Αντών Τσαούς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Αντών Τσαούς όπως είναι γνωστότερος ο Αντώνης Φωστερίδης (1912-1979) ήταν Πόντιος αντικομμουνιστής οπλαρχηγός των Εθνικιστικών Ανταρτικών Ομάδων και πολέμιος του ΕΛΑΣ, κατά τη διάρκεια της Κατοχής της Ελλάδας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Μεταπολεμικά διετέλεσε βουλευτής Δράμας με τον Ελληνικό Συναγερμό.

Νεανικά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στο χωριό Ερουκλί στη Μπάφρα του Πόντου και ήταν αγροφύλακας στις Κρηνίδες Καβάλας. Ο πατέρας του, Κυριάκος, το διάστημα 1918-1922 ήταν αντάρτης στον Πόντο. Το παρωνύμιο Τσαούς το απέκτησε στον στρατό όπου υπηρέτησε ως λοχίας[1].

Κατοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα το 1941, η Ανατολική Μακεδονία και η Δυτική Θράκη βρίσκονταν στη βουλγαρική ζώνη ελέγχου. Ο Αντών Τσαούς, καταδιωκόμενος από τις βουλγαρικές αρχές για το φόνο της γυναίκας του[2], ανέβηκε στο βουνό το φθινόπωρο του 1942 και σύντομα αναγνωρίστηκε ως αρχηγός ολιγομελούς ομάδας (15-17 ανδρών), αποτελούμενης από συγχωριανούς του. Η επιβίωσή της εξαρτώταν από τα χωριά της περιοχής των Κρηνίδων. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για αντιστασιακή δράση αυτής της ομάδας εντός του 1943. Με συναντήσεις με άλλους εθνικιστές οπλαρχηγούς πέτυχε τον Οκτώβριο του 1943 συμφωνία για κοινή δράση με άλλες μικρές ανεξάρτητες ομάδες ώστε να αντέξουν την πίεση του ΕΛΑΣ, διατηρώντας την ανεξαρτησία τους υπό την αρχηγία του.

Συγκρούσεις με τον ΕΛΑΣ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η στάση των εθνικιστών απέναντι στον ΕΛΑΣ καθορίστηκε όταν στις 16 Δεκεμβρίου 1943 ανεξάρτητες αντάρτικες δυνάμεις υπό τον Θεόδωρο Τσακιρίδη στο Παγγαίο[3] δέχτηκαν επίθεση από τον ΕΛΑΣ και αναγκάστηκαν να καταφύγουν προς το Τσαλ Νταγ[4].

Μεταξύ της ένταξης όλων των ομάδων στον ΕΛΑΣ και της σύγκρουσης, ο Αντών Τσαούς επέλεξε τη δεύτερη, εκτιμώντας και ότι θα είχε την προτίμηση των Συμμάχων και της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης. Αρχικά, εξόντωσε με παρελκυστική τακτική σε ενέδρα μικρή δύναμη του ΕΛΑΣ[5] στη Λεκάνη Καβάλας την 1η Ιανουαρίου 1944, προτού αυτή να ενισχυθεί περισσότερο. Στη συνέχεια, στις 5 Ιανουαρίου, ισχυρές εθνικιστικές ομάδες κύκλωσαν το αρχηγείο του ΕΛΑΣ στο Μποζ Νταγ, σκότωσαν περίπου 4 με 10 ΕΛΑΣίτες και απέσπασαν τον Βρετανό σύνδεσμο, Μίλλερ[6].

Ο ταγματάρχης Μίλερ (Γκάι Μίκλεθουεϊτ) διαπίστωσε ότι οι απαγωγείς του ήταν πρόθυμοι να υπακούν στις εντολές της εξόριστης κυβέρνησης και του συμμαχικού στρατηγείου και αποφάσισε την ενίσχυσή τους με πολεμικό υλικό, τρόφιμα και χρήμα. Ο Φωστερίδης, ο οποίος μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου του 1943 είχε υπό τις διαταγές του μόνο ένα μικρό απόσπασμα είκοσι περίπου ανταρτών[7], αναγνωρίστηκε ως γενικός αρχηγός των Εθνικιστικών Ανταρτικών Ομάδων και άπό τον Φεβρουάριο του 1944 πέρασε σε εντονη δράση εναντίον των Βουλγάρων και του ΕΛΑΣ. Τον Μάιο του 1944 η δύναμη των εθνικιστών ανταρτών στο Τσαλ Νταγ έφτασε τους 250 άνδρες.

Στα τέλη Μαΐου οι δυνάμεις μετακινήθηκαν προκειμένου να γίνεται κοινή ενίσχυση των Βούλγαρων παρτιζάνων αλλά βουλγαρικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις ακύρωσαν την προσπάθεια αναγκάζοντας τις Εθνικιστικές Ανταρτικές Ομάδες να μεταφερθούν στα τέλη Ιουνίου στο Καρά Ντερέ. Τον Σεπτέμβριο του 1944 ο ΕΛΑΣ απελευθέρωνε τις πόλεις σε συμφωνία με τις Βουλγαρικές δυνάμεις, αφού η Βουλγαρία είχε περάσει στο πλευρό των Συμμάχων. Στη Δράμα, όπου ο στρατηγός Σιράκοφ ήταν επιφυλακτικός με την πολιτειακή αλλαγή στη Βουλγαρία δεν είχε παραδώσει ακόμη την πόλη. Ο Αντών Τσαούς με τον Βρετανό σύνδεσμο επιχείρησαν να αποκλείσουν τον ΕΛΑΣ από τη Δράμα ερχόμενοι σε συμφωνία με τον Σιράκοφ ενώ άλλα μέλη των ΕΑΟ πήγαν με τον Μίλλερ για τον ίδιο λόγο στην Σόφια. Ο Σιράκοφ τελικά δεν τήρησε κάποια συμφωνία με τους εθνικιστές κατόπιν της πολιτειακής αλλαγής στη Βουλγαρία αλλά και της εξέγερσης αντιφασιστών Βουλγάρων στρατιωτών στο 2ο Σώμα στρατού που έλεγχε[8]. Ενωμένες δυνάμεις ΕΛΑΣιτών και του πλέον συμμαχικού βουλγαρικού στρατού κινήθηκαν εναντίον των ομάδων Φωστερίδη επικρατώντας μέχρι και την 11η Οκτωβρίου, όταν λόγω διεθνών και Ελληνικών πιέσεων ξεκίνησε η αποχώρηση των βουλγαρικών στρατευμάτων από το ελληνικό έδαφος[9].

Δεκεμβριανά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι εχθροπραξίες επαναλήφθηκαν την 1η Δεκεμβρίου 1944 όταν δυνάμεις του ΕΛΑΣ με το πρόσχημα της συμφωνίας Σιράκοφ - Φωστερίδη επιτέθηκαν κατά των θέσεων των ΕΑΟ καταφέρνοντας να τις εκτοπίσουν γρήγορα στους ορεινούς όγκους της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης[10].

Τον ίδιο Δεκέμβριο ο Φωστερίδης βρισκόταν στην Αθήνα για επαφές με την ελληνική κυβέρνηση και στα Δεκεμβριανά πολέμησε στο στρατόπεδο της Χωροφυλακής στο Μακρυγιάννη. Στον Εμφύλιο Πόλεμο ήταν επικεφαλής δικής του ομάδας, αρχικά στη Θράκη και το 1947 στην Ανατολική Μακεδονία. Τον Αύγουστο το 1948 του απονεμήθηκε ο βαθμός του αντισυνταγματάρχη πυροβολικού και ορίστηκε διοικητής του "Τάγματος Φωστερίδη" στο οποίο στρατεύτηκαν πολλά μέλη των πρώην ανταρτικών ομάδων του.

Πολιτική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1952 εκλέχτηκε βουλευτής Δράμας με τον Ελληνικό Συναγερμό. Πέθανε στη Δράμα στις 30 Αυγούστου 1979.

Άλλες απόψεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ΕΑΜ κατηγόρησε τον Φωστερίδη ότι συνεργάστηκε στη πράξη με τους Βούλγαρους. Για κάτι τέτοιο δεν υπάρχουν αποδείξεις, αν και κατηγορίες επαναλαμβάνονται και μέχρι σήμερα[11]. Όμως πολλοί αντάρτες που προηγουμένως είχαν σχέσεις με δοσίλογα τμήματα εντάχθηκαν στους σχηματισμούς του ενώ υπήρχε περίπτωση όπου είχαν πάρει την άδεια των Βουλγαρικών δυνάμεων κατοχής να διέλθουν από τα κατεχόμενα εδάφη κατά τον Αύγουστο του 1944 και να ενταχθούν στο σώμα του[12].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Χατζηαναστασίου Τάσος, Αντάρτες και Καπετάνιοι, εκδοτικός οίκος αδελφών Κυριακίδη, 2003, σελ. 40
  2. Μαραντζίδης, Νίκος (2006). «Οι ένοπλοι εθνικιστές αρχηγοί της Κατοχής στη Βόρεια Ελλάδα». Νίκος Μαραντζίδης. Οι άλλοι Καπετάνιοι. Εστία. σελ. 50. ISBN 960051237X.  και Χατζηαναστασίου Τάσος, Αντάρτες και Καπετάνιοι, εκδοτικός οίκος αδελφών Κυριακίδη, 2003, σελ 41
  3. Ο Θωμάς Τσακιρίδης είχε συμφωνήσει να προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ διατηρώντας όμως την ανεξαρτησία του ( Χατζηαναστασίου Τάσος, Αντάρτες και Καπετάνιοι, 2003, σελ 98 )
  4. Χατζηαναστασίου Τάσος, Αντάρτες και Καπετάνιοι, 2003, σελ 108 - 109
  5. Οι άλλοι Καπετάνιοι, ό.π σελ 363, σημ. 25
  6. Παρμενίων Παπαθανασίου, Για τον ελληνικό Βορρά, εκδόσεις Παπαζήσης, τόμος Β', σελ 608 - 610 και Χατζηαναστασίου Τάσος, Αντάρτες και Καπετάνιοι, 2003, σελ 138 - 139
  7. Χατζηαναστασίου Τάσος, Αντάρτες και Καπετάνιοι, 2003, σελ 112
  8. Σχέσεις ΚΚΕ και Διεθνούς Κομμουνιστικού Κέντρου, Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, Γρηγόρης Φαράκος, Ελληνικά Γράμματα, 2004 σελ 137
  9. Παρμενίων Παπαθανασίου, Για τον ελληνικό Βορρά, εκδόσεις Παπαζήσης, τόμος Β', σελ 933 - 936
  10. Παρμενίων Παπαθανασίου, Για τον ελληνικό Βορρά, εκδόσεις Παπαζήσης, τόμος Β', σελ 741 - 761
  11. Σχέσεις ΚΚΕ και Διεθνούς Κομμουνιστικού Κέντρου, ό.π σελ 78
  12. Οι άλλοι καπετάνιοι Αντικομουνιστές ένοπλοι στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου , σελ 165-167

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Χατζηαναστασίου, Τάσος (2006). «Οι εθνικιστές οπλαρχηγοί στη βουλγαροκρατούμενη Μακεδονία & Θράκη». Νίκος Μαραντζίδης. Οι άλλοι Καπετάνιοι. Εστία. σελ. 304-311. ISBN 960051237X.