Λούντβιχ βαν Μπετόβεν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Ludwig van Beethoven)
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Λούντβιχ βαν Μπετόβεν
Beethovensmall.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Ludwig van Beethoven (Γερμανικά)[1]
Προφορά
Γέννηση16  Δεκεμβρίου 1770 (πιθανώς)[2][3][4][5][6][7]
Βόννη[8][9][10][11]
Θάνατος26  Μαρτίου 1827[12][13][14][15][3][4][16][5][17][18][7][19][20][21][22][23][24][25][1]
Βιέννη[26][10][9]
Αιτία θανάτουδηλητηρίαση
Τόπος ταφήςgrave of Ludwig van Beethoven
ΕθνικότηταΓερμανοί
Χώρα πολιτογράφησηςΑγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
Αυστριακή Αυτοκρατορία
ΘρησκείαΚαθολικισμός[27]
Εκπαίδευση και γλώσσες
Μητρική γλώσσαΓερμανικά
Ομιλούμενες γλώσσεςΓερμανικά[28]
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητασυνθέτης[29][1]
Αξιοσημείωτο έργοFür Elise
9η Συμφωνία
Σονάτα για πιάνο Νο.14
Missa Solemnis
Σονάτα για πιάνο Νο.8
5η Συμφωνία
6η Συμφωνία
Σονάτα για πιάνο No. 21
Σονάτα για πιάνο No. 23
Σονάτα για βιολί Νο.9
3η Συμφωνία
Φιντέλιο
Επηρεάστηκε απόΓιόχαν Γιόζεφ Φουξ
Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ
Γιόζεφ Χάυντν
Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ
Περίοδος ακμής1782 - 1827
Οικογένεια
ΓονείςΓιόχαν βαν Μπετόβεν και Μαρία Μαγκνταλένα φαν Μπετόβεν
ΑδέλφιαKaspar Anton Karl van Beethoven (αδελφός)
Nicolaus Johann van Beethoven (αδελφός)
Υπογραφή
Beethoven Signature.svg
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν (γερμανικά: Ludwig van Beethoven, προφορά: ˈluːtvɪç fan ˈbeːthoːfn̩, γεννημένος 17 Δεκεμβρίου 1770 - 26 Μαρτίου 1827) ήταν Γερμανός συνθέτης και πιανίστας της κλασικής μουσικής. Πρόκειται για την κυριότερη φιγούρα της μετάβασης της κλασικής εποχής στον ρομαντισμό, και μέχρι σήμερα θεωρείται ως ένας από τους σπουδαιότερους συνθέτες όλων των εποχών. Μερικές από τις γνωστότερες συνθέσεις του περιέχουν 9 συμφωνίες, 5 κονσέρτα για πιάνο, 1 κονσέρτο για βιολί, 32 σονάτες για πιάνο, 16 κουαρτέτα εγχόρδων, μία λειτουργία, τη Missa solemnis καθώς και μία όπερα, τη Φιντέλιο. Η καριέρα του ως συνθέτης χωρίζεται διακριτά σε τρεις περιόδους, την πρώιμη, τη μέση και την τελευταία. Η πρώτη τελειώνει περίπου το 1802, η μέση διαρκεί από το 1802 έως και το 1812, ενώ η τελευταία αρχίζει το 1812 και τελειώνει το 1827, όπου και πέθανε.

Ο Μπετόβεν γεννήθηκε στη Βόνη, την τότε πρωτεύουσα του Εκλεκτοράτου της Κολωνίας, το οποίο ήταν μέρος της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ήδη από μικρή ηλικία επέδειξε το ταλέντο που είχε στη μουσική, με τον πατέρα του, Γίοχαν βαν Μπετόβεν να είναι ο πρώτος του δάσκαλος μαζί με τον Κρίστιαν Γκότλομπ Νέεφε. Σε ηλικία 21 ετών μετακόμισε στη Βιέννη, όπου ξεκίνησε να μαθητεύει στο πλευρό του Γιόζεφ Χάυντν, αποκτώντας παράλληλα και τη φήμη και το ρεπερτόριο του βιρτουόζου πιανίστα. Στη Βιέννη έζησε μέχρι και τον θάνατό του. Κατά τα το τέλος της δεύτερης δεκαετίας της ζωής του άρχισε να ασθενεί η ακοή του, ώσπου αργότερα έγινε ολοκληρωτικά κωφός. Έτσι, το 1811, σταμάτησε να διευθύνει και να εκτελεί μπροστά σε κοινό, και καταπιάστηκε αποκλειστικά με τη σύνθεση.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προϊστορία και πρώιμη ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πατρικό σπίτι του Μπετόβεν, στη Βόνη, που σήμερα είναι μουσείο προς τιμήν του.

Ο Μπετόβεν ήταν εγγονός του Λούντβικ φον Μπετόβεν (1721-1773), ο οποίος ήταν μουσικός, με καταγωγή από την πόλη Μέχελεν του Δουκάτου της Βραβάντης (σημερινή περιοχή της Φλαμανδικής περιοχής στο Βέλγιο). Ο παππούς του είχε μετακομίσει στη Βόνη, σε ηλικία 21 ετών.[30][31] Εκεί εργάστηκε ως βαρύτονος σe αυλή του Εκλεκτοράτου της Κολωνίας, όμως κατόπιν, έγινε Kapellmeister και αργότερα επιφανής μουσικός στη Βόνη. Ένα πορτρέτο που είχε ο ίδιος παραγγείλει, διακοσμούσε τον τοίχο του εγγονού του μέχρι και τον θάνατό του, θυμίζοντάς του τη μουσική καταγωγή του.[32] Ο Λούντβικ, είχε έναν γιο, τον Γιόχαν (1740-1792), ο οποίος εργαζόταν ως τενόρος, ενώ έδινε και μαθήματα πληκτροφόρου και βιολιού, ώστε να ενισχύσει το εισόδημά του.[30] Ο Γιόχαν νυμφεύθηκε τη Μαρία Μαγκνταλένα Κέβεριτς, το 1767, η οποία ήταν κόρη του Γιόχαν Χάινριχ Κέβεριτς (1701-1751), ο οποίος ήταν αρχισέφ, στην αυλή του Αρχιεπισκοπής του Τρίερ.[33]

Παιδί του Γιόχαν και της Μαρία ήταν ο Μπετόβεν, ο οποίος γεννήθηκε στη Βόνη. Δεν υπάρχει επίσημο έγγραφο για τη γέννησή του, ωστόσο, υπάρχει έγγραφο για τη βάπτισή του, σε καθολική εκκλησία, στην ενορία του Αγίου Ρέγκιου, στις 17 Δεκεμβρίου του 1770.[34] Όπως όλα τα παιδιά εκείνης της εποχής στην περιοχή, παραδοσιακά, βαπτίζονταν ακριβώς την επομένη της γέννησής τους, ενώ επίσης είναι γνωστό ότι η οικογένειά του Μπετόβεν, καθώς και ο δάσκαλός του, Γιόχαν Αλμπρεχτσμπεργκ, γιόρταζαν τις 16 Δεκεμβρίου ως γενέθλια, η οποία ημερομηνία είναι και αποδεκτή από την επιστημονική κοινότητα, ως η ημερομηνία γέννησης του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν (ήτοι 16 Δεκεμβρίου 1770).[35][36] Από τα συνολικά επτά παιδιά της οικογένειας Μπετόβεν, μόνο ο Λούντβιχ, ο δευτερότοκος και άλλα δύο νεαρότερα αδέλφια επέζησαν. Ο ένας εξ αυτών ήταν ο Κάσπερ Άντον Καρλ, ο οποίος γεννήθηκε στις 8 Απριλίου του 1774 και ο άλλος ο Νικολάους Γιόχαν, ο νεότερος, ο οποίος γεννήθηκε στις 2 Οκτωβρίου του 1776.[37]

Ο πρώτος δάσκαλος μουσικής για τον Λούντβιχ, ήταν ο πατέρας του. Αργότερα, είχε και άλλους τοπικούς δάσκαλος, όπως τον οργανίστα, Γκίλες φον ντεν Έεντεν, τον Τομπίας Φρίντριχ Πφάιφερ (οικογενειακός φίλος) και τον Φραντς Ροβαντίνι (ο οποίος τον έμαθε να παίζει βιολί και βιόλα).[30] Η μουσική του εκπαίδευση ξεκίνησε όταν ήταν σε ηλικία 5 ετών και η οποία ήταν σκληρή και βάναυση, πολλές φορές κάνοντάς τον μικρό Λούντβιχ να ξεσπά σε δάκρυα. Ειδικότερα κι από τη συμμετοχή του Πφάιφερ σε όλο αυτό, ο οποίος είχε πρόβλημα αϋπνίας, και πολλές φορές τον ανάγκαζαν βράδυ να σηκωθεί από το κρεβάτι του και να μελετήσει στο πληκτροφόρο.[38] Το μουσικό του ταλέντο είναι οφθαλμοφανές ήδη από πολύ νεαρή ηλικία. Ο Γιόχαν, που γνώριζε την επιτυχία που είχε κάνει ο Λέοπολντ Μότσαρτ, με τον γιο του (Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, καθώς και την κόρη του Νάννερλ), προσπάθησε να προωθήσει και τον γιο του ως ένα παιδί θαύμα, όπως ήταν ο Μότσαρτ, λέγοντας κιόλας ότι ήταν έξι ετών, ενώ ήταν εφτά προς οχτώ, στις αφίσες της πρώτης δημόσιας εμφάνισης του, η οποία έγινε τον Μάρτιο του 1778.

[39]

Πρώτες δημοσιευμένες συνθέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγο καιρό μετά το 1779, ο Μπετόβεν ξεκίνησε τις σπουδές του μαζί με τους σημαντικότερους καθηγητές της Βόνης, όπως τον Κρίστιαν Γκότλομπ Νέεφε, ο οποίος ήταν οργανίστας σε αυλή εκείνη τη χρονιά.[40] Ο Νέεφε του δίδαξε σύνθεση, και ήδη από τον Μάρτιο του 1783 τον είχε βοηθήσει να γράψει την πρώτη του σύνθεση: ένα σετ για πληκτροφόρα (WoO 63.).[37] Ο Μπετόβεν ξεκίνησε σιγά σιγά να εργάζεται ως βοηθός οργανίστα με τον Νέεφε, αρχικά χωρίς να πληρώνεται (1781) και κατόπιν επί πληρωμή (1784), από τον Kapellmeister, Αντρέα Λουκέσι. Οι πρώτες του τρεις σονάτες για πιάνο, ονόματι Kurfürst, αφιερώθηκαν στον Μαξιμίλιαν Φρέντερικ (1708-1784) και δημοσιεύθηκαν το 1783. Ο Μαξιμίλιαν Φρέντερικ κατάλαβε γρήγορα το ταλέντο του Μπετόβεν και τον υποστήριξε στις κατοπινές μουσικές του σπουδές.[41]

Ο Μπετόβεν σε ηλικία 13 ετών. Πορτρέτο με άγνωστο δημιουργό.

Ο διάδοχος του Μαξιμίλιαν Φρέντερικ στη θέση του Ελέκτορα της Βόνης ήταν ο Μαξιμίλιαν Φράνσις, ο νεότερος, ο γιος της Αυτοκράτειρας Μαρία Τερέσα της Αυστρίας, ο οποίος έφερε μεγάλες αλλαγές στη Βόνη. Μεγάλες αλλαγές έγιναν και στη Βιέννη από τον αδελφό του Γιόζεφ, ο οποίος εισήγαγε μεταρρυθμίσεις βασισμένες στον διαφωτισμό, οι οποίες αύξησαν τη στήριξη των σπουδών και των τεχνών. Ο έφηβος τότε Μπετόβεν, επηρεάστηκε αρκετά από αυτές τις μεταρρυθμίσεις και τις αλλαγές. Πιθανό θεωρείται να επηρεάστηκε κι από τις πρωτοπόρες ιδέες του έλευθεροτεκτονισμού, καθότι, μεταξύ αυτών και ο Νέεφε, πολλοί από τον περίγυρό του ήταν μέλη του τοπικού τμήματος του Τάγματος των Ιλλουμινάτι.[42]

Τον Δεκέμβριο του 1786, ο Μπετόβεν ταξίδεψε στη Βιέννη για πρώτη φορά, με έξοδα του εργοδότη του, με την ελπίδα να μαθητεύσει στο πλευρό του Μότσαρτ.[43] Οι λεπτομέρειες της σχέσης τους είναι έως και σήμερα αδιευκρίνιστες, ακόμα κι συναντήθηκαν ποτέ.[44] Εκείνο το διάστημα μαθαίνει ότι η μητέρα του αρρωσταίνει βαθιά, και αποχωρεί γρήγορα από τη Βιέννη, με προορισμό τη Βόνη, τον Μάιο του 1787. Μετά από ένα μικρό χρονικό διάστημα, η μητέρα του πεθαίνει και ο πατέρας του βυθίστηκε ακόμα περισσότερο στον αλκοολισμό. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να γίνει υπεύθυνος για τη φροντίδα των δύο μικρότερων αδελφών του, καταλήγοντας να περνά πέντε χρόνια στη Βόνη.[45]

Εκείνα τα χρόνια γνώρισε πολλές σπουδαίες προσωπικότητες της ζωής του. Ο Φραντς Βέγκλερ, ένας φοιτητής της ιατρικής, τον σύστησε στην οικογένεια φον Μπρέουνινγκ (με τον Βέγκλερ να παντρεύεται μία από τις κόρες της οικογένειας). Ο Μπετόβεν συχνά επισκεπτόταν την οικία της οικογένειας αυτής, όπου δίδαξε πιάνο σε κάποια από τα παιδιά τους. Εκεί έμαθε για τη γερμανική και την κλασική λογοτεχνία. Η ατμόσφαιρα του σπιτικού αυτού ήταν ευχάριστο για αυτόν, σε αντίθεση με το δικό του, το οποίο είχε κυριευθεί πλήρως από τον αυταρχικό πατέρα του.[46] Εκείνη την περίοδο, ήρθε και σε επαφή με τον Κόντη Φερδινάνδο φον Βάλντσταϊν, ο οποίος έγινε φίλος του και (οικονομικώς) υποστηριχτής του σχεδόν σε όλη του τη ζωή.[47]

To 1789, ο Μπετόβεν, κατάφερε με δικαστική εντολή, να λαμβάνει τα μισά έσοδα του πατέρα του, ώστε να πηγαίνουν άμεσα σε αυτόν, για να μπορεί να συντηρεί την οικογένεια.[48] Εκεί συνείσφερε περισσότερο, παίζοντας βιόλα σε ορχήστρα αυλής. Αυτό τον έκανε να μάθει περισσότερα για τις όπερες, μεταξύ αυτών και τρεις του Μότσαρτ, όπου εκείνη την περίοδο είχαν εκτελεστεί στο κοινό. Εκείνη την περίοδο έγινε φίλος και με τον φλαουτίστα και βιολονίστα, Άντον Ρέιχα, με τον οποίον είχαν την ίδια ηλικία, και ο οποίος ήταν ανιψιός του μαέστρου της ορχήστρας της αυλής, Γιόζεφ Ρέιχα.[49]

Από το 1790 έως και το 1792, συνέθεσε έναν σημαντικό αριθμό έργων του (όμως κανένα δεν δημοσιεύθηκε εκείνον τον καιρό, και τα περισσότερα εξ αυτών κατηγοριοποιήθηκαν ως WoO.), το οποίο δείχνει την ωριμότητα που είχε αποκτήσει ο συνθέτης και την εξέλιξη που είχε σημειώσει. Μουσικολόγοι είχαν αναγνωρίσει θέματα σχεδόν παρόμοια με αυτό της 3ης Συμφωνίας σε ένα σετ έργω του, που έγραψε το 1791.[50] Εκείνη την περίοδο, μάλλον λόγω Νέεφε, ο Μπετόβεν επιφορτίστηκε να συνθέσει καντάτες, για τον θάνατο του Φραντς Γιόζεφ ΙΙ, καθώς και τη διαδοχή αυτού από τον Λεοπόλδο ΙΙ, ως Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οι δύο αυτές καντάτες μπήκαν στον κατάλογο ως WoO 87 και WoO 88. Τα έργα αυτά ποτέ δεν εκτελέστηκαν κατά την περίοδο αυτή, αλλά παρέμειναν χαμένα μέχρι και τη δεκαετία του 1880. Βεβαίως, βάσει του Μπραμς, ήταν πλήρως μπετοβενικά έργα και είχαν μία προφητική τραγικότητα, η οποία θα χαρακτήριζε γενικότερα τη μουσική του και θα τη διαχώριζε από την τυπική κλασσική.[51]

Προς τα τέλη του 1790, πιθανότατα γνωρίζει τον Γιόζεφ Χάυντν, όταν ο τελευταίος ταξίδευε προς το Λονδίνο και σταμάτησε στη Βόνη, την περίοδο των Χριστουγέννων.[52] Ενάμισι χρόνο αργότερα, συναντήθηκαν ξανά στη Βόνη, όταν Χάυντν γύριζε από το ταξίδι του στο Λονδίνο και πήγαινε προς τη Βιέννη, περίπου ήταν το 1792. Εκείνη κάπου την περίοδο ήταν που ήρθαν σε συμφωνία ώστε ο Μπετόβεν να μαθητεύσει στο πλευρό του Χάυντν.[53]

Εδραιώνοντας την καριέρα του στη Βιέννη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με του Ελέκτορα τη βοήθεια, ο Μπετόβεν, έφυγε από τη Βόνη με προορισμό τη Βιέννη, τον Νοέμβριο του 1792, επάνω στην ώρα των φημών περί του της πρώτη πολεμικής σύρραξης στη Γαλλία, ενώ λίγο καιρό αφού έφτασε στη Βιέννη, πληροφορήθηκε και τον θάνατο του πατέρα του, χωρίς τελικά να παρευρίσκεται στην κηδεία του.[54][55][56] Εκείνη την εποχή, πεθαίνει και ο Μότσαρτ. Ο Κόντε Βάλντσταϊν σε ένα γράμμα του στον Μπετόβεν έγραψε:[56] «Μέσω της αδιάλειπτης επιμέλειάς σου, θα λάβεις το πνεύμα του Μότσαρτ, μέσω του Χάυντν». Έτσι, κατά τα επόμενη έτη, ο Μπετόβεν ανταποκρίθηκε στο γενικό αίσθημα, ήτοι ότι ήταν ο διάδοχος του προσφάτως θανόντος Μότσαρτ, μέσω των σπουδών του κοντά στον καθηγητή του, και γράφοντας κομμάτια με μοναδικό μοτσαρτικό ύφος.[57]

Πορτρέτο του Μπετόβεν, αρκετά νεαρός τότε, από τον Καρλ Τρογκοτ Ρίντελ.

Στην αρχή δεν εδραιώθηκε ως συνθέτης, αλλά περισσότερο αφιερώθηκε στις σπουδές του και στην εκτέλεση. Υπό τη διδασκαλία του Χάυντν, έμαθε και αντίστιξη.[58] Εκείνη την περίοδο διδάχθηκε και βιολί, υπό τις οδηγίες του Ίγκναζ Σούπανζικ.[59] Επίσης, έλαβε και κάποιες γνώσεις από τον Αντόνιο Σαλιέρι, αναφορικά με το ιταλικό τρόπο τραγουδιού, η σχέση των οποίων κράτησε έως από το 1802 έως και το 1809.[60] Νωρίτερα, όταν ο Χάυντν επέστρεψε από την Αγγλία, ο Ελέκτορας της Βόνης, τον περίμενε να επιστρέψει, όμως ο Μπετόβεν παρέμεινε στη Βιέννη, μένοντας στο πλευρό του Γιόχαν Γκέοργκ Άλμπρεχτσμπέργκερ και άλλων δασκάλων. Η υποστήριξη από τον Εκλέκτορα τελείωσε, όμως αρκετοί ευγενείς είχαν διακρίνει τις ικανότητες του και του προσέφεραν αυτοί οικονομική υποστήριξη, μεταξύ αυτών οι Γιόζεφ Φραντς φον Λομπκοβιτς, Πρίγκιπας Καρλ Λιχνόφσκι και ο Βαρόνος Γκοτφρίντ φαν Σβέτεν.[61]

Περί το 1793, είχε ήδη εδραιώσει τη φήμη του ως ένας πολύ καλός στον αυτοσχεδιασμό, στα σαλόνια των ευγενών, ενώ συχνά έπαιζε και πρελούδια και φούγκες από το Καλοσυγκερασμένο Κλειδοκύμβαλο του Μπαχ.[62] Ο φίλος του Νικολάους Σίμροκ είχε ξεκινήσει να εκδίδει κάποιες από τις συνθέσεις του, οι οποίες στην αρχή ήταν γνωστές ως ένα σετ παραλλαγών (WoO 66).[63] Την ίδια εποχή είχε ήδη εδραιώσει και τη φήμη του ως βιρτουόζος του πιάνου στη Βιέννη, όμως έως και το 1795, δεν είχε δημοσιεύσει κάποιο έργο του.[61] Η πρώτη του δημοσίευση έγινε τον Μάρτιο του 1795, ένα κονσέρτο, το οποίο ο ίδιος το είχε εκτελέσει, χωρίς όμως να ξέρουμε αν αυτό ήταν το πρώτο του ή το δεύτερό του κονσέρτο για πιάνο.[64][65] Αμέσως μετά από αυτήν την εκτέλεση, δημοσίευσε την πρώτη του σύνθεση με αριθμό opus, κι αυτήν ήταν η Τρίο Πιάνο, Op. 1. Όλες αυτές οι δουλειές είχαν αφιερωθεί στον Πρίγκιπα Λιχνόφσκι, ο οποίος τον υποστήριζε οικονομικά, με τα κέρδη του να φτάνουν να μπορούν να του καλύψουν μία ολόκληρη χρονιά.[66]

Μουσική ωρίμαση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπετόβεν συνέθεσε τα πρώτα έξι κουαρτέτα εγχόρδων μεταξύ το 1798 και το 1800, τα οποία του ανατέθηκαν — αλλά και αφιερώθηκαν — στον Πρίγκιπα Λόμπκοβιτς. Δημοσιεύθηκαν το 1801. To 1800 και το 1803, πραγματοποιήθηκαν και οι πρεμιέρες της Πρώτης και της Δεύτερης Συμφωνίας του, οι οποίες εν πολλοίς, τον έκαναν έναν από τους σπουδαιότερους νέους συνθέτες της εποχής, μαζί με τους Μότσαρτ και Χάυντν. Παράλληλα συνέχισε να συνθέτει και άλλες φόρμες, ειδικότερα στις σονάτες για πιάνο, με μία από τις σημαντικότερες εκείνης της εποχής, να είναι η Παθητική (Op. 13), την οποία ο Κούπερ την περιγράφει ως «ένα πέρασμα από όλες τις προηγούμενες συνθέσεις του, σε δύναμη, ύφος, βάθος συναισθημάτων, επίπεδο αυθεντικότητας και εφευρετικότητας μοτίβου και τονικού χειρισμού».[67] Το 1799, είχε ολοκληρώσει και τη σύνθεσή του, Septet (Op. 20), η οποία ήταν μία από τις σπουδαιότερες εν ζωή δουλειές του.

Για την πρεμιέρα της Πρώτης του Συμφωνίας, ο Μπετόβεν, προσλήφθηκε από το Burgtheater, στις 2 Απριλίου του 1800, και μαζί με αυτήν, εκτέλεσε ένα μακροσκελές μουσικό πρόγραμμα, το οποίο περιείχε και έργα του Χάυντν και του Μότσαρτ, όπως επίσης και τη Septet του, καθώς επίσης και κονσέρτα για πιάνο του. Το έντυπο της εποχής Allgemeine musikalische Zeitung, χαρακτήρισε εκείνη την παράσταση ως «το πιο ενδιαφέρον μουσικό γεγονός μετά από πολύ καιρό». Ωστόσο, δεν έλειψε και η αρνητική κριτική, η οποία κριτίκαρε τους μουσικούς, οι οποίοι φαίνονταν να μην δίνουν προσοχή στο τι παίζει ο σολίστ.[68]

Η ζωή του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πορτραίτο του Μπετόβεν σε πίνακα του Waldmüller (1804).

Σε αντίθεση με την πλειονότητα των συνθετών της εποχής, ο Μπετόβεν δεν ανήκε στην Αυλή ούτε εργάστηκε για την Εκκλησία, αλλά διατήρησε την ανεξαρτησία του ως συνθέτης. Κατόρθωνε να συντηρείται είτε με έσοδα από τις δημόσιες συναυλίες του είτε παράγοντας και έργα κατά παραγγελία. Την πρώτη δημιουργική του περίοδο κατάφερε να καθιερωθεί στη Βιένη χάρη στην σημαντική υποστήριξη του αριστοκρατικού κύκλου της Αυστρίας, της Βοημίας και της Ουγγαρίας.

Ένα από τα σημαντικότερα και το πιο τραγικό γεγονός της ζωής του Μπετόβεν αποτέλεσε η κώφωσή του. Άρχισε να χάνει την ακοή του σταδιακά από την ηλικία των 26 ετών, το 1796 (κατά άλλους αρχίζει λίγα χρόνια αργότερα) και περίπου το 1820 θεωρείται πως ήταν ολοκληρωτικά κωφός. Το γεγονός αυτό προκαλούσε μεγάλη θλίψη στον Μπετόβεν, η οποία αποτυπώνεται και σε γράμμα του προς τους αδελφούς του, το 1802, με την παράκληση να διαβαστεί μετά το θάνατό του, γνωστό και ως Διαθήκη του Heiligenstadt. Παρά την απώλεια της ακοής του, έγραψε μουσική μέχρι το τέλος της ζωής του. Η υγεία του Μπετόβεν ήταν γενικά κακή και το 1826 επιδεινώθηκε δραστικά, γεγονός που οδήγησε και στο θάνατό του τον επόμενο χρόνο.

Στην κηδεία του Μπετόβεν, που έγινε στις 29 Μαρτίου του 1826, ο Φραντς Σούμπερτ ήταν ένας από τους 36 λαμπαδηφόρους.

Μουσικό έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χειρόγραφη παρτιτούρα του Μπετόβεν (Σονάτα op. 109)

Το έργο του Μπετόβεν διακρίνεται κυρίως σε τρεις χρονικές περιόδους. Η πρώτη αρχίζει από τις δημιουργίες του μέχρι το 1802, οπότε και δημιουργεί το προσωπικό του ύφος. Η δεύτερη περίοδος διαρκεί περίπου μέχρι το 1816, και ο Μπετόβεν είναι ήδη ένας αναγνωρισμένος συνθέτης. Η τελευταία περίοδος διακρίνεται από την παρουσία του ρομαντικού στοιχείου στις συνθέσεις του.

Πρώτη περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τις πρώτες σονάτες που συνέθεσε ο Μπετόβεν τις αφιέρωσε στον Χάιντν, που αποτέλεσε και το σημαντικότερο δάσκαλό του. Οι σονάτες αυτές χαρακτηρίζονται από μεγάλες ομοιότητες με αντίστοιχες συνθέσεις του Χάιντν. Η σημαντικότερη ίσως από αυτές είναι η Παθητική (op. 13). Άλλες εμφανείς επιδράσεις είναι ο Μότσαρτ, ο Μούτσιο Κλεμέντι (Muzio Clementi) και ο Γιαν Ντούσεκ (Jan Dussek). Τον Απρίλιο του 1800, ο Μπετόβεν παρουσίασε την 1η Συμφωνία και δύο χρόνια αργότερα τη 2η Συμφωνία. Η πρώτη ακολουθεί περισσότερο τα κλασικά πρότυπα, ενώ η δεύτερη χαρακτηρίζεται από περισσότερες καινοτομίες, κυρίως ως προς τη δομή της. Τα πρώτα έργα του Μπετόβεν διακρίνονται γενικά από συχνές εναλλαγές στη δυναμική και έντονες αντιθέσεις ή εξάρσεις. Στην πρώτη περίοδο ανήκουν επιπλέον τα έξι πρώτα κουαρτέτα εγχόρδων (op. 18) και τα δύο πρώτα κοντσέρτα για πιάνο.

Δεύτερη περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης δημιουργικής περιόδου του, ο Μπετόβεν έχει αναγνωριστεί σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη ως συνθέτης και πιανίστας. Παράλληλα αναπτύσσει ένα περισσότερο προσωπικό ύφος, το οποίο χαρακτηρίζεται συχνά ως "ηρωικό". Η περίοδος αυτή ξεκινά με την 3η ΣυμφωνίαΗρωική Συμφωνία), η οποία είναι πολύ μεγάλη σε διαστάσεις για τα πρότυπα της εποχής και χαρακτηρίζεται από αρκετές παρεκτροπές από την κλασική δομή των συμφωνιών. Το δεύτερο μέρος (Πένθιμο Εμβατήριο) έχει εμβατηριακό χαρακτήρα και θεωρείται αναφορά στη Γαλλική Επανάσταση. Αφιερώθηκε αρχικά στον Ναπολέοντα Α΄ Βοναπάρτη.

H άρια «Komm' o Hoffnung» από την όπερα Φιντέλιο

Την ίδια περίοδο, ο Μπετόβεν συνθέτει και τη μοναδική του όπερα, τη Φιντέλιο. Κεντρικός χαρακτήρας της είναι η Λεονόρα, η οποία μεταμφιεσμένη σε άνδρα σώζει το σύζυγο της από τη φυλακή. Η όπερα παραπέμπει επίσης στη Γαλλική Επανάσταση, με τη Λεονόρα να ενσαρκώνει τα ιδανικά της. Η πρώτη παράσταση της όπερας δόθηκε το 1805, αλλά ακολούθησαν άλλες δύο εκδοχές της, το 1806 και το 1814.

5η Συμφωνία - Μέρος 1ο: Allegro con brio

Την περίοδο 1806 - 1808, ο Μπετόβεν ολοκλήρωσε την , την και την 6η ΣυμφωνίαΠοιμενική), ενώ το 1812, γράφτηκε η και η 8η Συμφωνία. Στη δεύτερη περίοδο του Μπετόβεν ανήκουν ακόμα τα τρία τελευταία κοντσέρτα για πιάνο, το μοναδικό κοντσέρτο για βιολί, πέντε κουαρτέτα εγχόρδων (7-11) και έξι επιπλέον σονάτες για πιάνο στις οποίες περιλαμβάνεται η σονάτα Waldstein και η Appassionata.

Τρίτη περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

9η Συμφωνία — Ωδή στη Χαρά

Το 1816, το προχωρημένο στάδιο απώλειας ακοής του Μπετόβεν αναγκάζει το συνθέτη να αποσυρθεί από πολλές κοινωνικές εκδηλώσεις. Οι συνθέσεις αυτής της περιόδου είναι μεγαλοπρεπείς, με μεγαλύτερο πνευματικό βάθος, ενώ η δομή τους θεωρείται γενικά πιο αφηρημένη και ασαφής. Στα τελευταία έργα του, ο Μπετόβεν χρησιμοποίησε επίσης πολύ συχνά το στοιχείο των παραλλαγών. Οι παραλλαγές Diabelli θεωρούνται από τα σημαντικότερα έργα αυτού του είδους και αποτέλεσαν σημείο αναφοράς για αρκετά έργα της Ρομαντικής Περιόδου.

Η τρίτη δημιουργική περίοδος χαρακτηρίζεται από την ολοκλήρωση της 9ης Συμφωνίας, η οποία παρουσιάστηκε δημόσια το Μάιο του 1824. Αναφέρεται πως ο Μπετόβεν, που φαινομενικά διηύθυνε το έργο, δεν ήταν σε θέση να ακούσει τα χειροκροτήματα του πλήθους και χρειάστηκε να τον στρέψει προς το κοινό για υπόκλιση μία από τις σολίστ. Στην 9η Συμφωνία υπάρχει ένα στοιχείο καινοτομίας, που είναι η χρήση χορωδίας και τεσσάρων μονωδών στη μελοποίηση του ποιήματος Ωδή στη Χαρά του Σίλερ (Shiller). Θεωρείται ως σήμερα ένα από τα αριστουργήματα στην ιστορία της μουσικής αν και, σε ορισμένα σημεία, ο συνθέτης έχει (πιθανόν λόγω της κώφωσής του) γράψει για ορισμένα όργανα (όπως το κόρνο) νότες που δεν τις διαθέτουν. Άλλα έργα που ανήκουν στην τελευταία περίοδο δημιουργίας του Μπετόβεν είναι τα τελευταία έξι κουαρτέτα εγχόρδων, οι τελευταίες έξι σονάτες για πιάνο, καθώς και η Missa Solemnis (Επίσημη Λειτουργία), έργο θρησκευτικής αντιστικτικής μουσικής.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Sheldon G. Cohen: «Ludwig van Beethoven (1770-1827), German composer.» 1  Ιουλίου 1996. Ανακτήθηκε στις 17  Φεβρουαρίου 2019. σελ. 226-228.
  2. 2,0 2,1 «Беетговенъ» (Ρωσικά)
  3. 3,0 3,1 3,2 «Бетховен, Людвиг» (Ρωσικά)
  4. 4,0 4,1 4,2 «Ludwig van Beethoven». (Αγγλικά) SNAC. w6fn14dt.
  5. 5,0 5,1 5,2 (Αγγλικά) Internet Broadway Database. 11364. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  6. 6,0 6,1 «Wired». (Αγγλικά) Wired. Condé Nast. Ανακτήθηκε στις 13  Ιανουαρίου 2018.
  7. 7,0 7,1 7,2 International Music Score Library Project. Category:Beethoven,_Ludwig_van. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  8. Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 10  Δεκεμβρίου 2014.
  9. 9,0 9,1 «Беетговенъ» (Ρωσικά)
  10. 10,0 10,1 Arrey von Dommer: «Beethoven, Ludwig van» (Γερμανικά) 1875. σελ. 251–268.
  11. «Бетховен, Людвиг» (Ρωσικά)
  12. Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 9  Απριλίου 2014.
  13. (Γαλλικά) BnF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb138912954. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  14. «Беетговенъ» (Ρωσικά)
  15. Arrey von Dommer: «Beethoven, Ludwig van» (Γερμανικά) 1875. σελ. 251–268.
  16. RKDartists. 448562. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  17. books.google.ca/books?id=YRc4AAAAQBAJ&pg=PT203.
  18. books.google.ca/books?id=v0597Beh43EC&pg=PA363.
  19. (Αγγλικά) Find A Grave. 72. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  20. (Αγγλικά) Find A Grave. 9528924. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  21. Itaú Cultural: (Πορτογαλικά) Enciclopédia Itaú Cultural. Itaú Cultural. Σάο Πάολο. pessoa410210/beethoven. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017. ISBN-13 978-85-7979-060-7.
  22. (Αγγλικά) Discogs. 95544. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  23. (Γαλλικά) Babelio. 181806. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  24. filmportal.de. b268457638ca4a63b7d83d26d8f0c169. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  25. KNAW Past Members. PE00001377. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  26. Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 30  Δεκεμβρίου 2014.
  27. www.crisismagazine.com/2016/beethoven-catholic-church.
  28. (Γαλλικά) BnF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb138912954. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  29. www.britannica.com/biography/Ludwig-van-Beethoven.
  30. 30,0 30,1 30,2 GroveOnline, section 1.
  31. Cooper 2008, σελ. 407.
  32. Swafford 2014, σελίδες 12–17.
  33. Thayer 1921, σελ. 49.
  34. Thorne, J.O., επιμ. (1986). Chambers Biographical Dictionary. Edinburgh: W & R Chambers Ltd., σελ. 114. ISBN 978-0-550-18022-3. 
  35. Thayer 1921, σελ. 53.
  36. Solomon 2000, chapter 1.
  37. 37,0 37,1 Stanley, p. 7
  38. Swafford 2014, σελίδες 22, 32.
  39. Thayer 1921, σελ. 59.
  40. Thayer 1921, σελ. 67.
  41. Thayer 1921, σελίδες 71–74.
  42. Cooper 2008, σελ. 15.
  43. Haberl, Dieter (2006). «Beethovens erste Reise nach Wien – Die Datierung seiner Schulreise zu W.A. Mozart». Neues Musikwissenschaftliches Jahrbuch 14: 215–255. 
  44. Cooper 2008, σελ. 23.
  45. Cooper 2008, σελ. 24.
  46. Cooper 2008, σελ. 16.
  47. Thayer 1921, σελ. 102.
  48. Thayer 1921, σελ. 104.
  49. Thayer 1921, σελίδες 105–09.
  50. Cooper 2008, σελίδες 35–41.
  51. Swafford (2016), pp. 107–11
  52. Cooper 2008, σελ. 35.
  53. Cooper 2008, σελ. 41.
  54. Thayer 1921, σελ. 124.
  55. Thayer 1921, σελ. 148.
  56. 56,0 56,1 Cooper 2008, σελ. 42.
  57. Cooper 2008, σελ. 43.
  58. GroveOnline, section 3.
  59. Cooper 2008, σελίδες 47, 54.
  60. Thayer 1921, σελ. 161.
  61. 61,0 61,1 Cooper 2008, σελ. 53.
  62. Cross (1953), p. 59
  63. Cooper 2008, σελ. 46.
  64. Cooper 2008, σελ. 59.
  65. Lockwood 2005, σελ. 144.
  66. Cooper 2008, σελ. 56.
  67. Cooper 2008, σελ. 82.
  68. Cooper 2008, σελ. 90.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]