Ασένοβγκραντ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 42°01′00″N 24°52′00″E / 42.016667°N 24.866667°E / 42.016667; 24.866667

Στενήμαχος
Асеновград
Έμβλημα
Το κέντρο της πόλης
Ασένοβγκραντ στον χάρτη: Βουλγαρία
Ασένοβγκραντ
Διοίκηση
Χώρα Βουλγαρία
Επαρχία Φιλιππούπολης
Γενικές πληροφορίες
Πληθυσμός 54,778 (2011)
Υψόμετρο 269 m

Η Στενήμαχος (βουλγαρικά: Асеновград, Ασένοβγκραντ, έως το 1934 Станимака) είναι πόλη της νοτιοκεντρικής Βουλγαρίας. Έχει πληθυσμό 60.270 κατοίκους και είναι η δεύτερη μεγαλύτερη, μετά τη Φιλιππούπολη, πόλη στην Περιφέρεια της Φιλιππούπολης. Απέχει 19 χιλιόμετρα νότια από τη Φιλιππούπολη και 150 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα της χώρας Σόφια.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Στενήμαχος ιδρύθηκε από τους Θράκες ως Στενήμαχοςπερί το 300-400 π.Χ.. Κατά το 342 π.Χ. η περιοχή κατελήφθη από τους Μακεδόνες του Φίλιππου Β'. Το 72 π.Χ. η πόλη καταλήφθηκε από στρατεύματα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής εξάπλωσης προς τη Μαύρη θάλασσα. Μετά από μακρά περίοδο ειρήνης, η πόλη καταστράφηκε από τους Γότθους το 251, αλλά ξαναχτίστηκε αργότερα. Το 395 η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διαιρέθηκε σε δύο μέρη και η πόλη πέρασε στον έλεγχο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Κατόπιν, οι Σλαβικές φυλές πλημμύρισαν την περιοχή (έως περίπου το 700) και κατέστησαν πλειοψηφία του πληθυσμού.

Κατά τη διάρκεια των πολέμων ανάμεσα στη Βουλγαρική και τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η πόλη έγινε μείζον στρατιωτικό οχυρό των Βουλγάρων κυβερνητών. Εξαιτίας της όξυνσης των σχέσεων με τη Λατινική Αυτοκρατορία, το 1230 ο Βούλγαρος Τσάρος Ιβάν Ασέν Β' ενδυνάμωσε το τοπικό φρούριο Στανίμαχα και για αυτό η πόλη πήρε το όνομά του το 1934 (επί λέξει Πόλη του Ασέν). Μετά την κατάληψη της Βουλγαρίας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, εγκαταστάθηκαν στη Στενήμαχο Ρομά και Τούρκοι, που σήμερα αποτελούν το 15% του πληθυσμού του δήμου του Ασένοβγκραντ. Το 75% είναι Βούλγαροι και οι υπόλοιποι άγνωστης προέλευσης και άλλοι.

Η πόλη κατοικείτο κυρίως από Ελληνες μέχρι την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Βουλγαρίας και Ελλάδας μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Βούλγαροι από διάφορες περιοχές της Ελλάδας εγκαταστάθηκαν στο Ασένοβγκραντ, ενώ οι Ελληνες κάτοικοί του πήγαν. Οι Στενημαχίτες Έλληνες εγκαταστάθηκαν στο Κιλκίς και στη Νάουσα στη Μακεδονία. Σήμερα λίγο έξω από την πόλη της Νάουσας υπάρχει χωριό με το όνομα Στενήμαχος, του οποίου πολλοί κάτοικοι έχουν ρίζες από τη Στενήμαχο της Βουλγαρίας, ενώ η Νάουσα και το Κιλκίς έχουν αδελφοποιηθεί με το Ασένοβγκραντ. Από τη Στενήμαχο κατάγονται πολλοί επιφανείς λόγιοι και επιστήμονες, όπως ο φιλόλογος και παιδαγωγός Βλάσιος Σκορδέλης, ο αρχαιολόγος Χρήστος Τσούντας, ο υπουργός Απόστολος Δοξιάδης, ο αρχιτέκτονας και πολιτικός Κωνσταντίνος Δοξιάδης, ο "πατριάρχης" του Παναθηναϊκού Απόστολος Νικολαΐδης κ.α.

Ο Τάνε Νικόλοφ, επαναστάτης και ηγέτης της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης, πέρασε τα τελευταία του χρόνια στο Ασένοβγκραντ και πέθανε εδώ το 1947.

Πολιτιστικά και φυσικά αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη είναι προορισμός θρησκευτικού και πολιτιστικού τουρισμού. Τα κύρια αξιοθέατά της είναι τα μοναστήρια Μπάτσκοβο, Αγίας Πέτκα, Αράποβ και Αγ.Κίρικ. Γύρω από την πόλη υπάρχουν 5 μοναστήρια, 18 εκκλησίες και 58 παρεκκλήσια (από τα οποία η πόλη πήρε το προσωνύμιο "ΜΙκρή Ιερουσαλήμ"), υπάρχουν επίσης ιστορικό, εθνογραφικό και παλαιοντολογικό μουσείο και 2 χιλιόμετρα από την πόλη το Κάστρο του Ασέν.

Εξω από την πόλη είναι οι 40 Πηγές, κυνηγετικό και αλιευτικό θέρετρο. Το κλίμα είναι πολύ ευχάριστο το χειμώνα και δροσερό το καλοκαίρι, πράγμα που έκανε την πόλη και τα περίχωρά της πολύ ελκυστική για τον τουρισμό. Τα νοτιοανατολικά τμήματα της πόλης είναι γνωστά ως τουριστικός προορισμός και για την αστική τους ανάπτυξη, όπως το Παρακόλοβο και το σύνολο των 40 Πηγών.

Στα τέλη του 20ού αιώνα η πόλη ήταν γνωστή για μια από τις πρώτες Βουλγαρικές ντίσκο, τη Τζουμμπάρε, με 600 θέσεις και κυκλική πίστα, που ολοκληρώθηκε το 1977 και βρισκόταν στο ξενοδοχειακό συγκρότημα Ασένοβετς, που έχει πλήρως ανακάμψει, αλλά η ντίσκο δεν υπάρχει πια.

Παλαιοντολογικό μουσείο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Παλαιοντολογικό μουσείο της πόλης υπάγεται στο Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Βουλγαρίας. Ιδρύθηκε το 1990 και έχει μια από τις μεγαλύτερες παλαιοντολογικές συλλογές της χώρας. Μεταξύ των εκθεμάτων είναι τίγρη με κυνόδοντες, τίγρη μεταϊλούριος, δεινοθηρίο, αρκούδα-ινδάρκτος και άλλα.

Κάστρο του Ασέν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εκκλησία της Θεομήτορος στο κάστρο

Το Κάστρο του Ασέν βρίσκεται 2 χιλιόμετρα νότια τη κυρίως πόλης, στη Ροδόπη, σε μια βραχώδη κορυφογραμμή, στην αριστερή όχθη του Ποταμού Ασένιτσα.

Τα αρχαιότερα αρχαιολογικά ευρήματα χρονολογούνται από την εποχή των Θρακών, ενώ η περιοχή του κάστρου είχε κατοικηθεί επίσης κατά την Αρχαία Ρωμαϊκή και την Πρωτοβυζαντινή περίοδο. Το κάστρο απέκτησε μεγαλύτερη σημασία το Μεσαίωνα, αναφερόμενο για πρώτη φορά στο καταστατικό του Μοναστηριού Μπάτσκοβο ως Πέτριτς τον 11ο αιώνα. Το κάστρο καταλήφθηκε από τις στρατιές της Γ΄ Σταυροφορίας.

Ανακαινίσθηκε σε μεγάλο βαθμό το 13ο αιώνα (για την ακρίβεια το 1231), επί της βασιλείας του Βούλγαρου Τσάρου Ιβάν Ασέν Β΄, για να λειτουργεί ως οχύρωση των συνόρων έναντι των Λατινικών επιδρομών, όπως προκύπτει από μια επίτοιχη επιγραφή οκτώ γραμμών. Από την περίοδο αυτή έχουν ανασκαφεί τα θεμέλια οχυρωματικών τειχών (τα εξωτερικά πάχους 2,9 μ., διατηρημένα σε ύψος 3 μ., αρχικού ύψους 9-12 μ.), ενός φεουδαρχικού πύργου, 30 δωματίων και 3 υδατοδεξαμενών.

Το καλύτερα διατηρημένο και σημαντικότερο στοιχείο του Κάστρου του Ασέν είναι η Εκκλησία της Θεομήτορος από το 12ο-13ο αιώνα. Είναι μια διόροφη μονόκλιτη σταυροειδής με τρούλο κατασκευή, με ένα μεγάλο νάρθηκα και ένα μεγάλο ορθογώνιο πύργο και διαθέτει τοιχογραφίες από το 14ο αιώνα. Οι εργασίες συντήρησης και μερικής αποκατάστασης στην εκκλησία ολοκληρώθηκαν το 1991 (ολόκληρο το κάστρο αφέθηκε να ρημάξει μετά την Οθωμανική κατάκτηση το 14ο αιώνα και μόνο η εκκλησία παρέμεινε όρθια στην αρχική της μορφή, καθώς χρησιμοποιείτο από τους ντόπιους Χριστιανούς) και τώρα λειτουργεί κανονικά ως Βουλγαρική Ορθόδοξη εκκλησία.

Καταληφθέν από τους Βυζαντινούς μετά το θάνατου του Ιβάν Ασέν Β΄, το κάστρο πέρασε πάλι στα χέρια των Βουλγάρων την εποχή του Ιβάν Αλεξάνταρ το 1344, για να καταληφθεί και να καταστραφεί από τους Οθωμανούς κατά την κυριαρχία τους στη Βουλγαρία.

Moναστήρι Μπάτσκοβο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H αυλή του Μοναστηριού

Το Moναστήρι Μπάτσκοβο, αρχικά Μοναστήρι Πετριτσόνι ή Μοναστήρι Θεομήτορος Πετριτσονίτισας, είναι σημαντικό μνημείο Χριστιανικής αρχιτεκτονικής και ένα από τα μεγαλύτερα και αρχαιότερα Ορθόδοξα μοναστήρια στην Ευρώπη. Βρίσκεται στη δεξιά όχθη του Ποταμού Ασένιτσα (ή Τσεπελάρε), 189 χλμ. από τη Σόφια και 10 χλμ. νότια του Ασένοβγκραντ και υπάγεται άμεσα στην Ιερά Σύνοδο της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το μοναστήρι είναι γνωστό και θεωρείται ως μοναδικός συνδυασμός Βυζαντινού, Γεωργιανού και Βουλγαρικού πολιτισμού, ενωμένων από την κοινή πίστη.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τοιχογραφία εικονογράφησης δωρητή του 14ου αιώνα του Βούλγαρου τσάρου Ιβάν Αλεξάνταρ στο οστεοφυλάκιο

Το μοναστήρι ιδρύθηκε το 1083 από τον Πρίγκιπα Γρηγόριος Πακουριανό, εξέχοντα πολιτικό και στρατιωτικό διοικητή στην υπηρεσία των Βυζαντινών, ως Βυζαντινό Ιβηριανό (το θέμα της Ιβηρίας περιελάμβανε αρκετά εδάφη της Γεωργίας και της Αρμενίας) Ορθόδοξο μοναστήρι, που ίδρυσε εκεί επίσης μια σχολή για νέους. Το πρόγραμμα σπουδών περιελάμβανε κατά πρώτο λόγο θρησκευτικά, αλλά επίσης και μαθηματικά, ιστορία και μουσική. Το 13ο αιώνα οι Βυζαντινοί Ιβηριανοί Μοναχοί έχασαν την κυριότητα του Μοναστηριού , αλλά οι παραδόσεις τους διατηρήθηκαν μέχερι τις αρχές του 14ου αιώνα και σώζεται μέχρι σήμερα ένα Αρμενικό Ευαγγέλιο του 10ου αιώνα. Κατά την περίοδο της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας το Μοναστήρι τέθηκε υπό την προστασία του Τσάρου Ιβάν Αλεξάνταρ, όπως αποδεικνύεται από μια εικόνα του στις αψίδες του νάρθηκα του οστεοφυλακίου. Πιστεύεται ότι ο ιδρυτής της Φιλολογικής Σχολής του Τάρνοβο και τελευταίος πατριάρχης της μεσαιωνικής Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας Πατριάρχης Ευθύμιος εξορίσθηκε από τους Τούρκους και εργάσθηκε στη σχολή του μοναστηριού στις αρχές του 15ου αιώνα.

Αν και το μοναστήρι επέζησε των πρώτων κυμάτων της Τουρκικής εισβολής στα Βουλγαρικά εδάφη, αργότερα λεηλατήθηκε και καταστράφηκε αλλά ανακαινίστηκε προς το τέλος του 15ου αιώνα. Η τραπεζαρία, της οποίας οι τοιχογραφίες από ανώνυμο ζωγράφο έχουν μεγάλη καλλιτεχνική αξία, ανακατασκευάσθηκε το 1601 και η Εκκλησία της Παναγίας, που σώζεται ακόμη, ολοκληρώθηκε το 1604.

Το Μοναστήρι Μπάτσκοβο είναι η τελευταία κατοικία του Πατριάρχη Ευθύμιου (1330–1404), του Eξαρχου Στέφανου Α΄(1878-1957) και του Πατριάρχη Κύριλλου (1901–1971).

Συγκρότημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οστεοφυλάκιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Tο μεσαιωνικό οστεοφυλάκιο

Το μόνο τμήμα που έχει διασωθεί από το αρχικό κτίριο του μοναστηριού είναι το οστεοφυλάκιο, που έχει ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό σχεδιασμό και παλιές τοιχογραφίες και βρίσκεται 300 μέτρα από το συγχρονο μοναστηριακό συγκρότημα. Φαίνεται απροσπέλαστο, βλέποντάς το από το βορρά. Το κτίριο έχει δύο ορόφους, από τους οποίους μόνο ο ένας φαίνεται από τα νότια. Από αρχιτεκτονική άποψη το σχέδιό του φαίνεται ξένο προς τις τοπικές παραδόσεις. Θυμίζει Συριοπαλαιστινιακούς νεκροθαλάμους, με τους δύο ορόφους του ταυτόσημου σχεδιασμού. Κάθε όροφος έχει ένα νάρθηκα, ένα ενιαίο κλίτος και μια αψίδα. Το ισόγειο προορίζεται για κρύπτη και έχει 14 θέσεις ταφής. Η αψίδα στον άνω όροφο, την κυρίως εκκλησία (γνωστή ως Εκκλησία της Αγίας Τριάδας), είναι ημικυκλική στο εσωτερικό και πενταγωνική στο εξωτερικό με 3 ανοίγματα που αφήνουν λίγο φως να περνά στο ιερό. Το κτίριο είναι θολωτό. Το οστεοφυλάκιο είναι ενδιαφέρον ως προς τον τρόπο κατασκευής του, αποτελώντας ένα μείγμα Αρμενικής, Γεωργιανής και Βυζαντινής κατασκευαστικής παράδοσης. Η πρόσοψη είναι όμορφα διαφοροποιημένη με 8 τυφλά αψιδώματα και μια σειρά από στρώματα τούβλου και πέτρας, που ενώνονται μεταξύ τους με κονίαμα.

Καθολικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Κύρια όψη του μοναστηριού

Το Καθολικό της Παρθένου Μαρίας (χρονολογούμενο από το 1604) είναι το μέρος, όπου φυλάσσεται μια πλύτιμη εικόνα της Παρθένου Μαρίας από το 1310 (προερχόμενη από τη Γεωργία). Σύμφωνα με θρύλο η εικόνα είναι θαυματουργή, προσελκύοντας πολλούς προσκυνητές. Αυτή η εκκλησία χτίστηκε στη θέση της παλιότερης εκκλησίας του μοναστηριού, που καταστράφηκε από τους Τούρκους. To κτίριο έχει διατηρηθεί μέχρι σήμερα στην αρχική του μορφή της τρίκλιτης σταυροειδούς βασιλικής με τρούλο με τρεις πενταγωνικές αψίδες. Ενας επάργυρος σταυρός πάνω στον τρούλο φέρει την επιγραφή "Πάντα νίκα !" στα Γεωργιανά. Οι τοιχογραφίες στον ευρύχωρο νάρθηκα ζωγραφίστηκαν το 1643 και απεικονίζουν σε φυσικό μέγεθος τον Γκεόργκι και το γιο του Κονσταντίν, υψηλόβαθμους προύχοντες στην Κωνσταντινούπολη και δωρητές του ναού. Οι νωπογραφίες στον κυρίως ναό ζωγραφίσθηκαν πολύ αργότερα, το 1850, από το Γιόαν Μος (Μόσκο). Οι δύο κεντρικές εικόνες στο εικονοστάσι, της Αγίας Παρθένου και του Ιησού Χριστού, χρονολογούνται με ακρίβεια (1793). Το ξυλόγλυπτο εικονοστάσι, ο επισκοπικός θρόνος και άλλα σχετικά χρονολογούνται από το 18ο αιώνα.

Εκκλησία των Αρχαγγέλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αλλη μεσαιωνική εκκλησία του μοναστηριού είναι η Εκκλησία των Αρχαγγέλων, πιθανόν του 12ου αιώνα, της οποίας ο θολωτός ανοιχτός νάρθηκας ζωγραφίσθηκε το 1841 από το Ζαχάρι Ζογκράφ (το διασημότερο Βούλγαρο ζωγράφο της Βουλγαρικής Εθνικής Αναγέννησης, θεωρούμενο ιδρυτή της κοσμικής τέχνης στη Βουλγαρία, λόγω της εισαγωγής στο έργο του στοιχείων της καθημερινής ζωής). Το εσωτερικό της εκκλησίας ζωγραφίσθηκε από τον καλλιτέχνη Γιόαν Μος το 1846.

Λωτόδενδρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πάνω από την αυλή απλώνονται τα μεγάλα κλαδιά ενός Διόσπυρου Λωτόδενδρου, που μεταφέρθηκε από τη Γεωργία πριν από πάνω από δυο αιώνες.

Εργα τέχνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μουσείο του μοναστηριού έχει μια πλούσια συλλογή δίσκων, εικόνων, βιβλίων, το ξίφος του Φρειδερίκου Α΄ Βαρβαρόσσα, ένα σουλτανικό φιρμάνι του 1452, ένα ξυλόγλυπτο σταυρό με μικροτεχνία. Μία νωπογραφία του Τέλους των Ημερών, ζωγραφισμένη από το Ζαχάρι Ζογκράφ το 1850, διατηρείται στην Εκκλησία του Αγίου Νικολάου και θεωρείται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα έργα τέχνης της Βουλγαρικής Εθνικής Αναγέννησης.

Η τοιχογραφία "Πανόραμα"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η τοιχογραφία "Πανόραμα"

Η τοιχογραφία "Πανόραμα", που διατρέχει τον εξωτερικό τοίχο της τραπεζαρίας, αναπαριστά ζωγραφισμένα την ιστορία του μοναστηριού. Προσφέρει μια πανοραμική θέα του μοναστηριού με όλα τα γύρω κτίρια την εποχή που ζωγραφίσθηκε. Υπό την επίδραση διάφορων ατμοσφαιρικών συνθηκών, όπως βροχή, χιόνι, ομίχλη, κρύο, άνεμος, η μεγαλύτερη τοιχογραφία τοπίου των Βαλκανίων έχει διατηρήσει τη φρεσκάδα των χρωμάτων της. Ο ζωγράφος Αλέξι Ατανάσοφ, Βούλγαρος από την πόλη Νέγκους, εργάσθηκε σε αυτή την περιοχή το 19ου αιώνα. Μπορούμε να προσδιορίσουμε το έτος της διακόσμησης από μια επιγραφή που υπήρχε στους εξωτερικούς τοίχους της δυτικής πτέρυγας του μοναστηριού, που κάηκε το 1902. H επιγραφή ανέφερε : "Η παρακάτω απεικόνιση ολοκληρλωθηκε επί της διακονίας του Ηγουμένου Κυρίλλου στις 22 Ιουλίου 1846. Η απεικόνιση έγινε από τα δικά μου χέρια, Αλέξι Ατανάσοφ από το Νέγκους". Ως πρότυπο ο ζωγράφος χρησιμοποίησε μια χαλκογραφία, που είχε γίνει στη Βιέννη με την οικονομική βοήθεια του έμπορου από το Σάμοκοβ Πέταρ Πάνα, το 1807. Ο Αλέξι Ατανάσοφ πρόσθεσε επίσης δικές τρου πολύτιμες λεπτομέρειες και ζωγραφικά στοιχεία. Η τοιχογραφία "Πανόραμα" μας δίνει πλούσια πληροφόρηση για το αρχιτεκτονικό σύνολο του μοναστηριού το 19ο αιώνα. Ζωγραφίσθηκαν επίσης οι βόρειες όψεις των εκκλησιών Αγίων Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ και της Παναγίας. Μπορούμε να δούμε τα μοναστηριακά κτίσματα με τα μεγάλα τους αντερείσματα στην πλευρά του ποταμού. Κεντρική θέση δόθηκε στους ιδρυτές του μοναστηριού, που απεικονίστηκαν εδώ με μοναστηριακή ενδυμασία. Ανάμεσά τους είναι ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός. Δίπλα τους είναι επίσης οι δωρητές από το 14ο αιώνα Γεώργιος και Γαβριήλ. Δεν παραλήφθηκαν ούτε τα περείχωρα του μοναστηριού : το γυναικείο μοναστήρι στο Ασένοβγκραντ (Στενήμαχο), το κάστρο του Ασέν, τα παρεκκλκήσια κοντά στο μοναστήρι. Ο ζωγράφος μας έδωσε μια καλή ιδέα από εθνογραφική άποψη της ενδυμασίας της αριστοκρατίας της Φιλιππούπολης και των γιορτινών ρούχων των γυναικών στη Ροδόπη, μέσω των ομάδων λαού, που ακολουθούν τη Λιτάνευση της Θαυματουργού Εικόνας. Δεν παραλήφθηκαν ούτε λεπτομέρειες, όπως το πηγάδι στη βόρεια αυλή και το καμπαναριό της Εκκλησίας των Αρχαγγέλων. Απικονίζονται ακόμη σκηνές από τα πάθη των Αγίων Γεωργίου και Δημητρίου.

Η τοιχογραφία "Πανόραμα" είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα όχι μόνο λόγω του τεράστιου μεγέθους της αλλά επίσης λόγω της καλλιτεχνικής αξίας και αντικτύπου της. Τα χρώματα έγιναν με μια συνταγή του ίδιου του ζωγράφου, πιθανόν από χλόη ανακατεμένη με γαλάκτωμα αυγού. Χρησιμοποιήθηκε η ζωγραφική τεχνική "fresco buono" που είναι τεχνική τοιχογραφίας, που εφαρμόζεται σε λείο υγρό γύψο. Το αποτέλεσμα αυτής της τεχνικής, μαζί με τη μεγάλη καλλιτεχνική μαεστρία, είναι η αιτία που οι τοιχογραφίες αυτές φαίνονται τόσο ζωηρές ακόμα και σήμερα.

Αδελφές πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]