Μπάλιαν του Ιμπελέν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Μπάλιαν ήταν ο νεότερος γιος του Μπάρισαν του Ιμπελέν και αδελφός του Ούγου και του Βαλδουίνου. Ο πατέρας του, ο οποίος ήταν ιππότης στο νομό της Γιάφα, είχε ανταμειφθεί ως άρχοντας του Ιμπελίν, μετά την εξέγερση του Ούγου Β΄ του Le Puiset. Ο Μπάρισαν παντρεύτηκε την Helvis της Ramla, που ήταν κληρονόμος του πλούσιου άρχοντα της Ramla. Ο Μπάλιαν λεγόταν και Μπάρισαν, αλλά φαίνεται ότι το όνομά του έχει προσαρμοστεί με το παλαιό γαλλικό Μπάλιαν. Επίσης αναφέρεται ως Μπάλιαν ο νεώτερος ή Μπάλιαν Β’ όταν αναφέρεται ως Μπάλιαν και ο πατέρας του. Η ακριβής χρονολογία γέννησης παραμένει άγνωστη, αλλά είναι γνωστό ότι όταν πρωτοεμφανίστηκε στους χάρτες το 1158 ήταν ενήλικας (συνήθως η ενήλικη ηλικία ήταν από 15 ετών και πάνω), και είχε χαρακτηριστεί ως ανήλικος ("infra annos") το 1155. Μετά το θάνατο του μεγαλύτερου αδελφού του Ούγου, το κάστρο του Ιμπελίν πέρασε στα χέρια του επόμενου αδελφού, του Βαλδουίνου. Ο Βαλδουίνος όμως προτίμησε να παραμείνει άρχοντας της Ramla και έτσι παραχώρησε το κάστρο στον Μπάλιαν. Αυτός πήγε στο Ιμπελίν ως υποτελής του αδελφού του και έμμεσα ως υποτελής του βασιλιά.

Διαμάχες Διαδοχής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αδελφός του Βαλδουίνος της Ράμλα υποστήριζε τον Ραϊμόνδο Γ’ της Τρίπολης έναντι του Miles του Plancy κατά την εκλογή του ως αντιβασιλιά του βασιλιά Βαλδουίνου Δ΄ Ανζού (γιου του Αμαλρίκ Α΄) το 1174, και το 1177 τα αδέλφια ήταν παρόντα στην μάχη του Montgisard, οδηγώντας στην νίκη έναντι του ισχυρότερου σημείου της μουσουλμανικής παράταξης. Τον ίδιο χρόνο ο Μπάλιαν παντρεύεται την Μαρία την Κομνηνή, χήρα του βασιλιά Αμαλρίκ Α΄ Ανζού και έγινε πατριός της κόρης της πριγκίπισσας Ισαβέλλας Ανζού. Ο ίδιος έγινε άρχοντας του Ναμπλούς, το οποίο ήταν δώρο της Μαρίας κατά το γάμο της με τον Αμαλρίκ Α΄. Το 1179, όταν ο Βαλδουίνος της Ράμλα συνελήφθη από τον Σαλαντίν, κατά τη μάχη στο Πέρασμα του Ιακώβ, ο ίδιος βοήθησε να βρεθούν τα λύτρα για την απελευθέρωσή του. Τελικά, τον επόμενο χρόνο τα λύτρα αυτά πληρώθηκαν από τον Μανουήλ Α’ Κομνηνό Αυτοκράτορα των Ρωμαίων, ο οποίος ήταν θείος της Μαρίας.

Το 1183 ο Μπάλιαν και ο Βαλδουίνος της Ράμλα υποστήριξαν τον Ραϋμόνδο Γ΄ εναντίον του Γκυ των Λουζινιάν, δεύτερο σύζυγο της Σιβύλλας και μέχρι τότε αντιβασιλιά του Βαλδουίνου Δ΄, ο οποίος έπασχε από λέπρα. Ο βασιλιάς έστεψε τον πεντάχρονο ανιψιό του (γιο της Σιβύλλας από τον πρώτο της σύζυγο) τον Βαλδουίνο Ε΄ τον Μομφερρατικό συμβασιλιά στη διάρκεια της ζωής του, προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να εμποδίσει τον Γκυ να γίνει βασιλιάς. Λίγο πριν τον θάνατό του την άνοιξη του 1185, ο Βαλδουίνος Δ’ διέταξε να φορεθεί από τον Βαλδουίνο Ε’ το επίσημο στέμμα που φυλασσόταν στην Εκκλησία του Πανάγιου Τάφου. Ήταν ο ίδιος ο Μπάλιαν, ένας σχετικά ψηλός άνδρας, ο οποίος έφερε τον νεαρό Βαλδουίνο Ε’ στους ώμους του στην τελετή, το οποίο φανερώνει την υποστήριξη της οικογένειας της Ισαβέλλας προς τον ανιψιό της. Λίγο αργότερα το οκτάχρονο αγόρι θα γίνει μοναδικός βασιλιάς. Όταν πέθανε και αυτός το 1186 ο Μπάλιαν και η Μαρία Κομνηνή, με την υποστήριξη του Ραϋμόνδου Α΄, προέβαλαν την κόρη της Μαρίας, την Ισαβέλλα Ανζού, που τότε ήταν περίπου δεκατεσσάρων ετών, ως διάδοχο του θρόνου. Παρόλα αυτά ο άνδρας της, Χάμφρεϋ Δ’ του Τορόν αρνήθηκε το στέμμα και ορκίστηκε υποτέλεια στον Γκυ. Ο Μπάλιαν αναγκάστηκε να ορκιστεί και αυτός στον Γκυ, ενώ ο αδελφός του αρνήθηκε να πράξει αναλόγως και εξορίστηκε στην Αντιόχεια. Ο Βαλδουίνος της Ράμλα τοποθέτησε τον Μπάλιαν υπεύθυνο για την ανατροφή του γιου του, του μέλλοντα άρχοντα της Ράμλα, ο οποίος δεν ακολούθησε τον πατέρα του στην Αντιόχεια.

Η διαμάχη μεταξύ του Ραϋμόνδου Γ΄ και του Γκυ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπάλιαν παρέμεινε στο Βασίλειο ως σύμβουλος του Γκυ. Στα τέλη του 1186, ο Σαλαντίν σουλτάνος της Αιγύπτου και της Δαμασκού, απείλησε τα σύνορα του Βασιλείου έπειτα από επίθεση του Ραϋνάλδου του Σατιγιόν άρχοντα της Υπεριορδανίας, συμμάχου του Γκυ, σε ένα μουσουλμανικό καραβάνι. Ο Σαλαντίν ήταν σύμμαχος με τη φρουρά της Τιβεριάδας στη βόρεια πλευρά του Βασιλείου, μια περιοχή που βρισκόταν στα χέρια του Ραϋμόνδου Γ’. Ο Γκυ μάζεψε τον στρατό του στη Ναζαρέτ, με σκοπό να πολιορκήσει την Τιβεριάδα, αλλά ο Μπάλιαν διαφώνησε με αυτό και αντί αυτού πρότεινε στον Γκυ να στείλει απεσταλμένους στον Ραϋμόνδο Γ΄ στην Τρίπολη, με την ελπίδα ότι οι δύο τους θα μπορούσαν να συμβιβαστούν, προτού ο Γκυ κάνει καμία ανόητη επίθεση στον μεγάλο στρατό του Σαλαντίν. Η πρώτη πρεσβεία απέτυχε και έτσι η κατάσταση παρέμεινε αμετάβλητη καθ’όλη τη διάρκεια των πρώτων μηνών του 1187. Μετά το Πάσχα του ίδιου έτους, ο Μπάλιαν, ο Gerard του Ridefort Μέγας Μάγιστρος των Ναϊτών Ιπποτών, ο Roger des Moulins Μέγας Μάγιστρο των Ιωαννιτών Ιπποτών, ο Reginald της Σιδώνος και ο Joscius αρχιεπίσκοπος της Τύρου στάλθηκαν σε μια νέα πρεσβεία στην Τρίπολη. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού σταμάτησαν στο φέουδο του Μπάλιαν της Ναμπλούς και ο Μπάλιαν σχεδίαζε να μείνει λίγο πιο πίσω από τους άλλους, ενώ οι άλλοι προχώρησαν. Την 1η Μαΐου οι Ναΐτες και οι Ιωαννίτες νικήθηκαν από τον γιο του Σαλαδίνου, al-Afdal, στη μάχη του Cresson. Ο Μπάλιαν ήταν ακόμα μια μέρα πίσω και επίσης είχε σταματήσει στη Σαμάρεια, προκειμένου να συμμετάσχει σε μια ημέρα εορτής. Αφού έφθασε στο κάστρο του La Fève, όπου οι Ναΐτες και οι Ιωαννίτες είχαν προηγουμένως στρατοπεδεύσει, παρατήρησε ότι το μέρος ήταν ερημωμένο και σύντομα πληροφορήθηκε για την καταστροφική μάχη που είχε συμβεί από τους λιγοστούς επιζήσαντες. Ο Ραϋμόνδος Γ΄ έμαθε και αυτός με την σειρά του για την μάχη και αφού συνάντησε την πρεσβεία στην Τιβεριάδα, συμφώνησε να τους συνοδεύσει πίσω στην Ιερουσαλήμ. Είχε επιτραπεί στον στρατό του Αλ-Αφδάλ να εισέρχεται στο βασίλειο μέσω συμφωνίας με τον Ραϋμόνδο Γ΄, ο κόμης όμως τώρα μετάνιωσε για τις πράξεις του και συμφιλιώθηκε με τον Γκυ. Ο Γκυ προχώρησε βόρεια και στρατοπέδευσε στην Sephoria και στη συνέχεια διέσχισε με τον στρατό του την ξερή και άγονη πεδιάδα για να ανακουφίσει την Τιβεριάδα. Οι στρατιώτες δεν είχαν νερό και δεχόταν αιφνιδιαστικές επιθέσεις από τους άνδρες του Σαλαντίν, ενώ τελικά περικυκλώθηκαν στα «Κέρατα του Χαττίν» (ο λόφος στους πρόποδες του οποίου βρίσκεται η πόλη Χαττίν) στις αρχές του Ιουλίου. Στη μάχη που ακολούθησε στις 4 Ιουλίου, παρόλο που ο Μπάλιαν και ο Joscelin III της Εδέσσης διηύθυναν την οπισθοφυλακή, ο στρατός ηττήθηκε από τους Μουσουλμάνους.

H ήττα αυτή είχε καταστροφικές συνέπειες για το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Ο βασιλιάς Γκυ πιάστηκε αιχμάλωτος και σχεδόν όλες οι πόλεις και τα κάστρα έπεσαν σύντομα στα χέρια του Σαλαντίν. Ο Μπάλιαν και ο Ραϋμόνδος Γ΄ ήταν από τους λίγους ευγενείς που πρόλαβαν να καταφύγουν στην Τύρο. Ο Ραϋμόνδος Γ΄ σύντομα έφυγε για να υπερασπιστεί τις περιοχές του και έτσι η Τύρος έμεινε υπό την ηγεσία του Κορράδου του Μονφερά, θείου του Βαλδουίνου Ε΄. Ο Μπάλιαν έγινε ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς συμμάχους του. Ο Μπάλιαν ζήτησε άδεια από τον Σαλαντίν να επιστρέψει μέσα από τις γραμμές στην Ιερουσαλήμ για να συνοδεύσει τη σύζυγό του και τα παιδιά τους στην Τρίπολη. Ο Σαλαντίν το επέτρεψε αυτό, υπό τον όρο να εγκαταλείψει εκείνος οριστικά την πόλη και να ορκιστεί να μην ξανασηκώσει ποτέ όπλο εναντίον του.

Η Άμυνα της Ιερουσαλήμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ο Μπάλιαν και η μικρή ομάδα των ιπποτών του έφτασαν στην πόλη, οι κάτοικοι τους παρακάλεσαν να μείνουν. Ο ίδιος απαλλάχθηκε από τον όρκο του στον Σαλαντίν σύμφωνα με τον Πατριάρχη Ηράκλειο, ο οποίος υποστήριξε ότι η σωτηρία της Χριστιανοσύνης στην Ιερουσαλήμ ήταν πιο ισχυρή από τον όρκο του σε έναν άνδρα, ο οποίος δεν είναι καν χριστιανός. Ο Μπάλιαν ανέλαβε να ηγηθεί της άμυνας της πόλης, επειδή όμως παρατήρησε ότι υπήρχαν δεκατέσσερις αν όχι και λιγότεροι ιππότες, έχρισε εξήντα νέους από την τάξη των αστών και των εκπαιδευόμενων ιπποτών. Η βασίλισσα Σιβύλλα φαίνεται ότι δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο στην υπεράσπιση της πόλης. Ο Μπάλιαν μαζί με τον Ηράκλειο προετοιμάστηκαν για την αναπόφευκτη πολιορκία που επρόκειτο να ακολουθήσει, αποθηκεύοντας τρόφιμα και χρήματα. Και όντως ο Σαλαντίν έφθασε στην πόλη για να την πολιορκήσει τον Σεπτέμβριο, αφού είχε κατακτήσει σχεδόν όλο το υπόλοιπο βασίλειο συμπεριλαμβανουμένων του Ιμπελίν, του Ναμπλούς, της Ράμλα και της Ασκαλώνος. Ο σουλτάνος δεν ένιωσε καθόλου κακή διάθεση απέναντι στον Μπάλιαν, που είχε παραβιάσει τον όρκο του και ως ένδειξη αυτού κανόνισε να συνοδευτούν η Μαρία Κομνηνή και τα παιδιά τους στην Τρίπολη με ασφάλεια. Δεδομένου ότι ο ανώτερος άρχοντας παρέμεινε στην Ιερουσαλήμ, οι μουσουλμάνοι πίστευαν λίγο πολύ ότι κατείχε έναν τίτλο ισότιμο με εκείνον του βασιλιά.

Ο Σαλαντίν γκρέμισε τμήματα των τειχών, αλλά δεν μπόρεσε να εισέλθει στην πόλη. Ο Μπάλιαν τότε πήγε έξω για να συναντήσει τον σουλτάνο και τον ενημέρωσε ότι οι υπερασπιστές της πόλης θα προτιμούσαν να σκοτώσουν ο ένας τον άλλο και να καταστρέψουν την πόλη, από το να την δουν να καταλύεται με την βία. Έπειτα από διαπραγματεύσεις, αποφασίστηκε ότι η πόλη θα παραδοθεί ειρηνικά και ότι ο Σαλανδίνος θα ελευθέρωνε επτά χιλιάδες άνδρες με χρηματικό αντίτιμο, όπου δύο γυναίκες ή δέκα παιδιά θα μπορούσαν να πάρουν την θέση κάθε άνδρα για την ίδια τιμή. Ο Μπάλιαν παρέδωσε τα κλειδιά του Πύργου του Δαβίδ στις 2 Οκτωβρίου. Κάπου εκεί υπήρξε μια περίοδος πενήντα ημερών για την πληρωμή των λύτρων. Αυτοί που δεν μπορούσαν να πληρώσουν για την ελευθερία τους γινόταν σκλάβοι. Παρόλα αυτά ο Σαλαδίνος ελευθέρωσε μερικούς από αυτούς και έδωσε την δυνατότητα για μια ομαλή και γαλήνια πορεία μακρυά από την Ιερουσαλήμ, εμποδίζοντας αυτού του είδους την σφαγή που είχε συμβεί όταν οι Σταυροφόροι κατέλαβαν την πόλη το 1099. Ο Μπάλιαν και ο Πατριάρχης Ηράκλειος πρόσφεραν τους εαυτούς τους σαν όμηρους για την απολύτρωση των υπόλοιπων Φράγκων πολιτών, αλλά ο Σαλανδίνος αρνήθηκε. Οι κάτοικοι πρόλαβαν να φύγουν σε τρεις ομάδες. Ο Μπάλιαν και ο Πατριάρχης οδήγησαν τη τρίτη και ήταν οι τελευταίοι που έφευγαν από την πόλη, πιθανώς γύρω στις 20 Νοεμβρίου. Ο Μπάλιαν γύρισε στην σύζυγο και τα παιδιά του στην Τρίπολη.

Ο Μπάλιαν ως δημιουργός βασιλέων και η Τρίτη Σταυροφορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πτώση της Ιερουσαλήμ και ο θάνατος της Σιβύλλας κατά την πολιορκία της Άκρας το 1190, οδήγησε σε διαμάχη για τον θρόνο του βασιλείου. Η προγονή του Μπάλιαν, η Ισαβέλλα ήταν πλέον η νόμιμη βασίλισσα, όμως ο Γκυ αρνήθηκε κατηγορηματικά να της δώσει τον τίτλο του και ο άνδρας της Ισαβέλλας ο Χάμφρεϋ –ο οποίος την είχε παρατήσει το 1186- παρέμενε πιστός σε αυτόν. Αν η Ισαβέλλα ήθελε να επιτύχει, τότε αναμφισβήτητα χρειαζόταν έναν νέο σύζυγο, πολιτικά αποδεκτό αλλά και να είχε τις κατάλληλες στρατιωτικές ικανότητες. Ο προφανής υποψήφιος ήταν ο Κορράδος του Μονφερά, ο οποίος είχε κάποια αξίωση ως θείος του Βαλδουίνου Ε’. Ο Μπάλιαν και η Μαρία έπιασαν την Ισαβέλλα και της μίλησαν με σκοπό να την πείσουν να συμφωνήσει, ώστε να βγει το διαζύγιο. Υπήρχαν προηγούμενα: η ακύρωση του πρώτου γάμου του Αμαλρίκ Α΄ με την Αγνή του Κουρτεναί και οι (ανεπιτυχείς) προσπάθειες ώστε να αναγκαστεί η Σιβύλλα να χωρίσει τον Γκυ. Ο γάμος της Ισαβέλλας ακυρώθηκε από τον Αλμπέρτο Λανφράντς, αρχιεπίσκοπο της Πίζας, ο οποίος ήταν παπικός απεσταλμένος και τον Φίλιππο του Ντρε, επίσκοπο της Μποβέ. Ο επίσκοπος της Μποβέ στη συνέχεια πάντρεψε τον Κορράδο (αμφιλεγόμενα βέβαια, διότι ο αδελφός του είχε παντρευτεί την αδελφή της και ο ίδιος δεν ήταν σίγουρο αν είχε πάρει τελικά διαζύγιο από την Βυζαντινή σύζυγό του[1]). Η διαδοχή της θέσης παρατάθηκε από την άφιξη του Ριχάρδου Α’ της Αγγλίας και του Φιλίππου Β΄ της Γαλλίας, ηγετών της Γ’ Σταυροφορίας: ο Ριχάρδος Α΄ υποστήριξε τον Γκυ, ενώ ο Φίλιππος Β΄ υποστήριξε τον Κορράδο, ως ξάδελφο της γιαγιάς του[2].

Ο Μπάλιαν και ο ρόλος της Μαρίας Κομνηνής στο διαζύγιο της Ισαβέλλας και την υποστήριξή τους για τον Κορράδο ως βασιλιά, τους απέφερε το πικρό μίσος που είχε ο Ριχάρδος Α΄ και οι υποστηρικτές του. Ο Άμπραϊζ, ο οποίος έγραψε ένα ποίημα χάριν της Σταυροφορίας, ονόμασε τον Μπάλιαν «πιο λάθος και από δαίμονα» και είπε χαρακτηριστικά ότι «θα έπρεπε να κυνηγάει με σκυλιά». Ο ανώνυμος συγγραφέας της Itinerarium Peregrinorum et Gesta Regis Ricardi έγραψε ότι ο Μπάλιαν ήταν μέλος του «Συμβουλίου της άψογης ανομίας» σχετικά με τον Κορράδο, τον κατηγορούσε ότι δωροδοκούσε τον Κορράδο και έγραψε για τη Μαρία και τον Μπάλιαν σαν ζευγάρι ότι «εκείνη είχε ένα σύζυγο αντάξιο των ηθών της: ήταν σκληρός και αυτή άθεη. Ήταν ασταθής και αυτή υποχωρητική. Ήταν άπιστος και αυτή δόλια».

Στις 28 Απριλίου 1192, μόλις λίγες μέρες αφότου η στέψη του επιβεβαιώθηκε από εκλογές, ο Κορράδος δολοφονήθηκε στην Τύρο. Λέγεται ότι ο ένας εκ των δύο δολοφόνων, είχε εισέλθει στο σπίτι του Μπάλιαν, προσποιούμενος ότι ήταν υπηρέτης, με σκοπό να κατασκοπεύσει το θύμα του. Ο άλλος μπορεί παρόμοια να εισήλθε στον σπίτι του Ραϋνάλδου Γ΄ ή του Κορράδου. Ο Ριχάρδος Α΄ ήταν ύποπτος για συμμετοχή στη δολοφονία. Η Ισαβέλλα, που περίμενε το πρώτο της παιδί (τη Μαρία του Μονφερά), παντρεύτηκε το Ερρίκο Β΄ της Καμπανίας μία εβδομάδα αργότερα. Ο Μπάλιαν έγινε ένας από τους συμβούλους του Ερρίκου Β΄ και αργότερα τον ίδιο χρόνο (μαζί με τον Γουίλιαμ της Τιβεριάδος), οδήγησε την οπισθοφυλακή του στρατού του Ριχάρδου Α΄ στην μάχη της Γιάφφας. Αργότερα βοήθησε στη διαπραγμάτευση της συνθήκης της Ράμλα, μεταξύ του Ριχάρδου Α΄ και του Σαλαντίν, τελειώνοντας την Γ΄ Σταυροφορία. Υπό αυτή τη συνθήκη, το Ιμπελίν παρέμεινε υπό τον έλεγχο του Σαλαντίν, αλλά για πολλές άλλες τοποθεσίες κοντά στις ακτές, οι οποίες ανακαταλήφθηκαν κατά τη Γ΄ Σταυροφορία, επιτράπηκε να παραμείνουν σε Χριστιανικά χέρια. Μετά την αποχώρηση του Ριχάρδου Α΄, ο Σαλαντίν παρέδωσε στον Μπάλιαν το κάστρο της Κλεϋμόντ και άλλες πέντε κοντινές τοποθεσίες, όλες έξω από την Άκρα.

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1177 νυμφεύτηκε τη Μαρία Κομνηνή κόρη του Ιωάννη Κομνηνού και είχε τέκνα:

  • Ελβίς του Ιμπελέν, μετά το 1178 - πριν το 1216, παντρεύτηκε πρώτα τον Ρετζινάλντ της Σιδώνος και έπειτα τον Γκυ του Μονφόρ.
  • Ιωάννης Ιμπελέν π. 1179-1236, ο "παλαιός" κύριος της Βηρυττού.
  • Μαργαρίτα του Ιμπελέν, παντρεύτηκε πρώτα τον Ούγο της Τιβεριάδος και έπειτα τον Βαλτέρ (Γκωτιέ) του Μπρισεμπάρ, κύριο της Καισάρειας και κοντόσταυλο της Κύπρου.
  • Φίλιππος του Ιμπελέν, αντιβασιλιάς της Κύπρου.

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. η σύζυγος του Κορράδου, η Θεοδώρα Αγγελίνα, ήταν αδελφή του Ισαακίου Β' Αγγέλου Αυτοκράτορα των Ρωμαίων
  2. Ο πατέρας του Φιλίππου Β΄, ο Λουδοβίκος Ζ΄ ήταν γιος της Αδελαΐδας της Σαβοΐας, κόρης της Γκιζέλας της Ιβρέας. Η τελευταία ήταν αδελφή του Γουλιέλμου Ε΄ του Μονφερά, πατέρα του Κορράδου.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Balian_of_Ibelin της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • De Expugnatione Terrae Sanctae per Saladinum, translated by James A. Brundage, in The Crusades: A Documentary Survey. Marquette University Press, 1962.
  • William of Tyre, A History of Deeds Done Beyond the Sea. E. A. Babcock and A. C. Krey, trans. Columbia University Press, 1943.
  • Chronique d'Ernoul et de Bernard le Trésorier, edited by M. L. de Mas Latrie. La Société de l'Histoire de France, 1871.
  • La Continuation de Guillaume de Tyr (1184–1192), edited by Margaret Ruth Morgan. L'Académie des Inscriptions et Belles-Lettres, 1982.
  • Ambroise, The History of the Holy War, translated by Marianne Ailes. Boydell Press, 2003.
  • Chronicle of the Third Crusade, a Translation of Itinerarium Peregrinorum et Gesta Regis Ricardi, translated by Helen J. Nicholson. Ashgate, 1997.
  • Peter W. Edbury, The Conquest of Jerusalem and the Third Crusade: Sources in Translation. Ashgate, 1996.
  • Peter W. Edbury, John of Ibelin and the Kingdom of Jerusalem. Boydell Press, 1997.
  • Amin Maalouf, The Crusades Through Arab Eyes. London, 1984.
  • H. E. Mayer, "Carving Up Crusaders: The Early Ibelins and Ramlas", in Outremer: Studies in the history of the Crusading Kingdom of Jerusalem presented to Joshua Prawer. Yad Izhak Ben-Zvi Institute, 1982.
  • Steven Runciman, A History of the Crusades, vol. II: The Kingdom of Jerusalem. Cambridge University Press, 1952.