Εκλεκτοράτο της Κολωνίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 51°0′N 6°50′E / 51.000°N 6.833°E / 51.000; 6.833

Εκλεκτοράτο της Κολωνίας
Erzstift und Kurfürstentum Köln
ή Kurerzstift Köln
ή Kurköln
Κρατίδιο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
Αυτοκρατορικός Εκλέκτορας
Δουκάτο της Λωρραίνης
953 – 1803  

 

 
Βιντ-Ρούνκελ
Σημαία Έμβλημα
Χάρτης της Κάτω Ρηνανίας κατά το 1560, με το Εκλεκτοράτο της Κολωνίας
να είναι σημαδεμένο με κόκκινο, συμπεριλαμβανομένου του Δουκάτου της Βεστφαλίας
Πρωτεύουσα Κολωνία (953–1288)
Βόννη (1597–1794)
Πολίτευμα Εκλεγόμενο Πριγκιπάτο
Εκλέκτορας της Κολωνίας
 -  1801–1803 Αρχιδούκας Αντώνιος Βίκτωρ της Αυστρίας
Ιστορική εποχή Μεσαίωνας
 -  Ίδρυση της Επισκοπής Ρωμαϊκή Περίοδος
 -  Αναβάθμιση σε Αρχιεπισκοπή
 -  Ο Μπρούνο Α΄ αναλαμβάνει Αρχιεπίσκοπος 953
 -  Αρχικαγκελάριος της Ιταλίας 1031
 -  Η Κολωνία καθίσταται Ελεύθερη Αυτοκρατορική Πόλη 1288
 -  Ένταξη στον Εκλεκτορικό Ρηνανικό Κύκλο 1512
 -  Γερμανική Εκκοσμίκευση
Οι αρχιεπισκοπές της Κεντρικής Ευρώπης, κατά το 1500. Η αρχιεπισκοπή της Κολωνίας ήταν μεγαλύτερου εδαφικού μεγέθους από το ομώνυμο Εκλεκτοράτο και περιελάμβανε υπαγόμενες σε αυτήν επισκοπές . Στην Γερμανία, τα εδάφη των επισκοπών και των αρχιεπισκοπών (πνευματικά) ήταν συνήθως κατά πολύ μεγαλύτερο αυτού των πριγκιπάτων-επισκοπών και των αρχιεπισκοπών/εκλεκτοράτων (προσωρινά), στην ηγεσία των οποίων βρίσκονταν τα ίδια άτομα.
Χάρτης του Εκλεκτοράτου της Κολωνίας - χαλκογραφία του Φραντς Γιόχαν φον Ρέιλι (de), 1793

Το Εκλεκτοράτο της Κολωνίας (γερμανικά: Kurfürstentum Köln‎), σε ορισμένες περιπτώσεις αναφερόμενο και ως Εκλεκτορική Κολωνία (γερμανικά: Kurköln‎), ήταν εκκλησιαστικό πριγκιπάτο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και υφίστατο από τον 10ο αιώνα έως τις αρχές του 19ου αιώνα. Αποτελείτο από προσωρινές κτήσεις της Ρωμαιοκαθολικής Αρχιεπισκοπής της Κολωνίας (γερμανικά: Erzbistum Köln‎). Κυβερνιόταν από τον Αρχιεπίσκοπο υπό την ιδιότητά του ως πρίγκιπα-εκλέκτορα. Υπήρχαν άλλοι δύο εκκλησιαστικοί πρίγκιπες-εκλέκτορες της Αυτοκρατορίας: ο Εκλέκτορας του Μάιντζ και ο Εκλέκτορας της Τριρ. Ο Αρχιεπίσκοπος-Εκλέκτορας της Κολωνίας ήταν επίσης Αρχικαγκελάριος της Ιταλίας (ένα από τα τρία απαρτίζοντα την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία βασίλεια, τα άλλα δύο ήταν η Γερμανία και η Βουργουνδία) και, ως εκ τούτου, ήταν δεύτερος μεταξύ όλων των εκκλησιαστικών και κοσμικών πριγκίπων της Αυτοκρατορίας, μετά τον Αρχιεπίσκοπο-Εκλέκτορα του Μάιντζ και προ αυτού της Τριρ.

Πρωτεύουσα του εκλεκτοράτου ήταν η Κολωνία έως ότου ο Εκλέκτορας μετεγκαταστάθηκε στην Βόννη (μετά την ήττα του 1288), προκειμένου να αποφύγει οποιαδήποτε σύγκρουση δικαιοδοσίας με τις αρχές της Ελεύθερης Πόλης της Κολωνίας, η οποία είχε πετύχει να ξεφύγει σε μεγάλο βαθμό της εξουσίας του. Το Εκλεκτοράτο εκκοσμικεύτηκε βάσει της ρύθμισης της Αυτοκρατορικής Δίαιτας του 1803 (Reichsdeputationshauptschluss ).

Το μέγεθος των εδαφών του Εκλεκτοράτου της Κολωνίας ήταν μικρότερο αυτού της Αρχιεπισκοπής της Κολωνίας, η οποία περιελάμβανε υπαγόμενες σε αυτήν επισκοπές όπως αυτή της Λιέγης και του Μύνστερ (δείτε τον παρακάτω χάρτη).

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κολωνία είναι η παλαιά ρωμαϊκή πόλη της Colonia Agrippina, η οποία βρισκόταν εντός της Germania inferior (Κάτω Γερμανίας), και αποτέλεσε έδρα επισκόπου από την ρωμαϊκή περίοδο. Το 953, οι αρχιεπίσκοποι της Κολωνίας απέκτησαν για πρώτη φορά σημαντική κοσμική εξουσία, όταν ο επίσκοπος Μπρούνο ορίστηκε ως δούκας από τον αδερφό του, Αυτοκράτορα Όθων Α΄. Με στόχο την αποδυνάμωση της των κοσμικών ευγενών, οι οποίοι εποφθαλμιούσαν την εξουσία του, ο Όθων όρισε τον Μπρούνο και τους διαδόχους του στον επισκοπικό θρόνο, παραχωρώντας τους προνόμια αντίστοιχα αυτών των κοσμικών πριγκίπων. Αυτή ήταν και η απαρχή του εκλεκτορικού κρατιδίου της Κολωνίας. Δημιουργήθηκε μέσω των προσωρινών κτήσεων της αρχιεπισκοπής και περιελάμβανε, τελικώς, μία λωρίδα εδαφών κατά μήκος της αριστερής όχθης του Ρήνου στα ανατολικά του Γύλιχ, καθώς και το Δουκάτο της Βεστφαλίας στην άλλη όχθη του Ρήνου, πέραν του Μπεργκ και του Μαρκ.

Στα τέλη του 12ου αιώνα, ο Αρχιεπίσκοπος Κολωνίας ήταν ένας εκ των επτά εκλεκτόρων του Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (του Γερμανικού Έθνους). Πέραν του τίτλου του ως πρίγκιπα-εκλέκτορα, ήταν, ταυτόχρονα, Αρχικαγκελάριος της Ιταλίας, ανεπισήμως από το 1238 κι επισήμως από το 1263 έως το 1803. Μετά την μάχη του Βόρινγκεν το 1288, η Κολωνία πέτυχε να κερδίσει την ανεξαρτησία της από τους αρχιεπισκόπους και κατέστη Ελεύθερη Πόλη. Τελικά, ο αρχιεπίσκοπος μετεγκαταστάθηκε στην Βόννη, προκειμένου να αποφύγει οποιαδήποτε σύγκρουση δικαιοδοσίας με την Ελεύθερη Πόλη.[1] Το πρώτο πογκρόμ σε βάρος των Εβραίων έλαβε χώρα το 1349, όταν οι τελευταίοι χρησιμοποιήθηκαν ως αποδιοπομπαίοι τράγοι για τον Μαύρο Θάνατο (βουβωνική πανώλη) και άνέβηκαν πολλοί στην πυρά.[2] Πολιτικές ταραχές ξέσπασαν με αφορμή ζητήματα όπως η φορολογία, οι δημόσιες δαπάνες, οι κανονισμοί των επιχειρήσεων, καθώς και η εποπτεία της αγοράς, σε συνδυασμό με την οριοθέτηση της συντεχνιακής αυτονομίας.[3]

Το εμπόριο μεγάλων αποστάσεων με την Βαλτική αυξήθηκε, καθώς οι σημαντικότερες εμπορικές πόλεις ενώθηκαν μεταξύ τους μέσω της Χανσεατικής Ένωσης, υπό την ηγεσία του Λύμπεκ. Επρόκειτο για μία εμπορική συμμαχία μεταξύ αριθμού πόλεων και των συντεχνιών τους που κυριαρχούσαν στο εμπόριο κατά μήκος των ακτών της Βόρειας Ευρώπης και άκμασε μεταξύ του 1200 και του 1500, ενώ συνέχισε να υφίσταται, αν και με μικρότερη σημασία, μετά την χρονολογία αυτή. Σημαντικότερες πόλεις ήταν η Κολωνία επί του Ποταμού Ρήνου, το Αμβούργο και η Βρέμη στην Βόρεια Θάλασσα, καθώς και το Λύμπεκ στην Βαλτική.[4] Οι οικονομικές υποδομές της μεσαιωνικής και νεότερης Κολωνίας ήταν βασισμένες στο σημαντικό λιμάνι της πόλης, την τοποθεσία του ως μεταφορικού κόμβου και τους επιχειρηματίες και εμπόρους της, οι οποίοι δημιουργούσαν δεσμούς με τους εμπόρους των υπόλοιπων Χανσεατικών Πόλεων.[5]

Στην διάρκεια του 16ου αιώνα, δύο Αρχιεπίσκοποι της Κολωνίας ασπάστηκαν τον Προτεσταντισμό. Ο πρώτος, Χέρμαν φον Βιντ, παραιτήθηκε από την ηγεσία της αρχιεπισκοπής έπειτα από την μεταστροφή του, ωστόσο ο Γκέμπχαρντ Τρούχσες φον Βάλντμπουργκ, ασπαζόμενος τον Καλβινισμό το 1582, επιχείρησε την εκκοσμίκευση της αρχιεπισκοπής. Ο γάμος του τον αμέσως επόμενο Φεβρουάριο, σε συνδυασμό με την άρνησή του να παραιτηθεί από την εξουσία των εδαφών του, οδήγησαν στην εκλογή ενός ικανού αρχιεπισκόπου και πρίγκιπα-εκλέκτορα, του Ερνέστου της Βαυαρίας. Ο Πάπας χρηματοδότησε Ιταλούς και Ισπανούς μισθοφόρους, ενώ και οι Καθολικοί Βαυαροί απέστειλαν στρατεύματα, την ίδια στιγμή που Προτεσταντικά Ολλανδικά κρατίδια υποστήριξαν τους Καλβινιστές του Εκλεκτοράτου. Ο Πόλεμος της Κολωνίας κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας του Εκλεκτοράτου, ενώ αριθμός πόλεων και χωριών πολιορκήθηκαν και λεηλατήθηκαν. Η πολιορκία του Γκόντεσμπεργκ τον Νοέμβριο–Δεκέμβριο του 1583 ολοκληρώθηκε με την καταστροφή του κάστρου του Γκόντεσμπουργκ και την σφαγή των περισσότερων κατοίκων του. Έπειτα από αρκετές ακόμη πολιορκίες, ο Προτεστάντης διεκδικητής, ο οποίος είχε εκλεγεί το 1579, παραιτήθηκε των διεκδικήσεών του επί του θρόνου και αποσύρθηκε με την σύζυγό του στο Στρασβούργο. Ένα βαυαρικό στράτευμα εγκατέστησε τον αδερφό του Δούκα της Βαυαρίας, Ερνέστο ως αρχιεπίσκοπο —η πρώτη σημαντική επιτυχία της Αντιμεταρρύθμισης στην Γερμανία. Υπό την εξουσία του, οι Ιησουίτες ανέλαβαν τον εκ νέου προσηλυτισμό των κατοίκων του Εκλεκτοράτου στον Καθολικισμό. Από τότε και έως τα μέσα του 18ου αιώνα, η αρχιεπισκοπή αποτέλεσε κτήση των δευτερότοκων υιών των προερχόμενων από τον οίκο των Βίττελσμπαχ ηγεμόνων της Βαυαρίας. Καθώς οι αρχιεπίσκοποι εκείνης της περιόδου κατείχαν, επίσης, την Επισκοπή του Μύνστερ (και αρκετά συχνά την Επισκοπή της Λιέγης), ήταν εκ των σημαντικότερων πριγκίπων της Βορειοδυτικής Γερμανίας.

Από το 1597 ως το 1794, η Βόννη υπήρξε πρωτεύουσα του Εκλεκτοράτου της Κολωνίας και κατοικία των Αρχιεπισκόπων και Πριγκίπων-Εκλεκτόρων της Κολωνίας, με τους περισσότερους εξ αυτών να ανήκουν στον βαυαρικό κλάδο του Οίκου των Βίττελσμπαχ (από το 1583 ως το 1761).

Μετά το 1795, τα εδάφη του εκλεκτοράτου επί της αριστερής όχθης του Ρήνου κατελήφθησαν από την Γαλλία, ενώ προσαρτήθηκαν επισήμως το 1801. Το Reichsdeputationshauptschluss του 1803 εκκοσμίκευσε το υπόλοιπο των αρχιεπισκοπών, παραχωρώντας το Δουκάτο της Βεστφαλίας στο Λαντγραβιάτο της Έσσης-Ντάρμστατ. Η Κολωνία, ωστόσο, αποκαταστάθηκε ως έδρα Καθολικής Αρχιεπισκοπής το 1824, ενώ αποτελεί Αρχιεπισκοπή έως και σήμερα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Harry de Quetteville. "History of Cologne". The Catholic Encyclopedia, Nov 28, 2009.
  2. Liber Chronicarum Mundi
  3. David Nicholas, The Growth of the Medieval City: From Late Antiquity to the Early Fourteenth Century (1997) pp 69-72, 133-42, 202-20, 244-45, 300-307
  4. James Westfall Thompson,Economic and Social History of Europe in the Later Middle Ages (1300-1530) (1931) pp. 146-79
  5. Joseph P. Huffman, Family, Commerce, and Religion in London and Cologne (1998) covers from 1000 to 1300.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Electorate of Cologne της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).