και ενίσχυσαν την πολιορκία.

Η πορεία του Ριχάρδου Α΄ και του Φιλίππου Β΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι δύο άλλοι Ευρωπαίοι βασιλείς που επρόκειτο να συμμετάσχουν στη σταυροφορία, ο Ριχάρδος Α΄ και ο Φίλιππος Β΄ ήταν δύο ολότελα διαφορετικοί χαρακτήρες. Είχαν καταφέρει όμως να συμβιβάσουν τις αγγλο-γαλλικές διαφορές και ξεκίνησαν από τη νότια Γαλλία ως φίλοι. Στη συνέχεια ακολούθησαν διαφορετικές πορείες: ο Ριχάρδος Α΄ συναντήθηκε με τον στόλο του στην Μασσαλία, ενώ ο Φίλιππος Β΄ με τον στρατό του κατευθύνθηκε στη Γένοβα, και βρέθηκαν πάλι στην Μεσσήνη της Σικελίας τον Σεπτέμβριο του 1190. Ο προηγούμενος βασιλιάς της Σικελίας, Γουλιέλμος Β΄, που είχε αποβιώσει τον προηγούμενο χρόνο, ήταν σύζυγος της αδελφής του Ριχάρδου Α΄, Ιωάννας. Όταν έφτασε ο Ριχάρδος Α΄ και ο Φίλιππος Β΄ στη Σικελία άφησαν τα μισά στρατεύματα να επιστρέψουν στις χώρες τους, ανάμεσά τους και τα σταυροφορικά τάγματα, αφού είχαν 100.000 στρατιώτες ο καθένας.

1099jerusalem.jpg
Σταυροφορίες
Σταυροφορία του Μπαρμπάστρο
Α΄ Σταυροφορία
Σταυροφορία του λαού
Γερμανική Σταυροφορία, 1096
Σταυροφορία του 1101
Β΄ Σταυροφορία
Γ΄ Σταυροφορία
Δ΄ Σταυροφορία
Σταυροφορία των Αλβιγηνών
Σταυροφορία των παιδιών
Ε΄ Σταυροφορία
ΣΤ΄ Σταυροφορία
Ζ΄ Σταυροφορία
Σταυροφορία των βοσκών
Η΄ Σταυροφορία
Θ΄ Σταυροφορία
Σταυροφορία της Αραγωνίας
Σταυροφορία της Αλεξάνδρειας
Σταυροφορία της Νικόπολης
Σταυροφορία των Χουσσιτών
Σταυροφορία της Βάρνας
Βόρειες Σταυροφορίες

Τελικά τον Μάρτιο του 1191 ο Ταγκρέδος (εξάδελφος του Γουλιέλμου Β΄), ο Ριχάρδος Α΄ και ο Φίλιππος Β΄ ήρθαν σε συμφωνία, με την οποία οι αξιώσεις του Ριχάρδου Α΄ σχετικά με την Ιωάννα ικανοποιούνταν· ο Ριχάρδος Α΄ και ο Φίλιππος Β΄ αναγνώριζαν ως βασιλιά της Σικελίας τον Ταγκρέδο (αν και η νόμιμη διάδοχος ήταν η θεία του Γουλιέλμου, Κωνσταντία) και τέλος, ο Ριχάρδος Α΄ αναγνώριζε ως νόμιμο διάδοχό του τον ανιψιό του, Αρθούρο της Βρετάνης, ο οποίος μόλις ενηλικιωνόταν θα νυμφευόταν με μία κόρη του Ταγκρέδου. Ο Ριχάρδος Α΄ και ο Φίλιππος Β΄ είχαν ιππότες από όλη την Ευρώπη αλλά και από τα σταυροφορικά τάγματα, που επίσης προέρχονταν από όλη την Ευρώπη.

Οι δύο στρατοί, αφού τακτοποιήθηκαν οι εκκρεμότητες στη Σικελία, αναχώρησαν από εκεί για την Παλαιστίνη, στις 30 Μαρτίου ο Γαλλικός, και στις 10 Απριλίου ο Αγγλικός.

Ο στόλος του Ριχάρδου Α΄, μετά από μία καταιγίδα, προσορμίστηκε στην Κύπρο. Είχαν χάσει μερικά καράβια από την καταιγίδα και σε ένα από αυτά βρίσκονταν η Ιωάννα, η Βερεγγάρια (μέλλουσα σύζυγος του Ριχάρδου Α΄) και ένα μεγάλο τμήμα των χρημάτων, που είχαν συγκεντρωθεί για τη σταυροφορία. Λίγες ημέρες αργότερα ανακάλυψαν ότι οι επιβάτες (και μαζί τους τα χρήματα) είχαν αιχμαλωτιστεί από τον ηγεμόνα της Κύπρου, τον Ισαάκιο Κομνηνό, τον άνθρωπο που απέσπασε την Κύπρο από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο Ριχάρδος Α΄ τότε κυρίευσε την Κύπρο, απελευθέρωσε τους δικούς του, αιχμαλώτισε τον Ισαάκιο Κομνηνό και πώλησε αμέσως το νησί στους Ναΐτες Ιππότες. Πριν φύγει από την Κύπρο, ο Ριχάρδος Α΄ τέλεσε τους γάμους του με την Βερεγγάρια.

Ο Φίλιππος Β΄ έφτασε στην Άκρα στις 20 Μαΐου 1191 για να ενισχύσει τους σταυροφόρους, που ήδη πολιορκούσαν την πόλη. Ο Ριχάρδος :Α΄ έφτασε στην Άκρα στις 8 Ιουνίου 1191.

Πολιορκία της Άκρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Άκρα ήταν ένα σπουδαίο λιμάνι και πολύ πλούσιο κέντρο του βασιλείου της Ιερουσαλήμ, που είχε πέσει αμαχητί στα χέρια του Σαλαντίν το Σεπτέμβριο του 1187.

Τον Απρίλιο του 1189 ο Σαλαντίν απελευθέρωσε τον Γκυ των Λουζινιάν, του οποίου η χρησιμότητα είχε εκμηδενιστεί. Αφού απελευθερώθηκε, ο Γκυ προσπάθησε να εγκαταστήσει την έδρα του στην Τύρο. Ο Κορράδος του Μομφερράτου, ο οποίος είχε ηγηθεί της επιτυχημένης άμυνας στην πολιορκία από τον Σαλαντίν, αρνήθηκε να του την παραδώσει, με τη δικαιολογία ότι μαζί με την Ιερουσαλήμ ο Γκυ είχε χάσει και το βασιλικό αξίωμά. Μετά την αποτυχία του στην Τύρο, ο Γκυ αποφάσισε να επιτεθεί στην Άκρα. Η αιφνιδιαστική επίθεση του Γκυ απέτυχε και αποφάσισε να πολιορκήσει την Άκρα. Η είδηση της πολιορκίας της Άκρας εξαπλώθηκε με μεγάλη ταχύτητα σε όλη την Ευρώπη και πολλοί ξακουστοί και ισχυροί φεουδάρχες έσπευδαν να λάβουν μέρος σε αυτή. Ταυτόχρονα ο ίδιος ο Σαλαντίν έσπευσε στην Άκρα, για να βοηθήσει την πολιορκούμενη φρουρά της. Στρατοπέδευσε στα περίχωρα της Άκρας προσπαθώντας να περνά τρόφιμα και εφόδια μέσα στην πόλη, ενώ εμπόδιζε τον δια ξηράς ανεφοδιασμό των πολιορκητών από την Τύρο. Οι σταυροφόροι προσπάθησαν να τον απωθήσουν, αλλά απέτυχαν.

Εν τω μεταξύ ενισχύσεις κατέφθαναν συνεχώς από την Ευρώπη. Στο στρατόπεδο των σταυροφόρων άρχισαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα σίτισης και πολλές αρρώστιες εκδηλώθηκαν ανάμεσα στους πολιορκητές. Από ασθένεια απεβίωσε η σύζυγος του Γκυ, βασίλισσα Σιβύλλα, γεγονός που πυροδότησε νέες δυναστικές έριδες. Ο Κορράδος του Μομφερράτου νυμφεύθηκε την αδελφή της, Ισαβέλλα, για να αποκτήσει δικαιώματα στον θρόνο της Ιερουσαλήμ. Από ασθένεια απεβίωσαν τον χειμώνα του 1190-1191 ο Λατίνος πατριάρχης της Ιερουσαλήμ Ηράκλειος, ο Φρειδερίκος της Σουηβίας -το τέλος του οποίου άφησε προσωρινά τα γερμανικά στρατεύματα χωρίς ηγεσία- και πολλοί άλλοι διοικητές και απλοί στρατιώτες. Τον Απρίλιο του 1191 έφτασε στην Άκρα ο Λεοπόλδος δούκας της Αυστρίας και ανέλαβε την ηγεσία του γερμανικού στρατεύματος. Ο Ερρίκος της Καμπανίας μόλις που γλύτωσε.

Στις 20 Μαΐου έφτασε στο στρατόπεδο των πολιορκητών ο βασιλιάς Φίλιππος Β΄ με το κύριο σώμα των 50.000 Γάλλων σταυροφόρων και στις 8 Ιουνίου του 1191 ο Ριχάρδος Α΄ με τους με άλλους 50.000 Άγγλους σταυροφόρους. Οι δυσκολίες συνεχίστηκαν, αλλά όλα έδειχναν ότι το τέλος της πολιορκίας πλησίαζε. Η φρουρά της αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει και να παραδώσει την Άκρα στις 12 Ιουλίου του 1191. Έτσι τελείωσε η επική πολιορκία. Η νίκη όμως κηλιδώθηκε από τη σφαγή 2.700 αιχμαλώτων τον Αύγουστο από τον Ριχάρδο Α΄.

Ο βασιλιάς Φίλιππος Β΄, μετά το τέλος της πολιορκίας, αποφάσισε να επιστρέψει στη Γαλλία. Αλλά και ο δούκας Λεοπόλδος γύρισε πίσω στην Αυστρία προσβεβλημένος από τον Ριχάρδο Α΄. Έτσι ο Ριχάρδος Α΄ έμεινε ο μοναδικός ανώτατος διοικητής των σταυροφορικών δυνάμεων.

Μάχη του Αρσούφ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Μάχη του Αρσούφ

Μετά την πολιορκία της Άκρας οι σταυροφόροι αποφάσισαν να προχωρήσουν νότια και να καταλάβουν τη Γιάφα, από όπου θα μπορούσαν να συνεχίσουν προς το εσωτερικό της Παλαιστίνης και την Ιερουσαλήμ. Στις 7 Σεπτεμβρίου ο Σαλαντίν επιτέθηκε στο στρατό των σταυροφόρων στο Αρσούφ, λίγο πιο βόρεια από τη Γιάφα. Οι σταυροφόροι κράτησαν τις θέσεις τους και προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στο στρατό του Σαλαντίν, που αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Η μάχη έληξε με νίκη των σταυροφόρων δίνοντας τους μεγάλη υπερηφάνια, αφού ήταν η πρώτη φορά που νικούσαν τους Σαρακηνούς σε μάχη μετά το Χαττίν. Ο δρόμος για τη Γιάφα ήταν ανοικτός.

Διαπραγματεύσεις και συνέχεια των εχθροπραξιών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ριχάρδος Α΄, όταν έφτασε στην Γιάφα, προσπάθησε να διαπραγματευθεί με τον Σαλαντίν. Οι διαπραγματεύσεις ήταν μία ευκαιρία ανασυγκρότησης και για τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Οι σταυροφόροι θα ξεκουράζονταν για λίγο καιρό και οι μουσουλμάνοι θα αναπλήρωναν τις απώλειές τους. Η πρότασή του ήταν να νυμφευτεί ο αδελφός του Σαλαντίν, Ελ Αντίλ, την αδελφή του Ριχάρδου, Ιωάννα, και να κυβερνήσουν τις περιοχές του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ που κατείχαν και οι σταυροφόροι και οι μουσουλμάνοι. Η Ιερουσαλήμ θα ήταν ανοικτή τόσο στους μουσουλμάνους όσο και στους χριστιανούς προσκυνητές. Η άρνηση της Ιωάννας γι' αυτόν τον γάμο έθεσε τέλος στις διαπραγματεύσεις. Μετά την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων, και ενώ είχε φτάσει ο Νοέμβριος του 1191, ο Ριχάρδος Α΄ αποφάσισε να προχωρήσει στο εσωτερικό, για να επιτεθεί στην Ιερουσαλήμ. Φτάνοντας κοντά στην Ιερουσαλήμ άλλαξε γνώμη, καθώς θα ήταν ασύνετο να πολιορκήσει την πόλη στη διάρκεια του χειμώνα, ενέργεια που θα έπληττε κυρίως τους σταυροφόρους, αφού θα ήταν αναγκασμένοι να μείνουν στην ύπαιθρο γύρω από την πόλη, για όσο διαρκούσε η πολιορκία. Αποφάσισε την επιστροφή στα παράλια και, δουλεύοντας μαζί με το στρατό του, έκτισαν ξανά το κάστρο της Ασκαλώνος. Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν στο πρώτο μισό του 1192.

Παράλληλα, τους σταυροφόρους απασχολούσε η διαμάχη του Γκυ με τον Κορράδο για τον θρόνο της Ιερουσαλήμ. Ο Ριχάρδος Α¨ κατάλαβε ότι κανένας αξιωματούχος του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ δεν ήθελε να έχει ξανά για βασιλιά του τον Γκυ και απέσυρε την υποστήριξή του από αυτόν. Τον Απρίλιο του 1192 οι Ναΐτες Ιππότες επέστρεψαν την Κύπρο στον Ριχάρδο Α΄, επειδή ο τοπικός πληθυσμός είχε εξεγερθεί εναντίον της σκληρής διακυβέρνησής τους και της βαριάς φορολογίας που είχαν επιβάλει. Λίγο αργότερα ο Ριχάρδος Α΄ πώλησε την Κύπρο στον έκπτωτο Γάλλο βασιλιά της Ιερουσαλήμ Γκυ των Λουζινιάν, με αντάλλαγμα την παραίτηση του Γκυ από τα δικαιώματά του στο Βασίλειο της Ιερουσαλήμ.

Στις 28 Απριλίου του 1192, λίγες ημέρες μετά την αναγνώρισή του ως βασιλιά της Ιερουσαλήμ, ο Κορράδος δολοφονήθηκε από δύο Ασασίνους. Οι Ασασίνοι είχαν διαφορές μαζί του. Ο Κορράδος λίγο καιρό νωρίτερα είχε αρπάξει εμπόρευμα, που ανήκε στους Ασασίνους και αρνιόταν να το επιστρέψει. Αρκετοί σταυροφόροι κατηγόρησαν τον Ριχάρδο Α΄ ότι βρισκόταν πίσω από τη δολοφονία. Τίποτε όμως δεν αποδείχθηκε. Λίγες ημέρες μετά τη δολοφονία η Ισαβέλλα παντρεύτηκε τον Ερρίκο της Καμπανίας, για να μη μείνουν οι σταυροφόροι της περιοχής ξανά χωρίς βασιλιά.

Τον Ιούνιο του 1192 ο Ριχάρδος Α΄ προχώρησε ξανά προς την Ιερουσαλήμ. Στρατοπέδευσε στην Χεβρώνα, όπου ήταν αρκετά κοντά ώστε να μπορεί να βλέπει την Ιερουσαλήμ. Ο Σαλαντίν όλον αυτόν τον καιρό είχε ενισχύσει τα τείχη της Ιερουσαλήμ, είχε επιχωματώσει τα πηγάδια και είχε καταστρέψει τις πηγές γύρω από την πόλη, ώστε οι σταυροφόροι να μην μπορούν να βρουν πόσιμο νερό. Ο Σαλαντίν βρισκόταν με ένα μέρος του στρατού μέσα στην πόλη και ο υπόλοιπος στρατός του ήταν στα βουνά της γύρω περιοχής.

Οι σταυροφόροι αντιμετώπιζαν ένα σοβαρό δίλημμα, την υποχώρηση και την ντροπή ή την επίθεση και την καταστροφή. Το μόνο που είχε να κάνει ο Σαλαντίν ήταν να περιμένει. Τελικά ο Ριχάρδος Α¨, αντιλαμβανόμενος ότι ακόμη και αν κατάφερνε να καταλάβει την Ιερουσαλήμ δεν θα κατάφερνε να την κρατήσει, διέταξε υποχώρηση. Ένα σχέδιο να κατευθυνθεί στην Αίγυπτο και να καταλάβει το Κάιρο απέτυχε. Στην οπισθοχώρηση η πειθαρχία χαλάρωσε υπερβολικά, πολλοί σταυροφόροι αρνήθηκαν να συμμετάσχουν σε επίθεση στην Αίγυπτο και έτσι ο στρατός επέστρεψε στην Άκρα.

Μάχη της Γιάφας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Μάχη της Γιάφας
Ριχάρδος και Σαλαντίν (από μεσαιωνικό χειρόγραφο).

Σχεδόν ταυτόχρονα με την υποχώρηση των σταυροφόρων ο Σαλαντίν βγήκε από την Ιερουσαλήμ και επιτέθηκε στη Γιάφα. Η πόλη κατελήφθη γρήγορα από τους Σαρακηνούς και η φρουρά της κλείστηκε στο κάστρο της πόλης. Τα νέα έφτασαν στην Άκρα και όταν τα έμαθε ο Ριχάρδος Α΄, επέλεξε κάποιους από τους άνδρες του και επιβιβάστηκαν σε 7 πλοία με κατεύθυνση τη Γιάφα. Ο υπόλοιπος στρατός θα έφτανε από την ξηρά.

Φτάνοντας στη Γιάφα ο Ριχάρδος Α΄ με τους άντρες του αποβιβάστηκαν και κατάφεραν μέχρι να πέσει η νύχτα να διώξουν τους μουσουλμάνους από την πόλη. Το πρωί έφτασε ο υπόλοιπος σταυροφορικός στρατός. Ο Σαλαντίν διέταξε ξανά επίθεση και η μάχη έξω από τη Γιάφα διήρκεσε αρκετές ώρες, μέχρι να διατάξει τους άντρες του να υποχωρήσουν. Η μάχη τελείωσε με νίκη των σταυροφόρων. Είχαν διατηρήσει τις θέσεις τους και είχαν σιγουρέψει την κυριαρχία τους στη Γιάφα. Γι' αυτούς τους λόγους το ηθικό και η αυτοπεποίθησή τους ήταν αρκετά υψηλά, ενώ των Σαρακηνών και του Σαλαντίν είχαν πέσει πάρα πολύ, καθώς συνειδητοποίησαν ότι δεν ήταν αρκετά ισχυροί ώστε να εκδιώξουν μια και καλή τους σταυροφόρους από την Παλαιστίνη. Η μάχη έδειξε και στους δύο αντιπάλους ότι ήταν ισοδύναμοι. Οι σταυροφόροι κατείχαν σταθερά τα παράλια και οι Σαρακηνοί το εσωτερικό, αλλά κανένας δεν ήταν τόσο ισχυρός, ώστε να κυριαρχήσει και στα παράλια και στην ενδοχώρα.

Συμφωνία ειρήνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ριχάρδος Α΄ αποφάσισε ότι ήταν ώρα να επιστρέψει στην πατρίδα του. Αλλά και ο Σαλαντίν είχε πολεμήσει για πολλά χρόνια και χρειαζόταν την ειρήνη για να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις του και να αναπληρώσει τις απώλειές του. Έτσι έκαναν συμφωνία στις 2 Σεπτεμβρίου του 1192 με τους εξής όρους:

  • Οι δύο αντιμαχόμενοι συμφωνούσαν σε ανακωχή, που θα διαρκούσε για τρία χρόνια.
  • Το βασίλειο της Ιερουσαλήμ θα εκτεινόταν στην παράλια ζώνη από την Τύρο μέχρι και τη Γιάφα.
  • Οι οχυρώσεις της Ασκαλώνος θα γκρεμίζονταν και η πόλη θα επέστρεφε ανοχύρωτη στην κυριαρχία του Σαλαντίν.
  • Οι Χριστιανοί προσκυνητές και επισκέπτες θα μπορούσαν ανεμπόδιστα και με ασφάλεια να πηγαίνουν στην Ιερουσαλήμ.

Ο Ριχάρδος Α΄ με τον όρο της τρίχρονης ανακωχής προσπαθούσε να μην χάσει σε γόητρο, αφού αν ήταν διαφορετικά διατυπωμένος, ως όρος για ειρήνη, θα αποδεχόταν ότι δεν μπορούσε να καταλάβει την Ιερουσαλήμ. Θεωρητικά τρία χρόνια ήταν αρκετά για να γυρίσει στη χώρα του, να τακτοποιήσει τις υποθέσεις του και να επιστρέψει στην Παλαιστίνη με ακόμη μεγαλύτερο στρατό.

Τα μετέπειτα γεγονότα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σαλαντίν απεβίωσε το 1193 στη Δαμασκό της Συρίας. Όταν άνοιξαν το θησαυροφυλάκιό του διαπίστωσαν ότι μέσα δεν υπήρχαν αρκετά χρήματα για την κηδεία του. Είχε μοιράσει όλη του την περιουσία στους φτωχούς υπηκόους του[1]. Μετά το τέλος του ξέσπασε διαμάχη, αρχικά μεταξύ των γιων του και αργότερα και του αδελφού του, Ελ Αντίλ, που αναδείχθηκε ο τελικός κυρίαρχος σε όλη την επικράτεια του Σαλαντίν το 1200.

Ο Γκυ ετελεύτησε στην Κύπρο το 1194. Την Κύπρο κληρονόμησε ο αδελφός του Γκυ, ο Αμορί (ή Αμαλάριχος). Το 1197 η Κύπρος αναγνωρίστηκε ως Βασίλειο.

Ο Ερρίκος της Καμπανίας απεβίωσε το 1197 από ατύχημα: έπεσε από το μπαλκόνι του παλατιού του στην Άκρα, στη διάρκεια μίας παρέλασης. Η Ισαβέλλα παντρεύτηκε σε τέταρτο γάμο τον Αμορί/Αμάλριχο της Κύπρου το 1198.

Ο Ριχάρδος Α΄ δεν επέστρεψε ποτέ στην Παλαιστίνη. Έφυγε από τους Αγίους Τόπους και προσπάθησε να φτάσει στην Αγγλία μέσω Γερμανίας μεταμφιεσμένος σε προσκυνητή. Κοντά στη Βιέννη αιχμαλωτίστηκε από τον Λεοπόλδο της Αυστρίας, που δεν είχε ξεχάσει την προσβολή του από τον Ριχάρδο Α΄ στην Άκρα. Στη συνέχεια παραδόθηκε στον Γερμανό αυτοκράτορα και γιο του Φρειδερίκου Α¨, Ερρίκο ΣΤ΄. Η συμφωνία που είχε κάνει ο Ριχάρδος Α΄ με τον Τανκρέδο της Σικελίας το 1191 αγνοούσε τα δικαιώματα της Κωνσταντίας, συζύγου του Ερρίκου ΣΤ΄, στον Σικελικό θρόνο. Μία άλλη κατηγορία που προσάφθηκε στον Ριχάρδο Α΄ ήταν η δολοφονία του Κορράδου του Μομφερράτου. Ο Ριχάρδος Α΄ απελευθερώθηκε το 1194, αφού συμφώνησε να πληρώσει ως λύτρα 150.000 ασημένια μάρκα. Τα επόμενα χρόνια συμφιλιώθηκε με τον αδελφό του, Ιωάννη τον Ακτήμονα, που αναγνώρισε τη βασιλική εξουσία του Ριχάρδου Α΄ και προσπάθησε να διατηρήσει τις κτήσεις του στη Γαλλία απέναντι στις βλέψεις του Φιλίππου Β¨. Το 1199 τραυματίστηκε στον ώμο από ένα βέλος κατά την πολιορκία του Σαλύ, στη Γαλλία. Απεβίωσε από γάγγραινα λίγο αργότερα. Μετά το τέλος του βασιλιάς της Αγγλίας και κληρονόμος των Γαλλικών κτήσεών του έγινε ο αδελφός του, Ιωάννης. Όμως απέτυχε να υπερασπίσει την επικράτειά του ενάντια στον Φίλιππο Β΄, που κατάφερε τελικά να κυριαρχήσει σε όλη τη βόρεια Γαλλία.

Η αποτυχία της Γ΄ Σταυροφορίας να καταληφθεί η Ιερουσαλήμ οδήγησε στη διεξαγωγή της Δ΄ Σταυροφορίας, λίγα χρόνια αργότερα.

Το βασίλειο της Ιερουσαλήμ επέζησε μέχρι το 1291, όταν η Άκρα καταλήφθηκε από τους Μαμελούκους.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Λήμμα Σταυροφορίες, Παγκόσμια Ιστορία Τόμος Β΄, Εκδοτική Αθηνών.
  • Η πολιορκία της Άκρας (1189-1191), άρθρο του Δημήτρη Σταυρόπουλου, περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία,τεύχος 106, Ιούνιος 2005

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. The Rare and Excellent History of Saladin, Bahā'al-dīn Ibn Shaddād, trans D.S. Richards, Ashgate 2002, p. 25 and 244

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]